Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

σε δύο χώρες σφαίρα

έργο του Αλέξανδρου Κάππα

Αχ, να με τραβάει στον ιππόδρομο η γιαγιά, να βρίζει τους περαστικούς που κρύβουν τη θέα πριν τον τερματισμό του άλογου, πάλι τα χάσαμε τα λεφτά μας γιε μου!, να βάζει ξανά στοίχημα και να φτύνει σπόρια και να ποντάρει τώρα σ' ένα άλογο τυφλό, γιατί είναι, λέει, καλύτερα να μη βλέπεις τίποτα παρά να έχεις ένα μάτι βουλωμένο.
Δύσκολα χρόνια, λέει. Στο βουνό μια φορά σφάξανε άλογο, δεν είχαν τι να φάνε και σφάξαν άλογο, έχεις φάει ποτέ άλογο; Εγώ, μου λέει, και να με σκότωναν, κι απ' την πείνα να πέθαινα, δεν το 'τρωγα. Τ' αρνιά, το αρνί που είχαμε στον κήπο και το φτύναμε στο στόμα για να το δέσουμε με το αίμα, πώς μπόρεσαν οι άτιμοι και το σφάξαν; Αλλά καλά αυτό, άλογο έχεις φάει;, σε τάισε η κακούργα η μάνα σου εκεί στα ξένα; Όχι άλογο γιε μου, δεν το τρώει ο άνθρωπος, κακό πράγμα.
Η γιαγιά έχει δυο μάτια και τώρα κλείνει το ένα σ' αυτόν τον περαστικό. Δεν τον βρίζει. Είναι ντυμένος με ωραία καμπαρντίνα. Ρωτάει αυτός μια ώρα και η γιαγιά τού απαντά. Ύστερα φεύγει λέγοντας το όνομα της μαμάς μου.
Με τραβάει από δω κι από κει η γιαγιά, σοκάκια, στενά, υπόγειες διαβάσεις, κάνει συνεννοήσεις η γιαγιά, κόσμος πάει κι έρχεται, εγώ μασουλάω την παστίλια. Καλή καραμέλα, λέει η γιαγιά, καθαρίζει το έντερο, φεύγει το μίσος απ' το στόμα. Ποιον μισώ εγώ γιαγιά; Τη μάνα σου βρε χαμένο που σ' άφησε, το καλύτερο άλογο που είχα μαντρωμένο. Τρώγεται η μαμά μου; Άλογο εγώ δεν βάζω στο στόμα, αλλά άμα γυρίσει απ' το σύνορο, ζωντανή θα τη φάω και θα το φχαριστηθώ.
Η γιαγιά μου είναι πολύ καταφερτζού. Βρίσκει κόσμο στις πλατείες, στα σιντριβάνια, απ' τις στάσεις του λεωφορείου μαζεύει πελάτες. Κάποιοι τη διώχνουν, φύγε παλιόγρια, σιχαμένη, το παιδί τι το κουβαλάς;, εσύ του σάπισες το μάτι;, θα φωνάξουμε την πρόνοια να στο μαζέψει. Αλλά αυτή πώς τα κάνει, πάντα τους καταφέρνει. Αυτόν που είδαμε μια φορά στις τουαλέτες του σταθμού, να κουνιέται η σκιά του πίσω απ' την πόρτα σαν να έτρεμε ολόκληρος από το κρύο, μετά από δυο μέρες, η γιαγιά τον κουβαλάει σπίτι. Εκείνον που βγαίνει κόκκινος από τη λέσχη βρίζοντας ότι τον κλέψανε στην παρτίδα, η γιαγιά αμέσως τον βουτάει και νά σου τον τώρα σπίτι, να φωνάζει λέξεις κακές και να σκούζει πίσω απ' την κουρτίνα, βγαίνοντας ύστερα με το κορίτσι, ένα απ' τα κορίτσια του σπιτιού μας, τα κακορίζικα, λέει η γιαγιά, τα κουτσάλογα, ίσα που βγάζουμε το ρεύμα, καλύτερα να γυρίσουμε στο βουνό, να πολεμάμε τον εχθρό και να σφάζουμε άλογα, χωρίς ρεύμα, με το κλεφτοφάναρο στη θημωνιά το καλύτερο ζευγάρωμα κάνεις. Άκου εσύ για να μαθαίνεις, άκου εσύ να τα πεις σ' αυτή την άσπλαχνη, σ' αυτή τη σκύλα, που σε παράτησε στο δρόμο, που μας παράτησε στο έλεος, και πήγε να κάνει τι;, πες μου εσύ τι πήγε να κάνει, πόλεμο έχετε εκεί πάνω!, πατέρα πού θα βρει μέσα στις σφαίρες;, τον τάφο του άμα βρει να είναι και φχαριστημένη.
Βγάζει η γιαγιά μια παστίλια και μου τη χώνει στο στόμα. Τι να σε κάνω τώρα εγώ; Να 'σουνα να δυο μέτρα άντρας να μου κρατάς την πόρτα. Μονάχη μου βγάζω τον σουγιά, ογδόντα χρονώ γυναίκα, και μου πουλάν οι ξένοι πνεύμα, οι αλήτες, κακό χρόνο να 'χουν, αλλοδαποί σαν τη μάνα σου, ήρθαν και μας θερίσαν, τι μου τη θύμισες;, το καλύτερο άλογο που 'χα μαντρωμένο. Αμ θα στη φτιάξω εγώ, κάτσε να κάνει πως ζυγώνει, γιατί μάνα είναι, θα έρθει, το ξέρω πως θα έρθει, μάνα κι εγώ, δεν το ξέρω;, χάρηκα μήπως εγώ τον δικό μου;, μου τον πήραν οι απέναντι, ο εχθρός μου τον πήρε, και ποιος ξέρει αν ο πατέρας του ο ίδιος δεν του 'ρίξε κάποτε μια βολή στο μάτι, να τυφλωθεί, να μη δει τον κόσμο, κόσμος που σου 'λαχε κι εσένα, χάρη βρε σου 'κανα και μη γκρινιάζεις, λέει η γιαγιά και μου πατά το δάχτυλο στο βουλωμένο μάτι.
Χάρη είναι μωρέ το τύφλωμα σ' αυτό το χάλι που σε 'φερε η κακούργα, το παλιογύναικο, η ξεμυαλισμένη, θα τη λιανίσω όμως εγώ, παιδί δεν ήθελε;, ας έρθει να το καμαρώσει. Κι αν αργήσει ένα μήνα ακόμα, θα σου το βγάλω και το άλλο, τέλος πια η εκπαίδευση, φτάνουνε όσα είδες, να 'ρθει μετά στο πεζοδρόμιο να βρει το γιόκα της, λέει η γιαγιά κι εγώ δακρύζω απ' το κλειστό μου μάτι.
Το άλλο το έχω για να κοιτάζω. Πόσο ακόμα δεν ξέρω. Ούτε πού είναι το σύνορο ξέρω. Μ' ένα μάτι βλέπω τα μισά, με κανένα μπορεί να τα δω όλα. Πέρα απ' το σύνορο μπορεί να δω, καλπάζοντας σαν το τυφλό άλογο που κέρδισε την κούρσα.
Ζήτω! φωνάζει η γιαγιά και φτύνει στο στόμα μου την παστίλια, για να φύγει, λέει, το μίσος, ν' αδειάσει το έντερο απ' την κακία, να με δέσει με το αίμα, κι εγώ την καταπίνω, αμάσητη την τρώω για να πνιγώ, να μην έχω στόμα, να μην έχω μάτι, να 'χω μια μύτη στραβή σαν της γιαγιάς για να μυρίζομαι τον φόβο των αλόγων και να ποντάρω σ' όσα ποτέ δεν φεύγουν απ' το σύνορο, εκεί στην άλλη χώρα, που ο πατέρας πολεμά, ρίχνοντας σφαίρα απ' το βουνό, στο μάτι μου τώρα καρφωμένη.


προϊόν σκέψης Νοεμβρίου: «Η μάνα»

Οι aphasia prodactions διαφημίζουν την αυθεντική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να απαλλαχθεί από κάθε πλαστή ανάγκη. Απευθύνονται σε όλα τα target groups και αναζητούν το κέρδος που πηγάζει από την κατανάλωση προϊόντων ...σκέψης.


«Τι μου κάνεις μάνα μου!», «Μανίτσα μου», «Τι παιδί είσ' εσύ, μάνα μου» και λοιπές σχετικές προσφωνήσεις που συχνόπυκνα όλοι μας έχουμε χρησιμοποιήσει και δη σε ...ύστατες στιγμές μας! Τυχαίο; Δεν νομίζω! Έλα τώρα, μην κοκκινίζεις, άλλωστε τα έλεγε καλύτερα από εμάς ο θείος Σοφοκλής στον Οιδίποδα και ενέπνευσε τον Φρόιντ να μιλήσει για τη συμπλεγματική ζωούλα μας! Και να ‘ταν μόνο αυτό, αμ δε! Το πράγμα σου λέει είναι αμφίδρομο. Από τη μαμά στο παιδί <-> από το παιδί στη μαμά <-> από το παιδί στον ερωτικό σύντροφο. Και εδώ ίσως είναι το πιο ενδιαφέρον, που μπορούμε δηλαδή ίσως να αλλάξουμε κάτι: αξιοποιώντας τούτο το προϊόν σε σκέψη και από κει σε πράξη! Εμείς από την πλευρά μας σάς το πουλάμε προς τιμήν μηδενικήν, καθώς η αξία του έχει υπολογιστεί, από αρχαιοτάτων χρόνων, ως ανεκτίμητη. Εσείς, αν θέτε, απολαύστε το μαζί με το πιοκάτω προϊόν (…σκέψης) σε συσκευασία δώρου!


έργο των 





 

η τιμωρία

του Θ.Π
 

Όταν ήμουν παιδάκι μικρό, πολύ μικρό..., φοβάμαι πρέπει να πω όλη την αλήθεια, τη μάνα μου δεν τη φοβόμουν. Αλλά έτρωγα ξύλο. Ήμουν λίγο δύσκολος στο διάβασμα. Που να διαβάσω ο καψερός. Ίσως να χα και κανένα πρόβλημα συγκέντρωσης. Μικρό βέβαια, γιατί καταλάβαινα, είχα αίσθηση, αντίληψη, συνδυαστική σκέψη ρε παιδάκι μου. Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω; Μου το παίζεις και έξυπνος αναγνώστης. Διαβάζεις τη φυλλάδα τούτη και νομίζεις ότι κάνεις και κάτι το σπουδαίο. Τέλος πάντων, το θέμα μας είναι η «μαμά», ...γιατί...;γιατί αυτή είναι η διαταγή, έτσι λεεί το αφεντικό που είναι και άσχημο σαν τον Πουγιόλ (παίχτης της Μπαρτσελόνα). Θυμάμαι μια φορά, ήμουν στο δημοτικό, με είχε βγάλει ο καθηγητής έξω. Και την κρίσιμη εκείνη ώρα, τη φοβερή, την τρομερή και ντροπιαστική για έναν φλώρο μαθητή σαν εμένα, έρχεται η μητέρα... Δεν έχω να πω τίποτε άλλο. Όπως ακριβώς και στην ποίηση τη συμβολική, την υπερρεαλιστική που οι εικόνες λένε χίλιες λέξεις, σκοτάδι, μαύρο σύγνεφο γύρω από έναν αχαλίνωτο ερωτισμό αυτού που τιμωρεί, γέρνουν τα δέντρα πάνω μου, τα κλαδιά πέφτουν χωρίς κανέναν έλεγχο της καταστροφικής μανίας των χεριών και των ποδιών...! Το κρέμασμα αποφεύγεται λόγω έλλειψης ενδέιξεων και αποδείξεων. Η ζωή συνεχίζει να κυλάει αρμονικά μεχρι που άρχισα το κάπνισμα οπότε άντε πάλι από την αρχή!

ο Φρόυντ ήταν απλά κοκάκιας

άρθρο του Dr.Wormhole


O Dr. Wormhole είναι έλληνας. Όπως όλοι μας άλλωστε. Τό αληθινό του όνομα είναι Θεμιστοκλής Σκουληκότρυπας και κατάγεται από την Λαμία. Από μικρός αγάπησε τά γράμματα και εκδήλωσε την κλίση του στίς φυσικές επιστήμες. Εισήχθη με υποτροφία στο τμήμα Φυσικών Επιστημών Θεσσαλονίκης απ'όπου και αρίστευσε. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσε στο Λονδίνο σεμινάρια πάνω στο καίριο ζήτημα της χωροχρονικής καμπυλότητας. Εκεί του δόθηκε το ψευδώνυμο Wormhole. Ακολούθησε μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στήν Βοστώνη όπου και μετείχε στο ιστορικό πείραμα " του υποβρυχίου".
  Σε ηλικία τριάντα δύο ετών επέστρεψε στην χώρα του γεμάτος με το πάθος της προσφοράς. Διατέλεσε εξέχων μέλος, για πολλά χρόνια, της ένωσης ελλήνων ντελιβεράδων και συμπλήρωνε το ετήσιο εισόδημα του κάνοντες διανομές παράνομου πορνογραφικού υλικού. Πέθανε κάτω από ανεξερεύνητους λόγους το 457 π.Χ στίς Συρακούσσες. Λίγο πρίν τον θάνατό του επισκέφθηκε τα μέρη μας για τελευταία φορά. Το έτος 2010-2011 διατηρούσε λογαριασμό στο βιβλίο των προσώπων με το πατρικό του όνομα.

Τα χρόνια της νεότητας μου το ζήτημα της μητρότητας δεν με απασχόλησε καθόλου. Αργότερα όμως άλλαξα γνώμη. Σε αυτό συνέβαλλε τα μέγιστα η γνωριμία μου με τόν Σίγμουντ Φρόυντ. Αυτός ο άνθρωπος μου εξήγησε εμπεριστατομένα ολόκληρη την θεωρία του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, και κυριολεκτικά με γοήτευσε. Ξαφνικά άρχισα να αναρωτιέμαι πως παρόλη την σοφία μου, δεν είχα υπολογίσει ποτέ μου πόσο ρόλο είχε παίξει στις επιλογές μου η σχέση με τη μητέρα μου. Συνειδητοποίησα μονομιάς ότι ήμουν κατά βάθος μιά ηχώ της φωνής και της σκέψης της. Αντιλήφθηκα ξεκάθαρα πως αυτός ο κόσμος είναι μητρικά πλασμένος και η πατριαρχική κοινωνία είναι απλά μια απάτη των παιδιών. Χωρίς να χάνω χρόνο και με μιά αποκάλυψη έτοιμη να εκραγεί στα χέρια ταξίδεψα για την Θήβα. Ήθελα να γνωρίσω απο κοντά τον βασιλιά Οιδίποδα. Δυστυχώς όμως δεν με βοήθησε και πολύ. Βλέπετε απο την μία η τραγική του άγνοια, απο τήν άλλη η μυστικοπαθής για λόγους χρονικής ακολουθίας στάση μου, δεν έφεραν τα ζητούμενα αποτελέσματα. Στάθηκα για λίγο στα βασιλικά ανάκτορα και σκέφτηκα πως μόνο το μακρινό μας μέλλον μπορεί να με βοηθήσει. Μόνο το μέλλον μπορεί να βρεί τη λύση σε αυτόν τον αρχέγονο γρίφο. Και ταξίδεψα...
     Βρέθηκα περίπου 200 χρόνια μετά τον αιώνα της Μεγάλης Κατάθλιψης και διαπίστωσα πως τα πράγματα είναι όπως πάντα πολύ πιό πολύπλοκα απ'όσο υπολόγιζα. Αυτό που είδα με τα ίδια μου τα μάτια ήταν ένας κόσμος αφάνταστος και μοναδικός. Θα έρθει ο καιρός σε τούτο τον κόσμο φίλοι μου που το ανδρικό φύλο δεν θα υπάρχει στον πλανήτη. Θα είναι εξ' ολοκλήρου άχρηστο και θα αποβληθεί από το οικοσύστημα και όλη την μητέρα Φύση. Μόλις το διαπίστωσα γέλασα μέχρι δακρύων. Τό βρήκα τουλάχιστον ειρωνικό. Η ίδια η Μητέρα Φύση, η μαμά όλων των πλασμάτων ξαφνικά μου φάνηκε τόσο σκληρή όσο δεν είχα ποτέ ονειρευτεί. Κάθε ερώτημα μου γέμισε κενό και ματαιότητα και το μόνο που με έσωζε απο τήν λυτρωτική τρέλα ήταν το επιστημονικό ενδιαφέρον. Έκατσα λοιπόν και παρατήρησα  τόν μαγικό κόσμο του μέλλοντος νιώθοντας τουλάχιστον οίκτο για τίς άσκοπες αναζητήσεις του κυρίου Φρόυντ μα κυρίως ένιωθα πόνο για τήν τόση άσκοπη ταλαιπωρία του κυρίου Οιδίποδα.
      Ο κόσμος των γυναικών όπως είναι φυσικό είναι ένας κόσμος όλος μαμάδες. Η αναπαραγωγή γίνεται με τοποθέτηση  γεννετικά τροποποιημένων σπερματοζωαρίων. Τα σπερματοζωάρια παράγονται απο τήν κλωνοποίηση ενός και μοναδικού σπερματοζωαρίου που άνηκε στο τελευταίο άνδρα του πλανήτη, τον αυτοαποκαλούμενο Κηφήνα. Ο θάνατος του επήλθε απο κόψιμο των γεννετικών του οργάνων και γιορτάζετε κάθε χρόνο στήν μεγάλη Γιορτή της Απελευθέρωσης.
    Πέρα απο τήν αναπαραγωγή, η σεξουαλική πράξη συμβαίνει κανονικά με την εμφύτευση τσίπ μέσα στο γυναικείο σώμα που ερεθίζει τίς ερωτογενείς ζώνες και προκαλεί απανωτούς οργασμούς. Εθιμοτυπικά όμως οι γυναίκες, για να θυμηθούν τον αρχέγονο τρόπο αναπαραγωγής, επιδίδονται πού και πού και στην σαρκική απόλαυση. Μεταξύ τους πάντα.
     Η κοινωνική δομή των ανθρώπων είναι πολύ απλή. Οί άνθρωποι-γυναίκες χωρίζονται σε 2 κάστες. Η κάστα της μικρής Λεκάνης και η κάστα της μεγάλης Λεκάνης. Οι γυναίκες που ανήκουν στην πρώτη κάστα είναι οι γυναίκες εργάτριες. Οί γυναίκες που αναλαμβάνουν τίς πάλαι ποτέ αντρικές εργασίες. Τίς σκληρές. Οι γυναίκες που ανήκουν στην άλλη κάστα είναι οι Μάνες. Οι παραδοσιακές γυναίκες που αναλαμβάνουν την γέννηση και ανατροφή των παιδιών. Όχι πως οι εργάτριες δεν είχαν δικαίωμα να γεννάνε. Είχαν. Απλά μόνο ένα παιδί.
     Γάμος στην κοινωνία των γυναικών δεν υπάρχει. Κάθε σπίτι απλά είχε για πρακτικούς λόγους, υποχρεωτικά, μία γυναίκα εργάτρια και μία Μάνα. Απο κεί και πέρα όμως υπήρχαν σπίτια με περισσότερες από 2 γυναίκες.
     Η οικονομική οργάνωση του πλανήτη μοιάζει λίγο με τίς πρώτες κοινότητες. Δέν υπάρχουν έθνη και κράτη. Υπάρχουν μικρές αυτόνομες κοινότητες απλωμένες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη χωρισμένες σε συνοικίες απο τίς 2 κάστες. Συνοικία μεγάλης Λεκάνης σημαίνει συνοικία που πλειοψηφία είναι οι γυναίκες που ανήκουν στην συγκεκριμένη κάστα. Τό πολίτευμα πάντως θα το έλεγες άμεση δημοκρατία.
     Κάπου εδώ πρέπει να σας αφήσω. Νιώθω πως κιόλας έχω αποκαλύψει πολλά για το λαμπρό μας μέλλον. Κινδυνεύω να ταράξω την χρονική συνέχεια με αυτά που λέω. Νομίζω πως παρασύρθηκα απο τήν ταραχή της Οιδιπόδειας κουβέντας με τον Φρόυντ. Παρεπιπτόντως... πολύ κοκάκιας ο τύπος.
    

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

ένα δείπνο για το τέλος του κόσμου


 του νίκου πάκου


   Έφτασε το τέλος του κόσμου. Δεν χρειάζεται να σας το πούν οι επιστήμονες ή οι διοπτροφόροι κύριοι των ειδήσεων. Το τέλος ήρθε. «Είναι λογικό» σκέφτεται ο ήρωας αυτής εδώ της ιστορίας και αντικρίζει το τέλος με στωικότητα. Τόσα χρόνια μαίνεται ο πόλεμος, ένας αληθινός παγκόσμιος πόλεμος. Στην βία είναι δύσκολο ν’ αντισταθείς, πάει αγκαζέ με τη δίψα για δύναμη. Τουλάχιστον οι βασιλιάδες της γης μαζί με τα κανόνια τους φανέρωσαν το αληθινό τους πρόσωπο. Πόλεις καταστράφηκαν, χώρες λεηλατήθηκαν, οι φωτιές κοιτάνε ίσια στον ουρανό. Το τέλος του κόσμου. Όχι ότι δεν το φωνάζουν οι ειδικοί επιστήμονες, τα λαμπρά μυαλά της καταστροφολογίας, όχι ότι δεν ακούγεται στην τηλεόραση κι ακόμα πιο εκκωφαντικά στο δίκτυο. Αλλά η ιδέα της τελικής καταστροφής φώλιασε αρχοντικά στα μυαλά των ανθρώπων. Τόσο απλό είναι. Ο ήρωας της ιστορίας μας- ας τον ονομάσουμε Χ.Λ.-  φοβάται λίγο, αλλά αντιμετωπίζει την όλη κατάσταση στην πλάκα. Τον θάνατό του, τον θάνατό μας στην πλάκα; Μάλιστα. Και γιατί όχι; Αφού η επόμενη γενιά είναι καταδικασμένη σε θνησιγένεια, άιντε, στην καλύτερη των περιπτώσεων σε παραμόρφωση από πυρηνικές πιπίλες. Ο Χ.Λ. χασκογελά, κλείνει την τηλεόραση, κλείνει το pc… ηρεμεί και σκέφτεται.

   Μέσα από τα βάθη της νιγηριανής ζούγκλας, όπου έχει εδώ και καιρό χαθεί και πιθανότατα ασκητεύει, ο ανταποκριτής του Σκουληκιού νίκος πάκος, θα σας διηγηθεί μια ιστορία από ένα μέλλον. Είναι ένα μέλλον που φανταζόμαστε, επιλέγουμε και μας γοητεύει. Ένα μέλλον που σημάνει το τέλος του χρόνου, το τέλος του κόσμου. Ο νίκος πάκος λοιπόν θα σας αφηγηθεί το τέλος του κόσμου. Αλλά όχι από τα δικά του μάτια, τα οποία βλέπουν πούμα, τίγρεις, σκούρα παιδάκια με τουρλωμένες κοιλιές, πάντως όχι το πιθανό μέλλον της ανθρωπότητας, αλλά μέσα από την ιστορία ενός ζευγαριού, που είναι πολύ ερωτευμένο, τόσο ερωτευμένο που το τέλος του κόσμου το βλέπουν σαν ένα γιγάντιο πυροτέχνημα της γιορτής του έρωτά τους. Είναι ο Χ.Λ. και η Ραλλού. Μάλιστα, όπως ηρωίδα του κ. Σούτσου, όχι τόσο χάρτινη, αλλά τόσο κλαψιάρα. Τον Χ.Λ. και την Ραλλού ενώνει ένα αίσθημα επικό κι μ’ αυτό αποφασίσουν να βιώσουν το τέλος του κόσμου.
   Το τέλος θα ‘ρθει μετά τα μεσάνυχτα. Αποφασίζουν λοιπόν ν’ ανέβουν στον πιο όμορφο λόφο της περιοχής, στον μόνο λουλουδιασμένο λόφο που απέμεινε από τη σάρωση των όπλων και των χημικών. Ο λόφος έχει θέα όλη την πόλη, μια μαγεμένη φωλιά. Εκεί θα απλώσουν, σαν σε πικ-νικ τα φαγητά τους, το ωραίο τους κρασί- το πιο ακριβό που βρήκαν στην αγορά- και τσιμπώντας φαγητό, απελπισία, ελπίδα και έρωτα, θα απολαύσουν τον κόσμο που τελειώνει.

… και η γλώσσα, φίλες και φίλοι, για μια τέτοια καταπληκτική ιστορία ειρωνείας και δακρύων, είναι ένα φτωχό μέσο. Η μουσική όμως, η μουσική είναι η κούνια που θα μας ταξιδέψει στον ωκεανό κι αυτής της ιστορίας. Η αφήγησή μας θα είναι μουσική και τα λόγια θα είναι ελάχιστα. Ας συνθέσουμε λοιπόν το soundtrack του δείπνου του πιο ερωτευμένου ζευγαριού του κόσμου, λίγο πριν την ολική του καταστροφή. Βάλτε την μουσική να παίζει και ξεκινάμε…

Ο Χ. Λ. και η Ραλλού ανεβαίνουν τον μαγεμένο λόφο

   Βραδιάζει στην πόλη. Μέσα από τα γκρίζα συντρίμμια, οι πρωταγωνιστές μας εμφανίζονται. Διακρίνονται να περπατάνε και γύρω τους οι κρότοι των βομβών, οι φωνές των παιδιών και η μουσική της νύχτας μοιάζουν με ηχώ αγγέλων. Ανεβαίνουν τον τελευταίο λουλουδιασμένο λόφο, μια παρέλαση μέσα στο σούρουπο. Φτάνουν στην κορυφή του, είναι γεμάτος με λευκά λουλούδια, ή μάλλον γκρίζα από την σκόνη. Κάθονται κάτω και απλώνουν το βραδινό τους…

1. Brian Eno & Robert Fripp - Evensong
2. Four Tet - Angel Echoes
3. Kontantinos Vita - Funky Beep #1
4. Max Waves - Nachtmusik III
5. The Album Leaf - Enchanted Hill


Ένα αγριοκοίταγμα και λόγια φόβου

   Αράζουν στα λουλούδια, σταπατσάρουν μερικά (η μανία του ανθρώπου να καταστρέφει θα προσέθετα εγώ). Τα φαγητά απλωμένα μπροστά τους, τι τορτελίνια με μπέικον και τυρί, τι κεφτεδάκια, τι ρολό κοτόπουλο κρατσανιστό κρατσανιστό. Γαμώτο, δεν πάει μπουκιά κάτω. Κοιτούν το φαί λες κι αντικρίζουν ξύλινα στρατιωτάκια και ένα σκοτάδι στο κεφάλι τους. Το είπαμε, ο Χ.Λ. αντιμετωπίζει την κατάσταση σαν ένα μεγάλο αστείο, αλλά μέσα του φοβάται. Το ίδιο και η Ραλλού, θέλει να κλάψει, όμως συγκρατιέται. Ο φόβος τους γίνεται θυμός, θυμός εκρηκτικός και κρύος. Μαλώνουν όπως δυο κουτάβια, ο ένας μακρυά από τον άλλο. Αλλά το τέλος του κόσμου πλησιάζει, άνεμος πιο κρύος από το θυμό τους. Οι φωνές του μια ραψωδία στο επερχόμενο φινάλε, αλλόκοτη μα ταιριαστή.

1. Lunatic Soul - Where The Darkness Is Deepest
2. Etnica - The Beast Man
3. UNKLE - In A State
4. Washed Out - Clap Intro
5. Nujabes - World End's Rhapsody


Έρωτος αποθέωσις

   Αγαπιούνται; Βεβάιως! Αν τώρα π.χ. ήσουν εκεί δίπλα τους, αραγμένος στα σκονισμένα εκείνα λουλούδια, τους υπνώτιζες με ένα… κεφτέ (τι άλλο να βρεις;) και απελευθερωμένους  από τη δεσποτεία του συνειδητού, τους ρωτούσες: ποιο συναίσθημα βασιλεύει μέσα σας; Η αυτόματη απάντηση θα ήταν «Χ.Λ.», θα ήταν «Ραλλού». Τις περισσότερες φορές το συνειδητό σπάει σαν ψευτογυαλί της πλάκας. Τότε τ’ αληθινά αισθήματα ξεχύνονται, ο άντρας και η γυναίκα αυτής της ιστορίας αγκαλιάζονται. Στην αρχή δειλά, αφού έχουν κοιταχτεί επανειλημμένα στα μάτια. Μετά πιο δυνατά, πιο ακαριαία, μέχρι που αναμφίβολα έχουμε μια επανάσταση ψηλάφησης. Δύο οντότητες συγχωνεύονται σε μία, ο έρως δεν λησμονήθηκε τελικά.  Για μια αιώνια στιγμή, ακόμα και η πιο μεγάλη άβυσσος παραμερίστηκε, ο φόβος του τέλους. Είναι κι αυτό κάτι…


1. Hellsongs - Seasons In The Abyss (Slayer cover)
2. Moby - Guitar Flute & Strings
3. Steve Roach - Merge
4. The Fireman - Universal Here, Everlasting Now
5. Giorgio Moroder - Love's Theme


Κρεσέντο και συνέχεια

   Έτσι λοιπόν σφιχτά αγκαλιασμένοι ο Χ.Λ. και η Ραλλού, πότε τρώνε καμιά μπουκιά από το φαγητό τους, πότε δίνουν από κανένα φιλί και χαμογελούν. Το τέλος του κόσμου πλέον τους προκαλεί ένα φόβο που μπορούν να αντιμετωπίσουν, ακόμα και να πλαγιάσουν πλάι του.
   Αλλά, ο θρήνος του κόσμου αφυπνίζει, ο βόμβος του τέλους, το εκρηκτικό φινάλε! «Ωραία», αναλογίζεται το ζευγάρι. Σταματά το φαγητό και κοιτά προς τον ουρανό. Ο ουρανός είναι ένας κιτρινιάρης παππούς με χωμάτινο γένι, τους κοιτά, διαβάζει τα ματιά τους σαν ανοιχτό βιβλίο. Η πορεία του ανθρώπινου κόσμου μας τελειώνει. Ο βόμβος μεγαλώνει, μια θολούρα όλο μαύρο ολοένα πλησιάζει προς το μέρος τους. Ας χαιρετήσουμε αυτόν τον κόσμο που κλείνει τα φτερά του. Το ξέρω, είναι ένας κόσμος-μύγα, αλλά αυτόν καταφέραμε. Αντίο Χ.Λ., αντίο Ραλλού που επιτέλους κλαίς. Όλοι είμαστε ίσοι τώρα, όλοι στάχτες σ’ αυτό το πυροτέχνημα. Καμιά θύμηση στην αστρόμπαλα του σύμπαντος. Δικαιοσύνη; Ίσως…

   Όλα λοιπόν τέλειωσαν… όλα; ο  κεφτές τον οποίο με τόσο φαντασία αξιοποιήσαμε για τον υποθετικό υπνωτισμό των νεκρών  πλέον πρωταγωνιστών της ιστορίας μας, είναι το τελευταίο δείγμα ανθρώπινου πολιτισμού που κάηκε. Κι όμως. Τον έφαγαν οι φλόγες, δεν λέω, αλλά αφού χώνεψαν όλα τ’ άλλα, κατσαρίδες, ανθρώπους… Στο χάος του αντίστροφου μπινγκ μπανγκ ένας κεφτές μόνος του. Τι να συλλογιέται;

1. Scott Lavender - Eddie's Lament
2. Ludovico Einaudi - Nightbook
3. Feed Me! - WWV (That is World War Five)
4. Have A Nice Life - Bloodhail
5. Belong - All Equal Now
6. Ulrich Schnauss - On My Own (Robin Guthrie version)

μεσημεριανό φαγητό

ιστορία του Καρόλου του μαύρου Sκώληκα

Παρασκευή. Ώρα μία και σαράντα εφτά, μόλις τελείωσα τη δουλειά και άλλη μία εργατο-εβδομάδα έχει περάσει. Είμαι στό δρόμο για το σπίτι και οδηγώ σε ρυθμό βαρετό χωρίς ιδιαίτερη ταλαιπωρία, σε μέρη που έχω βαρεθεί να τα βλέπω. Μοιάζουν όλα τόσο οικεία.
Η ώρα δύο και τρία πρώτα λεπτά , κλειδώνω το αυτοκίνητο μου και ανεβαίνω αργά της σκάλες της πολυκατοικίας που ζώ. Πεινάω του θανατά, άντε να δούμε τι έχει για φαί σήμερα.
 Η πόρτα του διαμερίσματος είναι όπως συνήθως ανοιχτή και δεμένη με ένα σπάγκο από το πόμολο, στο σώμα του καλοριφερ. Πρώτη με υποδέχεται η σκύλα μου με τη γλώσσα της ρόζ και χαριτώμενη. Μου κουνά την ουρά  της  χαρούμενη για τον ερχομό μου. Αφού μου δαγκώνει δύο τρείς φορές το πατζάκι, αποφασίζω κι εγώ να της δώσω  λίγη σημασία. Τη χαιδεύω μια δυο φορές  στο κεφάλι και την αφήνω με ένα ελαφρύ χτύπημα στη ράχη. Εκείνη σαστισμένη με ακολουθεί παραπόδας.
-Ήρθες? με ρωτάει το θυληκό Α.
-Τι έγινε? απαντάω και μπαίνω στο υπνοδωμάτιο. Εκεί με περιμένει το θυληκό Β ξαπλωμένο και έχοντας δίπλα του τον υπολογιστή. Πώς είσαι? με ρωτάει.
-Πεθαίνω της πείνας εσύ?
-Ναι πεινάω και γώ λίγο...μου απαντά με χαμόγελο.
-Θά ναι έτοιμο σε λίγο της λέω και ξεκινάω να αλλάζω. Ίσως νά 'κανα ένα ντουσάκι πρώτα? σκέφτομαι. Μα,μα οχι, πεινάω πολύ για τέτοιες πολυτέλειες τώρα.
Τήν ίδια στιγμή, το αρσενικό Α έχει μπεί στο σπίτι καί έχει δώσει οδηγίες στο πώς να στρωθεί το τραπέζι το συντομότερο δυνατό. Έχει φροντίσει για την κατανομή του φαγητού σε ίσες, γενναίες μερίδες επίσης.
Μπαίνοντας στην κουζίνα, από τα πρώτα μόλις δευτερόλεπτα κάτι μου γαργαλάει τη μύτη. Κάθομαι. Όλοι οι θόρυβοι και διάλογοι έχουν χάσει την ένταση τους και γώ συγκεντρώνομαι στη μυρωδιά.
Νιώθω μετά το γαργαλητό, κάτι σχεδόν να καίει τη μύτη μου και όπως ανεβαίνει γίνεται όλο και πιό έντονο, τόσο έντονο που σχεδόν μου τρέχουν τα σάλια. Είναι αλήθεια. Κρέας, έχουμε κρέας. Τί τέλειο μεσημεριανό για το τέλος της εργατο-βδομάδας.
Ένα μεγάλο κομμάτι καλοψημένο χοιρινό με πατάτες είναι εμπρός μου. Το αρσενικό Α και το θυληκό Α είναι αριστερά και εμπρός μου αντίστοιχα , το Β στα δεξιά μου.
Με το αριστερό μου χέρι κρατάω το πιρούνι και με το δεξί το μαχαίρι, αργά αλλά αποφασιστικά και ενώ όλοι οι άλλοι έχουν χαθεί απο την εικόνα, καρφώνω το πιρούνι στο καλοψημένο κρέας και με το μαχαίρι κόβω ένα κομμάτι όχι πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό, ακριβώς ό'τι πρέπει. Ένας μικρός θρίαμβος. Μά τί γεύση!!! Θα πρέπει νά ναι δεμένο με μάγια και ξόρκια για να είναι τόσο καλό, και άλλη μιά μπουκιά.
Ελέγχω το χώρο μου βιαστικός, όλα στη θέση τους. Ο Α αριστερά η Α εμπρός μου και η Β δεξιά. Το σκυλί ζητιανεύει.
Κι άλλη μιά μπουκιά. Πρώτα η κλασική γεύση του χοιρινού, λίγο λιπαρή και βρώμικη, αργότερα το πιπέρι να με χτυπά στο βάθος του ουρανίσκου, τι συγχορδία!
Σύντομα οι αισθήσεις μου με έχουν λίγο αφήσει και νιώθω της παρουσίες των άλλων σαν αύρες, έχω από πολλού ξεχάσει που βρίσκομαι. Όπως και νά χει συνεχίζω το φαί με μανία, μόνο αυτό έχει τώρα πια σημασία. Τί ομόρφα-σκέφτομαι- εργατο-εβδομάδα τέλος, φαγητό και ύπνο μεσημεριανό έχει σήμερα και απογειώνομαι απο την χαρά μου!
Προσγειώνομαι όμως απότομα απο την κοσμάρα που με φιλοξενεί τόσα χρόνια γιατί εμπρός μου εδώ και λίγο υπάρχει μιά ένταση,  νομίζω ακούω ομιλία . Σε λίγο μόνο είμαι σίγουρος, είναι η Α..
-Πότε θα παντρευτείς? δεν απαντώ και την κοιτάζω στα μάτια, το μεσημεριανό φαγητό για μένα έχει τελείωσει νωρίς..
-Σε ρωτάω πότε θα παντρευτείς?
-Δεν θα παντρευτώ, έχουμε κανονίσει τίς δουλειές μας, και έχουμε ξεκαθαρίσει και σ' εσένα, ότι δεν θα παντρευτώ.
-Είσαι χαζός! Γελοίος!
-Ήρεμα λέει ο Α..
-Μά να μήν καταλαβαίνεις γιατί ? γιατί? τί σου έχω κάνει? συνεχίζει η Α κατακόκκινη πλέον, και μέσα στην ένταση φωνάζει και χτυπάει το φαγητό και με τα δυό της χέρια.
-Νόθο, νόθο φωνάζει και απο το στόμα της φεύγουν μικρά κομάτια φαγητού, μιά μπουκιά είναι κολλημένη βαθιά μές το στόμα της καθώς με κοιτάει με τα γουρλωμένα της μάτια. Θα είναι νόθο φωνάζει και πάλι, νόθο χωρίς πατέρα. Πρέπει να δηλωθεί και για να δηλωθεί πρέπει να γίνει γάμος έστω και πολιτικός, και ψευτομασάει την μπουκιά της.
-Μέ έχει δηλώσει η μάνα του και όλα θα πάνε καλά, τί θες τώρα άντε φάε!! λέω και ελπίζω να σταματήσει
-Καταλαβαίνεις παιδί μου? μου λέει στον ίδιο σχεδόν τόνο, πρέ-πει να παντρευτείς!!


Παρασκευή, η ώρα δύο και σαράνταπεντε. Όλα είναι βουβά τόσο που μόνο ο Τσάπλιν θα καταλάβαινε. Άλλη μιά εργατο-εβδομάδα πέρασε και είμαι έξτρα χαρούμενος γι αυτό.

φθινοπωρινός κανιβαλισμός


του Daliκερι

όταν η πείνα ανοίξει, σαν πρωινό λουλούδι στον ήλιο, και η ανάγκη παραμερίσει τις νωθρές επιθυμίες, όπως παραμερίζει το φως το σκοτάδι, τότε αφήνω τα φθαρμένα αισθήματα των άλλων και φορώ τη στολή της σάρκας.

ο εκ γενετής πόλεμος που κήρυξα στον εαυτό μου ανατέλλει. στρώνονται κόκκινα μαντήλια στο πεδίο μάχης και τα όπλα παρατάσσονται γύρω από το κυρίως σώμα: κουτάλι κατ' εικόνα ουρανίσκου που στεγάζει τη γευσιγνώστη γλώσσα, πιρούνι καθ' ομοίωση δοντιών που καρφώνουν το σώμα της πίστης και ένα μαχαίρι να διαιρεί όπως η γραμμή κλάσματος με αριθμητή την επιθυμία και παρονομαστή τη σάρκα.

με αριθμητή εμένα και παρονομαστή τον εαυτό μου τελείται το όργιο ηδονής. από τα σπλάχνα της συνείδησης ανεβαίνουν κραυγές υπόκωφες αναστεναγμοί λύτρωσης ξεφεύγουν από τις αλυσίδες του όχι αγκάθια κακίας γδέρνουν το δέρμα της θλίψης  τα δάκρυα του πόνου ξεχειλίζουν με αναφιλητά η χαρά της εκδίκησης κοκκινίζει παίρνοντας το αίμα της πίσω. εγώ και το σιαμαίο μου εγώ, μέσα στην κόλαση του αδιάφορου, αναρωτιόμαστε: σαρκάζει η ειρωνεία σου όπως ειρωνεύεται η σάρκα σου;

το μήλο ουραγός της γεύσης του παράδεισου.


ο βιβλιοσκώληξ τραγουδά για το φαγητό

του Θ.Π
Το πρωί, το πρωί σα βασιλιάς
Το πρωί.............. έτσι να φας
Γιατί αλλιώτικα να ξέρεις πως τη μέρα θα ναι αδύναμη
Η ζωη και θα πεινάς............ καθώς δουλεύεις
Και χωρίς δεκατιανό την κοιλιά σου θα πτωχεύεις


Το μεσημέ- το μεσημέρι σαν αστός
Το μεσημέ.......ρι έτσι να τρώς
Γιατί αλλιώτικα αν τρως σα βασιλιάς θα σκάσεις σα μπαούλο
Κι' άντε μετά να κοιμηθείς........ βαριανασαίνεις
Κι'αν χωρίς καμιάν ουσία τη ζωή σου στη συνέχεια θα πτωχένεις


Και το νωρίς και το νωρίς το βραδάκι
Και το νωρίς και το νωρίς να σαι  φτωχός
Κι' ας το ξέρουν όλοι μες τη γειτονιά
πως αμυθητα τα πλούτη θεριεύουν στην ξενιτιά
κάνε να φας σαν πλούσιος το βράδυ
και θα γίνεις σαν τον Πάγκαλο αλφάδι


Το τραγούδι αυτό γράφτηκε στις αρχές του 21ου αιώνα. Δυστυχώς για μία ακόμη φόρα δεν αναγράφεται το όνομα του στιχουργού. Πάντως, με σιγουριά μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για επιθεωρησιακό μουσικό κομμάτι. Σατιρίζει πολιτικά πρόσωπα και καταστάσεις της μακρυνής εκείνης εποχής. Βρέθηκε τυχαία από έναν τυφλό βλάχο, απόγονο αυτόχθονων κατοίκων του κέντρου της Θεσσαλονίκης κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας(από την εκκλησία σώθηκαν μόνο κάτι μεταλικές σκαλωσιές) πριν δεκαπέντε χρόνια(2612). Είμαστε τυχεροί που σώθηκε κάτι από την εποχή πριν την καταστροφή του 2012 και μάλιστα αυτούσιο.

φάτε τα μουστάκια σας


του Mario Kolopleni
Πρίν από κανα δυό χρόνια είχε έρθει στη μικρή μας πόλη ένα τηλεοπτικό συνεργείο εκπομπής με θέμα τα παραδοσιακά εδέσματα κάθε περιοχής. Οί άνθρωποι της εκπομπής έψαχναν μιά νοικοκυρά της πόλης να μαγειρέψει μπροστά στην κάμερα κάτι το ιδιαίτερο, κάτι τοπικό. Μαθαίνοντας το, ενημέρωσα και γώ την μάνα μου, γνωστή μαγείρισσα τής περιοχής, για να σπάσω πλάκα βλεποντάς την στήν τηλεόραση. Η απάντηση όμως της μάνας, όπως πάντα, ήταν αποστομωτική: " Δέν υπάρχει τοπική κουζίνα εδώ παιδί μου!  Όλοι χρησιμοποιούν τους κλασικούς ελληνικούς τσελεμεντέδες. Τί να μαγειρέψω;"  Πώς; Κοτζάμ πρώτη πρωτεύουσα της χώρας και να μήν έχει τοπική κουζίνα; Έμεινα άναυδος. Με τίς γνωστές ερευνητικές μου μεθόδους έψαχνα απεγνωσμένα να βρώ μιάν εξήγηση γι' αυτό το περίεργο γεγονός. Βασανίστηκα όσο δεν πάει. Ρώτησα γιαγιάδες, μαγείρους, έψαχνα μαγαζάκια με τοπική κουζίνα...Δέν βρήκα τίποτα. Αφού δεν υπάρχει, σκέφτηκα, ιστορικός λόγος θα υπάρχει κάτι άλλο. Ανέτρεξα λοιπόν σε βιβλία κοινωνιολογίας, ψυχολογίας, μεταφυσικής...Τίποτα! Η απάντηση ήταν μπροστά στα μάτια μου και δέν την έβλεπα. Η πόλη μου δεν χρειαζόταν τοπική κουζίνα. Μιά μικρή επαρχιακή πόλη του νότου, ξαπλωμένη πάνω στα μεγαλεία ενός ξένου παρελθόντος, δεν ήταν ποτέ δυνατόν να χρειαζόταν τοπική κουζίνα. Μιά χούφτα άνθρωποι μέσα στήν συντήρηση και την παρελθοντολαγνεία δέν θα επιθυμούσαν ποτέ να φάνε κάτι ξεχωριστό. Κάτι δικό τους. Τούς αρκούσε που τρώγαν τα μουστάκια τους και τα σωθικά τους μεταξύ τους. Αυτό ήταν και θα είναι το παραδοσιακό τους έδεσμα. Το ζήσαμε και θα το ζούμε όλοι στο σχολείο, στή βόλτα μας, στο πλάγιο βλέμμα του διπλανού, στούς μικρούς ψιθύρους τής πόλης, στα πισώπλατα μαχαιρώματα φίλων και συγγενών, στα υποκριτικά βλέμματα και στη φαινομενική οικογενειακή γαλήνη και τάξη όλων μας. Τρώμε τα μουστάκια μας λοιπόν και όποιος μας πεί φιλικούς και καλούς δεν ξέρει τί του γίνεται. Άν είσαι ξένος στήν πόλη μου θα γίνεις πλούσιος και θ' αποκτήσεις πολλές παρέες. Δέν είναι η αγάπη και η φιλοξενία που θα το κάνει αυτό. Είναι μιά συνεχής ηλιθιότητα τής πόλης να μή στηρίζει τα μέλη της. Να τα ζηλεύει και να τα ισοπεδώνει. Οι εξαιρέσεις απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Γι' αυτό κι ό ξένος, καλή του ώρα, που ζεί και εργάζεται εδώ γιά καιρό, στέκεται σε μιά γωνιά και κάνοντας πάντα τόν μαλάκα λέει: " φάτε τα μουστάκια σας" κι μετά γελάει.

το χάπι κατά της πείνας λέγεται Έρωτας

μιά φουτουριστική ανάγνωση του Dr. Wormhole

Ταξιδεύοντας συχνά στην αρχαιότητα διαπίστωσα πως ο κόσμος κινείται πάντα σύμφωνα με τίς ορέξεις 2 υπερδυνάμεων: τού έρωτα και της πείνας. Σκέφτηκα λοιπόν τότε να ταξιδέψω για πρώτη φορά στο μέλλον, για να διαπιστώσω πώς ο άνθρωπος του μέλλοντος βρήκε λύση σε αυτό το τεράστιο ζήτημα. Τα συμπεράσματά μου ήταν αδιανόητα. Δέν μπορώ να σας πώ λεπτομέρειες της ζωής του γιατί θα θέσω σε κίνδυνο την χρονική ακολουθία. Μπορώ όμως να σας μιλήσω γενικά και αόριστα όπως έκαναν όλοι οι συνάδελφοι προφήτες του παρελθόντος.
Τό πρώτο που θέλω να πώ είναι να είστε πάντα αισιόδοξοι. Το ζήτημα της πείνας θα αντιμετωπιστεί καίρια, με τη βοήθεια της επιστήμης. Στό μέλλον αγαπημένοι μου άνθρωποι δεν θα χρειάζεστε φαγητό με τήν παραδοσιακή έννοια του όρου. Θα σας αρκεί ένα μισό χαπάκι το πρωί και ένα ολόκληρο το βράδυ για να αποκτήσετε τίς βιταμίνες, τίς πρωτείνες, την ενέργεια και ό,τι άλλο προσφέρει το φαγητό. Πώς θα γίνει κάτι τέτοιο; Μήν επιμένετε. Δεσμεύομαι να μήν αποκαλύψω τη μυστική συνταγή. Πότε θα γίνει; Δυστυχώς ούτε αυτό μπορώ ν' αποκαλύψω. Φανταστείτε όμως έναν κόσμο που κανείς δεν θα πεινά, που τα ζωάκια δεν θα σφάζονται, τα φυτάκια δεν θα τρώγονται και όλα θα κινούνται σε μιά τέλεια φυσική ισσοροπία! Γιά όσους ανησυχούν ακόμη το χάπι θα διανέμεται δωρεάν σε όλους. Θα θεωρείται μιά φυσική κατάκτηση όπως το οξυγόνο. Προτού όμως σας πιάσουν τα γλέντια και τα πανηγύρια πρέπει να σας πώ πώς αυτός ο κόσμος δεν θά ναι και τόσο χαρούμενος όσο φαντάζεστε. Βλέπετε το χάπι σταδιακά θα αποξενώσει τόν άνθρωπο απ' το κυνηγετικό ένστικτο που τού έχει απομείνει και ολόκληρος ο πλανήτης θα περάσει τόν Μεγάλο Αιώνα της Κατάθλιψης. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών, οι απόπειρες αυτοκτονίας, η βαρεμάρα, η σαπίλα θα πάρουν επικίνδυνες διαστάσεις για τήν συνέχιση του είδους. Θα υπάρξει μιά μέρα, κύριοι, που τό μέλλον θα κρέμεται σε μιά κλωστή. Όσοι όμως με διαβάσετε μπορείτε με σιγουριά να μεταφέτετε στους απογόνους σας τήν πίστη πως ο άνθρωπος δε θα χαθεί! Η επιστήμη θα κυριαρχήσει! Μέσα στο χάπι της καταπολέμησης της πείνας οι επιστήμονες της εποχής θα συνταγογραφήσουν τα καλύτερα και σπανιότερα αντικαταθλιπτικά και ηρεμιστικά χάπια. Η έκσταση, η αγάπη και η ηρεμία θα πορευτούν μέσα σ' έναν οργανισμό δραστήριο και χορτασμένο. Το χάπι θα ονομαστεί Έρωτας και θα διανέμεται δωρεάν σε κάθε εργαζόμενο