Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

μητρικό γάλα

Κάρολος το μαύρο sκοολήκι,

Η παρακάτω ιστορία είναι πραχματική, δεν έχω προσθέσει κανένα φανταστικό στοιχείο ή πρόσωπο. Έχει συμβεί όταν ήμουν επτά χρονώ, στήν αφεντιά μού, το Μαύρο Σκουλίκι.


    Κάθε σαββατοκύριακο συνηθίζαμε να πηγαίνουμε στο χωριό του μπαμπά. Εκεί που μεγάλωσε, για να βλέπουμε τον παππού και την γιαγιά, άλλες φορές γιά να τούς βοηθάμε με της αγροτικές δουλειές και άλλες φορές απλά, να είμαστε εκεί.
Ήταν σημαντική η παρουσία όλης τής οικογένειας γιατί ο αδελφός του μπαμπά είχε πεθάνει πρόσφατα και πολύ νέος.
Άφησε πίσω του, ορφανό και μάνα, κοπέλα είκοσιεφτα χρονώ, συνήθιζε να λεεί η μαμά μου για να με ρίξει στο φιλότιμο και να ακολουθήσω στο χωριό, χωρίς πολύ γκρίνια.
-Τι είναι πουλάκι μου μισή ώρα δρόμος; με ρώταγε η μαμά συνήθως γιά να με τουμπάρει.
-Ετοιμάσου φεύγουμε! Έλεγε εκείνος απο το βάθος της κουζίνας, πίνωντας τις τελευταίες γουλιές καφέ.
Καί φεύγαμε.
    Ήταν άνοιξη του 1989 και Σαββάτο. Φτάσαμε στο χωριό κατά τής εννιά-εννιάμιση η ώρα το πρωί και ήμουν extra χαρούμενος που θά συναντούσα τον παππού και τη γιαγιά. Δέν θα σάς  κρύψω ότι ήλπιζα να έχουν πάρει τη σύνταξη τους, για να πάρω καί εγώ κανά δύο κατοστάρικα ν' αγοράσω γαριδάκια. Τα λάτρευα.
Σήμερα έπρεπε να παίξω με το μικρό μού ξαδελφάκι γιατί κανείς δέν τό παιζε ή τού έδινε σημασία. Ήταν ορφανό δέν είχε γνωρίσει πατέρα και χρειαζόταν  μιά παραπάνω βοήθεια, μου έλεγαν. Ο συνονόματος μου, πρωτότοκος και αυτός και βαφτισμένος με τ' όνομα του παππού μου, δέν ήταν καί ο καλύτερος στο παιχνίδι. Όχι γιατί δέν μπορούσε αλλά γιατί ήταν μικρότερος 3-4 χρόνια.
Οί μεγάλοι έφτιαξαν καφέ και ξεκίνησαν τήν κουβέντα, καΙ γώ αφού βαρέθηκα να μπερδεύομαι παρακολουθωντας τή λένε βγήκα στό μπαλκόνι. Το σπίτι στό χωριό ήταν ενός ορόφου, χτιζμένο πάνω σε λόφο και απέναντι από τα ζώα. Από εκεί μπορούσες να δείς το μαντρί. ΄Ασπρο καί χωρίς σκεπή.
    Ξεκίνησα το παιχνίδι μόνος μου, με το μαγικό αμαξάκι μου, και μετά απο λίγο ήρθε καί το μικρό ξαδελφάκι.Δεν χρειάστηκε πολύ πρίν αρχίσουμε τόν καβγά για το ποιός θα πάρει το μαγικό αμάξι γιά να τρέξει στο φανταστικό ράλι που ξεκινούσε σε λίγα λεπτά. Μετά από αγωνιώδεις προσπάθειες, το πήρα, ήταν τώρα πια στα χέρια μου, και πάνω στήν ένταση τής στιγμής ξεφώνισα:
-Μπάσταρδε!!! και μετά κοκκίνισα .Όχι από ντροπή αλλά από φόβο..
Πίσω απο τήν πόρτα ο πατέρας μου με κοίτα, κατακόκκινος, κάτι φαίνεται να λέει μα δεν βγάζω άκρη. Έρχεται κατα πάνω μου!
Με γρήγορα και κοφτά βήματα πετάγετε έξω αλλά αντί να έρθει κατα επάνω μου ανοίγει το βήμα και τρέχει πρός τα κάγκελα, με τα δύο του χέρια πιάνεται από το επάνω μέρος τους και βάζοντας δύναμη στο αριστερό του πόδι πηδάει κάτω απ το μπαλκόνι. Την ίδια στιγμή η μάνα του και η μάνα μου έχουν βγεί έξω και παρακολουθούν με αγωνία τη σκηνή. Προσγειώνεται σταθερά στο έδαφος και τρέχει πρός την αμυγδαλιά, πηδάει επάνω της, σχεδόν την αγκαλιάζει καί καθώς πέφτει, παρασέρνει μαζί του ότι κλαδί υπάρχει επάνω της .Έπειτα κοιτάζει τί έχει μείνει στα χέρια του και διαλέγει την πιό νεαρή βέργα.
-Πάει, θα το σκοτώσει, ακούγετε να λέει η γιαγιά .
-Όχι το παιδί ! Η μάνα μου.
Ίσως αν συγκεντρωθώ όπως κάνουν οι νίντζα, σκέφτομαι, ίσως τότε να μην με πονέσει. Μα μάταια. Σε χρόνο μηδέν είναι εδώ.
Με το δεξί του χέρι με αρπάζει απο αριστερό μου μπράτσο καί με σήκωνει στόν αέρα με τέσσερις κοφτές και δυνατές ξυλιές με κάνει να μου κόπει η ανάσα.
Πρώτη. Νοιώθω τα μάτια μου να τσούζουν και να είναι πρισμένα, ένα κάψιμο σα να μού χεις βάλει φωτιά απο τη μέση και κάτω. Δεύτερη, τρίτη, σκέφτομαι οτι πρέπει να σταματήσει αυτή η παράνοια και να με αφήσει να ζήσω, είμαι πολύ μικρός να πεθάνω, τέταρτη τα χάνω, δεν μπορώ να αναπνεύσω. Γιατί; Τα μυστικά τον νίντζα με πρόδοσαν!
Ξαφνικά νοιώθω κάτι να με τραβάει απο εκεί μέσα και βρίσκομαι στην αγκαλιά της μάνας μου. Τόση σιγουριά, σχεδόν τη βυζαίνω, με γλίτωσε εκείνη με γλίτωσε. Τα τραύματά μου πονάνε, ακόμα πονάνε, μα με γλίτωσε εκείνη με γλίτωσε. Τι έγινε; Γιατί; Η μαμά μου με γλίτωσε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου