Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

από τις σημειώσεις του ποιητή Διάκενου Καλλιπολίτη


Όταν λέω "αλληλεγγύη" στο νου μου έρχονται οι ελεγειακές χορωδίες των King Crimson, συγκεκριμένα το επίμονο κιθαριστικό γρατζούνισμα του κ.  Robert Fripp. Στην αρχή σου μοιάζει παράταιρο, στο τέλος αρμονικό. Μετά μου 'ρχεται το Wholy Holy του Marvin και μια άλλη χορωδία κυματίζει μέσα μου: θρήνος για ένα κόσμο που σίγουρα θα πεθάνει, είναι η μοίρα του να πεθάνει γιατί είναι ένας κόσμος πεπτωκώς, σαν ένα σάπιο μήλο. Η θρησκεία σηκώνει εδώ και αιώνες το ίδιο παγερό τείχος, αλλά δεν σταματά να προσκαλεί σε μια αλληλεγγύη πένθιμη κι ελπιδοφόρα, ταπεινή και έναστρη. Στ' αστέρια σκέφτομαι πως συνάντησα αλληλεγγύη, ένα μεγάλο χάρτη αλληλεγγύης, το χαμόγελο του θεού. Μα ο ίδιος ο θεός δεν φυλάκισε του μάγους σε μια γνώση μαγική, σε μια ζωή ανυπόφορη; Μερικά πράγματα τα συνειδητοποιείς όταν ο νόστος για πάντα ολοκληρωθεί.

Έτσι στρέφομαι στο χαμόγελό της. Εκεί ανακαλύπτω ξανά την αλληλεγγύη σε ένα μικροσκοπικό πέλαγος λουλουδιών. Βρίσκω το χαμένο κρίκο ανάμεσα στον άνθρωπο και το σύμπαν, τουλάχιστο ό,τι αντιλαμβάνομαι ως σύμπαν. Με τη γεύση του γνώριμου μα πρωτοείδωτου στα χείλη ενώνω το εγώ με το τίποτα. Γίνομαι μια βάρκα που αράζει στο λιμάνι, γίνομαι παιδί, κυλάω με τη ρόδα του ήλιου και λέω, ναι, ο έρωτας είναι μια πόρτα. Αρκεί ο καθένας να σηκώσει το σαρκίο του στα χέρια και να το στριμώξει ολόκληρο στην κλειδαρότρυπα, γέφυρα για να πατήσει ο άλλος. Τότε η αλληλεγγύη ξαπλώνει δίπλα μου ως γυμνόστηθη νεαρή δεσποινίδα. Και το χέρι μου την ψαύει, όπως λέει ο ποιητής της Οδού Φιλελλήνων, την ψαύει όπως ένα παιδί που διψάει για ένα σώμα να το απορροφήσει. Και τέλος αναλογίζομαι πως αλληλεγγύη σημαίνει μεταίχμιο και διασταύρωση των κυμάτων που ρέουν μέσα μας: αλληλεγγύη με τον ίδιο μου τον εαυτό.

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

η αντιστροφή της κατάρας

Αλέξανδρος Κάππα 

Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ο Θήτα δεν μπορούσε να πηδήξει με τίποτα. Υπήρχε η πρόθεση από μέρους του αλλά του συνέβαιναν διάφορες γκαντεμιές. Κυρίως λίγο πριν το ραντεβού. Σ' αυτές τις κρίσιμες ώρες, όταν τον έβλεπες ν' αγκομαχά και να βαριαναστενάζει, περιμένοντας να γυρίσει ο δείχτης του ρολογιού για να φύγει, μια αναμπουμπούλα καταλάμβανε το κεφάλι του η οποία αργότερα εκδηλωνόταν σε αφηρημάδες και άδικες συμφορές. Διότι είναι άδικο να χάνεις το ραντεβού επειδή πάτησες μια πηχτή φωλιά από κόπρανα κάτω απ' τη σόλα σου κι αναγκάζεσαι να γυρίσεις άρον άρον σπίτι για ν' αλλάξεις παπούτσια, αλλά η ώρα περνάει, η ώρα πέρασε και το κορίτσι έφυγε, το κορίτσι πάει. Άδικο να σου σκίζεται ο καβάλος του παντελονιού, άδικο να πυορροεί απ' το μέτωπό σου ένα σπυράκι σαν κρατήρας ηφαιστείου, άδικο να στέκεσαι εκεί μπροστά στην πλατεία και το σκουπιδιάρικο να σου πετά βαλτόνερα στο καινούργιο σιδερωμένο πουκάμισο που αγόρασες ειδικά γι' αυτή την περίσταση. Κατάφορη αδικία, αν και εδώ περισσότερη ευθύνη από την τύχη φέρει αυτή η αφηρημάδα που λέγαμε πριν, να αυξάνεις ταχύτητα με το μηχανάκι θέλοντας να κάνεις ένα θεαματικό σπινιάρισμα της τελευταίας στιγμής για να εντυπωσιάσεις το κορίτσι που στέκεται με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο και το άλλο στο δρόμο, αλλά εκεί ακριβώς, ενώ εσύ πατάς το φρένο και στρίβεις το τιμόνι σαν βιρτουόζος του τσίρκου: εκεί συνέβη η συμφορά: την πάτησε. Πάτησε το κορίτσι του ραντεβού. Του γάζωσε το πόδι. Φορούσε λευκό πέδιλο. Και της το τσαλαπάτησε με τη ρόδα.
"Μήπως σε χτύπησα;"
"Όχι, εντάξει, δεν είναι τίποτα".
Πώς δεν ήταν; Όλη η ρόδα είχε αποτυπωθεί στα δαχτυλάκια, ανάμεσα στις λευκές λωρίδες του παπουτσιού. Βγήκαν το ραντεβού ενώ εκείνη ήταν πατημένη. Απ' τον Θήτα. Ραντεβού του Θήτα με κάποια πατημένη απ' τον ίδιο. Άδικη συμφορά. Φταίει αυτή η αφηρημάδα.
Είχε χτυπήσει κι άλλες κοπέλες. Μια φορά, στη φοιτητική λέσχη, καθώς τρώγαμε (εγώ καθόμουν αντικριστά στον Θήτα και δίπλα μου ένα κορίτσι που το διέκρινε αυτό που λέμε "τσαχπινιά"), ο Θήτα είχε τα νεύρα του. Δεν μας μιλούσε, δεν μας απηύθυνε τον λόγο, εμάς των αγοριών, των φίλων του. Γιατί, να τα λέμε αυτά, κάπου φταίγαμε κι εμείς για την κατάσταση. Ποιος έριξε τις νερόμπομπες προφυλακτικών στο κεφάλι του Θήτα όταν εκείνος μιλούσε μ' ένα κορίτσι κάτω απ' το κοινοβιακό μας διαμέρισμα; Ποιος εμφύτευσε εκρηκτικά σκορδάκια στην κωλότσεπη του παντελονιού του λίγο πριν συναντήσει την Έψιλον; (εγώ: το παραδέχομαι). Ποιος άραγε ψέκασε με σπρέι-ψεύτικο χιόνι τα μαλλιά του Θήτα καθώς κοιμόταν πριν το ραντεβού με τη Λάμδα; (άγνωστο αυτό, όμως οι περισσότερες υποψίες βαραίνουν τον Ρο).
Εκείνο λοιπόν το μεσημέρι στη φοιτητική λέσχη, που ακόμα τη θυμάμαι ολοκάθαρα εξαιτίας των τσίγκινων σερβίτσιων που απέπνεαν την ατμόσφαιρα φυλακής σε αμερικάνικη ταινία, ο Θήτα είχε τα νεύρα του. Μας περιφρονούσε με τη σιωπή του. Μας τα είχε μαζεμένα. Αλλά το κορίτσι με το τσαχπίνικο συμπεριφορικό προφίλ, τον ήθελε πολύ. Γιατί, ας το παραδεχτούμε κι ας ζηλεύουμε, ο Θήτα είναι όμορφος. Ο ομορφότερος της παρέας: εξ ου και η τραγική ειρωνεία. Όλα έγιναν σε λίγα δευτερόλεπτα. Το κορίτσι, επιστρατεύοντας υπόγειες (τσαχπίνικες) κινήσεις, άπλωσε το (τσαχπίνικο) πόδι του κι άρχισε να χαϊδεύει (τσαχπίνικα) τις γάμπες του Θήτα κάτω απ' το τραπέζι. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα απ' το πιάτο. Θυμάμαι: σουπιές με ρύζι. Με κοίταξε στα μάτια. Με κεραυνοβόλησε. Με απείλησε με μια σύσπαση των χειλιών. Κι ύστερα πήρε φόρα, σαν ποδοσφαιριστής, κι έριξε μια απίστευτης ορμής κλωτσιά στο καλάμι του κοριτσιού.
"Συγνώμη, είσαι καλά;, δεν κατάλαβα, νόμιζα ότι ήταν ο..."
Όμως όχι, το κορίτσι δεν ήταν καλά. Είχε σωριαστεί στο πάτωμα, σαν φουσκωτή κούκλα που της τράβηξαν τη βαλβίδα, και σφάδαζε από τον πόνο.
Υπήρξε υποψία για κάταγμα. Κάποιος μίλησε για ενδεχόμενο ράγισμα του οστού. Το κορίτσι έκλαιγε μ' αναφιλητά. Τη σηκώσαμε ελαφρά στην καρέκλα. Μας ζήτησε να την πάμε στο νοσοκομείο. Ειπώθηκε η φράση: "για μια εξέταση σε ορθοπεδικό". Ειπώθηκε η λέξη: "μαλάκας". Κατ' επανάληψιν. (Εμείς χασκογελούσαμε στα κρυφά). "Κάποιος να την πάει στο νοσοκομείο ρε παιδιά". Προθυμοποιήθηκε ο Θήτα. Και τότε, ήταν τρομερό, είδα το κορίτσι να σηκώνεται πάνω και να βγαίνει τρέχοντας από τη λέσχη, ρίχνοντας στο πέρασμά του έναν τσίγκινο δίσκο που προεξείχε απ' την τραπεζαρία. Θυμάμαι: το κουδούνισμα του τσίγκου στο μάρμαρο. Θυμάμαι: η φιγούρα του Θήτα αποχωρεί σκυφτή.
Άλλη φορά. Το ραντεβού πήγαινε καλά. Σε γενικές γραμμές. Της έχυσε λίγο ουίσκι στα μανίκια αλλά αυτό απέβη θετικό για την εξέλιξη της βραδιάς. Το σπίτι του ήταν κοντά: "Πάμε λίγο να το καθαρίσεις με νερό και να το στεγνώσεις με το πιστολάκι;" Πήγαν. Μπαίνουν μέσα, της φέρνει ένα μπουκάλι νερό, εκείνη φοβάται νέα υποτροπή, το τραβά απ' το χέρι του, τ' ακουμπά στο κομοδίνο, τον σπρώχνει στο κρεβάτι, αλλά ακριβώς εκεί, καθώς τον φιλούσε κατεβαίνοντας προς τα κάτω και σηκώνοντας το καουμπόικο πουκάμισο (θυμάμαι: το βγάλαμε έτσι επειδή ήταν από μάλλινη τρίλιζα) ώστε να του γλείψει το στέρνο και να του πιπιλήσει τις ρώγες, εκείνος, με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι, την είδε: μια μύγα στον γλόμπο της λάμπας. "Μισό λεπτό". Παίρνει το περιοδικό απ' το κομοδίνο. Το εκτοξεύει στον γλόμπο. Ο οποίος γλόμπος, παμπάλαιος όπως ήταν, γιατί το σπίτι πρέπει είχε χτιστεί πριν μισό αιώνα, "Γατόσπιτο" το λέγαμε, μάζευε συνεχώς αδέσποτες γάτες της γειτονιάς που το χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα όταν έλειπε ο Θήτα (θυμάμαι: μια γάτα είχε κάνει εμετό όταν εκείνος μπήκε στο σπίτι με την Όμικρον), παμπάλαιος λοιπόν όπως ήταν ο γλόμπος, κατεδαφίστηκε απ' το ταβάνι και προσέκρουσε στο κεφάλι της κοπέλας.
Ελαφρά διάσειση. Έφυγε απ' το "Γατόσπιτο" με ουίσκι στο μανίκι και γυαλιά στο κεφάλι.
Τις χτυπούσε. Τις έβρεχε. Τις τσαλάκωνε. Τις γέμιζε γυαλιά, τις πατούσε με το μηχανάκι, τις φιλούσε στο πιγούνι (ναι, είχε συμβεί κι αυτό: ο Θήτα επιχείρησε να φιλήσει ένα κορίτσι που το είχε μόλις επιστρέψει στο σπίτι του, κι επειδή είναι κοντός, επειδή το κορίτσι είχε ανέβει στο πεζούλι, επειδή ήταν νύχτα, επειδή του ήρθε μάλλον να κλείσει τα μάτια καθώς λύγιζε εμπρός: αστόχησε). Αστοχούσε. Πατούσε κόπρανα. Έριχνε καλαμιές ή απλώς δεν παρευρισκόταν καν στα ραντεβού. Εξαιτίας μιας πρόωρης συμφοράς. Εξαιτίας μιας υπερβολικής αφηρημάδας. Εξαιτίας μιας αναμονής που τον κατέβαλε ολόκληρο και του ερχότανε ντουβρουτζάς κι αναμπουμπούλα. Εξαιτίας, να το πούμε κι αυτό, της προϊστορίας του. Του κακού του ιστορικού. Γιατί ο Θήτα είχε δημιουργήσει ιστορικό μ' όλες αυτές τις σεσημασμένες γκαντεμιές. Ένα χρονικό γκαντεμιάς. Μια Βίβλο αντρικής απελπισίας. Έναν γκαντεμομαγνήτη. Ο οποίος, όλα να τα λέμε εδώ, άρχισε να μας ακολουθεί κι εμάς από ένα σημείο και μετά. Ως παρέα, ως προσωπικότητες, ως φοιτητές-γκόμενους. Διότι ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο, όλα μαθαίνονταν στον κύκλο της σχολής. Αυτό δεν πάει να πει ότι μας συνέβαιναν τα ίδια. Όμως όταν στην παρέα σου βρίσκεται ο νούμερο ένας επικηρυγμένος των πατημένων, κλωτσημένων, υποβαλλόμενων σε άστοχο φιλί γυναικών, αρχίζεις πια να χάνεις το κύρος σου ή μπαίνεις στο ηθικό δίλημμα να χάσεις έναν φίλο. Κι εμείς δεν θέλαμε να χάσουμε τον Θήτα. Πόσο συμπονετικός ήταν στις σημειώσεις που μας έδινε κατά την εξεταστική περίοδο! Πόσο καλόκαρδα φερόταν όταν του ζητούσαμε να χρηματοδοτήσει τις αμφίβολες φοιτητικές μας δραστηριότητες! Πόσο στοργικά μας δάνειζε το μηχανάκι του και πόσο μεγαλόψυχος αποδεικνυόταν, ας τα πούμε όλα επιτέλους, όταν εμείς εκμεταλλευόμασταν ένα κορίτσι που είχε πληγώσει, ως απόντας στο ραντεβού ή με κυριολεκτικό τρόπο, δίχως να μας λέει κουβέντα όταν το μάθαινε από τρίτους (θυμάμαι: υπήρχαν πάντα κακόβουλες πηγές πληροφόρησης στους φοιτητικούς κύκλους). Επειδή λοιπόν εμείς δεν θέλαμε επουδενί να χάσουμε τον Θήτα, επιστρατεύσαμε ένα συλλογικό αίσθημα αλληλεγγύης και πράξαμε το αυτονόητο: τον πήγαμε σε μπουρδέλο. "Θα σπάσει η γκαντεμιά, θα δεις".
Μπαίνουμε μέσα. Στο "στούντιο". Μια πόρτα με κρόσσια τα οποία θα ήταν υπερβολή, αν και ταιριαστή, να τα αποκαλέσουμε "μπουρδελιάρικα". Ένα κόκκινο αμπαζούρ, εξίσου ευτελές. Κάποια εύσωμη γιαγιά που λέει κατά λέξη: "τσιμπουκάκι - πισωκολλητό" τόσα ευρώ. Κάναμε παζάρια για να επιδείξουμε εμπειρία. Αυτό δεν πέτυχε και συμφωνήσαμε στην αρχική τιμή. "Μισή ώρα - απ' όλα".
Ο Θήτα ήταν ντίρλα. Τον είχαμε μεθύσει για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα δειλιάσει. Και για να εκμηδενίσουμε την πιθανότητα να μην του αρέσει το κορίτσι. Βρισκόταν σε κατάσταση όπου, κατά τα λεγόμενα του Ρο, "θα πήγαινε ακόμα και με αξύριστο οικοδόμο". Κι ωστόσο, μόλις ξεπρόβαλλε απ' τα φύλλα της κουρτίνας μια μεσόκοπη, ελαφρώς σιτεμένη κυράντζα, η οποία φορούσε νυχτικό σαν κουνουπιέρα - ένα διάφανο δίχτυ που συγκρατούσε δυο στήθη στο μέγεθος του ώριμου πεπονιού-, ο Θήτα επανήρθε αυτοστιγμεί στην πραγματικότητα. "Αφήστε, ας το αφήσουμε για μια άλλη φορά". Αυτό πραγματικά το θυμάμαι σαν σήμερα. Τον ρώτησε πώς τον λένε (η πόρνη). Κι ύστερα από μια σιωπή που κράτησε για ένα παράλογο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ουδείς ανέπνεε και όλοι κρέμονταν από τα χείλη της (πόρνης), ακούστηκε ο διάλογος:
"Άκου Θήτα. Ή τώρα ή ποτέ".
"Ε, τότε, ποτέ".
"Ε, τότε, την κατάρα μου να 'χεις".
Και γύρισε την πλάτη. Και τον ακολουθήσαμε παγωμένοι. Και φύγαμε απ' αυτό το "στούντιο" με τη μαγική κατάρα μιας πόρνης που φορούσε κουνουπιέρα. "Θεέ μου, ελεήσου μας".
Ναι, είπαμε να τα λέμε όλα. Έλα όμως που είναι δύσκολο, ακόμα και τόσα χρόνια μετά, να παραδεχτώ τι ακριβώς συνέβη στα δύο επόμενα έτη της φοιτητικής μας ζωής. Συνοπτικά, σαν ντροπιαστικό ψιθύρισμα, θα μπορούσα εδώ να αναφέρω ότι ούτε εγώ ούτε ο Ρο ούτε κανείς απ' τους άλλους που άκουσαν τα μαγικά λόγια εκείνο το μοιραίο βράδυ, δεν έτυχε να φιλοξενήσει γυναίκα στο φοιτητικό του κρεβάτι. Ένα κακορίζικο στόμα (της πόρνης) έπνιγε μέσα του όλες τις δίκαιες προσπάθειές μας. Ένας κύκλος συμφορών έπνιγε όλα τα ραντεβού μας: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ραντεβού (η τελευταία περίπτωση, η πλέον οδυνηρή, μου συνέβη προσωπικά - εξ ου και η μικροψυχία μου αυτήν εδώ τη στιγμή).
Αντιθέτως, το δωμάτιο του Θήτα στο κοινοβιακό μας διαμέρισμα, στέναζε και σειόταν, κάθε μέρα, κάθε νύχτα, επί δύο ολόκληρα χρόνια, από την αδιάκοπη μελωδία των σομιέδων.

το ξεχασμένο σημείωμα του δεκέμβρη

Δεκέμβρης. Το κρύο εγκαταστάθηκε για τα καλά μέσα στην πόλη σου που φόρεσε τα γιορτινά της και συ έχεις ήδη στο πίσω μέρος του μυαλού σου την άδεια σου, πλούσια γιορτινά τραπέζια, συγκεντρώσεις με συγγενείς και φίλους, ανταλλαγές δώρων και χιονισμένα ταξίδια. Πλησιάζουν Χριστούγεννα, η γιορτή των παιδιών. Πόσα δώρα έχεις δεχτεί σαν παιδί! Άλλοτε μετρούσες τις ώρες ώσπου να ανοίξεις τα δώρα κάτω από το δέντρο, αναφωνίζοντας απο χαρά και ενθουσιασμό και άλλοτε αυτά ήταν αναπάντεχα δώρα κάποιου αγαπημένου προσώπου που σε σκέφτηκε. Τί είναι όμως ένα δώρο; Μπορεί να είναι ένα αντικείμενο, κάτι χειροπιαστό. Μπορεί να είναι μια πράξη καλοσύνης. Δώρο μπορεί να είναι και η προσφορά. Η προσφορά προς το συνάνθρωπο και ιδιαίτερα προς τα παιδιά. Η αλληλεγγύη και η προσφορά προς τα ευάλωτα αυτά πλάσματα παίρνουν μορφή στις διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οργανώσεις που ιδρύθηκαν με σκοπό να φροντίσουν, να ταϊσουν, να μορφώσουν και να προστατέψουν παιδιά από διάφορες γωνιές του πλανήτη που το έχουν ανάγκη. Παιδιά φτωχών οικογενειών, παιδιά οικονομικών μεταναστών, παιδιά που έχασαν το δρόμο τους από νωρίς. Γιατί αλληλεγγύη δεν είναι το πέταμα ενός νομίσματος ούτε ένα  φευγαλέο βλέμμα συμπόνοιας. Είναι η έμπρακτη αγάπη και το ενδιαφέρον που γίνονται φροντίδα για τις καθημερινές ανάγκες που έχουν τα μικρά αυτά παιδιά. Ας βοηθήσουμε όλοι,  όχι μόνο με οικονομική ενίσχυση αλλά προσφέροντας εθελοντικά χρόνο και κόπο για να έχουν μια καλύτερη ζωή, για να μη χαθεί η ελπίδα από τα μάτια τους.

ονειρεμένος τόπος


του Mario Kolopleni

" Όπως το κάθετί, τη Νάπολι τη γνωρίζεις περπατώντας
Ειδικά το πρωί, που ο ήλιος είναι αργοπορημένος
και το φώς δεν κλειδώνει τα μάτια
νιώθεις πως περπατάς στην άκρη του κόσμου, μπορεί και στο τέλος του."

Η Νάπολι είναι η πόλη μου. Εδώ γεννιέμαι και μεγαλώνω χρόνια τώρα. Εργάζομαι ως δημοσιογράφος και που και που λογοτεχνίζω. Ότι κι αν κάνω όμως , η Νάπολι είναι το κέντρο του ενδιαφέροντός μου. Μικρή πόλη, επαρχιακή, χωρίς ενδιαφέροντα πρωτοσέλιδα, αποτελεί σημείο φυγής για κάθε δαιμόνιο δημοσιογράφο. Για μένα όχι. Για μένα το μόνο πρωτοσέλιδο είναι η ίδια η πόλη.
     Χτισμένη πάνω σε δύο βράχους, περιτριγυρισμένη απο θάλασσα, μοιάζει μερικές φορές με το τελευταίο ακρωτήριο της γής, με την άκρη της. Τα χρόνια που η Mama Grecia απελευθερώθηκε απο τους παλιότερους δεσμώτες της και παραδόθηκε στους επόμενους, τούτη η μικρή σπιθαμή γης έγινε πρωτεύουσα. Απο τότε κουβαλάει στην ράχη της όλα εκείνα  τα σημάδια που χαρακτηρίζουν την χώρα και τον πληθυσμό της. Μια πέτρινη μικρογραφία όλης μας της ιστορίας.
     Δεν αγαπώ την Νάπολι μόνο για την ιστορία της ή για ό,τι αυτή συμβολίζει. Την αγαπώ και για την φυσική της ομορφιά. Η Νάπολι είναι μια δροσερή, νεοκλασική γεωγραφία πάνω στα βράχια και γύρω απ' τη θάλασσα. Ακρωτήρι είπαμε. Μια γαλήνια και σιωπηλή άκρη. Άλλωστε ο κόλπος είναι κλειστός και τα μεγάλα κύματα δεν φτάνουνε ποτέ στις όχθες μας.
     Άκρα του τάφου σιωπή θα πείτε...
Μα βέβαια, αφού είναι πρωί ακόμα. Πολύ πρωί. Στους δρόμους δεν κυκλοφορεί άνθρωπος. Ο ήλιος κρύβεται ντροπαλός πίσω απ' τα βουνά και μές στους δρόμους χαιρετιούνται βιαστικά τα τελευταία όνειρα. Η πόλη ξυπνάει. Εγώ πέφτω για ύπνο και είναι καιρός  να σας γνωρίσω τους ανθρώπους της.
   Οι Ναπολιτάνοι είναι άνθρωποι θα έλεγες έξω καρδιά. Χαρούμενοι και γελαστοί ως συνήθως, ξεκινάνε την ημέρα τους απλώνοντας καλημέρες. Ο ήλιος αρχίζει να εμφανίζεται πίσω απ' τα βουνά και η γιορτή ξεκινάει. Κίνηση στους δρόμους, άνθρωποι, αυτοκίνητα και φορτηγά, φιλικά πειράγματα, φωνές και ζητωκραυγές πανηγυρίζουν την ημέρα που έρχεται. Μια μέρα γλεντιού και χαράς, όπως όλες. Τα νεύρα, οι στεναχώριες και τα προβλήματα παραμερίζονται γιατί δεν έχουν νόημα στην τελική. Το μικρό κρατίδιο της Μama Grecia διατηρεί μια αυτονομία αντίθετη των καιρών. Εδώ η φευγαλέα ζωή μας είναι κοινωνική συνείδηση και η αγάπη για την ζωή λατρεία. Με δικούς τους φυσικούς και άγραφους κανόνες οι Ναπολιτάνοι πορεύονται ειρηνικά και αλληλέγγυα κόντρα στους καιρούς και τα έθιμα. Εδώ ξαναζωντανεύει η κοινότητα ως πολιτική ύπαρξη. Τα κτίρια, η πέτρα, η γεωγραφία της απομόνωσης χαράσσουν σε όλες τις ανθρώπινες συμπεριφορές την δημιουργία, την ιδιαιτερότητα και τον σεβασμό.
     Η μέρα άρχισε να φεύγει. Τα σύννεφα σκεπάζουν το λίγο φώς. Ο ουρανός γέμισε χλωμά μπαλόνια.  Πιτσιρικάδες με σφεντόνες, απο χίλιες γειτονιές, ανεβαίνουν πάνω στο  κάστρο και τα σημαδεύουν. Η πόλη φαίνεται πανέμορφη απο δώ. Σκοτεινή και μυστήρια. Ένα μικρό παιδί που επιμόνως με κοιτά σαν να με επιπλήττει, μου γελάει ηδονικά. Ακούω ένα μπαμ και ξυπνάω.
     Όπως το κάθετί, τη Νάπολι τη γνωρίζεις περπατώντας. Θα ήταν καλή ιδέα για διαφήμιση του Johnnie Walker.

     

Το ζήτημα είναι σοβαρό! Πολύ σοβαρό...!

του Θ.Π

Η κοινωνία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα δομής και αντιδομής. Οι πολίτες, οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται. Η έννοια της αλληλεγγύης ταλανίζεται από ένα ταλαντεύον και ταλανισμένο σύνολο αριθμών. Τα ταλανίσματα δεν επιτρέπουν τον άνθρωπο να ξεφύγει από τις ταλαντώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και ανυπαρξίας μιας ταλαντώμενης συναισθηματικής έξαρσης. Η έξαρση αυτή καταστρέφει το σύνολο των σχέσεων των ανθρώπων. Τι συμβαίνει γύρω μας; Πώς θα σώσουμε τη ζωή μας από τους στροβίλους που ταλαντέυονται ανάμεσα στο μίσος και στο αγαθό. Συνήθως, το κακό, η κακή συνήθεια, το πάθος, η αλλοτρίωση η μοναξιά, ο καταναλωτισμός, ο πόλεμος, ο ρατσισμός νικούν ύστερα από μεγάλη μάχη, ιδίως, όταν ένας μαθητής γράφει μια έκθεση ιδεών, με θέμα την αλληλεγγύη. Τί πρέπει να γράψει: ότι μάλλον η κοινωνία ταλαντεύεται ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία ηθικών αξιών. Πρέπει να βρεθεί λύση. Πώς: μέσω της παιδείας! Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!

προϊόν σκέψης Δεκεμβρίου: "Αλληλεγγύη"


Αλληλεγγύη πουρ μουά σημαίνει πράξη και μάλιστα αυτή της πρόσθεσης (+).  Το "συν" που - θες δεν θες - αποκαλύπτει την πιο αδιαμφισβήτητη αλήθεια, που χου:  συνΑΝΘΡΩΠΟΣ, συνΑΔΕΡΦΟΣ, συ(ν)ΠΟΛΙΤΗΣ, συνΔΕΣΗ, συνΕΡΓΑΣΙΑ, συνΤΡΟΦΟΣ… Βλέπεις πόσο απλόχερα το "συν" προσδίδει υπεραξία στο δεύτερο συνθετικό που το συνοδεύει; Κοινώς, και με αυτήν τη λογική, κάθε άνθρωπος που παραδέχεται με θάρρος ότι χρειάζεται τους άλλους, τους υποστηρίζει, υποφέρει με αυτούς, χαίρεται με αυτούς, ζει με αυτούς είναι τελικά και πιο ολοκληρωμένος. Δεν είν' κακό! Έλα, πάρε τ' απάνω σου, μιλάμε για ανεβασμένη γεύση, για μεγάλα πράματα: Το "ανήκειν σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μου", η υπέρβαση, η συναίσθηση και η ταυτόχρονη ευθύνη ότι μπορώ να συμβάλω, να διορθώσω, να βάλω κι εγώ ένα χεράκι... "Συν" φίλε, όπως λέμε πρόσθεση (+), σχέση, συσχετισμός. Γιατί, και με το μπαρδόν δηλαδίς, αλλά πες ότι άιντε και πείθομαι να ζήσω με αυτό το ευτραφές υπερεγώ και την απόλυτη πεποίθηση ότι η ευγένεια ως προς το συνάνθρωπο σημαίνει αυτόματα ηλιθιότητα, πού θα φτάσω τελικά έχοντας αυτήν τη μανιέρα για συνείδηση; Πού; Στην απόλυτη μοναξιά, απαντώ ευθαρσώς και με διορθώνεις άματις θέλεις. Και ξαναρωτώ: είναι ωραίος τώρα αυτός σκοπός ζωής να τον λέμε και παρά έξω; Είναι τόσο γαμάτο να είσαι μόνο σου, ακόμα και στην κορυφή σου λέω εγώ,  για να το μάθουμε και στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας;   Εγώ, αδερφέ μου, άι γουίλ πάς, που λέμε και στο χωριό μου!  Προτιμώ την πράξη της πρόσθεσης (+) από την απραξία της μοναξιάς,  θένκιου βέρι ματς~μουτς!   Εσύ πάλι, αν θες, δοκίμασε να αναρωτηθείς και δεν θα χάσεις: "Πόσο ΕΓΓΥΣ είμαστε  στην έννοια της αλληλΕΓΓΥΗΣ;" Οι aphasia prodactions σού το προσφέρουν  σε πολλαπλές γεύσεις, χρώματα και υφές φορ γιορ πλέζουρ όνλι.  Και μάλιστα με ολοκαίνουργιο, φαντασμαγορικό δώρο, που υπόσχεται να σε φέρει  πιο κοντά στους αγαπημένους σου (+)ανθρώπους, φέτο το Χριστούγεννο:  


έργο των 


περί… αλληλεγγύης


έργο του Daliκερι

ο έχων δύο αμφιβληστροειδείς χιτώνες
να μου δίνει τον έναν



το θέμα της συνεδρίας είναι μάσκα οξυγόνου που φορούν οι μελλοθάνατοι την ώρα που ο πολιτισμός τους πέφτει στο κενό σαν αεροπλάνο που κουβαλάει φέρετρα στο ήδη νεκρό κουφάρι του.


το θέμα της συνεδρίας είναι μάσκα ύπνου που φοράνε οι φοβισμένοι με το χρόνο, νομίζοντας ότι θα μπορέσουν να βάλουν τείχη στην παράλογη ορμή του, που σκάβει ακατάπαυστα και αθόρυβα τα αυλάκια του κάτω από την υπνωτισμένη επιδερμίδα των ονείρων τους.


το θέμα της συνεδρίας είναι μάσκα κατάδυσης που φορά η λογική όταν προσπαθεί να κατέβει από το επιφανειακό της πνεύμα στον ωκεάνιο βυθό του ασύνειδων ενστίκτων, για να τον καταλάβει, με μία μόνο ανάσα.


γι' αυτό θα σας μιλήσω για τον… εαυτό μου.
εσύ μπορείς να μιλήσεις για κάτι άλλο;


αντικατοπτρίζω την ταυτότητά μου στο κενό ως αυτοκράτορας του ανύπαρκτου εαυτού μου αφού το ίσον του αριστοτέλη που αιωρείται ανάμεσα στους δύο σιαμαίους εαυτούς διαμαρτύρεται εδώ και αιώνες για την εγκληματική πράξη της αποκοπής της στιγμής από την αγκαλιά της αιωνιότητας και τη διαμέλιση αυτής σε ισόποσες ψευδαισθήσεις.


γι' αυτό ο έρωτας με τον εαυτό σου κρατάει για πάντα.

πέρα απο κάθε φαντασία

άρθρο του Dr.Wormhole


Την εποχή που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές η λέξη αλληλεγγύη θά ναι μόνο μια πεταμένη πληροφορία μέσα σε ετυμολογικά λεξικά και πανό. Ζείτε λίγο πριν τον αιώνα της Μεγάλης Κατάθλιψης, μόνοι και αβοήθητοι, μεταμορφωνόσαστε σε ένα ερμαφρόδιτο είδος καινούριο, γεμάτο ψηφιακά συναισθήματα. Οι μηχανές στέκονται κοντά σας σαν το δεξί σας χέρι και μαζί τους νιώθετε μια κενή ασφάλεια. Αργότερα γνωρίζετε πως οι γυναίκες, όντας καλύτερες μηχανές, θα κυριαρχήσουν. Και θα προσφέρουν μιά κάποια ελπίδα στο είδος. Μιά παράταση ζωής. Όλα αυτά δεν θα έπρεπε να τα γνωρίζετε. Σας τα είπα εγώ. Και σας τα είπα γιατί τελικά σας βαρέθηκα. Δεν με ενδιαφέρουν οι επιλογές σας. Οι περισσότερες είναι κενές και άβουλες. Απάνθρωπες και κατασκευασμένες. Πόσο η γνώση του μέλλοντος θα καταστρέψει την χρονική ακολουθία μου είναι αδιάφορο. Αυτό που μ' ενδιαφέρει σήμερα είναι να σας κάνω να ζηλέψετε. Θα σας μεταφέρω σε μιά εποχή μακρινή, πέρα απο κάθε φαντασία. Μια εποχή που δεν θα ζήσετε ποτέ.  Η εποχή της Σιωπής.
   Ξεκίνησε 15.000 χρόνια πριν το τέλος του κόσμου. Χίλια χρόνια πρίν οι επιστήμονες είχαν πληροφορηθεί την καταστροφή του γαλαξία μας. Τα πάντα ξαφνικά άλλαξαν. Ο κοινός φόβος ένωσε για άλλη μια φορά τους ανθρώπους και η μάχη για την επιβίωση ξεκίνησε συντονισμένα σε όλους τους κατοικήσιμους πλανήτες. Ο στόχος ήταν ένας. Ο αποικισμός σε άλλον γαλαξία. Ολόκληρη η ανθρώπινη κοινότητα εργάστηκε μανιωδώς πάνω στην υλοποίηση του στόχου. Ακόμα και με τα τεχνολογικά και γνωστικά μέσα της εποχής ο στόχος ήταν δύσκολος. Και ο χρόνος περιορισμένος. Οι αξίες, οι νόμοι, τα ήθη, τα έθιμα, η οργάνωση των κοινωνιών  μεταβλήθηκαν για να εξυπηρετούν το κοινό σκοπό. Και το αποτέλεσμα υπήρξε νικηφόρο και αποτελεσματικό.
   Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μέσα σε χίλια χρόνια μια φόρμουλα που μετέτρεπε το ανθρώπινο σώμα σε όποιο υλικό επιθυμούσε. Φωτιά, αέρας, χώμα, νερό και σίδερο. Στόχος βέβαια ήταν να μπορεί το ανθρώπινο κορμί να ταξιδέψει μέσα στο διαστημικό κενό. Όλοι οι άνθρωποι δοκίμασαν την φόρμουλα και ξεκίνησαν τα πειράματα. Ο χρόνος ήταν ακόμη λιγοστός. Η συντριβή ήταν μπροστά.
    Η εποχή της Σιωπής όμως μόλις είχε αρχίσει. Το σώμα απαλλαγμένο απ΄τα συνήθη βάρη ταξίδευε μέσα στον υλικό κόσμο μεταμορφωμένο συνεχώς. Οι άνθρωποι δοκίμασαν καινούριες αισθήσεις και σαγηνεύτηκαν απ' αυτές. Οι πλανήτες γέμισαν με σώματα υγρά και αέρινα. Λιγότερα με φωτιά και σίδερο και κανένα με χώμα. Άνθρωποι γινόντουσαν δέντρα, ποτάμια και βοριάδες. Κάναν έρωτα ενωμένοι. Τραγουδούσαν ανεμικά και χάιδευαν τους συνανθρώπους τους σε κάθε τους πέρασμα. Άκουγαν για πρώτη φορά την φύση και δεν μιλούσαν. Όταν γέλαγαν βουτούσαν στις θάλασσες και άν φοβόντουσαν καμιά φορά γινόντουσαν φωτιά.
    Βουβοί, ήρεμοι κι αδελφωμένοι βολτάρανε τα χρόνια της Σιωπής μέχρι να γίνουν μια κοσμική αγέλη που έψαχνε γή να της μιλήσει. Είχε έρθει η εποχή της Αναχώρησης.

 

τα λόγια ενός τρελού

γράφει ο  Κάρολος το μαύρο sκοολήκι

Μέρος πρώτο: Η απαγωγή


Τήν πήρανε.. Την αρπάξανε έτσι χωρίς δεύτερη..και με τη μία. Τα είδα όλα! Γνώρισα κανα δύο, τούς θυμάμαι απο τότε που δούλευα για την Εταιρεία.


-Ποιά πήρανε; Τι λές; Παλουκώσου και ξέρνα τα όλα!


-Την Αλληλεγγύη.Τι θυμάσαι; Η κόρη του δασκάλου και της νοσοκόμας, αυτή με τα λάμδα που παρά λίγο μώβ, τα γάμα να χτίζουvε πόλεις, ύψιλον να εφιστούν προσοχή και ήτα πνοή τελευταία.


-Άν τρεξουμε; Τους προλαβαίνουμε λές;


-Πολύ αργά, είχαν αμάξι σπόρ και άγριες ορέξεις, γαμώ! Αλήτες απο τα πρώτα τους, αλλά ξέρω πώς και τί , και με σχέδιο θα τους την πάρουμε πίσω. Μόνο να οργανωθούμε καλά, και θα χωρέψουμε μαζί της και πάλι πρωτομαγιάτικο γαιτανάκι, και θα τα'ί'σουμε τα ζώα με το χέρι, και για τα ορφανά θα διοργανώσουμε μια θεατρική παράσταση, χωρίς αποδείξεις και εισφορές, προσφορές και λεφτά και άλλες αηδίες, μοναχά να γυρίσει πίσω η Αλληλεγγύη.


-Οι άλλοι ξέρουν;


-Θα μάθουν! Κι αν δέν, πάει το χάσαμε το παιχνίδι. Και φεύγει μπροστά απ τον καθρέφτη




Μέρος δεύτερο:Το μήνυμα


-Ήρθα εδώ,σ το βωμό της δημοκρατίας, να σας ζητήσω: Να ενεργοποιηθεί η διαδικασία της τελετής της αμεσοδημοκρατίας! Στεκομαι δω! στη μέση της πλατείας, δώ που οργανωθήκαμε σα κοινωνία, και βάλαμ υπογραφές με φτερούγες και θριάμβους, και ζητώ απο την Επικοινωνία και την Παιδεία να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία.


Μας πήρανε την Αλληλεγγύη, καί χω βρεί μάλιστα και να μήνυμα απειλητικό εκεί που κρατάω φιλαγμένους τους φίλους μου.


-Το μήνυμα λέει. Και ανεβαίνει επάνω στο μαύρο κουτί.


-Κρατάμε την Αλληλεγγύη. Θέλουμε ως λίτρα την Επικοινωνία και την Παιδεία, να παραδωθούν άνευ όρων σε εμάς καθώς και όλους τούς πολίτες να συνεργασθούν και να μην επιβραδύνουν τη διαδικασία ή προχωρήσουν σε ενέργειες οι οποίες θα αποβούν μοιραίες για όλους. Για το δικό σας καλό η Εταιρεία.


Οι πολίτες πάγωσαν και έμειναν κοιτάζοντας τον νεαρό άνδρα ,άφωνοι. Μετά απο λίγο η Επικοινωνία καί η Παιδεία έκαναν την εμφάνιση τους, απο τη μία μεριά της πλατείας η μία και απο την άλλη μεριά η άλλη.


Όλοι οι πολίτες σηκώθηκαν απο τα καθίσματα τών καφενείων και τις κοίταξαν ευθεία.


Αφού στάθηκαν στη μέση της πλατείας και μπροστά απο το μαύρο κουτί, η Επικοινωνία έκανε ένα βήμα εμπρός και φώναξε: Η διαδικασία της τελετής της αμεσοδημοκρατίας έχει ενεργοποιηθεί ψήφος.




Μέρος τρίτο: Η απόφαση




Εμπρός απο τα γραφεία τής Εταιρείας οι πολίτες μαζί με την Επικοινωνία και την Παιδεία έχουν σχηματίσει ποτάμι. Έχουμε έρθει να παραδώσουμε τα λίτρα,γ ράφει το ένα και μοναδικό πανό.


Την ίδια στιγμή η Εταιρεία με έναν εκπρόσωπο της κάνουν την εμφάνιση τους.


Πιό πίσω η Αλληλεγγύη ταλαιπωρημένη μένει σκιφτή και άκαμτη.


-Ποια είναι η απόφαση; Ρωτά ο εκπρόσωπος.


Μεσα απο το πλήθος βγαίνει ο νεαρός άντρας κρατώντας ενα κομμάτι χαρτί, το χαρτί της απόφασης. Στέκεται μπροστά απο την Εταιρεία και τον εκπρόσωπο και διαβάζει την απόφαση.




δεν συνεχίζεται...

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

αλληλεγγύη

 έργο της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


Κάνεις;

Α: -Δώσε μου έναν λόγο της προκοπής
Γ: -Θα το κάνεις;
Α: -Λόγο…
Γ: -Ελεγχόμενες εκρήξεις;
Α: -Πώς;
Γ: -Στην πόλη λέω, τις τελευταίες μέρες
Α: -Ναι;
Γ: -Που σκάνε μικροβόμβες
Α: -Και τι σχέση έχουν…;
Γ: -Όλα έχουν…
Α: -Τι έχουν;
Γ: -Σχέση.
Α: -Έλα τώρα, μήπως είσαι λίγο μονόπατη;
Γ: -Τι;
Α: -Το μυαλό σου λέω.
Γ: -Το μυαλό μου τι;
Α: -Ε, γέρνει μονόπατα
Γ: -Το συζητάς; Αφού το χρειάζομαι
Α: -Δώσε άλλο λόγο
Γ: -Κουρασμένη πόλη
Α: -Ωραία… Και;
Γ: -Για την Αθήνα ρε γαμώτο
Α: -Θέλεις να το κάνω για την Αθήνα;
Γ: -Γιατί όχι και γι' αυτήν;
Α: -Δεν φτάνει. Σκέψου κάτι άλλο γρήγορα
Γ: -Ομίχλη το πρωί
Α: -Σοβαρέψου λέμε
Γ: -Η πόλη βυθίζεται, κάντο για πάρτη της
Α: -Δεν είμαι τρομοκράτης
Γ: -Αυτό χρειάζεται για να το κάνεις;
Α: -Ούτε ναρκομανής, θα ήταν πιο εύκολο
Γ: -Μα δε σου ζητάω να το κάνεις καριέρα
Α: -Μου ζητάς δηλαδή να σκεφτώ αλτρουιστικά
Γ: -Κάπως έτσι, για το καλό της πόλης…
Α: -Μόνο; Είσαι σίγουρη;
Γ: -Εντάξει, για το καλό του συστήματος
Α: -Του συστήματος;
Γ: -Ξέρεις τώρα για την ισορροπία
Α: -Ποια ισορροπία;
Γ: -Τη διαταραγμένη
Α: -Ποιανού;
Γ: -Της φύσης
Α: -Και θα φτάσει;
Γ: -Θα βοηθήσει στη λειτουργία
Α: -Και στην ανακύκλωση, βάζω στοίχημα
Γ: -Σαφώς
Α: -Πώς κι έτσι;
Γ: -Λόγω απελευθέρωσης υγρών
Α: -Σταμάτα και τελείωσε το μπουκάλι
Γ: -Καριέρα αλκοολικού θα έκανες;
Α: -Μην αλλάζεις κουβέντα
Γ: -Νόμιζα ότι εσύ ήθελες να την αλλάξω
Α: -Το θέμα είναι τι δεν θέλω
Γ: -Υπερβολικός…
Α: -Εσύ το ξανασκέφτηκες να κάνεις πίσω;
Γ: -Αφού το χρειάζομαι
Α: -Ναι ξέρω, για το σύμπαν ρε γαμώτο
Γ: -Δες το καρμικά, φιλοσοφικά, δες το σφαιρικά ρε γαμώτο
Α: -Έλα μη γίνεσαι χυδαία
Γ: -Αφού το θέλω
Α: -Και είναι λόγος αυτός…
Γ: -Ε δεν βρίσκω άλλον
Α: -Τότε απλά πες το
Γ: -Τι;
Α: -Ρίχτο στα ίσα, ξεστόμισέ το
Γ: -Νόμιζα δεν ήθελες να γίνομαι χυδαία
Α: -Έλα αφού το θέλεις
Γ: -Ε να…
Α: -Έλα αφού μπορείς
Γ: -Ε καλά
Α: -Θα το πεις τώρα;
Γ: -Και θα φτάσει;
Α: -Θα αποφασίσω μετά
Γ: Τι, έτσι απλά;
Α: -Έλα δώστο
Γ: -Κάτσε…
Α: -Ζήτα το λέμε
Γ: -Επιστημονικά το θες;
Α: -Ε καλά μη γίνεσαι και καλόγρια τώρα
Γ: -Γλειφομούνι κάνεις;


Όπου Α= Άντρας
Όπου Γ=Γυναίκα

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

δύο νανουρίσματα

του Διάκενου Καλλιπολίτη


Πούλι μου έλα ξάπλωσε μαζί μου το Χειμώνα
ανέμοι στο κατόπι μας, ανάσες του βορρά
κομμάτια απομείναμε στο παζλ του κόσμου μόνα
τους φόβους νανουρίζουμε σαν άγρια μωρά.

Καρδιά μου δέσε στη καρδιά φτερά πουλιών που φεύγουν

ύπνος και πτήση πνέουνε σε μάτια σφραγιστά
γκρίζους ονείρων πελαργούς οι έρωτες θα ζεύγουν
μακρύ ταξίδι της σιγής σε σύννεφα κλειστά.



Διάκενος Καλλιπολίτης
6-11-2010

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

σερβιρισμένο σε χαλί

μιά μαγική ιστορία του νίκου πάκου

   Κυρίες και κύριοι, σύμφωνα με νέες πληροφορίες που αντλήσαμε από απόρρητες πηγές ο ρεπόρτερ μας νίκος πάκος συνεχίζει την πορεία του στη μυστηριακή μαύρη ήπειρο. Πλέον τα ίχνη του βρέθηκαν στα πιο μεγάλα αφρικάνικα βάθη, να αράζει δίπλα στην χύτρα του φύλαρχου Μπουαμπούααμ της πριγκιπικής φυλής Ζούκου-ζούκου. Τύφλα να έχει ο Durkheim και οι ανθρωπολόγοι της πλάκας κυρίες και κύριοι, ο νίκος πάκος έχει καταπιαστεί με εμβριθείς έρευνες για τον τρόπο ζωής και τις κοινωνικές σχέσεις των φυλών γύρω από τη λίμνη. Ποια λίμνη θα μου πείτε… Ούτε εμείς γνωρίζουμε. Ούτε το όνομα της, ούτε την ακριβή γεωγραφική της τοποθεσία. Αυτό που καταφέραμε να αποσπάσουμε από τον καθηγητή είναι ότι οι πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, τις οικογένειες και τις κάστες που ζουν γύρω από την λίμνη ορίζονται από έναν πολύπλοκο συγκερασμό γεωμετρίας και μουσικής. Άλλο που δεν ήθελε ο νίκος πάκος, αυτός ο ψαχουλευτής των μουσικών σχημάτων.
   Αλλά, την ζουγκλένια κοινωνική πυραμίδα ήρθε να ταράξει ένας εξωτερικός παράγοντας. Όχι, δεν μιλάμε για τον ειδικό απεσταλμένο μας, ο οποίος χάρη στις επικοινωνιακές του ικανότητες και πάνω απ' όλα  την πολυγλωσσία του, έγινε ένα με τους Ζούκου-ζούκου. Μια ωραία πρωία έφτασε ένας άντρας από τον άγριο βορρά, λευκός σαν τον αφρό, τυλιγμένος με υφάσματα πάνω σε υφάσματα και καβάλα σε ένα χαλί. Και πάνω στο χαλί έχει ανεβασμένη και την μάνα του! Δεν τη σέβεται καθόλου, εκείνη τον ξερίζωσε από τα σπλάχνα της, του έδωσε τροφή και φως και εκείνος μια της φωνάζει μια της ζητάει συγνώμη. Οι ανθρωποφάγοι μας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αλλαγές και μια τέτοια λαχτάρα δεν καταπίνεται κι εύκολα.
   Κοιτούν τον ξένο δύστροπα, περίεργα, ωμά. Όχι ότι δεν είχαν ξαναδεί ένα άσπρο και παστρικό κομμάτι του δυτικού πολιτισμού, ο νίκος πάκος άλλωστε κάτι τέτοιο στην αρχή τους θύμιζε. Αλλά, από την πρώτη στιγμή που ο νέος επισκέπτης εμφανίστηκε, διαισθάνθηκαν ότι θα έφερνε τα πάνω κάτω. Κι όντως, αυτός ο βόρειος εξωγήινος συνδέθηκε με την φυλή τους με ένα δεσμό αλληλένδετο.
Αλλά ας πάρουμε την ιστορία μας από την αρχή, σύμφωνα με το ρεπόρτο που μας απέστειλε ο νίκος πάκος.
   Η ιστορία θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει να κάνει με την μάνα τον μοναχογιό της και την μαγεία. Κατεβάστε τα φώτα, βάλτε ένα ποτάκι… η αφήγηση ξεκινά.


1.


"Ρε μαμά, αυτό το χαλί είναι πολύ βαρύ! Άσε που βρωμάει κιόλας… από πότε το έχεις στο πατάρι;"
   Ο Θήτα σκούπισε στο παντελόνι της φόρμας του τη σκόνη από το απαρχαιωμένο χαλί. Έπειτα απέμεινε να κοιτά ένα μικρό σημείο του χαλιού, το οποίο, αν και τυλιγμένο, είχε γυρίσει και φαινόταν η εξωτερική του πλευρά. Κάτι πολύπλοκα αραβουργήματα αιχμαλώτισαν την ματιά του, για έναν ανεξήγητο λόγο τον γοήτευσαν, έκανε κάπως να τα διαβάσει… αλλά τελικά κατέληξε: "όλα αυτά τα σχέδια τσάμπα ζαλάδα μπορούν να χαρίσουν".
   Μετά από λίγο ήρθε η μάνα του. Έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε το τυλιγμένο χαλί ερευνητικά. Θα έλεγες πως έτσι ψηλή, λίγο παχουλή και με τα μαζεμένα της σγουρά μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού, έμοιαζε με αρχηγό κανίβαλων… ένα ανθρώπινο κοκαλάκι, αντί για το πλαστικό πιαστράκι να είχε στη φούντα των μαλλιών της και θα ήταν μούρλια!
   "Τι κοιτάς;" του είπε η μητέρα μου με ένα συναίσθημα περιέργειας, ενόχλησης και ενδιαφέροντος. "Τι να τα κάνω μωρέ τα μαλλιά, τώρα που έχουμε πιάσει να στρώσουμε τα χαλιά; τα έχω πιάσει κότσο…".
   "Να στρώσουμε τα χαλιά" επανέλαβε ο Θήτα μέσα του… Βαριόταν τόσο την όλη διαδικασία. Είχε δουλειά, είχε γκόμενα, είχε φίλους οι οποίοι σαββατιάτικα θα είχαν πάει για καφέ, αλλά έπρεπε να κάτσει με την μάνα του να στρώσουν τα χαλιά. Ε ναι, κατά κάποιο τρόπο της το χρωστούσε. Από τότε που ο μπαμπάς την χώρισε, ήταν μόνη της και ένιωθε μόνη. Άλλωστε εκείνος ήταν το μοναχοπαίδι της.


2.


   Έβγαλαν το χαλί στη βεράντα, το φως του μεσημεριανού ήλιου έπεφτε πάνω του και δεν το λυπόταν, φανερώνοντας σκόνες, φθαρσίματα, βουναλάκια από τρίχες κεφαλιών τα οποία ο Θήτα σκέφτηκε τώρα μπορεί και να σαπίζουν κάτω από το χώμα. Παρόλα αυτά τα εκκεντρικά του μοτίβα τραβούσαν ξανά τη ματιά του, ειδικά τώρα που τα έβλεπε σε φως.    Ήταν δίχρωμα, ένα βαθύ ξεφτισμένο μπεζ για φόντο και βυσσινί για τα σχέδια. Αλλά όλα τα λεφτά ήταν τα σχέδια. Ο Θήτα τα σκάναρε προσεκτικά με τα μάτια που του είχε δώσει ο θεούλης, αλλά λες και κάτι του διέφευγε. Εκεί που νόμιζες πως εντόπισες το κοτσάνι ενός λουλουδιού, ξαφνικά έβλεπες να σε κοιτά το κεφάλι ενός πλάσματος που έμοιαζε με λιοντάρι ή με κουνέλι; Αλλά η πιο δυνατή αίσθηση που σου άφηνε το χαλί ήταν και η πιο δύσκολα περιγράψιμη. Λες και σε καλούσε να το διαβάσεις, λες δηλαδή και τα αραβουργήματα που απλώνονταν ήταν ένα αλλόκοτο κείμενο γραμμένο σε μία ακατάληπτη γλώσσα. Σήκωσε λίγο το βλέμμα προς την μάνα του. Και εκείνη είχε ριγμένα τα μάτια της στο χαλί και το παρατηρούσε με παρόμοιο τρόπο…
   Πήγε να της πει κάτι του στυλ: "έλα μαμά, σταμάτα τα χαζά και ας πιάσουμε να το τινάξουμε πια!", αλλά την προσοχή του τράβηξε κάτι ακόμα πιο αλλόκοτο. Τα σχέδια του χαλιού άρχισαν να…. κουνιούνται, να λικνίζονται! Μα το θεό έτσι του φάνηκε! Τα σχέδια λικνίζονταν σε έναν αόρατο κι ανήκουστο ρυθμό. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ξανακοίταξε, απομάκρυνε το βλέμμα του προς τις ωραιότατες γλάστρες με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και ξανακοίταξε. Η ματιά του από τα τριαντάφυλλα στο χαλί, το οποίο πλέον ολοφάνερα κουνιόταν, έκανε σπασμωδικές κινήσεις, αλλά παράλληλα αρμονικές, σαν να χόρευε. Αν τα τριαντάφυλλα ξαφνικά στα χείλια απ' τα πέταλά τους εμφάνιζαν δόντια υγρά από τα σάλια, δεν θα εκπλησσόταν. Τελικά έριξε το βλέμμα προς τη μάνα του. Δεν θα τη χαρακτήριζες και ψύχραιμη… Αν πάλι τη θεωρούσες τρελή, δεν θα έπεφτες και έξω: γουρλωμένα μάτια, ορθάνοιχτο στόμα, χέρια μουδιασμένα να λέει μόνη της: "μα…κουνιέται…".


3.


   Είχαν ένα μαγικό χαλί. Ο Θήτα και η μάνα του είχαν στην κατοχή τους ένα μαγικό χαλί. Η μάνα του Θήτα, αυτή  η πενηνταπεντάρα μοναχική, συναισθηματική ως και παρορμητική, μα καλόκαρδη γυναίκα, σκεφτόταν πως το χαλί το πήρε πριν 3-4 χρόνια από τον φαλακρό και πλέον νεκρό Θείο Λάκη… Θυμόταν αμυδρά που όταν ήταν κορίτσι, πατούσε ξυπόλυτη αυτό το χαλί στο σπίτι του θείου Λάκη και το ένιωθε ζεστό, σχεδόν χαμογελαστό. Θα έλεγε κανείς πως στην παιδική ηλικία όλα μοιάζουν χαμογελαστά, αλλά η αίσθηση αυτού του χαλιού ήταν διαφορετική.
   Αναμόχλευε αναστατωμένη τις μνήμες της, το χαλί της έφερνε εικόνες, χρώματα, συναισθήματα, αλλά δεν θυμόταν τίποτα πια το τόσο περίεργο για αυτό. Όμως τώρα καταλάβαινε πως αναμφίβολα ήταν μαγικό: αιωρούνταν γύρω στα δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα της βεράντας. Παράλληλα λικνιζόταν παιχνιδιάρικα στον ίδιο εσωτερικό του ρυθμό, και έμοιαζε για ακόμα μια φορά χαμογελαστό. Άθελά της χαμογέλασε κι εκείνη. Ο Θήτα παρατήρησε την έκφρασή της, φυσικά δεν μπορούσε να το εξηγήσει με την λογική, αλλά γρήγορα αποφάσισε πως τελικά δεν τον ενδιέφερε. Το χαλί του έβγαζε και εκείνου μια ωραία, χαλαρή διάθεση… να την πούμε ταξιδιάρικη;
   Μέσα του πλημμύρησε από μια αίσθηση αναχώρησης και ταξιδιού. Όπως πριν κανένα εξάμηνο που είχαν πάει με την Μάγδα στην Βαρκελώνη. Αλλά τώρα το χαλί του έκλεινε το μάτι, προσκαλώντας τον σε ένα ταξίδι χωρίς τις ευθύνες να βγάζεις εισιτήρια, να ετοιμάζεις βαλίτσες, να χώνεσαι σε ταξιδιωτικούς οδηγούς τσέπης. Ήταν μια καταπληκτική αίσθηση, ένας παιδικός ενθουσιασμός. Ο ήλιος έλαμπε, η μητέρα του χαμογελούσε, ένιωσε πως η ζωή ήταν μια περιπέτεια. Έκανε λοιπόν ένα μπαπ και πήδηξε στο αιωρούμενο χαλί. Εκείνο τον δέχτηκε με ευγένεια και με μια δόση τυχοδιωκτισμού. Λες και ένας σκονισμένος πιλότος του μεσοπολέμου με εκείνα τα μεγάλα αεροπορικά γυαλιά, το μακρύ κασκόλ και το φθαρμένο πέτσινο τζάκετ τον καλωσόριζε στο ελικοφόρο υδροπλάνο του.
   Άπλωσε εγκάρδια το χέρι στην μητέρα του. Εκείνη ένιωσε την μητρική αγάπη να ξεχειλίζει, άπλωσε το χέρι της όπως έδινε πριν χρόνια το στήθος της στον μικρό Θήτα για να βυζάξει. Το μαγεμένο χαλί ανέσυρε και στους δύο ένα ποτάμι έντονων συναισθημάτων, ένα βουνό θετικότητας, διαύγειας και κατάφασης.


4.


   Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε το μαγικό παραμύθι του Θήτα και της μητέρας του, το μυθικό ταξίδι πάνω σ' ένα ιπτάμενο χαλί με άγνωστη προέλευση και παρελθόν. Έτσι απλά. Η μητέρα του Θήτα άδραξε το απλωμένο του χέρι, στογγγυλοκάθησε πάνω στο χαρούμενο χαλί, εκείνο τίναξε λίγο τα κρόσσια του σαν να 'λεγε: "κυρία μου, τιμή μου που σας κουβαλώ, στον κόσμο αυτόν τον στρογγυλό". Αφού και οι δύο επιβάτες  βολεύτηκαν, μπροστά ο Θήτα, πίσω η μαμά με τον φουντωτό κότσο θύμα του ανέμου, το χαλί ανασκουμπώθηκε. Σαν να πήρε μια βαθειά ανάσα σε μία άηχη μουσική που ολοένα δυνάμωνε πέταξε ελεύθερα στο θολό απόγευμα του φθινοπώρου.
   Φαντάζομαι πως ήδη οι πιο ορθολογιστές αναγνώστες, ή απλά οι περισσότερο εγκεφαλικοί και απαιτητικοί, θα αρχίσουν να βγάζουν παράπονα, αμφιβολίες για ποικίλα θέματα: τον ρεαλισμό του στόρυ, την αληθοφάνεια στις σκέψεις και αντιδράσεις των χαρακτήρων, την αρμονική και φυσιολογική ροή της πλοκής… Αλλά ο νίκος πάκος προνόησε για αυτές τις αντιδράσεις και μου παράγγειλε να σας πω ότι όσοι από σας δεν έχετε ήδη γοητευτεί ολότελα από την αριστοτεχνική του αφήγηση, να παρατήσετε στις τσέπες μαζί με τα πιο βαριά κέρματα την ριζωμένη ανάγκη για το πραγματικό και το λογικό. Ένα μαγικό χαλί μπορεί να ανοίξει τα πηγάδια της φαντασίας και της πιο αξιοθαύμαστης ανθρώπινης επιθυμίας, της θέλησης για ταξίδι, περιπέτεια, παραμύθι. Για αυτό και τα πηγαία συναισθήματα των ηρώων μας μεγεθυνθήκαν κατά αυτό τον τρόπο: γιος και μάνα αισθάνθηκαν μια τέλεια μοναξιά, αλλά και μία πλήρη αλληλεγγύη σε ένα κόσμο σπαρμένο με θαύματα. Ανέβηκαν στο ιπτάμενο χαλί και όρμηξαν να τον εξερευνήσουν, να γίνουν και εκείνοι ένα θαύμα ανάμεσα στα θαύματα.


μια βόλτα στη πόλη

του Mario Kolopleni

Την πρώτη φορά που γνώρισα δρόμο, στεκόμουν πάνω σε πεζοδρόμιο,
                                                κάτω ακριβώς απ' το παράθυρο της κουζίνας.
 Η σκιά της μητέρας έδειχνε απο ψηλά το σημείο της πρώτης μου αμαρτίας, και στο μυαλό μου μέσα, άκουγα μόνο τροχαία δυστυχήματα, απαγωγές ανηλίκων, θάνατο και φόβο. Μόλις αφαιρέθηκα, έκατσα κάτω, έβαλα όλη την δύναμη στα χέρια κι ακούμπησα το άγνωστο με την άκρη του παπουτσιού μου. Ήταν η πρώτη μου βόλτα στη πόλη με τη μητέρα.
    Ακολούθησαν μεγαλύτερες και συχνότερες. Κυρίως τα καλοκαίρια,
                                τα βράδυα,
η μητέρα είχε πολύ άγχος. Κι όταν έχεις άγχος περπατάς να ξεχαστείς. Τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω. Μου φόραγε λοιπόν τα καλά μου ρούχα και μ' έβγαζε βόλτα σε όλη τη Napoli.
   Στη διαδρομή, θέλοντας να μου διηγηθεί την ιστορία της πόλης μιλούσε συνεχώς για την δική της ζωή. Μή γελιέστε! Κι εγώ αυτό κάνω.
    Η βόλτα με τη μητέρα έμοιαζε πάντα μ' ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι βουτηγμένο σε μιά πολύχρωμη πραγματικότητα. Βλέπετε η μητέρα ήταν ευτυχώς κι αυτή, αφηρημένο παιδί . Και μ' αυτόν τον τρόπο μου γνώρισε δύο πόλεις, ίσως τρείς.  Οι πόλεις της,  γεννούσαν σε κάθε τους γωνία αλλόκοτες εικόνες, δίχρωμους μασκαράδες, κάρβουνα και ποδιές, κορίτσια που κρατούν καβουρομάνες,  ολόκληρα σκοτάδια.
     Παιδική ψυχεδέλεια με φιλμ νουάρ μπορείτε να φανταστείτε; Μια φορά, στην άκρη του λιμανιού, ξεμύτησαν μές απ' τα βρώμικα νερά δεκάδες παιδιά που κολυμπούσαν ώρες ανάμεσα στις βάρκες. Μιάν άλλη, πίσω απ' τα κάγκελα του πολυτελούς ξενοδοχείου κρεμιόντουσαν ρακένδυτοι που φωνάζαν δυνατά, μονάχα στις κοπέλες. Άκουσα τον ήχο του δημίου της πόλης κάνοντας κούνια και σέρνοντας πόδια στα χαλίκια. Βρέθηκα σ' ένα μπαλκόνι φυλακή πού κρυβε στα φραγκόσυκα μια σχολική κοπάνα. Πυροβόλησα πλοίο απο πέντε κανόνια κι ένα πρωί, μεταμορφώθηκα σε ηλιακό ρολόι.
     Αργότερα, βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Τερζάκη, γυρισμένο περίπου ένα χρόνο πριν γεννηθώ, άκουσα τον λογοτέχνη να λέει πως η Napoli έχει χάσει δυστυχώς, εδώ και καιρό, την καθημερινή δραματουργία της. Ξαφνικά θυμήθηκα τη μάνα μου.

    
    


    
    
       
      
        
     
    

ωδή στην αγάπη της μάνας


του Θ.Π

Tι με βασανίζει μεσ' τη νύχτα
Και σου στέλνω όλο μηνύματα ανόητα
Μην αργήσεις πάλι και ανησυχώ
Αν μου πάθεις να το ξέρεις θα πεθάνω

Τι μου κάνεις και μου πας όλο στην κόντρα
Εφηβεία πάλι περνάς στην αλητεία
 Πρόσεχε στο δρόμο μη σε κοροϊδέψουν
Σου βαλα μέσα στην τσάντα ένα τόστ

Αχ αγάπη μου γλυκιά
Αχ μωρό μου, πασά μου, κανακάρη
Τι σου ζητώ παρά να με ακούς;
Δώσμου ένα φιλάκι και φύγε στη δουλειά

μητρικό γάλα

Κάρολος το μαύρο sκοολήκι,

Η παρακάτω ιστορία είναι πραχματική, δεν έχω προσθέσει κανένα φανταστικό στοιχείο ή πρόσωπο. Έχει συμβεί όταν ήμουν επτά χρονώ, στήν αφεντιά μού, το Μαύρο Σκουλίκι.


    Κάθε σαββατοκύριακο συνηθίζαμε να πηγαίνουμε στο χωριό του μπαμπά. Εκεί που μεγάλωσε, για να βλέπουμε τον παππού και την γιαγιά, άλλες φορές γιά να τούς βοηθάμε με της αγροτικές δουλειές και άλλες φορές απλά, να είμαστε εκεί.
Ήταν σημαντική η παρουσία όλης τής οικογένειας γιατί ο αδελφός του μπαμπά είχε πεθάνει πρόσφατα και πολύ νέος.
Άφησε πίσω του, ορφανό και μάνα, κοπέλα είκοσιεφτα χρονώ, συνήθιζε να λεεί η μαμά μου για να με ρίξει στο φιλότιμο και να ακολουθήσω στο χωριό, χωρίς πολύ γκρίνια.
-Τι είναι πουλάκι μου μισή ώρα δρόμος; με ρώταγε η μαμά συνήθως γιά να με τουμπάρει.
-Ετοιμάσου φεύγουμε! Έλεγε εκείνος απο το βάθος της κουζίνας, πίνωντας τις τελευταίες γουλιές καφέ.
Καί φεύγαμε.
    Ήταν άνοιξη του 1989 και Σαββάτο. Φτάσαμε στο χωριό κατά τής εννιά-εννιάμιση η ώρα το πρωί και ήμουν extra χαρούμενος που θά συναντούσα τον παππού και τη γιαγιά. Δέν θα σάς  κρύψω ότι ήλπιζα να έχουν πάρει τη σύνταξη τους, για να πάρω καί εγώ κανά δύο κατοστάρικα ν' αγοράσω γαριδάκια. Τα λάτρευα.
Σήμερα έπρεπε να παίξω με το μικρό μού ξαδελφάκι γιατί κανείς δέν τό παιζε ή τού έδινε σημασία. Ήταν ορφανό δέν είχε γνωρίσει πατέρα και χρειαζόταν  μιά παραπάνω βοήθεια, μου έλεγαν. Ο συνονόματος μου, πρωτότοκος και αυτός και βαφτισμένος με τ' όνομα του παππού μου, δέν ήταν καί ο καλύτερος στο παιχνίδι. Όχι γιατί δέν μπορούσε αλλά γιατί ήταν μικρότερος 3-4 χρόνια.
Οί μεγάλοι έφτιαξαν καφέ και ξεκίνησαν τήν κουβέντα, καΙ γώ αφού βαρέθηκα να μπερδεύομαι παρακολουθωντας τή λένε βγήκα στό μπαλκόνι. Το σπίτι στό χωριό ήταν ενός ορόφου, χτιζμένο πάνω σε λόφο και απέναντι από τα ζώα. Από εκεί μπορούσες να δείς το μαντρί. ΄Ασπρο καί χωρίς σκεπή.
    Ξεκίνησα το παιχνίδι μόνος μου, με το μαγικό αμαξάκι μου, και μετά απο λίγο ήρθε καί το μικρό ξαδελφάκι.Δεν χρειάστηκε πολύ πρίν αρχίσουμε τόν καβγά για το ποιός θα πάρει το μαγικό αμάξι γιά να τρέξει στο φανταστικό ράλι που ξεκινούσε σε λίγα λεπτά. Μετά από αγωνιώδεις προσπάθειες, το πήρα, ήταν τώρα πια στα χέρια μου, και πάνω στήν ένταση τής στιγμής ξεφώνισα:
-Μπάσταρδε!!! και μετά κοκκίνισα .Όχι από ντροπή αλλά από φόβο..
Πίσω απο τήν πόρτα ο πατέρας μου με κοίτα, κατακόκκινος, κάτι φαίνεται να λέει μα δεν βγάζω άκρη. Έρχεται κατα πάνω μου!
Με γρήγορα και κοφτά βήματα πετάγετε έξω αλλά αντί να έρθει κατα επάνω μου ανοίγει το βήμα και τρέχει πρός τα κάγκελα, με τα δύο του χέρια πιάνεται από το επάνω μέρος τους και βάζοντας δύναμη στο αριστερό του πόδι πηδάει κάτω απ το μπαλκόνι. Την ίδια στιγμή η μάνα του και η μάνα μου έχουν βγεί έξω και παρακολουθούν με αγωνία τη σκηνή. Προσγειώνεται σταθερά στο έδαφος και τρέχει πρός την αμυγδαλιά, πηδάει επάνω της, σχεδόν την αγκαλιάζει καί καθώς πέφτει, παρασέρνει μαζί του ότι κλαδί υπάρχει επάνω της .Έπειτα κοιτάζει τί έχει μείνει στα χέρια του και διαλέγει την πιό νεαρή βέργα.
-Πάει, θα το σκοτώσει, ακούγετε να λέει η γιαγιά .
-Όχι το παιδί ! Η μάνα μου.
Ίσως αν συγκεντρωθώ όπως κάνουν οι νίντζα, σκέφτομαι, ίσως τότε να μην με πονέσει. Μα μάταια. Σε χρόνο μηδέν είναι εδώ.
Με το δεξί του χέρι με αρπάζει απο αριστερό μου μπράτσο καί με σήκωνει στόν αέρα με τέσσερις κοφτές και δυνατές ξυλιές με κάνει να μου κόπει η ανάσα.
Πρώτη. Νοιώθω τα μάτια μου να τσούζουν και να είναι πρισμένα, ένα κάψιμο σα να μού χεις βάλει φωτιά απο τη μέση και κάτω. Δεύτερη, τρίτη, σκέφτομαι οτι πρέπει να σταματήσει αυτή η παράνοια και να με αφήσει να ζήσω, είμαι πολύ μικρός να πεθάνω, τέταρτη τα χάνω, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Γιατί; Τα μυστικά τον νίντζα με πρόδοσαν!
Ξαφνικά νοιώθω κάτι να με τραβάει απο εκεί μέσα και βρίσκομαι στην αγκαλιά της μάνας μου. Τόση σιγουριά, σχεδόν τη βυζαίνω, με γλίτωσε εκείνη με γλίτωσε. Τα τραύματά μου πονάνε, ακόμα πονάνε, μα με γλίτωσε εκείνη με γλίτωσε. Τι έγινε; Γιατί; Η μαμά μου με γλίτωσε.

το ξεχασμένο σημείωμα

Πάνε δυο χρόνια περίπου από εκείνη τη μέρα. Σε κανέναν από τους δυο δεν είπαν την αλήθεια, ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια. Εκείνος έπρεπε να μη χάσει την ελπίδα του, εκείνη να αντέξει όσο περισσότερο γινόταν. Και έτσι έγινε. Προσπάθησε πολύ. Μόνος του, με βοήθεια φαρμάκων, με βοήθεια γιατρών, με βοήθεια δικών του ανθρώπων. Εκείνη προσπαθούσε με το μόνο τρόπο που ήξερε και μπορούσε, με προσευχές. Θα έπιαναν; Ήταν αρκετές; Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια τέτοια κατάσταση το μόνο που μπορείς να έχεις είναι πίστη και υπομονή. Πίστη ότι θα περάσει και όλα θα είναι όπως πριν και υπομονή για τα δύσκολα που θα έρθουν. Αυτά είχε και εκείνη. Μαζί με μια καρδιά που τον αγαπούσε όσο αγαπούσε τον εαυτό της. Ίσως και περισσότερο. Γιατί τέτοια αγαπη δε μετριέται, δε συγκρίνεται, ούτε καν επαναλαμβάνεται. Ο καιρός πέρασε, εκείνος χειροτέρευε, η αρχή του τέλους ήρθε. Το μητρικό ένστικτο δε γελιέται, το ήξερε προ πολλού. Όμως πως να δεχτείς κάτι που δεν αντέχεις ούτε σε εφιάλτη να το δεις; Έτσι υπομένεις, επιμένεις, ελπίζεις, παλεύεις, πιστεύεις! Πιστεύεις πως θα δεις το παιδί σου να μεγαλώνει και να μεγαλώνει ώσπου εσύ ηλικιωμένη γριούλα, θα φύγεις πρώτη από τη ζωή. Η ζωή όμως δε σου κάνει τα χατήρια. Και αυτό που αγαπάς περισσότερο από καθετί, το βλέπεις να φεύγει. Να το αποχωρίζεσαι ενώ δεν ήταν έτσι να γίνει. Δεν το ήθελες έτσι. Τώρα ο πόνος ρίζωσε βαθιά και δε θα φύγει ώσπου να φύγεις και συ. Πόνος, πόνος χωρίς γιατρειά, πόνος που δεν ξεχνιέται, πόνος που δύσκολα αντέχεται. Ποιά λόγια μοιάζουν αρκετά παρήγορα για τη μάνα που κλαίει το παιδί της; Ποιά λύπη χειρότερη μπορεί να βρει στη ζωή της; Όλα ξεχνιούνται, όλα περνάνε, όλοι ξεχνάνε. Η μάνα όμως ποτέ.

τάφος μήτρα


έργο του Daliκερι

μετά από ένα μακροβούτι στην αυθαιρεσία της τύχης
φύτρωσα εδώ μέσα.

σε αυτό το απόλυτα κλειστό σύμπαν
στο οποίο θριαμβεύει η σιωπή
εκτίω την ποινή της ζωής
που μου επιβλήθηκε
από το καφκικό δικαστήριο
της μοίρας.

ήδη
από τη στιγμή του προσωπικού μου bing bang
τα θαμμένα αιμοφόρα αγγεία σαν κισσός
αναρριχώνται στην κοιλιά της ανυπαρξίας
τα κόκαλα κλαδιά σχηματίζονται κάτω από το βάρος
του ουράνιου θόλου που τα σκεπάζει, ενώ ο θνητός
μου χρόνος - ο αμφιβληστροειδής χιτώνας όλων-
σαν το μάτι του κυκλώνα
σαρώνει τους καρπούς
από το σώμα
του τελευταίου κήπου.  

εδώ μέσα
η γαλήνη θρέφεται με σκόνη γάλα από στήθος μάρμαρο

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

μανούλα

 έργο της λογοτεχνικής Πιπίτσας

Έτσι μεγάλωσε. Ήθελε πάντα να κυλιέται σε ωκεανούς από μωρουδένιο χνούδι. Αυτή η ακατάσχετη μυρωδιά από αφροσαμπουάν ξεχείλιζε τα πρωινά το μπάνιο του, σκαρφάλωνε στα παράθυρα του σπιτιού και ξεχυνόταν στους δρόμους της γειτονιάς. Κι η κολώνια η ανελλιπώς παιδική, άραζε κάτω από τη μύτη του με τις ώρες για να θυμάται τότε που ως μωρό και λίγο αργότερα την πασάλοιβε πάνω του για να κυνηγάει τις μυρωδιές που τον βασάνιζαν. Η μέρα κυλούσε με φρουτόκρεμες ανεκτής θερμοκρασίας όπως της έφτιαχνε η μαμά. Στο γραφείο τα τάπερ γέμιζαν τέτοιες κρέμες και καμιά φορά έπαιρνε κρέας αλεσμένο στο μίξερ με αρακά. Του έλειπε βέβαια το καρότσι και δεν είχε βρει ακόμα κάποια εταιρεία πρόθυμη να του φτιάξει ένα στα μέτρα του.


Ευτυχώς όμως είχε βρει πάρκο. Με πολύχρωμο δίχτυ να τον περικυκλώνει που έγραφε “Super Baby”. Κάτι παγωμένα βράδια που μπουμπούνιζε χωνόταν εκεί καθώς το σιντί έπαιζε τραγούδια παρηγοριάς για ζουζούνια, μέλισσες και καλόκαρδους γιγαντιαίους αρκούδους. Το πάπλωμα τον έκλεινε μέσα του, αφού είχε φερμουάρ που του παγίδευε τα πόδια. Στον ουρανό του δωματίου φιγουράριζαν αεροπλάνα που ταξίδευαν συνεχώς όταν πάταγες το κουμπί και ξεκινούσαν τις πτήσεις τους λίγο πριν κλείσει τα μάτια του. Κάθε δωμάτιο ήταν και ένα καρτούν. Η κουζίνα ήταν όλη η οικογένεια Μάους. Οι ποντικιένιες φάτσες σε λαχανί φόντο ξεπήδαγαν από τους τοίχους και παρακάτω ενώνονταν με το Γουίνι και τους φίλους του από τα διπλανά δωμάτια.


Η συλλογή παιχνιδιών συνεχώς θέριευε, τρένα παλιά ξύλινα, τούβλα Lego, αρλεκίνοι, αυτοκίνητα τηλεκατευθυνόμενα και μη, πιόνια, στρατιωτάκια... Κάθε απόγευμα τα έστηνε όλα στη μέση του σαλονιού και ξεκινούσε το πάρτυ. Ζζζζζζ, τρρρρρρρρ, βζιιιιιιιιιιουν, πχχχχχχχχχ, ακούγονταν τα τρένα και τα τηλεκατευθυνόμενα, όλος ο θίασος σύσσωμος μαινόταν στην μέση του γαλάζιου σαλονιού και η ιεροτελεστία συνεχιζόταν μέχρι αργά το βράδυ, πριν ετοιμάσει το μπιμπερό. Το γάλα έπρεπε κι αυτό όπως οι κρέμες να ετοιμαστεί στη σωστή θερμοκρασία, ούτε πολύ κρύο ούτε καυτό. Όπως το έφτιαχνε εκείνη.


Εκείνη τον είχε συνηθίσει σε χνουδωτές κουβέρτες, τον θήλαζε μέχρι τα 5, τον είχε πάντα αποστειρωμένα καθαρό, χορτάτο, σκεπασμένο, σ' αυτό το ίδιο σπίτι που οι τοίχοι του μύριζαν τότε κανέλα και σοκολάτα, τα πατώματα λουλούδια και τα ταβάνια ήταν φρουτένια.  Μικρός νόμιζε ότι το σπίτι αυτό ήταν φτιαγμένο από ζάχαρη άχνη και η στέγη πασπαλισμένη με κόκκους λευκής και μαύρης σοκολάτας. Ένα πανηγύρι ασφαλές, καμωμένο από λεβάντα και προστασία. Εκείνη τον όρκισε πριν φύγει να ακολουθεί κάθε μέρα τη μαγική ρουτίνα που θα τον κρατούσε πάντα χαρούμενο, ζεστό και γερό... Μανούλα...


Και την κράτησε. Εξαίρεση μόνη το Σαββατόβραδο. Κάθε Σάββατο βράδυ ήχοι, μυρωδιές και γεύσεις έκαναν μια παύση κι εκείνος περιδιάβαινε την πόλη. Την έβρισκε πάντα, ήταν διαφορετική αλλά ήταν σίγουρος ότι ήταν η ίδια. Αφράτη και ζεστή, με στρογγυλούς μηρούς, καστανοκόκκινα μαλλιά και μάτια στρογγυλά που τον είχαν ανάγκη. Τα χέρια της τον κρατούσαν όπως εκείνη, γυναίκα που δεν ήθελε να τον αφήσει, που τον τραβούσε πάνω της σαν να περίμενε να τον κλείσει εκεί και να μην τον βγάλει ποτέ. Τον αγκάλιαζε χωρίς να μετράει ο χρόνος αλλά εκείνος τον σταμάταγε. Τον σταμάταγε όταν έμπαινε με φόρα μέσα της και όταν την γαμούσε με όλη του τη δύναμη μέχρι να την φτάσει στο κλάμα, τότε μόνο φώναζε με φωνή που της ξέσκιζε τα σωθικά, ΜΑΝΟΥΛΑ... Και για μια στιγμή εκείνη έφευγε και ίσως δεν υπήρξε ποτέ.
   

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

σε δύο χώρες σφαίρα

έργο του Αλέξανδρου Κάππα

Αχ, να με τραβάει στον ιππόδρομο η γιαγιά, να βρίζει τους περαστικούς που κρύβουν τη θέα πριν τον τερματισμό του άλογου, πάλι τα χάσαμε τα λεφτά μας γιε μου!, να βάζει ξανά στοίχημα και να φτύνει σπόρια και να ποντάρει τώρα σ' ένα άλογο τυφλό, γιατί είναι, λέει, καλύτερα να μη βλέπεις τίποτα παρά να έχεις ένα μάτι βουλωμένο.
Δύσκολα χρόνια, λέει. Στο βουνό μια φορά σφάξανε άλογο, δεν είχαν τι να φάνε και σφάξαν άλογο, έχεις φάει ποτέ άλογο; Εγώ, μου λέει, και να με σκότωναν, κι απ' την πείνα να πέθαινα, δεν το 'τρωγα. Τ' αρνιά, το αρνί που είχαμε στον κήπο και το φτύναμε στο στόμα για να το δέσουμε με το αίμα, πώς μπόρεσαν οι άτιμοι και το σφάξαν; Αλλά καλά αυτό, άλογο έχεις φάει;, σε τάισε η κακούργα η μάνα σου εκεί στα ξένα; Όχι άλογο γιε μου, δεν το τρώει ο άνθρωπος, κακό πράγμα.
Η γιαγιά έχει δυο μάτια και τώρα κλείνει το ένα σ' αυτόν τον περαστικό. Δεν τον βρίζει. Είναι ντυμένος με ωραία καμπαρντίνα. Ρωτάει αυτός μια ώρα και η γιαγιά τού απαντά. Ύστερα φεύγει λέγοντας το όνομα της μαμάς μου.
Με τραβάει από δω κι από κει η γιαγιά, σοκάκια, στενά, υπόγειες διαβάσεις, κάνει συνεννοήσεις η γιαγιά, κόσμος πάει κι έρχεται, εγώ μασουλάω την παστίλια. Καλή καραμέλα, λέει η γιαγιά, καθαρίζει το έντερο, φεύγει το μίσος απ' το στόμα. Ποιον μισώ εγώ γιαγιά; Τη μάνα σου βρε χαμένο που σ' άφησε, το καλύτερο άλογο που είχα μαντρωμένο. Τρώγεται η μαμά μου; Άλογο εγώ δεν βάζω στο στόμα, αλλά άμα γυρίσει απ' το σύνορο, ζωντανή θα τη φάω και θα το φχαριστηθώ.
Η γιαγιά μου είναι πολύ καταφερτζού. Βρίσκει κόσμο στις πλατείες, στα σιντριβάνια, απ' τις στάσεις του λεωφορείου μαζεύει πελάτες. Κάποιοι τη διώχνουν, φύγε παλιόγρια, σιχαμένη, το παιδί τι το κουβαλάς;, εσύ του σάπισες το μάτι;, θα φωνάξουμε την πρόνοια να στο μαζέψει. Αλλά αυτή πώς τα κάνει, πάντα τους καταφέρνει. Αυτόν που είδαμε μια φορά στις τουαλέτες του σταθμού, να κουνιέται η σκιά του πίσω απ' την πόρτα σαν να έτρεμε ολόκληρος από το κρύο, μετά από δυο μέρες, η γιαγιά τον κουβαλάει σπίτι. Εκείνον που βγαίνει κόκκινος από τη λέσχη βρίζοντας ότι τον κλέψανε στην παρτίδα, η γιαγιά αμέσως τον βουτάει και νά σου τον τώρα σπίτι, να φωνάζει λέξεις κακές και να σκούζει πίσω απ' την κουρτίνα, βγαίνοντας ύστερα με το κορίτσι, ένα απ' τα κορίτσια του σπιτιού μας, τα κακορίζικα, λέει η γιαγιά, τα κουτσάλογα, ίσα που βγάζουμε το ρεύμα, καλύτερα να γυρίσουμε στο βουνό, να πολεμάμε τον εχθρό και να σφάζουμε άλογα, χωρίς ρεύμα, με το κλεφτοφάναρο στη θημωνιά το καλύτερο ζευγάρωμα κάνεις. Άκου εσύ για να μαθαίνεις, άκου εσύ να τα πεις σ' αυτή την άσπλαχνη, σ' αυτή τη σκύλα, που σε παράτησε στο δρόμο, που μας παράτησε στο έλεος, και πήγε να κάνει τι;, πες μου εσύ τι πήγε να κάνει, πόλεμο έχετε εκεί πάνω!, πατέρα πού θα βρει μέσα στις σφαίρες;, τον τάφο του άμα βρει να είναι και φχαριστημένη.
Βγάζει η γιαγιά μια παστίλια και μου τη χώνει στο στόμα. Τι να σε κάνω τώρα εγώ; Να 'σουνα να δυο μέτρα άντρας να μου κρατάς την πόρτα. Μονάχη μου βγάζω τον σουγιά, ογδόντα χρονώ γυναίκα, και μου πουλάν οι ξένοι πνεύμα, οι αλήτες, κακό χρόνο να 'χουν, αλλοδαποί σαν τη μάνα σου, ήρθαν και μας θερίσαν, τι μου τη θύμισες;, το καλύτερο άλογο που 'χα μαντρωμένο. Αμ θα στη φτιάξω εγώ, κάτσε να κάνει πως ζυγώνει, γιατί μάνα είναι, θα έρθει, το ξέρω πως θα έρθει, μάνα κι εγώ, δεν το ξέρω;, χάρηκα μήπως εγώ τον δικό μου;, μου τον πήραν οι απέναντι, ο εχθρός μου τον πήρε, και ποιος ξέρει αν ο πατέρας του ο ίδιος δεν του 'ρίξε κάποτε μια βολή στο μάτι, να τυφλωθεί, να μη δει τον κόσμο, κόσμος που σου 'λαχε κι εσένα, χάρη βρε σου 'κανα και μη γκρινιάζεις, λέει η γιαγιά και μου πατά το δάχτυλο στο βουλωμένο μάτι.
Χάρη είναι μωρέ το τύφλωμα σ' αυτό το χάλι που σε 'φερε η κακούργα, το παλιογύναικο, η ξεμυαλισμένη, θα τη λιανίσω όμως εγώ, παιδί δεν ήθελε;, ας έρθει να το καμαρώσει. Κι αν αργήσει ένα μήνα ακόμα, θα σου το βγάλω και το άλλο, τέλος πια η εκπαίδευση, φτάνουνε όσα είδες, να 'ρθει μετά στο πεζοδρόμιο να βρει το γιόκα της, λέει η γιαγιά κι εγώ δακρύζω απ' το κλειστό μου μάτι.
Το άλλο το έχω για να κοιτάζω. Πόσο ακόμα δεν ξέρω. Ούτε πού είναι το σύνορο ξέρω. Μ' ένα μάτι βλέπω τα μισά, με κανένα μπορεί να τα δω όλα. Πέρα απ' το σύνορο μπορεί να δω, καλπάζοντας σαν το τυφλό άλογο που κέρδισε την κούρσα.
Ζήτω! φωνάζει η γιαγιά και φτύνει στο στόμα μου την παστίλια, για να φύγει, λέει, το μίσος, ν' αδειάσει το έντερο απ' την κακία, να με δέσει με το αίμα, κι εγώ την καταπίνω, αμάσητη την τρώω για να πνιγώ, να μην έχω στόμα, να μην έχω μάτι, να 'χω μια μύτη στραβή σαν της γιαγιάς για να μυρίζομαι τον φόβο των αλόγων και να ποντάρω σ' όσα ποτέ δεν φεύγουν απ' το σύνορο, εκεί στην άλλη χώρα, που ο πατέρας πολεμά, ρίχνοντας σφαίρα απ' το βουνό, στο μάτι μου τώρα καρφωμένη.


προϊόν σκέψης Νοεμβρίου: «Η μάνα»

Οι aphasia prodactions διαφημίζουν την αυθεντική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να απαλλαχθεί από κάθε πλαστή ανάγκη. Απευθύνονται σε όλα τα target groups και αναζητούν το κέρδος που πηγάζει από την κατανάλωση προϊόντων ...σκέψης.


«Τι μου κάνεις μάνα μου!», «Μανίτσα μου», «Τι παιδί είσ' εσύ, μάνα μου» και λοιπές σχετικές προσφωνήσεις που συχνόπυκνα όλοι μας έχουμε χρησιμοποιήσει και δη σε ...ύστατες στιγμές μας! Τυχαίο; Δεν νομίζω! Έλα τώρα, μην κοκκινίζεις, άλλωστε τα έλεγε καλύτερα από εμάς ο θείος Σοφοκλής στον Οιδίποδα και ενέπνευσε τον Φρόιντ να μιλήσει για τη συμπλεγματική ζωούλα μας! Και να ‘ταν μόνο αυτό, αμ δε! Το πράγμα σου λέει είναι αμφίδρομο. Από τη μαμά στο παιδί <-> από το παιδί στη μαμά <-> από το παιδί στον ερωτικό σύντροφο. Και εδώ ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον, που μπορούμε δηλαδή ίσως να αλλάξουμε κάτι: αξιοποιώντας τούτο το προϊόν σε σκέψη και από κει σε πράξη! Εμείς από την πλευρά μας σάς το πουλάμε προς τιμήν μηδενικήν, καθώς η αξία του έχει υπολογιστεί, από αρχαιοτάτων χρόνων, ως ανεκτίμητη. Εσείς, αν θέτε, απολαύστε το μαζί με το πιοκάτω προϊόν (…σκέψης) σε συσκευασία δώρου!


έργο των 





 

η τιμωρία

του Θ.Π
 

Όταν ήμουν παιδάκι μικρό, πολύ μικρό..., φοβάμαι πρέπει να πω όλη την αλήθεια, τη μάνα μου δεν τη φοβόμουν. Αλλά έτρωγα ξύλο. Ήμουν λίγο δύσκολος στο διάβασμα. Που να διαβάσω ο καψερός. Ίσως να χα και κανένα πρόβλημα συγκέντρωσης. Μικρό βέβαια, γιατί καταλάβαινα, είχα αίσθηση, αντίληψη, συνδυαστική σκέψη ρε παιδάκι μου. Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω; Μου το παίζεις και έξυπνος αναγνώστης. Διαβάζεις τη φυλλάδα τούτη και νομίζεις ότι κάνεις και κάτι το σπουδαίο. Τέλος πάντων, το θέμα μας είναι η «μαμά», ...γιατί...;γιατί αυτή είναι η διαταγή, έτσι λεεί το αφεντικό που είναι και άσχημο σαν τον Πουγιόλ (παίχτης της Μπαρτσελόνα). Θυμάμαι μια φορά, ήμουν στο δημοτικό, με είχε βγάλει ο καθηγητής έξω. Και την κρίσιμη εκείνη ώρα, τη φοβερή, την τρομερή και ντροπιαστική για έναν φλώρο μαθητή σαν εμένα, έρχεται η μητέρα... Δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Όπως ακριβώς και στην ποίηση τη συμβολική, την υπερρεαλιστική που οι εικόνες λένε χίλιες λέξεις, σκοτάδι, μαύρο σύγνεφο γύρω από έναν αχαλίνωτο ερωτισμό αυτού που τιμωρεί, γέρνουν τα δέντρα πάνω μου, τα κλαδιά πέφτουν χωρίς κανέναν έλεγχο της καταστροφικής μανίας των χεριών και των ποδιών...! Το κρέμασμα αποφεύγεται λόγω έλλειψης ενδέιξεων και αποδείξεων. Η ζωή συνεχίζει να κυλάει αρμονικά μεχρι που άρχισα το κάπνισμα οπότε άντε πάλι από την αρχή!

ο Φρόυντ ήταν απλά κοκάκιας

άρθρο του Dr.Wormhole


O Dr. Wormhole είναι έλληνας. Όπως όλοι μας άλλωστε. Τό αληθινό του όνομα είναι Θεμιστοκλής Σκουληκότρυπας και κατάγεται από την Λαμία. Από μικρός αγάπησε τά γράμματα και εκδήλωσε την κλίση του στίς φυσικές επιστήμες. Εισήχθη με υποτροφία στο τμήμα Φυσικών Επιστημών Θεσσαλονίκης απ'όπου και αρίστευσε. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσε στο Λονδίνο σεμινάρια πάνω στο καίριο ζήτημα της χωροχρονικής καμπυλότητας. Εκεί του δόθηκε το ψευδώνυμο Wormhole. Ακολούθησε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στήν Βοστώνη όπου και μετείχε στο ιστορικό πείραμα " του υποβρυχίου".
  Σε ηλικία τριάντα δύο ετών επέστρεψε στην χώρα του γεμάτος με το πάθος της προσφοράς. Διατέλεσε εξέχων μέλος, για πολλά χρόνια, της ένωσης ελλήνων ντελιβεράδων και συμπλήρωνε το ετήσιο εισόδημα του κάνοντες διανομές παράνομου πορνογραφικού υλικού. Πέθανε κάτω από ανεξερεύνητους λόγους το 457 π.Χ στίς Συρακούσσες. Λίγο πρίν τον θάνατό του επισκέφθηκε τα μέρη μας για τελευταία φορά. Το έτος 2010-2011 διατηρούσε λογαριασμό στο βιβλίο των προσώπων με το πατρικό του όνομα.

Τα χρόνια της νεότητας μου το ζήτημα της μητρότητας δεν με απασχόλησε καθόλου. Αργότερα όμως άλλαξα γνώμη. Σε αυτό συνέβαλλε τα μέγιστα η γνωριμία μου με τόν Σίγμουντ Φρόυντ. Αυτός ο άνθρωπος μου εξήγησε εμπεριστατομένα ολόκληρη την θεωρία του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, και κυριολεκτικά με γοήτευσε. Ξαφνικά άρχισα να αναρωτιέμαι πως παρόλη την σοφία μου, δεν είχα υπολογίσει ποτέ μου πόσο ρόλο είχε παίξει στις επιλογές μου η σχέση με τη μητέρα μου. Συνειδητοποίησα μονομιάς ότι ήμουν κατά βάθος μιά ηχώ της φωνής και της σκέψης της. Αντιλήφθηκα ξεκάθαρα πως αυτός ο κόσμος είναι μητρικά πλασμένος και η πατριαρχική κοινωνία είναι απλά μια απάτη των παιδιών. Χωρίς να χάνω χρόνο και με μιά αποκάλυψη έτοιμη να εκραγεί στα χέρια ταξίδεψα για την Θήβα. Ήθελα να γνωρίσω απο κοντά τον βασιλιά Οιδίποδα. Δυστυχώς όμως δεν με βοήθησε και πολύ. Βλέπετε απο την μία η τραγική του άγνοια, απο τήν άλλη η μυστικοπαθής για λόγους χρονικής ακολουθίας στάση μου, δεν έφεραν τα ζητούμενα αποτελέσματα. Στάθηκα για λίγο στα βασιλικά ανάκτορα και σκέφτηκα πως μόνο το μακρινό μας μέλλον μπορεί να με βοηθήσει. Μόνο το μέλλον μπορεί να βρεί τη λύση σε αυτόν τον αρχέγονο γρίφο. Και ταξίδεψα...
     Βρέθηκα περίπου 200 χρόνια μετά τον αιώνα της Μεγάλης Κατάθλιψης και διαπίστωσα πως τα πράγματα είναι όπως πάντα πολύ πιό πολύπλοκα απ'όσο υπολόγιζα. Αυτό που είδα με τα ίδια μου τα μάτια ήταν ένας κόσμος αφάνταστος και μοναδικός. Θα έρθει ο καιρός σε τούτο τον κόσμο φίλοι μου που το ανδρικό φύλο δεν θα υπάρχει στον πλανήτη. Θα είναι εξ' ολοκλήρου άχρηστο και θα αποβληθεί από το οικοσύστημα και όλη την μητέρα Φύση. Μόλις το διαπίστωσα γέλασα μέχρι δακρύων. Τό βρήκα τουλάχιστον ειρωνικό. Η ίδια η Μητέρα Φύση, η μαμά όλων των πλασμάτων ξαφνικά μου φάνηκε τόσο σκληρή όσο δεν είχα ποτέ ονειρευτεί. Κάθε ερώτημα μου γέμισε κενό και ματαιότητα και το μόνο που με έσωζε απο τήν λυτρωτική τρέλα ήταν το επιστημονικό ενδιαφέρον. Έκατσα λοιπόν και παρατήρησα  τόν μαγικό κόσμο του μέλλοντος νιώθοντας τουλάχιστον οίκτο για τίς άσκοπες αναζητήσεις του κυρίου Φρόυντ μα κυρίως ένιωθα πόνο για τήν τόση άσκοπη ταλαιπωρία του κυρίου Οιδίποδα.
      Ο κόσμος των γυναικών όπως είναι φυσικό είναι ένας κόσμος όλος μαμάδες. Η αναπαραγωγή γίνεται με τοποθέτηση  γεννετικά τροποποιημένων σπερματοζωαρίων. Τα σπερματοζωάρια παράγονται απο τήν κλωνοποίηση ενός και μοναδικού σπερματοζωαρίου που άνηκε στο τελευταίο άνδρα του πλανήτη, τον αυτοαποκαλούμενο Κηφήνα. Ο θάνατος του επήλθε απο κόψιμο των γεννετικών του οργάνων και γιορτάζετε κάθε χρόνο στήν μεγάλη Γιορτή της Απελευθέρωσης.
    Πέρα απο τήν αναπαραγωγή, η σεξουαλική πράξη συμβαίνει κανονικά με την εμφύτευση τσίπ μέσα στο γυναικείο σώμα που ερεθίζει τίς ερωτογενείς ζώνες και προκαλεί απανωτούς οργασμούς. Εθιμοτυπικά όμως οι γυναίκες, για να θυμηθούν τον αρχέγονο τρόπο αναπαραγωγής, επιδίδονται πού και πού και στην σαρκική απόλαυση. Μεταξύ τους πάντα.
     Η κοινωνική δομή των ανθρώπων είναι πολύ απλή. Οί άνθρωποι-γυναίκες χωρίζονται σε 2 κάστες. Η κάστα της μικρής Λεκάνης και η κάστα της μεγάλης Λεκάνης. Οι γυναίκες που ανήκουν στην πρώτη κάστα είναι οι γυναίκες εργάτριες. Οί γυναίκες που αναλαμβάνουν τίς πάλαι ποτέ αντρικές εργασίες. Τίς σκληρές. Οι γυναίκες που ανήκουν στην άλλη κάστα είναι οι Μάνες. Οι παραδοσιακές γυναίκες που αναλαμβάνουν την γέννηση και ανατροφή των παιδιών. Όχι πως οι εργάτριες δεν είχαν δικαίωμα να γεννάνε. Είχαν. Απλά μόνο ένα παιδί.
     Γάμος στην κοινωνία των γυναικών δεν υπάρχει. Κάθε σπίτι απλά είχε για πρακτικούς λόγους, υποχρεωτικά, μία γυναίκα εργάτρια και μία Μάνα. Απο κεί και πέρα όμως υπήρχαν σπίτια με περισσότερες από 2 γυναίκες.
     Η οικονομική οργάνωση του πλανήτη μοιάζει λίγο με τίς πρώτες κοινότητες. Δέν υπάρχουν έθνη και κράτη. Υπάρχουν μικρές αυτόνομες κοινότητες απλωμένες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη χωρισμένες σε συνοικίες απο τίς 2 κάστες. Συνοικία μεγάλης Λεκάνης σημαίνει συνοικία που πλειοψηφία είναι οι γυναίκες που ανήκουν στην συγκεκριμένη κάστα. Τό πολίτευμα πάντως θα το έλεγες άμεση δημοκρατία.
     Κάπου εδώ πρέπει να σας αφήσω. Νιώθω πως κιόλας έχω αποκαλύψει πολλά για το λαμπρό μας μέλλον. Κινδυνεύω να ταράξω την χρονική συνέχεια με αυτά που λέω. Νομίζω πως παρασύρθηκα απο τήν ταραχή της Οιδιπόδειας κουβέντας με τον Φρόυντ. Παρεπιπτόντως... πολύ κοκάκιας ο τύπος.