Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

από τις σημειώσεις του ποιητή Διάκενου Καλλιπολίτη


Όταν λέω "αλληλεγγύη" στο νου μου έρχονται οι ελεγειακές χορωδίες των King Crimson, συγκεκριμένα το επίμονο κιθαριστικό γρατζούνισμα του κ.  Robert Fripp. Στην αρχή σου μοιάζει παράταιρο, στο τέλος αρμονικό. Μετά μου 'ρχεται το Wholy Holy του Marvin και μια άλλη χορωδία κυματίζει μέσα μου: θρήνος για ένα κόσμο που σίγουρα θα πεθάνει, είναι η μοίρα του να πεθάνει γιατί είναι ένας κόσμος πεπτωκώς, σαν ένα σάπιο μήλο. Η θρησκεία σηκώνει εδώ και αιώνες το ίδιο παγερό τείχος, αλλά δεν σταματά να προσκαλεί σε μια αλληλεγγύη πένθιμη κι ελπιδοφόρα, ταπεινή και έναστρη. Στ' αστέρια σκέφτομαι πως συνάντησα αλληλεγγύη, ένα μεγάλο χάρτη αλληλεγγύης, το χαμόγελο του θεού. Μα ο ίδιος ο θεός δεν φυλάκισε του μάγους σε μια γνώση μαγική, σε μια ζωή ανυπόφορη; Μερικά πράγματα τα συνειδητοποιείς όταν ο νόστος για πάντα ολοκληρωθεί.

Έτσι στρέφομαι στο χαμόγελό της. Εκεί ανακαλύπτω ξανά την αλληλεγγύη σε ένα μικροσκοπικό πέλαγος λουλουδιών. Βρίσκω το χαμένο κρίκο ανάμεσα στον άνθρωπο και το σύμπαν, τουλάχιστο ό,τι αντιλαμβάνομαι ως σύμπαν. Με τη γεύση του γνώριμου μα πρωτοείδωτου στα χείλη ενώνω το εγώ με το τίποτα. Γίνομαι μια βάρκα που αράζει στο λιμάνι, γίνομαι παιδί, κυλάω με τη ρόδα του ήλιου και λέω, ναι, ο έρωτας είναι μια πόρτα. Αρκεί ο καθένας να σηκώσει το σαρκίο του στα χέρια και να το στριμώξει ολόκληρο στην κλειδαρότρυπα, γέφυρα για να πατήσει ο άλλος. Τότε η αλληλεγγύη ξαπλώνει δίπλα μου ως γυμνόστηθη νεαρή δεσποινίδα. Και το χέρι μου την ψαύει, όπως λέει ο ποιητής της Οδού Φιλελλήνων, την ψαύει όπως ένα παιδί που διψάει για ένα σώμα να το απορροφήσει. Και τέλος αναλογίζομαι πως αλληλεγγύη σημαίνει μεταίχμιο και διασταύρωση των κυμάτων που ρέουν μέσα μας: αλληλεγγύη με τον ίδιο μου τον εαυτό.

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

η αντιστροφή της κατάρας

Αλέξανδρος Κάππα 

Θυμάμαι, όταν ήμουν φοιτητής, ο Θήτα δεν μπορούσε να πηδήξει με τίποτα. Υπήρχε η πρόθεση από μέρους του αλλά του συνέβαιναν διάφορες γκαντεμιές. Κυρίως λίγο πριν το ραντεβού. Σ' αυτές τις κρίσιμες ώρες, όταν τον έβλεπες ν' αγκομαχά και να βαριαναστενάζει, περιμένοντας να γυρίσει ο δείχτης του ρολογιού για να φύγει, μια αναμπουμπούλα καταλάμβανε το κεφάλι του η οποία αργότερα εκδηλωνόταν σε αφηρημάδες και άδικες συμφορές. Διότι είναι άδικο να χάνεις το ραντεβού επειδή πάτησες μια πηχτή φωλιά από κόπρανα κάτω απ' τη σόλα σου κι αναγκάζεσαι να γυρίσεις άρον άρον σπίτι για ν' αλλάξεις παπούτσια, αλλά η ώρα περνάει, η ώρα πέρασε και το κορίτσι έφυγε, το κορίτσι πάει. Άδικο να σου σκίζεται ο καβάλος του παντελονιού, άδικο να πυορροεί απ' το μέτωπό σου ένα σπυράκι σαν κρατήρας ηφαιστείου, άδικο να στέκεσαι εκεί μπροστά στην πλατεία και το σκουπιδιάρικο να σου πετά βαλτόνερα στο καινούργιο σιδερωμένο πουκάμισο που αγόρασες ειδικά γι' αυτή την περίσταση. Κατάφορη αδικία, αν και εδώ περισσότερη ευθύνη από την τύχη φέρει αυτή η αφηρημάδα που λέγαμε πριν, να αυξάνεις ταχύτητα με το μηχανάκι θέλοντας να κάνεις ένα θεαματικό σπινιάρισμα της τελευταίας στιγμής για να εντυπωσιάσεις το κορίτσι που στέκεται με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο και το άλλο στο δρόμο, αλλά εκεί ακριβώς, ενώ εσύ πατάς το φρένο και στρίβεις το τιμόνι σαν βιρτουόζος του τσίρκου: εκεί συνέβη η συμφορά: την πάτησε. Πάτησε το κορίτσι του ραντεβού. Του γάζωσε το πόδι. Φορούσε λευκό πέδιλο. Και της το τσαλαπάτησε με τη ρόδα.
"Μήπως σε χτύπησα;"
"Όχι, εντάξει, δεν είναι τίποτα".
Πώς δεν ήταν; Όλη η ρόδα είχε αποτυπωθεί στα δαχτυλάκια, ανάμεσα στις λευκές λωρίδες του παπουτσιού. Βγήκαν το ραντεβού ενώ εκείνη ήταν πατημένη. Απ' τον Θήτα. Ραντεβού του Θήτα με κάποια πατημένη απ' τον ίδιο. Άδικη συμφορά. Φταίει αυτή η αφηρημάδα.
Είχε χτυπήσει κι άλλες κοπέλες. Μια φορά, στη φοιτητική λέσχη, καθώς τρώγαμε (εγώ καθόμουν αντικριστά στον Θήτα και δίπλα μου ένα κορίτσι που το διέκρινε αυτό που λέμε "τσαχπινιά"), ο Θήτα είχε τα νεύρα του. Δεν μας μιλούσε, δεν μας απηύθυνε τον λόγο, εμάς των αγοριών, των φίλων του. Γιατί, να τα λέμε αυτά, κάπου φταίγαμε κι εμείς για την κατάσταση. Ποιος έριξε τις νερόμπομπες προφυλακτικών στο κεφάλι του Θήτα όταν εκείνος μιλούσε μ' ένα κορίτσι κάτω απ' το κοινοβιακό μας διαμέρισμα; Ποιος εμφύτευσε εκρηκτικά σκορδάκια στην κωλότσεπη του παντελονιού του λίγο πριν συναντήσει την Έψιλον; (εγώ: το παραδέχομαι). Ποιος άραγε ψέκασε με σπρέι-ψεύτικο χιόνι τα μαλλιά του Θήτα καθώς κοιμόταν πριν το ραντεβού με τη Λάμδα; (άγνωστο αυτό, όμως οι περισσότερες υποψίες βαραίνουν τον Ρο).
Εκείνο λοιπόν το μεσημέρι στη φοιτητική λέσχη, που ακόμα τη θυμάμαι ολοκάθαρα εξαιτίας των τσίγκινων σερβίτσιων που απέπνεαν την ατμόσφαιρα φυλακής σε αμερικάνικη ταινία, ο Θήτα είχε τα νεύρα του. Μας περιφρονούσε με τη σιωπή του. Μας τα είχε μαζεμένα. Αλλά το κορίτσι με το τσαχπίνικο συμπεριφορικό προφίλ, τον ήθελε πολύ. Γιατί, ας το παραδεχτούμε κι ας ζηλεύουμε, ο Θήτα είναι όμορφος. Ο ομορφότερος της παρέας: εξ ου και η τραγική ειρωνεία. Όλα έγιναν σε λίγα δευτερόλεπτα. Το κορίτσι, επιστρατεύοντας υπόγειες (τσαχπίνικες) κινήσεις, άπλωσε το (τσαχπίνικο) πόδι του κι άρχισε να χαϊδεύει (τσαχπίνικα) τις γάμπες του Θήτα κάτω απ' το τραπέζι. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα απ' το πιάτο. Θυμάμαι: σουπιές με ρύζι. Με κοίταξε στα μάτια. Με κεραυνοβόλησε. Με απείλησε με μια σύσπαση των χειλιών. Κι ύστερα πήρε φόρα, σαν ποδοσφαιριστής, κι έριξε μια απίστευτης ορμής κλωτσιά στο καλάμι του κοριτσιού.
"Συγνώμη, είσαι καλά;, δεν κατάλαβα, νόμιζα ότι ήταν ο..."
Όμως όχι, το κορίτσι δεν ήταν καλά. Είχε σωριαστεί στο πάτωμα, σαν φουσκωτή κούκλα που της τράβηξαν τη βαλβίδα, και σφάδαζε από τον πόνο.
Υπήρξε υποψία για κάταγμα. Κάποιος μίλησε για ενδεχόμενο ράγισμα του οστού. Το κορίτσι έκλαιγε μ' αναφιλητά. Τη σηκώσαμε ελαφρά στην καρέκλα. Μας ζήτησε να την πάμε στο νοσοκομείο. Ειπώθηκε η φράση: "για μια εξέταση σε ορθοπεδικό". Ειπώθηκε η λέξη: "μαλάκας". Κατ' επανάληψιν. (Εμείς χασκογελούσαμε στα κρυφά). "Κάποιος να την πάει στο νοσοκομείο ρε παιδιά". Προθυμοποιήθηκε ο Θήτα. Και τότε, ήταν τρομερό, είδα το κορίτσι να σηκώνεται πάνω και να βγαίνει τρέχοντας από τη λέσχη, ρίχνοντας στο πέρασμά του έναν τσίγκινο δίσκο που προεξείχε απ' την τραπεζαρία. Θυμάμαι: το κουδούνισμα του τσίγκου στο μάρμαρο. Θυμάμαι: η φιγούρα του Θήτα αποχωρεί σκυφτή.
Άλλη φορά. Το ραντεβού πήγαινε καλά. Σε γενικές γραμμές. Της έχυσε λίγο ουίσκι στα μανίκια αλλά αυτό απέβη θετικό για την εξέλιξη της βραδιάς. Το σπίτι του ήταν κοντά: "Πάμε λίγο να το καθαρίσεις με νερό και να το στεγνώσεις με το πιστολάκι;" Πήγαν. Μπαίνουν μέσα, της φέρνει ένα μπουκάλι νερό, εκείνη φοβάται νέα υποτροπή, το τραβά απ' το χέρι του, τ' ακουμπά στο κομοδίνο, τον σπρώχνει στο κρεβάτι, αλλά ακριβώς εκεί, καθώς τον φιλούσε κατεβαίνοντας προς τα κάτω και σηκώνοντας το καουμπόικο πουκάμισο (θυμάμαι: το βγάλαμε έτσι επειδή ήταν από μάλλινη τρίλιζα) ώστε να του γλείψει το στέρνο και να του πιπιλήσει τις ρώγες, εκείνος, με τα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι, την είδε: μια μύγα στον γλόμπο της λάμπας. "Μισό λεπτό". Παίρνει το περιοδικό απ' το κομοδίνο. Το εκτοξεύει στον γλόμπο. Ο οποίος γλόμπος, παμπάλαιος όπως ήταν, γιατί το σπίτι πρέπει είχε χτιστεί πριν μισό αιώνα, "Γατόσπιτο" το λέγαμε, μάζευε συνεχώς αδέσποτες γάτες της γειτονιάς που το χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα όταν έλειπε ο Θήτα (θυμάμαι: μια γάτα είχε κάνει εμετό όταν εκείνος μπήκε στο σπίτι με την Όμικρον), παμπάλαιος λοιπόν όπως ήταν ο γλόμπος, κατεδαφίστηκε απ' το ταβάνι και προσέκρουσε στο κεφάλι της κοπέλας.
Ελαφρά διάσειση. Έφυγε απ' το "Γατόσπιτο" με ουίσκι στο μανίκι και γυαλιά στο κεφάλι.
Τις χτυπούσε. Τις έβρεχε. Τις τσαλάκωνε. Τις γέμιζε γυαλιά, τις πατούσε με το μηχανάκι, τις φιλούσε στο πιγούνι (ναι, είχε συμβεί κι αυτό: ο Θήτα επιχείρησε να φιλήσει ένα κορίτσι που το είχε μόλις επιστρέψει στο σπίτι του, κι επειδή είναι κοντός, επειδή το κορίτσι είχε ανέβει στο πεζούλι, επειδή ήταν νύχτα, επειδή του ήρθε μάλλον να κλείσει τα μάτια καθώς λύγιζε εμπρός: αστόχησε). Αστοχούσε. Πατούσε κόπρανα. Έριχνε καλαμιές ή απλώς δεν παρευρισκόταν καν στα ραντεβού. Εξαιτίας μιας πρόωρης συμφοράς. Εξαιτίας μιας υπερβολικής αφηρημάδας. Εξαιτίας μιας αναμονής που τον κατέβαλε ολόκληρο και του ερχότανε ντουβρουτζάς κι αναμπουμπούλα. Εξαιτίας, να το πούμε κι αυτό, της προϊστορίας του. Του κακού του ιστορικού. Γιατί ο Θήτα είχε δημιουργήσει ιστορικό μ' όλες αυτές τις σεσημασμένες γκαντεμιές. Ένα χρονικό γκαντεμιάς. Μια Βίβλο αντρικής απελπισίας. Έναν γκαντεμομαγνήτη. Ο οποίος, όλα να τα λέμε εδώ, άρχισε να μας ακολουθεί κι εμάς από ένα σημείο και μετά. Ως παρέα, ως προσωπικότητες, ως φοιτητές-γκόμενους. Διότι ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο, όλα μαθαίνονταν στον κύκλο της σχολής. Αυτό δεν πάει να πει ότι μας συνέβαιναν τα ίδια. Όμως όταν στην παρέα σου βρίσκεται ο νούμερο ένας επικηρυγμένος των πατημένων, κλωτσημένων, υποβαλλόμενων σε άστοχο φιλί γυναικών, αρχίζεις πια να χάνεις το κύρος σου ή μπαίνεις στο ηθικό δίλημμα να χάσεις έναν φίλο. Κι εμείς δεν θέλαμε να χάσουμε τον Θήτα. Πόσο συμπονετικός ήταν στις σημειώσεις που μας έδινε κατά την εξεταστική περίοδο! Πόσο καλόκαρδα φερόταν όταν του ζητούσαμε να χρηματοδοτήσει τις αμφίβολες φοιτητικές μας δραστηριότητες! Πόσο στοργικά μας δάνειζε το μηχανάκι του και πόσο μεγαλόψυχος αποδεικνυόταν, ας τα πούμε όλα επιτέλους, όταν εμείς εκμεταλλευόμασταν ένα κορίτσι που είχε πληγώσει, ως απόντας στο ραντεβού ή με κυριολεκτικό τρόπο, δίχως να μας λέει κουβέντα όταν το μάθαινε από τρίτους (θυμάμαι: υπήρχαν πάντα κακόβουλες πηγές πληροφόρησης στους φοιτητικούς κύκλους). Επειδή λοιπόν εμείς δεν θέλαμε επουδενί να χάσουμε τον Θήτα, επιστρατεύσαμε ένα συλλογικό αίσθημα αλληλεγγύης και πράξαμε το αυτονόητο: τον πήγαμε σε μπουρδέλο. "Θα σπάσει η γκαντεμιά, θα δεις".
Μπαίνουμε μέσα. Στο "στούντιο". Μια πόρτα με κρόσσια τα οποία θα ήταν υπερβολή, αν και ταιριαστή, να τα αποκαλέσουμε "μπουρδελιάρικα". Ένα κόκκινο αμπαζούρ, εξίσου ευτελές. Κάποια εύσωμη γιαγιά που λέει κατά λέξη: "τσιμπουκάκι - πισωκολλητό" τόσα ευρώ. Κάναμε παζάρια για να επιδείξουμε εμπειρία. Αυτό δεν πέτυχε και συμφωνήσαμε στην αρχική τιμή. "Μισή ώρα - απ' όλα".
Ο Θήτα ήταν ντίρλα. Τον είχαμε μεθύσει για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα δειλιάσει. Και για να εκμηδενίσουμε την πιθανότητα να μην του αρέσει το κορίτσι. Βρισκόταν σε κατάσταση όπου, κατά τα λεγόμενα του Ρο, "θα πήγαινε ακόμα και με αξύριστο οικοδόμο". Κι ωστόσο, μόλις ξεπρόβαλλε απ' τα φύλλα της κουρτίνας μια μεσόκοπη, ελαφρώς σιτεμένη κυράντζα, η οποία φορούσε νυχτικό σαν κουνουπιέρα - ένα διάφανο δίχτυ που συγκρατούσε δυο στήθη στο μέγεθος του ώριμου πεπονιού-, ο Θήτα επανήρθε αυτοστιγμεί στην πραγματικότητα. "Αφήστε, ας το αφήσουμε για μια άλλη φορά". Αυτό πραγματικά το θυμάμαι σαν σήμερα. Τον ρώτησε πώς τον λένε (η πόρνη). Κι ύστερα από μια σιωπή που κράτησε για ένα παράλογο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ουδείς ανέπνεε και όλοι κρέμονταν από τα χείλη της (πόρνης), ακούστηκε ο διάλογος:
"Άκου Θήτα. Ή τώρα ή ποτέ".
"Ε, τότε, ποτέ".
"Ε, τότε, την κατάρα μου να 'χεις".
Και γύρισε την πλάτη. Και τον ακολουθήσαμε παγωμένοι. Και φύγαμε απ' αυτό το "στούντιο" με τη μαγική κατάρα μιας πόρνης που φορούσε κουνουπιέρα. "Θεέ μου, ελεήσου μας".
Ναι, είπαμε να τα λέμε όλα. Έλα όμως που είναι δύσκολο, ακόμα και τόσα χρόνια μετά, να παραδεχτώ τι ακριβώς συνέβη στα δύο επόμενα έτη της φοιτητικής μας ζωής. Συνοπτικά, σαν ντροπιαστικό ψιθύρισμα, θα μπορούσα εδώ να αναφέρω ότι ούτε εγώ ούτε ο Ρο ούτε κανείς απ' τους άλλους που άκουσαν τα μαγικά λόγια εκείνο το μοιραίο βράδυ, δεν έτυχε να φιλοξενήσει γυναίκα στο φοιτητικό του κρεβάτι. Ένα κακορίζικο στόμα (της πόρνης) έπνιγε μέσα του όλες τις δίκαιες προσπάθειές μας. Ένας κύκλος συμφορών έπνιγε όλα τα ραντεβού μας: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το ραντεβού (η τελευταία περίπτωση, η πλέον οδυνηρή, μου συνέβη προσωπικά - εξ ου και η μικροψυχία μου αυτήν εδώ τη στιγμή).
Αντιθέτως, το δωμάτιο του Θήτα στο κοινοβιακό μας διαμέρισμα, στέναζε και σειόταν, κάθε μέρα, κάθε νύχτα, επί δύο ολόκληρα χρόνια, από την αδιάκοπη μελωδία των σομιέδων.

το ξεχασμένο σημείωμα του δεκέμβρη

Δεκέμβρης. Το κρύο εγκαταστάθηκε για τα καλά μέσα στην πόλη σου που φόρεσε τα γιορτινά της και συ έχεις ήδη στο πίσω μέρος του μυαλού σου την άδεια σου, πλούσια γιορτινά τραπέζια, συγκεντρώσεις με συγγενείς και φίλους, ανταλλαγές δώρων και χιονισμένα ταξίδια. Πλησιάζουν Χριστούγεννα, η γιορτή των παιδιών. Πόσα δώρα έχεις δεχτεί σαν παιδί! Άλλοτε μετρούσες τις ώρες ώσπου να ανοίξεις τα δώρα κάτω από το δέντρο, αναφωνίζοντας απο χαρά και ενθουσιασμό και άλλοτε αυτά ήταν αναπάντεχα δώρα κάποιου αγαπημένου προσώπου που σε σκέφτηκε. Τί είναι όμως ένα δώρο; Μπορεί να είναι ένα αντικείμενο, κάτι χειροπιαστό. Μπορεί να είναι μια πράξη καλοσύνης. Δώρο μπορεί να είναι και η προσφορά. Η προσφορά προς το συνάνθρωπο και ιδιαίτερα προς τα παιδιά. Η αλληλεγγύη και η προσφορά προς τα ευάλωτα αυτά πλάσματα παίρνουν μορφή στις διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις. Οργανώσεις που ιδρύθηκαν με σκοπό να φροντίσουν, να ταϊσουν, να μορφώσουν και να προστατέψουν παιδιά από διάφορες γωνιές του πλανήτη που το έχουν ανάγκη. Παιδιά φτωχών οικογενειών, παιδιά οικονομικών μεταναστών, παιδιά που έχασαν το δρόμο τους από νωρίς. Γιατί αλληλεγγύη δεν είναι το πέταμα ενός νομίσματος ούτε ένα  φευγαλέο βλέμμα συμπόνοιας. Είναι η έμπρακτη αγάπη και το ενδιαφέρον που γίνονται φροντίδα για τις καθημερινές ανάγκες που έχουν τα μικρά αυτά παιδιά. Ας βοηθήσουμε όλοι,  όχι μόνο με οικονομική ενίσχυση αλλά προσφέροντας εθελοντικά χρόνο και κόπο για να έχουν μια καλύτερη ζωή, για να μη χαθεί η ελπίδα από τα μάτια τους.

ονειρεμένος τόπος


του Mario Kolopleni

" Όπως το κάθετί, τη Νάπολι τη γνωρίζεις περπατώντας
Ειδικά το πρωί, που ο ήλιος είναι αργοπορημένος
και το φώς δεν κλειδώνει τα μάτια
νιώθεις πως περπατάς στην άκρη του κόσμου, μπορεί και στο τέλος του."

Η Νάπολι είναι η πόλη μου. Εδώ γεννιέμαι και μεγαλώνω χρόνια τώρα. Εργάζομαι ως δημοσιογράφος και που και που λογοτεχνίζω. Ότι κι αν κάνω όμως , η Νάπολι είναι το κέντρο του ενδιαφέροντός μου. Μικρή πόλη, επαρχιακή, χωρίς ενδιαφέροντα πρωτοσέλιδα, αποτελεί σημείο φυγής για κάθε δαιμόνιο δημοσιογράφο. Για μένα όχι. Για μένα το μόνο πρωτοσέλιδο είναι η ίδια η πόλη.
     Χτισμένη πάνω σε δύο βράχους, περιτριγυρισμένη απο θάλασσα, μοιάζει μερικές φορές με το τελευταίο ακρωτήριο της γής, με την άκρη της. Τα χρόνια που η Mama Grecia απελευθερώθηκε απο τους παλιότερους δεσμώτες της και παραδόθηκε στους επόμενους, τούτη η μικρή σπιθαμή γης έγινε πρωτεύουσα. Απο τότε κουβαλάει στην ράχη της όλα εκείνα  τα σημάδια που χαρακτηρίζουν την χώρα και τον πληθυσμό της. Μια πέτρινη μικρογραφία όλης μας της ιστορίας.
     Δεν αγαπώ την Νάπολι μόνο για την ιστορία της ή για ό,τι αυτή συμβολίζει. Την αγαπώ και για την φυσική της ομορφιά. Η Νάπολι είναι μια δροσερή, νεοκλασική γεωγραφία πάνω στα βράχια και γύρω απ' τη θάλασσα. Ακρωτήρι είπαμε. Μια γαλήνια και σιωπηλή άκρη. Άλλωστε ο κόλπος είναι κλειστός και τα μεγάλα κύματα δεν φτάνουνε ποτέ στις όχθες μας.
     Άκρα του τάφου σιωπή θα πείτε...
Μα βέβαια, αφού είναι πρωί ακόμα. Πολύ πρωί. Στους δρόμους δεν κυκλοφορεί άνθρωπος. Ο ήλιος κρύβεται ντροπαλός πίσω απ' τα βουνά και μές στους δρόμους χαιρετιούνται βιαστικά τα τελευταία όνειρα. Η πόλη ξυπνάει. Εγώ πέφτω για ύπνο και είναι καιρός  να σας γνωρίσω τους ανθρώπους της.
   Οι Ναπολιτάνοι είναι άνθρωποι θα έλεγες έξω καρδιά. Χαρούμενοι και γελαστοί ως συνήθως, ξεκινάνε την ημέρα τους απλώνοντας καλημέρες. Ο ήλιος αρχίζει να εμφανίζεται πίσω απ' τα βουνά και η γιορτή ξεκινάει. Κίνηση στους δρόμους, άνθρωποι, αυτοκίνητα και φορτηγά, φιλικά πειράγματα, φωνές και ζητωκραυγές πανηγυρίζουν την ημέρα που έρχεται. Μια μέρα γλεντιού και χαράς, όπως όλες. Τα νεύρα, οι στεναχώριες και τα προβλήματα παραμερίζονται γιατί δεν έχουν νόημα στην τελική. Το μικρό κρατίδιο της Μama Grecia διατηρεί μια αυτονομία αντίθετη των καιρών. Εδώ η φευγαλέα ζωή μας είναι κοινωνική συνείδηση και η αγάπη για την ζωή λατρεία. Με δικούς τους φυσικούς και άγραφους κανόνες οι Ναπολιτάνοι πορεύονται ειρηνικά και αλληλέγγυα κόντρα στους καιρούς και τα έθιμα. Εδώ ξαναζωντανεύει η κοινότητα ως πολιτική ύπαρξη. Τα κτίρια, η πέτρα, η γεωγραφία της απομόνωσης χαράσσουν σε όλες τις ανθρώπινες συμπεριφορές την δημιουργία, την ιδιαιτερότητα και τον σεβασμό.
     Η μέρα άρχισε να φεύγει. Τα σύννεφα σκεπάζουν το λίγο φώς. Ο ουρανός γέμισε χλωμά μπαλόνια.  Πιτσιρικάδες με σφεντόνες, απο χίλιες γειτονιές, ανεβαίνουν πάνω στο  κάστρο και τα σημαδεύουν. Η πόλη φαίνεται πανέμορφη απο δώ. Σκοτεινή και μυστήρια. Ένα μικρό παιδί που επιμόνως με κοιτά σαν να με επιπλήττει, μου γελάει ηδονικά. Ακούω ένα μπαμ και ξυπνάω.
     Όπως το κάθετί, τη Νάπολι τη γνωρίζεις περπατώντας. Θα ήταν καλή ιδέα για διαφήμιση του Johnnie Walker.

     

Το ζήτημα είναι σοβαρό! Πολύ σοβαρό...!

του Θ.Π

Η κοινωνία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα δομής και αντιδομής. Οι πολίτες, οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται. Η έννοια της αλληλεγγύης ταλανίζεται από ένα ταλαντεύον και ταλανισμένο σύνολο αριθμών. Τα ταλανίσματα δεν επιτρέπουν τον άνθρωπο να ξεφύγει από τις ταλαντώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και ανυπαρξίας μιας ταλαντώμενης συναισθηματικής έξαρσης. Η έξαρση αυτή καταστρέφει το σύνολο των σχέσεων των ανθρώπων. Τι συμβαίνει γύρω μας; Πώς θα σώσουμε τη ζωή μας από τους στροβίλους που ταλαντέυονται ανάμεσα στο μίσος και στο αγαθό. Συνήθως, το κακό, η κακή συνήθεια, το πάθος, η αλλοτρίωση η μοναξιά, ο καταναλωτισμός, ο πόλεμος, ο ρατσισμός νικούν ύστερα από μεγάλη μάχη, ιδίως, όταν ένας μαθητής γράφει μια έκθεση ιδεών, με θέμα την αλληλεγγύη. Τί πρέπει να γράψει: ότι μάλλον η κοινωνία ταλαντεύεται ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία ηθικών αξιών. Πρέπει να βρεθεί λύση. Πώς: μέσω της παιδείας! Χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!

προϊόν σκέψης Δεκεμβρίου: "Αλληλεγγύη"


Αλληλεγγύη πουρ μουά σημαίνει πράξη και μάλιστα αυτή της πρόσθεσης (+).  Το "συν" που - θες δεν θες - αποκαλύπτει την πιο αδιαμφισβήτητη αλήθεια, που χου:  συνΑΝΘΡΩΠΟΣ, συνΑΔΕΡΦΟΣ, συ(ν)ΠΟΛΙΤΗΣ, συνΔΕΣΗ, συνΕΡΓΑΣΙΑ, συνΤΡΟΦΟΣ… Βλέπεις πόσο απλόχερα το "συν" προσδίδει υπεραξία στο δεύτερο συνθετικό που το συνοδεύει; Κοινώς, και με αυτήν τη λογική, κάθε άνθρωπος που παραδέχεται με θάρρος ότι χρειάζεται τους άλλους, τους υποστηρίζει, υποφέρει με αυτούς, χαίρεται με αυτούς, ζει με αυτούς είναι τελικά και πιο ολοκληρωμένος. Δεν είν' κακό! Έλα, πάρε τ' απάνω σου, μιλάμε για ανεβασμένη γεύση, για μεγάλα πράματα: Το "ανήκειν σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μου", η υπέρβαση, η συναίσθηση και η ταυτόχρονη ευθύνη ότι μπορώ να συμβάλω, να διορθώσω, να βάλω κι εγώ ένα χεράκι... "Συν" φίλε, όπως λέμε πρόσθεση (+), σχέση, συσχετισμός. Γιατί, και με το μπαρδόν δηλαδίς, αλλά πες ότι άιντε και πείθομαι να ζήσω με αυτό το ευτραφές υπερεγώ και την απόλυτη πεποίθηση ότι η ευγένεια ως προς το συνάνθρωπο σημαίνει αυτόματα ηλιθιότητα, πού θα φτάσω τελικά έχοντας αυτήν τη μανιέρα για συνείδηση; Πού; Στην απόλυτη μοναξιά, απαντώ ευθαρσώς και με διορθώνεις άματις θέλεις. Και ξαναρωτώ: είναι ωραίος τώρα αυτός σκοπός ζωής να τον λέμε και παρά έξω; Είναι τόσο γαμάτο να είσαι μόνο σου, ακόμα και στην κορυφή σου λέω εγώ,  για να το μάθουμε και στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας;   Εγώ, αδερφέ μου, άι γουίλ πάς, που λέμε και στο χωριό μου!  Προτιμώ την πράξη της πρόσθεσης (+) από την απραξία της μοναξιάς,  θένκιου βέρι ματς~μουτς!   Εσύ πάλι, αν θες, δοκίμασε να αναρωτηθείς και δεν θα χάσεις: "Πόσο ΕΓΓΥΣ είμαστε  στην έννοια της αλληλΕΓΓΥΗΣ;" Οι aphasia prodactions σού το προσφέρουν  σε πολλαπλές γεύσεις, χρώματα και υφές φορ γιορ πλέζουρ όνλι.  Και μάλιστα με ολοκαίνουργιο, φαντασμαγορικό δώρο, που υπόσχεται να σε φέρει  πιο κοντά στους αγαπημένους σου (+)ανθρώπους, φέτο το Χριστούγεννο:  


έργο των 


περί… αλληλεγγύης


έργο του Daliκερι

ο έχων δύο αμφιβληστροειδείς χιτώνες
να μου δίνει τον έναν



το θέμα της συνεδρίας είναι μάσκα οξυγόνου που φορούν οι μελλοθάνατοι την ώρα που ο πολιτισμός τους πέφτει στο κενό σαν αεροπλάνο που κουβαλάει φέρετρα στο ήδη νεκρό κουφάρι του.


το θέμα της συνεδρίας είναι μάσκα ύπνου που φοράνε οι φοβισμένοι με το χρόνο, νομίζοντας ότι θα μπορέσουν να βάλουν τείχη στην παράλογη ορμή του, που σκάβει ακατάπαυστα και αθόρυβα τα αυλάκια του κάτω από την υπνωτισμένη επιδερμίδα των ονείρων τους.


το θέμα της συνεδρίας είναι μάσκα κατάδυσης που φορά η λογική όταν προσπαθεί να κατέβει από το επιφανειακό της πνεύμα στον ωκεάνιο βυθό του ασύνειδων ενστίκτων, για να τον καταλάβει, με μία μόνο ανάσα.


γι' αυτό θα σας μιλήσω για τον… εαυτό μου.
εσύ μπορείς να μιλήσεις για κάτι άλλο;


αντικατοπτρίζω την ταυτότητά μου στο κενό ως αυτοκράτορας του ανύπαρκτου εαυτού μου αφού το ίσον του αριστοτέλη που αιωρείται ανάμεσα στους δύο σιαμαίους εαυτούς διαμαρτύρεται εδώ και αιώνες για την εγκληματική πράξη της αποκοπής της στιγμής από την αγκαλιά της αιωνιότητας και τη διαμέλιση αυτής σε ισόποσες ψευδαισθήσεις.


γι' αυτό ο έρωτας με τον εαυτό σου κρατάει για πάντα.

πέρα απο κάθε φαντασία

άρθρο του Dr.Wormhole


Την εποχή που θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές η λέξη αλληλεγγύη θά ναι μόνο μια πεταμένη πληροφορία μέσα σε ετυμολογικά λεξικά και πανό. Ζείτε λίγο πριν τον αιώνα της Μεγάλης Κατάθλιψης, μόνοι και αβοήθητοι, μεταμορφωνόσαστε σε ένα ερμαφρόδιτο είδος καινούριο, γεμάτο ψηφιακά συναισθήματα. Οι μηχανές στέκονται κοντά σας σαν το δεξί σας χέρι και μαζί τους νιώθετε μια κενή ασφάλεια. Αργότερα γνωρίζετε πως οι γυναίκες, όντας καλύτερες μηχανές, θα κυριαρχήσουν. Και θα προσφέρουν μιά κάποια ελπίδα στο είδος. Μιά παράταση ζωής. Όλα αυτά δεν θα έπρεπε να τα γνωρίζετε. Σας τα είπα εγώ. Και σας τα είπα γιατί τελικά σας βαρέθηκα. Δεν με ενδιαφέρουν οι επιλογές σας. Οι περισσότερες είναι κενές και άβουλες. Απάνθρωπες και κατασκευασμένες. Πόσο η γνώση του μέλλοντος θα καταστρέψει την χρονική ακολουθία μου είναι αδιάφορο. Αυτό που μ' ενδιαφέρει σήμερα είναι να σας κάνω να ζηλέψετε. Θα σας μεταφέρω σε μιά εποχή μακρινή, πέρα απο κάθε φαντασία. Μια εποχή που δεν θα ζήσετε ποτέ.  Η εποχή της Σιωπής.
   Ξεκίνησε 15.000 χρόνια πριν το τέλος του κόσμου. Χίλια χρόνια πρίν οι επιστήμονες είχαν πληροφορηθεί την καταστροφή του γαλαξία μας. Τα πάντα ξαφνικά άλλαξαν. Ο κοινός φόβος ένωσε για άλλη μια φορά τους ανθρώπους και η μάχη για την επιβίωση ξεκίνησε συντονισμένα σε όλους τους κατοικήσιμους πλανήτες. Ο στόχος ήταν ένας. Ο αποικισμός σε άλλον γαλαξία. Ολόκληρη η ανθρώπινη κοινότητα εργάστηκε μανιωδώς πάνω στην υλοποίηση του στόχου. Ακόμα και με τα τεχνολογικά και γνωστικά μέσα της εποχής ο στόχος ήταν δύσκολος. Και ο χρόνος περιορισμένος. Οι αξίες, οι νόμοι, τα ήθη, τα έθιμα, η οργάνωση των κοινωνιών  μεταβλήθηκαν για να εξυπηρετούν το κοινό σκοπό. Και το αποτέλεσμα υπήρξε νικηφόρο και αποτελεσματικό.
   Οι επιστήμονες ανακάλυψαν μέσα σε χίλια χρόνια μια φόρμουλα που μετέτρεπε το ανθρώπινο σώμα σε όποιο υλικό επιθυμούσε. Φωτιά, αέρας, χώμα, νερό και σίδερο. Στόχος βέβαια ήταν να μπορεί το ανθρώπινο κορμί να ταξιδέψει μέσα στο διαστημικό κενό. Όλοι οι άνθρωποι δοκίμασαν την φόρμουλα και ξεκίνησαν τα πειράματα. Ο χρόνος ήταν ακόμη λιγοστός. Η συντριβή ήταν μπροστά.
    Η εποχή της Σιωπής όμως μόλις είχε αρχίσει. Το σώμα απαλλαγμένο απ΄τα συνήθη βάρη ταξίδευε μέσα στον υλικό κόσμο μεταμορφωμένο συνεχώς. Οι άνθρωποι δοκίμασαν καινούριες αισθήσεις και σαγηνεύτηκαν απ' αυτές. Οι πλανήτες γέμισαν με σώματα υγρά και αέρινα. Λιγότερα με φωτιά και σίδερο και κανένα με χώμα. Άνθρωποι γινόντουσαν δέντρα, ποτάμια και βοριάδες. Κάναν έρωτα ενωμένοι. Τραγουδούσαν ανεμικά και χάιδευαν τους συνανθρώπους τους σε κάθε τους πέρασμα. Άκουγαν για πρώτη φορά την φύση και δεν μιλούσαν. Όταν γέλαγαν βουτούσαν στις θάλασσες και άν φοβόντουσαν καμιά φορά γινόντουσαν φωτιά.
    Βουβοί, ήρεμοι κι αδελφωμένοι βολτάρανε τα χρόνια της Σιωπής μέχρι να γίνουν μια κοσμική αγέλη που έψαχνε γή να της μιλήσει. Είχε έρθει η εποχή της Αναχώρησης.

 

τα λόγια ενός τρελού

γράφει ο  Κάρολος το μαύρο sκοολήκι

Μέρος πρώτο: Η απαγωγή


Τήν πήρανε.. Την αρπάξανε έτσι χωρίς δεύτερη..και με τη μία. Τα είδα όλα! Γνώρισα κανα δύο, τούς θυμάμαι απο τότε που δούλευα για την Εταιρεία.


-Ποιά πήρανε; Τι λές; Παλουκώσου και ξέρνα τα όλα!


-Την Αλληλεγγύη.Τι θυμάσαι; Η κόρη του δασκάλου και της νοσοκόμας, αυτή με τα λάμδα που παρά λίγο μώβ, τα γάμα να χτίζουvε πόλεις, ύψιλον να εφιστούν προσοχή και ήτα πνοή τελευταία.


-Άν τρεξουμε; Τους προλαβαίνουμε λές;


-Πολύ αργά, είχαν αμάξι σπόρ και άγριες ορέξεις, γαμώ! Αλήτες απο τα πρώτα τους, αλλά ξέρω πώς και τί , και με σχέδιο θα τους την πάρουμε πίσω. Μόνο να οργανωθούμε καλά, και θα χωρέψουμε μαζί της και πάλι πρωτομαγιάτικο γαιτανάκι, και θα τα'ί'σουμε τα ζώα με το χέρι, και για τα ορφανά θα διοργανώσουμε μια θεατρική παράσταση, χωρίς αποδείξεις και εισφορές, προσφορές και λεφτά και άλλες αηδίες, μοναχά να γυρίσει πίσω η Αλληλεγγύη.


-Οι άλλοι ξέρουν;


-Θα μάθουν! Κι αν δέν, πάει το χάσαμε το παιχνίδι. Και φεύγει μπροστά απ τον καθρέφτη




Μέρος δεύτερο:Το μήνυμα


-Ήρθα εδώ,σ το βωμό της δημοκρατίας, να σας ζητήσω: Να ενεργοποιηθεί η διαδικασία της τελετής της αμεσοδημοκρατίας! Στεκομαι δω! στη μέση της πλατείας, δώ που οργανωθήκαμε σα κοινωνία, και βάλαμ υπογραφές με φτερούγες και θριάμβους, και ζητώ απο την Επικοινωνία και την Παιδεία να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία.


Μας πήρανε την Αλληλεγγύη, καί χω βρεί μάλιστα και να μήνυμα απειλητικό εκεί που κρατάω φιλαγμένους τους φίλους μου.


-Το μήνυμα λέει. Και ανεβαίνει επάνω στο μαύρο κουτί.


-Κρατάμε την Αλληλεγγύη. Θέλουμε ως λίτρα την Επικοινωνία και την Παιδεία, να παραδωθούν άνευ όρων σε εμάς καθώς και όλους τούς πολίτες να συνεργασθούν και να μην επιβραδύνουν τη διαδικασία ή προχωρήσουν σε ενέργειες οι οποίες θα αποβούν μοιραίες για όλους. Για το δικό σας καλό η Εταιρεία.


Οι πολίτες πάγωσαν και έμειναν κοιτάζοντας τον νεαρό άνδρα ,άφωνοι. Μετά απο λίγο η Επικοινωνία καί η Παιδεία έκαναν την εμφάνιση τους, απο τη μία μεριά της πλατείας η μία και απο την άλλη μεριά η άλλη.


Όλοι οι πολίτες σηκώθηκαν απο τα καθίσματα τών καφενείων και τις κοίταξαν ευθεία.


Αφού στάθηκαν στη μέση της πλατείας και μπροστά απο το μαύρο κουτί, η Επικοινωνία έκανε ένα βήμα εμπρός και φώναξε: Η διαδικασία της τελετής της αμεσοδημοκρατίας έχει ενεργοποιηθεί ψήφος.




Μέρος τρίτο: Η απόφαση




Εμπρός απο τα γραφεία τής Εταιρείας οι πολίτες μαζί με την Επικοινωνία και την Παιδεία έχουν σχηματίσει ποτάμι. Έχουμε έρθει να παραδώσουμε τα λίτρα,γ ράφει το ένα και μοναδικό πανό.


Την ίδια στιγμή η Εταιρεία με έναν εκπρόσωπο της κάνουν την εμφάνιση τους.


Πιό πίσω η Αλληλεγγύη ταλαιπωρημένη μένει σκιφτή και άκαμτη.


-Ποια είναι η απόφαση; Ρωτά ο εκπρόσωπος.


Μεσα απο το πλήθος βγαίνει ο νεαρός άντρας κρατώντας ενα κομμάτι χαρτί, το χαρτί της απόφασης. Στέκεται μπροστά απο την Εταιρεία και τον εκπρόσωπο και διαβάζει την απόφαση.




δεν συνεχίζεται...

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

αλληλεγγύη

 έργο της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


Κάνεις;

Α: -Δώσε μου έναν λόγο της προκοπής
Γ: -Θα το κάνεις;
Α: -Λόγο…
Γ: -Ελεγχόμενες εκρήξεις;
Α: -Πώς;
Γ: -Στην πόλη λέω, τις τελευταίες μέρες
Α: -Ναι;
Γ: -Που σκάνε μικροβόμβες
Α: -Και τι σχέση έχουν…;
Γ: -Όλα έχουν…
Α: -Τι έχουν;
Γ: -Σχέση.
Α: -Έλα τώρα, μήπως είσαι λίγο μονόπατη;
Γ: -Τι;
Α: -Το μυαλό σου λέω.
Γ: -Το μυαλό μου τι;
Α: -Ε, γέρνει μονόπατα
Γ: -Το συζητάς; Αφού το χρειάζομαι
Α: -Δώσε άλλο λόγο
Γ: -Κουρασμένη πόλη
Α: -Ωραία… Και;
Γ: -Για την Αθήνα ρε γαμώτο
Α: -Θέλεις να το κάνω για την Αθήνα;
Γ: -Γιατί όχι και γι' αυτήν;
Α: -Δεν φτάνει. Σκέψου κάτι άλλο γρήγορα
Γ: -Ομίχλη το πρωί
Α: -Σοβαρέψου λέμε
Γ: -Η πόλη βυθίζεται, κάντο για πάρτη της
Α: -Δεν είμαι τρομοκράτης
Γ: -Αυτό χρειάζεται για να το κάνεις;
Α: -Ούτε ναρκομανής, θα ήταν πιο εύκολο
Γ: -Μα δε σου ζητάω να το κάνεις καριέρα
Α: -Μου ζητάς δηλαδή να σκεφτώ αλτρουιστικά
Γ: -Κάπως έτσι, για το καλό της πόλης…
Α: -Μόνο; Είσαι σίγουρη;
Γ: -Εντάξει, για το καλό του συστήματος
Α: -Του συστήματος;
Γ: -Ξέρεις τώρα για την ισορροπία
Α: -Ποια ισορροπία;
Γ: -Τη διαταραγμένη
Α: -Ποιανού;
Γ: -Της φύσης
Α: -Και θα φτάσει;
Γ: -Θα βοηθήσει στη λειτουργία
Α: -Και στην ανακύκλωση, βάζω στοίχημα
Γ: -Σαφώς
Α: -Πώς κι έτσι;
Γ: -Λόγω απελευθέρωσης υγρών
Α: -Σταμάτα και τελείωσε το μπουκάλι
Γ: -Καριέρα αλκοολικού θα έκανες;
Α: -Μην αλλάζεις κουβέντα
Γ: -Νόμιζα ότι εσύ ήθελες να την αλλάξω
Α: -Το θέμα είναι τι δεν θέλω
Γ: -Υπερβολικός…
Α: -Εσύ το ξανασκέφτηκες να κάνεις πίσω;
Γ: -Αφού το χρειάζομαι
Α: -Ναι ξέρω, για το σύμπαν ρε γαμώτο
Γ: -Δες το καρμικά, φιλοσοφικά, δες το σφαιρικά ρε γαμώτο
Α: -Έλα μη γίνεσαι χυδαία
Γ: -Αφού το θέλω
Α: -Και είναι λόγος αυτός…
Γ: -Ε δεν βρίσκω άλλον
Α: -Τότε απλά πες το
Γ: -Τι;
Α: -Ρίχτο στα ίσα, ξεστόμισέ το
Γ: -Νόμιζα δεν ήθελες να γίνομαι χυδαία
Α: -Έλα αφού το θέλεις
Γ: -Ε να…
Α: -Έλα αφού μπορείς
Γ: -Ε καλά
Α: -Θα το πεις τώρα;
Γ: -Και θα φτάσει;
Α: -Θα αποφασίσω μετά
Γ: Τι, έτσι απλά;
Α: -Έλα δώστο
Γ: -Κάτσε…
Α: -Ζήτα το λέμε
Γ: -Επιστημονικά το θες;
Α: -Ε καλά μη γίνεσαι και καλόγρια τώρα
Γ: -Γλειφομούνι κάνεις;


Όπου Α= Άντρας
Όπου Γ=Γυναίκα