Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

δύο νανουρίσματα

του Διάκενου Καλλιπολίτη


Πούλι μου έλα ξάπλωσε μαζί μου το Χειμώνα
ανέμοι στο κατόπι μας, ανάσες του βορρά
κομμάτια απομείναμε στο παζλ του κόσμου μόνα
τους φόβους νανουρίζουμε σαν άγρια μωρά.

Καρδιά μου δέσε στη καρδιά φτερά πουλιών που φεύγουν

ύπνος και πτήση πνέουνε σε μάτια σφραγιστά
γκρίζους ονείρων πελαργούς οι έρωτες θα ζεύγουν
μακρύ ταξίδι της σιγής σε σύννεφα κλειστά.



Διάκενος Καλλιπολίτης
6-11-2010

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

σερβιρισμένο σε χαλί

μιά μαγική ιστορία του νίκου πάκου

   Κυρίες και κύριοι, σύμφωνα με νέες πληροφορίες που αντλήσαμε από απόρρητες πηγές ο ρεπόρτερ μας νίκος πάκος συνεχίζει την πορεία του στη μυστηριακή μαύρη ήπειρο. Πλέον τα ίχνη του βρέθηκαν στα πιο μεγάλα αφρικάνικα βάθη, να αράζει δίπλα στην χύτρα του φύλαρχου Μπουαμπούααμ της πριγκιπικής φυλής Ζούκου-ζούκου. Τύφλα να έχει ο Durkheim και οι ανθρωπολόγοι της πλάκας κυρίες και κύριοι, ο νίκος πάκος έχει καταπιαστεί με εμβριθείς έρευνες για τον τρόπο ζωής και τις κοινωνικές σχέσεις των φυλών γύρω από τη λίμνη. Ποια λίμνη θα μου πείτε… Ούτε εμείς γνωρίζουμε. Ούτε το όνομα της, ούτε την ακριβή γεωγραφική της τοποθεσία. Αυτό που καταφέραμε να αποσπάσουμε από τον καθηγητή είναι ότι οι πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, τις οικογένειες και τις κάστες που ζουν γύρω από την λίμνη ορίζονται από έναν πολύπλοκο συγκερασμό γεωμετρίας και μουσικής. Άλλο που δεν ήθελε ο νίκος πάκος, αυτός ο ψαχουλευτής των μουσικών σχημάτων.
   Αλλά, την ζουγκλένια κοινωνική πυραμίδα ήρθε να ταράξει ένας εξωτερικός παράγοντας. Όχι, δεν μιλάμε για τον ειδικό απεσταλμένο μας, ο οποίος χάρη στις επικοινωνιακές του ικανότητες και πάνω απ' όλα  την πολυγλωσσία του, έγινε ένα με τους Ζούκου-ζούκου. Μια ωραία πρωία έφτασε ένας άντρας από τον άγριο βορρά, λευκός σαν τον αφρό, τυλιγμένος με υφάσματα πάνω σε υφάσματα και καβάλα σε ένα χαλί. Και πάνω στο χαλί έχει ανεβασμένη και την μάνα του! Δεν τη σέβεται καθόλου, εκείνη τον ξερίζωσε από τα σπλάχνα της, του έδωσε τροφή και φως και εκείνος μια της φωνάζει μια της ζητάει συγνώμη. Οι ανθρωποφάγοι μας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αλλαγές και μια τέτοια λαχτάρα δεν καταπίνεται κι εύκολα.
   Κοιτούν τον ξένο δύστροπα, περίεργα, ωμά. Όχι ότι δεν είχαν ξαναδεί ένα άσπρο και παστρικό κομμάτι του δυτικού πολιτισμού, ο νίκος πάκος άλλωστε κάτι τέτοιο στην αρχή τους θύμιζε. Αλλά, από την πρώτη στιγμή που ο νέος επισκέπτης εμφανίστηκε, διαισθάνθηκαν ότι θα έφερνε τα πάνω κάτω. Κι όντως, αυτός ο βόρειος εξωγήινος συνδέθηκε με την φυλή τους με ένα δεσμό αλληλένδετο.
Αλλά ας πάρουμε την ιστορία μας από την αρχή, σύμφωνα με το ρεπόρτο που μας απέστειλε ο νίκος πάκος.
   Η ιστορία θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει να κάνει με την μάνα τον μοναχογιό της και την μαγεία. Κατεβάστε τα φώτα, βάλτε ένα ποτάκι… η αφήγηση ξεκινά.


1.


"Ρε μαμά, αυτό το χαλί είναι πολύ βαρύ! Άσε που βρωμάει κιόλας… από πότε το έχεις στο πατάρι;"
   Ο Θήτα σκούπισε στο παντελόνι της φόρμας του τη σκόνη από το απαρχαιωμένο χαλί. Έπειτα απέμεινε να κοιτά ένα μικρό σημείο του χαλιού, το οποίο, αν και τυλιγμένο, είχε γυρίσει και φαινόταν η εξωτερική του πλευρά. Κάτι πολύπλοκα αραβουργήματα αιχμαλώτισαν την ματιά του, για έναν ανεξήγητο λόγο τον γοήτευσαν, έκανε κάπως να τα διαβάσει… αλλά τελικά κατέληξε: "όλα αυτά τα σχέδια τσάμπα ζαλάδα μπορούν να χαρίσουν".
   Μετά από λίγο ήρθε η μάνα του. Έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε το τυλιγμένο χαλί ερευνητικά. Θα έλεγες πως έτσι ψηλή, λίγο παχουλή και με τα μαζεμένα της σγουρά μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού, έμοιαζε με αρχηγό κανίβαλων… ένα ανθρώπινο κοκαλάκι, αντί για το πλαστικό πιαστράκι να είχε στη φούντα των μαλλιών της και θα ήταν μούρλια!
   "Τι κοιτάς;" του είπε η μητέρα μου με ένα συναίσθημα περιέργειας, ενόχλησης και ενδιαφέροντος. "Τι να τα κάνω μωρέ τα μαλλιά, τώρα που έχουμε πιάσει να στρώσουμε τα χαλιά; τα έχω πιάσει κότσο…".
   "Να στρώσουμε τα χαλιά" επανέλαβε ο Θήτα μέσα του… Βαριόταν τόσο την όλη διαδικασία. Είχε δουλειά, είχε γκόμενα, είχε φίλους οι οποίοι σαββατιάτικα θα είχαν πάει για καφέ, αλλά έπρεπε να κάτσει με την μάνα του να στρώσουν τα χαλιά. Ε ναι, κατά κάποιο τρόπο της το χρωστούσε. Από τότε που ο μπαμπάς την χώρισε, ήταν μόνη της και ένιωθε μόνη. Άλλωστε εκείνος ήταν το μοναχοπαίδι της.


2.


   Έβγαλαν το χαλί στη βεράντα, το φως του μεσημεριανού ήλιου έπεφτε πάνω του και δεν το λυπόταν, φανερώνοντας σκόνες, φθαρσίματα, βουναλάκια από τρίχες κεφαλιών τα οποία ο Θήτα σκέφτηκε τώρα μπορεί και να σαπίζουν κάτω από το χώμα. Παρόλα αυτά τα εκκεντρικά του μοτίβα τραβούσαν ξανά τη ματιά του, ειδικά τώρα που τα έβλεπε σε φως.    Ήταν δίχρωμα, ένα βαθύ ξεφτισμένο μπεζ για φόντο και βυσσινί για τα σχέδια. Αλλά όλα τα λεφτά ήταν τα σχέδια. Ο Θήτα τα σκάναρε προσεκτικά με τα μάτια που του είχε δώσει ο θεούλης, αλλά λες και κάτι του διέφευγε. Εκεί που νόμιζες πως εντόπισες το κοτσάνι ενός λουλουδιού, ξαφνικά έβλεπες να σε κοιτά το κεφάλι ενός πλάσματος που έμοιαζε με λιοντάρι ή με κουνέλι; Αλλά η πιο δυνατή αίσθηση που σου άφηνε το χαλί ήταν και η πιο δύσκολα περιγράψιμη. Λες και σε καλούσε να το διαβάσεις, λες δηλαδή και τα αραβουργήματα που απλώνονταν ήταν ένα αλλόκοτο κείμενο γραμμένο σε μία ακατάληπτη γλώσσα. Σήκωσε λίγο το βλέμμα προς την μάνα του. Και εκείνη είχε ριγμένα τα μάτια της στο χαλί και το παρατηρούσε με παρόμοιο τρόπο…
   Πήγε να της πει κάτι του στυλ: "έλα μαμά, σταμάτα τα χαζά και ας πιάσουμε να το τινάξουμε πια!", αλλά την προσοχή του τράβηξε κάτι ακόμα πιο αλλόκοτο. Τα σχέδια του χαλιού άρχισαν να…. κουνιούνται, να λικνίζονται! Μα το θεό έτσι του φάνηκε! Τα σχέδια λικνίζονταν σε έναν αόρατο κι ανήκουστο ρυθμό. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ξανακοίταξε, απομάκρυνε το βλέμμα του προς τις ωραιότατες γλάστρες με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και ξανακοίταξε. Η ματιά του από τα τριαντάφυλλα στο χαλί, το οποίο πλέον ολοφάνερα κουνιόταν, έκανε σπασμωδικές κινήσεις, αλλά παράλληλα αρμονικές, σαν να χόρευε. Αν τα τριαντάφυλλα ξαφνικά στα χείλια απ' τα πέταλά τους εμφάνιζαν δόντια υγρά από τα σάλια, δεν θα εκπλησσόταν. Τελικά έριξε το βλέμμα προς τη μάνα του. Δεν θα τη χαρακτήριζες και ψύχραιμη… Αν πάλι τη θεωρούσες τρελή, δεν θα έπεφτες και έξω: γουρλωμένα μάτια, ορθάνοιχτο στόμα, χέρια μουδιασμένα να λέει μόνη της: "μα…κουνιέται…".


3.


   Είχαν ένα μαγικό χαλί. Ο Θήτα και η μάνα του είχαν στην κατοχή τους ένα μαγικό χαλί. Η μάνα του Θήτα, αυτή  η πενηνταπεντάρα μοναχική, συναισθηματική ως και παρορμητική, μα καλόκαρδη γυναίκα, σκεφτόταν πως το χαλί το πήρε πριν 3-4 χρόνια από τον φαλακρό και πλέον νεκρό Θείο Λάκη… Θυμόταν αμυδρά που όταν ήταν κορίτσι, πατούσε ξυπόλυτη αυτό το χαλί στο σπίτι του θείου Λάκη και το ένιωθε ζεστό, σχεδόν χαμογελαστό. Θα έλεγε κανείς πως στην παιδική ηλικία όλα μοιάζουν χαμογελαστά, αλλά η αίσθηση αυτού του χαλιού ήταν διαφορετική.
   Αναμόχλευε αναστατωμένη τις μνήμες της, το χαλί της έφερνε εικόνες, χρώματα, συναισθήματα, αλλά δεν θυμόταν τίποτα πια το τόσο περίεργο για αυτό. Όμως τώρα καταλάβαινε πως αναμφίβολα ήταν μαγικό: αιωρούνταν γύρω στα δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα της βεράντας. Παράλληλα λικνιζόταν παιχνιδιάρικα στον ίδιο εσωτερικό του ρυθμό, και έμοιαζε για ακόμα μια φορά χαμογελαστό. Άθελά της χαμογέλασε κι εκείνη. Ο Θήτα παρατήρησε την έκφρασή της, φυσικά δεν μπορούσε να το εξηγήσει με την λογική, αλλά γρήγορα αποφάσισε πως τελικά δεν τον ενδιέφερε. Το χαλί του έβγαζε και εκείνου μια ωραία, χαλαρή διάθεση… να την πούμε ταξιδιάρικη;
   Μέσα του πλημμύρησε από μια αίσθηση αναχώρησης και ταξιδιού. Όπως πριν κανένα εξάμηνο που είχαν πάει με την Μάγδα στην Βαρκελώνη. Αλλά τώρα το χαλί του έκλεινε το μάτι, προσκαλώντας τον σε ένα ταξίδι χωρίς τις ευθύνες να βγάζεις εισιτήρια, να ετοιμάζεις βαλίτσες, να χώνεσαι σε ταξιδιωτικούς οδηγούς τσέπης. Ήταν μια καταπληκτική αίσθηση, ένας παιδικός ενθουσιασμός. Ο ήλιος έλαμπε, η μητέρα του χαμογελούσε, ένιωσε πως η ζωή ήταν μια περιπέτεια. Έκανε λοιπόν ένα μπαπ και πήδηξε στο αιωρούμενο χαλί. Εκείνο τον δέχτηκε με ευγένεια και με μια δόση τυχοδιωκτισμού. Λες και ένας σκονισμένος πιλότος του μεσοπολέμου με εκείνα τα μεγάλα αεροπορικά γυαλιά, το μακρύ κασκόλ και το φθαρμένο πέτσινο τζάκετ τον καλωσόριζε στο ελικοφόρο υδροπλάνο του.
   Άπλωσε εγκάρδια το χέρι στην μητέρα του. Εκείνη ένιωσε την μητρική αγάπη να ξεχειλίζει, άπλωσε το χέρι της όπως έδινε πριν χρόνια το στήθος της στον μικρό Θήτα για να βυζάξει. Το μαγεμένο χαλί ανέσυρε και στους δύο ένα ποτάμι έντονων συναισθημάτων, ένα βουνό θετικότητας, διαύγειας και κατάφασης.


4.


   Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε το μαγικό παραμύθι του Θήτα και της μητέρας του, το μυθικό ταξίδι πάνω σ' ένα ιπτάμενο χαλί με άγνωστη προέλευση και παρελθόν. Έτσι απλά. Η μητέρα του Θήτα άδραξε το απλωμένο του χέρι, στογγγυλοκάθησε πάνω στο χαρούμενο χαλί, εκείνο τίναξε λίγο τα κρόσσια του σαν να 'λεγε: "κυρία μου, τιμή μου που σας κουβαλώ, στον κόσμο αυτόν τον στρογγυλό". Αφού και οι δύο επιβάτες  βολεύτηκαν, μπροστά ο Θήτα, πίσω η μαμά με τον φουντωτό κότσο θύμα του ανέμου, το χαλί ανασκουμπώθηκε. Σαν να πήρε μια βαθειά ανάσα σε μία άηχη μουσική που ολοένα δυνάμωνε πέταξε ελεύθερα στο θολό απόγευμα του φθινοπώρου.
   Φαντάζομαι πως ήδη οι πιο ορθολογιστές αναγνώστες, ή απλά οι περισσότερο εγκεφαλικοί και απαιτητικοί, θα αρχίσουν να βγάζουν παράπονα, αμφιβολίες για ποικίλα θέματα: τον ρεαλισμό του στόρυ, την αληθοφάνεια στις σκέψεις και αντιδράσεις των χαρακτήρων, την αρμονική και φυσιολογική ροή της πλοκής… Αλλά ο νίκος πάκος προνόησε για αυτές τις αντιδράσεις και μου παράγγειλε να σας πω ότι όσοι από σας δεν έχετε ήδη γοητευτεί ολότελα από την αριστοτεχνική του αφήγηση, να παρατήσετε στις τσέπες μαζί με τα πιο βαριά κέρματα την ριζωμένη ανάγκη για το πραγματικό και το λογικό. Ένα μαγικό χαλί μπορεί να ανοίξει τα πηγάδια της φαντασίας και της πιο αξιοθαύμαστης ανθρώπινης επιθυμίας, της θέλησης για ταξίδι, περιπέτεια, παραμύθι. Για αυτό και τα πηγαία συναισθήματα των ηρώων μας μεγεθυνθήκαν κατά αυτό τον τρόπο: γιος και μάνα αισθάνθηκαν μια τέλεια μοναξιά, αλλά και μία πλήρη αλληλεγγύη σε ένα κόσμο σπαρμένο με θαύματα. Ανέβηκαν στο ιπτάμενο χαλί και όρμηξαν να τον εξερευνήσουν, να γίνουν και εκείνοι ένα θαύμα ανάμεσα στα θαύματα.


μια βόλτα στη πόλη

του Mario Kolopleni

Την πρώτη φορά που γνώρισα δρόμο, στεκόμουν πάνω σε πεζοδρόμιο,
                                                κάτω ακριβώς απ' το παράθυρο της κουζίνας.
 Η σκιά της μητέρας έδειχνε απο ψηλά το σημείο της πρώτης μου αμαρτίας, και στο μυαλό μου μέσα, άκουγα μόνο τροχαία δυστυχήματα, απαγωγές ανηλίκων, θάνατο και φόβο. Μόλις αφαιρέθηκα, έκατσα κάτω, έβαλα όλη την δύναμη στα χέρια κι ακούμπησα το άγνωστο με την άκρη του παπουτσιού μου. Ήταν η πρώτη μου βόλτα στη πόλη με τη μητέρα.
    Ακολούθησαν μεγαλύτερες και συχνότερες. Κυρίως τα καλοκαίρια,
                                τα βράδυα,
η μητέρα είχε πολύ άγχος. Κι όταν έχεις άγχος περπατάς να ξεχαστείς. Τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω. Μου φόραγε λοιπόν τα καλά μου ρούχα και μ' έβγαζε βόλτα σε όλη τη Napoli.
   Στη διαδρομή, θέλοντας να μου διηγηθεί την ιστορία της πόλης μιλούσε συνεχώς για την δική της ζωή. Μή γελιέστε! Κι εγώ αυτό κάνω.
    Η βόλτα με τη μητέρα έμοιαζε πάντα μ' ένα ασπρόμαυρο φιλμάκι βουτηγμένο σε μιά πολύχρωμη πραγματικότητα. Βλέπετε η μητέρα ήταν ευτυχώς κι αυτή, αφηρημένο παιδί . Και μ' αυτόν τον τρόπο μου γνώρισε δύο πόλεις, ίσως τρείς.  Οι πόλεις της,  γεννούσαν σε κάθε τους γωνία αλλόκοτες εικόνες, δίχρωμους μασκαράδες, κάρβουνα και ποδιές, κορίτσια που κρατούν καβουρομάνες,  ολόκληρα σκοτάδια.
     Παιδική ψυχεδέλεια με φιλμ νουάρ μπορείτε να φανταστείτε; Μια φορά, στην άκρη του λιμανιού, ξεμύτησαν μές απ' τα βρώμικα νερά δεκάδες παιδιά που κολυμπούσαν ώρες ανάμεσα στις βάρκες. Μιάν άλλη, πίσω απ' τα κάγκελα του πολυτελούς ξενοδοχείου κρεμιόντουσαν ρακένδυτοι που φωνάζαν δυνατά, μονάχα στις κοπέλες. Άκουσα τον ήχο του δημίου της πόλης κάνοντας κούνια και σέρνοντας πόδια στα χαλίκια. Βρέθηκα σ' ένα μπαλκόνι φυλακή πού κρυβε στα φραγκόσυκα μια σχολική κοπάνα. Πυροβόλησα πλοίο απο πέντε κανόνια κι ένα πρωί, μεταμορφώθηκα σε ηλιακό ρολόι.
     Αργότερα, βλέποντας ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Τερζάκη, γυρισμένο περίπου ένα χρόνο πριν γεννηθώ, άκουσα τον λογοτέχνη να λέει πως η Napoli έχει χάσει δυστυχώς, εδώ και καιρό, την καθημερινή δραματουργία της. Ξαφνικά θυμήθηκα τη μάνα μου.

    
    


    
    
       
      
        
     
    

ωδή στην αγάπη της μάνας


του Θ.Π

Tι με βασανίζει μεσ' τη νύχτα
Και σου στέλνω όλο μηνύματα ανόητα
Μην αργήσεις πάλι και ανησυχώ
Αν μου πάθεις να το ξέρεις θα πεθάνω

Τι μου κάνεις και μου πας όλο στην κόντρα
Εφηβεία πάλι περνάς στην αλητεία
 Πρόσεχε στο δρόμο μη σε κοροϊδέψουν
Σου βαλα μέσα στην τσάντα ένα τόστ

Αχ αγάπη μου γλυκιά
Αχ μωρό μου, πασά μου, κανακάρη
Τι σου ζητώ παρά να με ακούς;
Δώσμου ένα φιλάκι και φύγε στη δουλειά

μητρικό γάλα

Κάρολος το μαύρο sκοολήκι,

Η παρακάτω ιστορία είναι πραχματική, δεν έχω προσθέσει κανένα φανταστικό στοιχείο ή πρόσωπο. Έχει συμβεί όταν ήμουν επτά χρονώ, στήν αφεντιά μού, το Μαύρο Σκουλίκι.


    Κάθε σαββατοκύριακο συνηθίζαμε να πηγαίνουμε στο χωριό του μπαμπά. Εκεί που μεγάλωσε, για να βλέπουμε τον παππού και την γιαγιά, άλλες φορές γιά να τούς βοηθάμε με της αγροτικές δουλειές και άλλες φορές απλά, να είμαστε εκεί.
Ήταν σημαντική η παρουσία όλης τής οικογένειας γιατί ο αδελφός του μπαμπά είχε πεθάνει πρόσφατα και πολύ νέος.
Άφησε πίσω του, ορφανό και μάνα, κοπέλα είκοσιεφτα χρονώ, συνήθιζε να λεεί η μαμά μου για να με ρίξει στο φιλότιμο και να ακολουθήσω στο χωριό, χωρίς πολύ γκρίνια.
-Τι είναι πουλάκι μου μισή ώρα δρόμος; με ρώταγε η μαμά συνήθως γιά να με τουμπάρει.
-Ετοιμάσου φεύγουμε! Έλεγε εκείνος απο το βάθος της κουζίνας, πίνωντας τις τελευταίες γουλιές καφέ.
Καί φεύγαμε.
    Ήταν άνοιξη του 1989 και Σαββάτο. Φτάσαμε στο χωριό κατά τής εννιά-εννιάμιση η ώρα το πρωί και ήμουν extra χαρούμενος που θά συναντούσα τον παππού και τη γιαγιά. Δέν θα σάς  κρύψω ότι ήλπιζα να έχουν πάρει τη σύνταξη τους, για να πάρω καί εγώ κανά δύο κατοστάρικα ν' αγοράσω γαριδάκια. Τα λάτρευα.
Σήμερα έπρεπε να παίξω με το μικρό μού ξαδελφάκι γιατί κανείς δέν τό παιζε ή τού έδινε σημασία. Ήταν ορφανό δέν είχε γνωρίσει πατέρα και χρειαζόταν  μιά παραπάνω βοήθεια, μου έλεγαν. Ο συνονόματος μου, πρωτότοκος και αυτός και βαφτισμένος με τ' όνομα του παππού μου, δέν ήταν καί ο καλύτερος στο παιχνίδι. Όχι γιατί δέν μπορούσε αλλά γιατί ήταν μικρότερος 3-4 χρόνια.
Οί μεγάλοι έφτιαξαν καφέ και ξεκίνησαν τήν κουβέντα, καΙ γώ αφού βαρέθηκα να μπερδεύομαι παρακολουθωντας τή λένε βγήκα στό μπαλκόνι. Το σπίτι στό χωριό ήταν ενός ορόφου, χτιζμένο πάνω σε λόφο και απέναντι από τα ζώα. Από εκεί μπορούσες να δείς το μαντρί. ΄Ασπρο καί χωρίς σκεπή.
    Ξεκίνησα το παιχνίδι μόνος μου, με το μαγικό αμαξάκι μου, και μετά απο λίγο ήρθε καί το μικρό ξαδελφάκι.Δεν χρειάστηκε πολύ πρίν αρχίσουμε τόν καβγά για το ποιός θα πάρει το μαγικό αμάξι γιά να τρέξει στο φανταστικό ράλι που ξεκινούσε σε λίγα λεπτά. Μετά από αγωνιώδεις προσπάθειες, το πήρα, ήταν τώρα πια στα χέρια μου, και πάνω στήν ένταση τής στιγμής ξεφώνισα:
-Μπάσταρδε!!! και μετά κοκκίνισα .Όχι από ντροπή αλλά από φόβο..
Πίσω απο τήν πόρτα ο πατέρας μου με κοίτα, κατακόκκινος, κάτι φαίνεται να λέει μα δεν βγάζω άκρη. Έρχεται κατα πάνω μου!
Με γρήγορα και κοφτά βήματα πετάγετε έξω αλλά αντί να έρθει κατα επάνω μου ανοίγει το βήμα και τρέχει πρός τα κάγκελα, με τα δύο του χέρια πιάνεται από το επάνω μέρος τους και βάζοντας δύναμη στο αριστερό του πόδι πηδάει κάτω απ το μπαλκόνι. Την ίδια στιγμή η μάνα του και η μάνα μου έχουν βγεί έξω και παρακολουθούν με αγωνία τη σκηνή. Προσγειώνεται σταθερά στο έδαφος και τρέχει πρός την αμυγδαλιά, πηδάει επάνω της, σχεδόν την αγκαλιάζει καί καθώς πέφτει, παρασέρνει μαζί του ότι κλαδί υπάρχει επάνω της .Έπειτα κοιτάζει τί έχει μείνει στα χέρια του και διαλέγει την πιό νεαρή βέργα.
-Πάει, θα το σκοτώσει, ακούγετε να λέει η γιαγιά .
-Όχι το παιδί ! Η μάνα μου.
Ίσως αν συγκεντρωθώ όπως κάνουν οι νίντζα, σκέφτομαι, ίσως τότε να μην με πονέσει. Μα μάταια. Σε χρόνο μηδέν είναι εδώ.
Με το δεξί του χέρι με αρπάζει απο αριστερό μου μπράτσο καί με σήκωνει στόν αέρα με τέσσερις κοφτές και δυνατές ξυλιές με κάνει να μου κόπει η ανάσα.
Πρώτη. Νοιώθω τα μάτια μου να τσούζουν και να είναι πρισμένα, ένα κάψιμο σα να μού χεις βάλει φωτιά απο τη μέση και κάτω. Δεύτερη, τρίτη, σκέφτομαι οτι πρέπει να σταματήσει αυτή η παράνοια και να με αφήσει να ζήσω, είμαι πολύ μικρός να πεθάνω, τέταρτη τα χάνω, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Γιατί; Τα μυστικά τον νίντζα με πρόδοσαν!
Ξαφνικά νοιώθω κάτι να με τραβάει απο εκεί μέσα και βρίσκομαι στην αγκαλιά της μάνας μου. Τόση σιγουριά, σχεδόν τη βυζαίνω, με γλίτωσε εκείνη με γλίτωσε. Τα τραύματά μου πονάνε, ακόμα πονάνε, μα με γλίτωσε εκείνη με γλίτωσε. Τι έγινε; Γιατί; Η μαμά μου με γλίτωσε.

το ξεχασμένο σημείωμα

Πάνε δυο χρόνια περίπου από εκείνη τη μέρα. Σε κανέναν από τους δυο δεν είπαν την αλήθεια, ή τουλάχιστον όλη την αλήθεια. Εκείνος έπρεπε να μη χάσει την ελπίδα του, εκείνη να αντέξει όσο περισσότερο γινόταν. Και έτσι έγινε. Προσπάθησε πολύ. Μόνος του, με βοήθεια φαρμάκων, με βοήθεια γιατρών, με βοήθεια δικών του ανθρώπων. Εκείνη προσπαθούσε με το μόνο τρόπο που ήξερε και μπορούσε, με προσευχές. Θα έπιαναν; Ήταν αρκετές; Όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με μια τέτοια κατάσταση το μόνο που μπορείς να έχεις είναι πίστη και υπομονή. Πίστη ότι θα περάσει και όλα θα είναι όπως πριν και υπομονή για τα δύσκολα που θα έρθουν. Αυτά είχε και εκείνη. Μαζί με μια καρδιά που τον αγαπούσε όσο αγαπούσε τον εαυτό της. Ίσως και περισσότερο. Γιατί τέτοια αγαπη δε μετριέται, δε συγκρίνεται, ούτε καν επαναλαμβάνεται. Ο καιρός πέρασε, εκείνος χειροτέρευε, η αρχή του τέλους ήρθε. Το μητρικό ένστικτο δε γελιέται, το ήξερε προ πολλού. Όμως πως να δεχτείς κάτι που δεν αντέχεις ούτε σε εφιάλτη να το δεις; Έτσι υπομένεις, επιμένεις, ελπίζεις, παλεύεις, πιστεύεις! Πιστεύεις πως θα δεις το παιδί σου να μεγαλώνει και να μεγαλώνει ώσπου εσύ ηλικιωμένη γριούλα, θα φύγεις πρώτη από τη ζωή. Η ζωή όμως δε σου κάνει τα χατήρια. Και αυτό που αγαπάς περισσότερο από καθετί, το βλέπεις να φεύγει. Να το αποχωρίζεσαι ενώ δεν ήταν έτσι να γίνει. Δεν το ήθελες έτσι. Τώρα ο πόνος ρίζωσε βαθιά και δε θα φύγει ώσπου να φύγεις και συ. Πόνος, πόνος χωρίς γιατρειά, πόνος που δεν ξεχνιέται, πόνος που δύσκολα αντέχεται. Ποιά λόγια μοιάζουν αρκετά παρήγορα για τη μάνα που κλαίει το παιδί της; Ποιά λύπη χειρότερη μπορεί να βρει στη ζωή της; Όλα ξεχνιούνται, όλα περνάνε, όλοι ξεχνάνε. Η μάνα όμως ποτέ.

τάφος μήτρα


έργο του Daliκερι

μετά από ένα μακροβούτι στην αυθαιρεσία της τύχης
φύτρωσα εδώ μέσα.

σε αυτό το απόλυτα κλειστό σύμπαν
στο οποίο θριαμβεύει η σιωπή
εκτίω την ποινή της ζωής
που μου επιβλήθηκε
από το καφκικό δικαστήριο
της μοίρας.

ήδη
από τη στιγμή του προσωπικού μου bing bang
τα θαμμένα αιμοφόρα αγγεία σαν κισσός
αναρριχώνται στην κοιλιά της ανυπαρξίας
τα κόκαλα κλαδιά σχηματίζονται κάτω από το βάρος
του ουράνιου θόλου που τα σκεπάζει, ενώ ο θνητός
μου χρόνος - ο αμφιβληστροειδής χιτώνας όλων-
σαν το μάτι του κυκλώνα
σαρώνει τους καρπούς
από το σώμα
του τελευταίου κήπου.  

εδώ μέσα
η γαλήνη θρέφεται με σκόνη γάλα από στήθος μάρμαρο

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

μανούλα

 έργο της λογοτεχνικής Πιπίτσας

Έτσι μεγάλωσε. Ήθελε πάντα να κυλιέται σε ωκεανούς από μωρουδένιο χνούδι. Αυτή η ακατάσχετη μυρωδιά από αφροσαμπουάν ξεχείλιζε τα πρωινά το μπάνιο του, σκαρφάλωνε στα παράθυρα του σπιτιού και ξεχυνόταν στους δρόμους της γειτονιάς. Κι η κολώνια η ανελλιπώς παιδική, άραζε κάτω από τη μύτη του με τις ώρες για να θυμάται τότε που ως μωρό και λίγο αργότερα την πασάλοιβε πάνω του για να κυνηγάει τις μυρωδιές που τον βασάνιζαν. Η μέρα κυλούσε με φρουτόκρεμες ανεκτής θερμοκρασίας όπως της έφτιαχνε η μαμά. Στο γραφείο τα τάπερ γέμιζαν τέτοιες κρέμες και καμιά φορά έπαιρνε κρέας αλεσμένο στο μίξερ με αρακά. Του έλειπε βέβαια το καρότσι και δεν είχε βρει ακόμα κάποια εταιρεία πρόθυμη να του φτιάξει ένα στα μέτρα του.


Ευτυχώς όμως είχε βρει πάρκο. Με πολύχρωμο δίχτυ να τον περικυκλώνει που έγραφε “Super Baby”. Κάτι παγωμένα βράδια που μπουμπούνιζε χωνόταν εκεί καθώς το σιντί έπαιζε τραγούδια παρηγοριάς για ζουζούνια, μέλισσες και καλόκαρδους γιγαντιαίους αρκούδους. Το πάπλωμα τον έκλεινε μέσα του, αφού είχε φερμουάρ που του παγίδευε τα πόδια. Στον ουρανό του δωματίου φιγουράριζαν αεροπλάνα που ταξίδευαν συνεχώς όταν πάταγες το κουμπί και ξεκινούσαν τις πτήσεις τους λίγο πριν κλείσει τα μάτια του. Κάθε δωμάτιο ήταν και ένα καρτούν. Η κουζίνα ήταν όλη η οικογένεια Μάους. Οι ποντικιένιες φάτσες σε λαχανί φόντο ξεπήδαγαν από τους τοίχους και παρακάτω ενώνονταν με το Γουίνι και τους φίλους του από τα διπλανά δωμάτια.


Η συλλογή παιχνιδιών συνεχώς θέριευε, τρένα παλιά ξύλινα, τούβλα Lego, αρλεκίνοι, αυτοκίνητα τηλεκατευθυνόμενα και μη, πιόνια, στρατιωτάκια... Κάθε απόγευμα τα έστηνε όλα στη μέση του σαλονιού και ξεκινούσε το πάρτυ. Ζζζζζζ, τρρρρρρρρ, βζιιιιιιιιιιουν, πχχχχχχχχχ, ακούγονταν τα τρένα και τα τηλεκατευθυνόμενα, όλος ο θίασος σύσσωμος μαινόταν στην μέση του γαλάζιου σαλονιού και η ιεροτελεστία συνεχιζόταν μέχρι αργά το βράδυ, πριν ετοιμάσει το μπιμπερό. Το γάλα έπρεπε κι αυτό όπως οι κρέμες να ετοιμαστεί στη σωστή θερμοκρασία, ούτε πολύ κρύο ούτε καυτό. Όπως το έφτιαχνε εκείνη.


Εκείνη τον είχε συνηθίσει σε χνουδωτές κουβέρτες, τον θήλαζε μέχρι τα 5, τον είχε πάντα αποστειρωμένα καθαρό, χορτάτο, σκεπασμένο, σ' αυτό το ίδιο σπίτι που οι τοίχοι του μύριζαν τότε κανέλα και σοκολάτα, τα πατώματα λουλούδια και τα ταβάνια ήταν φρουτένια.  Μικρός νόμιζε ότι το σπίτι αυτό ήταν φτιαγμένο από ζάχαρη άχνη και η στέγη πασπαλισμένη με κόκκους λευκής και μαύρης σοκολάτας. Ένα πανηγύρι ασφαλές, καμωμένο από λεβάντα και προστασία. Εκείνη τον όρκισε πριν φύγει να ακολουθεί κάθε μέρα τη μαγική ρουτίνα που θα τον κρατούσε πάντα χαρούμενο, ζεστό και γερό... Μανούλα...


Και την κράτησε. Εξαίρεση μόνη το Σαββατόβραδο. Κάθε Σάββατο βράδυ ήχοι, μυρωδιές και γεύσεις έκαναν μια παύση κι εκείνος περιδιάβαινε την πόλη. Την έβρισκε πάντα, ήταν διαφορετική αλλά ήταν σίγουρος ότι ήταν η ίδια. Αφράτη και ζεστή, με στρογγυλούς μηρούς, καστανοκόκκινα μαλλιά και μάτια στρογγυλά που τον είχαν ανάγκη. Τα χέρια της τον κρατούσαν όπως εκείνη, γυναίκα που δεν ήθελε να τον αφήσει, που τον τραβούσε πάνω της σαν να περίμενε να τον κλείσει εκεί και να μην τον βγάλει ποτέ. Τον αγκάλιαζε χωρίς να μετράει ο χρόνος αλλά εκείνος τον σταμάταγε. Τον σταμάταγε όταν έμπαινε με φόρα μέσα της και όταν την γαμούσε με όλη του τη δύναμη μέχρι να την φτάσει στο κλάμα, τότε μόνο φώναζε με φωνή που της ξέσκιζε τα σωθικά, ΜΑΝΟΥΛΑ... Και για μια στιγμή εκείνη έφευγε και ίσως δεν υπήρξε ποτέ.