Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

σερβιρισμένο σε χαλί

μιά μαγική ιστορία του νίκου πάκου

   Κυρίες και κύριοι, σύμφωνα με νέες πληροφορίες που αντλήσαμε από απόρρητες πηγές ο ρεπόρτερ μας νίκος πάκος συνεχίζει την πορεία του στη μυστηριακή μαύρη ήπειρο. Πλέον τα ίχνη του βρέθηκαν στα πιο μεγάλα αφρικάνικα βάθη, να αράζει δίπλα στην χύτρα του φύλαρχου Μπουαμπούααμ της πριγκιπικής φυλής Ζούκου-ζούκου. Τύφλα να έχει ο Durkheim και οι ανθρωπολόγοι της πλάκας κυρίες και κύριοι, ο νίκος πάκος έχει καταπιαστεί με εμβριθείς έρευνες για τον τρόπο ζωής και τις κοινωνικές σχέσεις των φυλών γύρω από τη λίμνη. Ποια λίμνη θα μου πείτε… Ούτε εμείς γνωρίζουμε. Ούτε το όνομα της, ούτε την ακριβή γεωγραφική της τοποθεσία. Αυτό που καταφέραμε να αποσπάσουμε από τον καθηγητή είναι ότι οι πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, τις οικογένειες και τις κάστες που ζουν γύρω από την λίμνη ορίζονται από έναν πολύπλοκο συγκερασμό γεωμετρίας και μουσικής. Άλλο που δεν ήθελε ο νίκος πάκος, αυτός ο ψαχουλευτής των μουσικών σχημάτων.
   Αλλά, την ζουγκλένια κοινωνική πυραμίδα ήρθε να ταράξει ένας εξωτερικός παράγοντας. Όχι, δεν μιλάμε για τον ειδικό απεσταλμένο μας, ο οποίος χάρη στις επικοινωνιακές του ικανότητες και πάνω απ' όλα  την πολυγλωσσία του, έγινε ένα με τους Ζούκου-ζούκου. Μια ωραία πρωία έφτασε ένας άντρας από τον άγριο βορρά, λευκός σαν τον αφρό, τυλιγμένος με υφάσματα πάνω σε υφάσματα και καβάλα σε ένα χαλί. Και πάνω στο χαλί έχει ανεβασμένη και την μάνα του! Δεν τη σέβεται καθόλου, εκείνη τον ξερίζωσε από τα σπλάχνα της, του έδωσε τροφή και φως και εκείνος μια της φωνάζει μια της ζητάει συγνώμη. Οι ανθρωποφάγοι μας είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις αλλαγές και μια τέτοια λαχτάρα δεν καταπίνεται κι εύκολα.
   Κοιτούν τον ξένο δύστροπα, περίεργα, ωμά. Όχι ότι δεν είχαν ξαναδεί ένα άσπρο και παστρικό κομμάτι του δυτικού πολιτισμού, ο νίκος πάκος άλλωστε κάτι τέτοιο στην αρχή τους θύμιζε. Αλλά, από την πρώτη στιγμή που ο νέος επισκέπτης εμφανίστηκε, διαισθάνθηκαν ότι θα έφερνε τα πάνω κάτω. Κι όντως, αυτός ο βόρειος εξωγήινος συνδέθηκε με την φυλή τους με ένα δεσμό αλληλένδετο.
Αλλά ας πάρουμε την ιστορία μας από την αρχή, σύμφωνα με το ρεπόρτο που μας απέστειλε ο νίκος πάκος.
   Η ιστορία θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος έχει να κάνει με την μάνα τον μοναχογιό της και την μαγεία. Κατεβάστε τα φώτα, βάλτε ένα ποτάκι… η αφήγηση ξεκινά.


1.


"Ρε μαμά, αυτό το χαλί είναι πολύ βαρύ! Άσε που βρωμάει κιόλας… από πότε το έχεις στο πατάρι;"
   Ο Θήτα σκούπισε στο παντελόνι της φόρμας του τη σκόνη από το απαρχαιωμένο χαλί. Έπειτα απέμεινε να κοιτά ένα μικρό σημείο του χαλιού, το οποίο, αν και τυλιγμένο, είχε γυρίσει και φαινόταν η εξωτερική του πλευρά. Κάτι πολύπλοκα αραβουργήματα αιχμαλώτισαν την ματιά του, για έναν ανεξήγητο λόγο τον γοήτευσαν, έκανε κάπως να τα διαβάσει… αλλά τελικά κατέληξε: "όλα αυτά τα σχέδια τσάμπα ζαλάδα μπορούν να χαρίσουν".
   Μετά από λίγο ήρθε η μάνα του. Έβαλε τα χέρια στη μέση και κοίταξε το τυλιγμένο χαλί ερευνητικά. Θα έλεγες πως έτσι ψηλή, λίγο παχουλή και με τα μαζεμένα της σγουρά μαλλιά στην κορυφή του κεφαλιού, έμοιαζε με αρχηγό κανίβαλων… ένα ανθρώπινο κοκαλάκι, αντί για το πλαστικό πιαστράκι να είχε στη φούντα των μαλλιών της και θα ήταν μούρλια!
   "Τι κοιτάς;" του είπε η μητέρα μου με ένα συναίσθημα περιέργειας, ενόχλησης και ενδιαφέροντος. "Τι να τα κάνω μωρέ τα μαλλιά, τώρα που έχουμε πιάσει να στρώσουμε τα χαλιά; τα έχω πιάσει κότσο…".
   "Να στρώσουμε τα χαλιά" επανέλαβε ο Θήτα μέσα του… Βαριόταν τόσο την όλη διαδικασία. Είχε δουλειά, είχε γκόμενα, είχε φίλους οι οποίοι σαββατιάτικα θα είχαν πάει για καφέ, αλλά έπρεπε να κάτσει με την μάνα του να στρώσουν τα χαλιά. Ε ναι, κατά κάποιο τρόπο της το χρωστούσε. Από τότε που ο μπαμπάς την χώρισε, ήταν μόνη της και ένιωθε μόνη. Άλλωστε εκείνος ήταν το μοναχοπαίδι της.


2.


   Έβγαλαν το χαλί στη βεράντα, το φως του μεσημεριανού ήλιου έπεφτε πάνω του και δεν το λυπόταν, φανερώνοντας σκόνες, φθαρσίματα, βουναλάκια από τρίχες κεφαλιών τα οποία ο Θήτα σκέφτηκε τώρα μπορεί και να σαπίζουν κάτω από το χώμα. Παρόλα αυτά τα εκκεντρικά του μοτίβα τραβούσαν ξανά τη ματιά του, ειδικά τώρα που τα έβλεπε σε φως.    Ήταν δίχρωμα, ένα βαθύ ξεφτισμένο μπεζ για φόντο και βυσσινί για τα σχέδια. Αλλά όλα τα λεφτά ήταν τα σχέδια. Ο Θήτα τα σκάναρε προσεκτικά με τα μάτια που του είχε δώσει ο θεούλης, αλλά λες και κάτι του διέφευγε. Εκεί που νόμιζες πως εντόπισες το κοτσάνι ενός λουλουδιού, ξαφνικά έβλεπες να σε κοιτά το κεφάλι ενός πλάσματος που έμοιαζε με λιοντάρι ή με κουνέλι; Αλλά η πιο δυνατή αίσθηση που σου άφηνε το χαλί ήταν και η πιο δύσκολα περιγράψιμη. Λες και σε καλούσε να το διαβάσεις, λες δηλαδή και τα αραβουργήματα που απλώνονταν ήταν ένα αλλόκοτο κείμενο γραμμένο σε μία ακατάληπτη γλώσσα. Σήκωσε λίγο το βλέμμα προς την μάνα του. Και εκείνη είχε ριγμένα τα μάτια της στο χαλί και το παρατηρούσε με παρόμοιο τρόπο…
   Πήγε να της πει κάτι του στυλ: "έλα μαμά, σταμάτα τα χαζά και ας πιάσουμε να το τινάξουμε πια!", αλλά την προσοχή του τράβηξε κάτι ακόμα πιο αλλόκοτο. Τα σχέδια του χαλιού άρχισαν να…. κουνιούνται, να λικνίζονται! Μα το θεό έτσι του φάνηκε! Τα σχέδια λικνίζονταν σε έναν αόρατο κι ανήκουστο ρυθμό. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και ξανακοίταξε, απομάκρυνε το βλέμμα του προς τις ωραιότατες γλάστρες με τα κόκκινα τριαντάφυλλα και ξανακοίταξε. Η ματιά του από τα τριαντάφυλλα στο χαλί, το οποίο πλέον ολοφάνερα κουνιόταν, έκανε σπασμωδικές κινήσεις, αλλά παράλληλα αρμονικές, σαν να χόρευε. Αν τα τριαντάφυλλα ξαφνικά στα χείλια απ' τα πέταλά τους εμφάνιζαν δόντια υγρά από τα σάλια, δεν θα εκπλησσόταν. Τελικά έριξε το βλέμμα προς τη μάνα του. Δεν θα τη χαρακτήριζες και ψύχραιμη… Αν πάλι τη θεωρούσες τρελή, δεν θα έπεφτες και έξω: γουρλωμένα μάτια, ορθάνοιχτο στόμα, χέρια μουδιασμένα να λέει μόνη της: "μα…κουνιέται…".


3.


   Είχαν ένα μαγικό χαλί. Ο Θήτα και η μάνα του είχαν στην κατοχή τους ένα μαγικό χαλί. Η μάνα του Θήτα, αυτή  η πενηνταπεντάρα μοναχική, συναισθηματική ως και παρορμητική, μα καλόκαρδη γυναίκα, σκεφτόταν πως το χαλί το πήρε πριν 3-4 χρόνια από τον φαλακρό και πλέον νεκρό Θείο Λάκη… Θυμόταν αμυδρά που όταν ήταν κορίτσι, πατούσε ξυπόλυτη αυτό το χαλί στο σπίτι του θείου Λάκη και το ένιωθε ζεστό, σχεδόν χαμογελαστό. Θα έλεγε κανείς πως στην παιδική ηλικία όλα μοιάζουν χαμογελαστά, αλλά η αίσθηση αυτού του χαλιού ήταν διαφορετική.
   Αναμόχλευε αναστατωμένη τις μνήμες της, το χαλί της έφερνε εικόνες, χρώματα, συναισθήματα, αλλά δεν θυμόταν τίποτα πια το τόσο περίεργο για αυτό. Όμως τώρα καταλάβαινε πως αναμφίβολα ήταν μαγικό: αιωρούνταν γύρω στα δέκα εκατοστά πάνω από το πάτωμα της βεράντας. Παράλληλα λικνιζόταν παιχνιδιάρικα στον ίδιο εσωτερικό του ρυθμό, και έμοιαζε για ακόμα μια φορά χαμογελαστό. Άθελά της χαμογέλασε κι εκείνη. Ο Θήτα παρατήρησε την έκφρασή της, φυσικά δεν μπορούσε να το εξηγήσει με την λογική, αλλά γρήγορα αποφάσισε πως τελικά δεν τον ενδιέφερε. Το χαλί του έβγαζε και εκείνου μια ωραία, χαλαρή διάθεση… να την πούμε ταξιδιάρικη;
   Μέσα του πλημμύρησε από μια αίσθηση αναχώρησης και ταξιδιού. Όπως πριν κανένα εξάμηνο που είχαν πάει με την Μάγδα στην Βαρκελώνη. Αλλά τώρα το χαλί του έκλεινε το μάτι, προσκαλώντας τον σε ένα ταξίδι χωρίς τις ευθύνες να βγάζεις εισιτήρια, να ετοιμάζεις βαλίτσες, να χώνεσαι σε ταξιδιωτικούς οδηγούς τσέπης. Ήταν μια καταπληκτική αίσθηση, ένας παιδικός ενθουσιασμός. Ο ήλιος έλαμπε, η μητέρα του χαμογελούσε, ένιωσε πως η ζωή ήταν μια περιπέτεια. Έκανε λοιπόν ένα μπαπ και πήδηξε στο αιωρούμενο χαλί. Εκείνο τον δέχτηκε με ευγένεια και με μια δόση τυχοδιωκτισμού. Λες και ένας σκονισμένος πιλότος του μεσοπολέμου με εκείνα τα μεγάλα αεροπορικά γυαλιά, το μακρύ κασκόλ και το φθαρμένο πέτσινο τζάκετ τον καλωσόριζε στο ελικοφόρο υδροπλάνο του.
   Άπλωσε εγκάρδια το χέρι στην μητέρα του. Εκείνη ένιωσε την μητρική αγάπη να ξεχειλίζει, άπλωσε το χέρι της όπως έδινε πριν χρόνια το στήθος της στον μικρό Θήτα για να βυζάξει. Το μαγεμένο χαλί ανέσυρε και στους δύο ένα ποτάμι έντονων συναισθημάτων, ένα βουνό θετικότητας, διαύγειας και κατάφασης.


4.


   Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησε το μαγικό παραμύθι του Θήτα και της μητέρας του, το μυθικό ταξίδι πάνω σ' ένα ιπτάμενο χαλί με άγνωστη προέλευση και παρελθόν. Έτσι απλά. Η μητέρα του Θήτα άδραξε το απλωμένο του χέρι, στογγγυλοκάθησε πάνω στο χαρούμενο χαλί, εκείνο τίναξε λίγο τα κρόσσια του σαν να 'λεγε: "κυρία μου, τιμή μου που σας κουβαλώ, στον κόσμο αυτόν τον στρογγυλό". Αφού και οι δύο επιβάτες  βολεύτηκαν, μπροστά ο Θήτα, πίσω η μαμά με τον φουντωτό κότσο θύμα του ανέμου, το χαλί ανασκουμπώθηκε. Σαν να πήρε μια βαθειά ανάσα σε μία άηχη μουσική που ολοένα δυνάμωνε πέταξε ελεύθερα στο θολό απόγευμα του φθινοπώρου.
   Φαντάζομαι πως ήδη οι πιο ορθολογιστές αναγνώστες, ή απλά οι περισσότερο εγκεφαλικοί και απαιτητικοί, θα αρχίσουν να βγάζουν παράπονα, αμφιβολίες για ποικίλα θέματα: τον ρεαλισμό του στόρυ, την αληθοφάνεια στις σκέψεις και αντιδράσεις των χαρακτήρων, την αρμονική και φυσιολογική ροή της πλοκής… Αλλά ο νίκος πάκος προνόησε για αυτές τις αντιδράσεις και μου παράγγειλε να σας πω ότι όσοι από σας δεν έχετε ήδη γοητευτεί ολότελα από την αριστοτεχνική του αφήγηση, να παρατήσετε στις τσέπες μαζί με τα πιο βαριά κέρματα την ριζωμένη ανάγκη για το πραγματικό και το λογικό. Ένα μαγικό χαλί μπορεί να ανοίξει τα πηγάδια της φαντασίας και της πιο αξιοθαύμαστης ανθρώπινης επιθυμίας, της θέλησης για ταξίδι, περιπέτεια, παραμύθι. Για αυτό και τα πηγαία συναισθήματα των ηρώων μας μεγεθυνθήκαν κατά αυτό τον τρόπο: γιος και μάνα αισθάνθηκαν μια τέλεια μοναξιά, αλλά και μία πλήρη αλληλεγγύη σε ένα κόσμο σπαρμένο με θαύματα. Ανέβηκαν στο ιπτάμενο χαλί και όρμηξαν να τον εξερευνήσουν, να γίνουν και εκείνοι ένα θαύμα ανάμεσα στα θαύματα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου