Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Η ζωή και ο Θάνατος του Νίκου Καπλανί

ιστορία του Καρόλου του μαύρου Σκώληκα


27 του Ιούλη, ημέρα Τρίτη, ήμουνα αυτό που λένε για λύπηση.
Σκύλος του δρόμου. Αδέσποτος
Τραβώ από γειτονιά σε γειτονιά μήπως βρω κανα κομμάτι φαΐ δίπλα σε κανα ντενεκέ, κανα ψοφίμι.
Μη τάχα λέει μήπως βρω κανένα φίλο, να μου χει φτιαγμένο κανα χαρτόκουτο να πέσω.
Να πιώ μια σταλιά γάλα, και να ρίξω μετά τη μούρη μου στο αριστερό μου επάνω το πόδι .
Και κατα λάθος λέει μη, με χέρια γυμνά να με χαδέψει.
Και κουρνιάσω. Σα κοτόπουλο
Και σε  ύπνο βαθύ να κυλίσω.
Τώρα που με θυμάμαι γελάω.
Έκαιγε η άσφαλτο και το χώμα έβραζε δίπλα της
Ανοιχτός, πεντάνoιχτος ο ουρανός, κι ο ήλιος με έκαιγε
Αμάξια ,μετά, απο ´δώ και από κει, και ´γώ στη μέση.
Τετράποδος. Να μυρίζω.
Κάτι μπουγάδας απόνερα μπατζούρια κλειστά
Με λούζει το φως. Καίομαι
Ένας κάπως μεγάλος με πρόγκηξε.
Τρόμαξα, έτρεξα λίγο. Αμάν αδερφέ όλοι εδώ μέσα δε ζούμε;
Ρώτηξα μα μ’ αγνόησε
Λεωφόρος παραλιακή.
Δεξά μου η πόλη αριστερά δε θυμάμαι.
Μια αγέλη πουλιά στον ορίζοντα να ωρύονται και από κάτω η θάλασσα
Ν’ αρμενίζει, στα χάη να χύνεται.
Έκατσα στο πεζοδρόμιο στα δυό μου τα πισινά, ξύστηκα.
Άναψα τσιγάρο και κάπνισα
Αμέσως και δεύτερο, κοίταξα κάτι σκουπίδια χαρτιά και μπουκάλια πλαστικά.
Δεν είπα, δεν κοίταξα ,μόνο μετά με τραβήξανε στην άλλη άκρη του δρόμου
Ξεψυχούσα.
Ένας παχυλός πιερότος μ’ έφτυσε και βλαστήμησε, ο άλλος δε μίλησε .
Σώπασε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου