Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

ο Τάσος


έργο των



η Ζωντανή Φωτιά


του Θ.Π.

Στο τασάκι μου αδειάζω δυο μπουκάλια
πως να σβήσω τις φωτιές που μ' άναψες
κι η καρδιά μου κάνει βόλτες κι όλο ψάχνει δυο στραγάλια
μα σαν έρθουμε κοντά τα δυο τσιγάρα σ' αγαπώ δήθεν μου λες

μά τα ψέματα και μά την μιαν αλήθεια
οι θεοί της ευτυχίας με ξέχασαν
σε μια νήσο μ' ανανάδες με μπανάνες και ρεβύθια
με κομμένα τα δυο χέρια και σιγά τα δυο μου μάτια σώπασαν

και σαν ξύπνησα απ' το όνειρο ιδρωμένος
το τασάκι μου είναι δίπλα κι ηρεμώ
σε κοιτάζω από ψηλά με δέος μαγεμένος
οι καπνοί μου μπαρουτιάζουν οι φωτιές μόνες ανάβουν και το πτώμα μου στο πόμολο κρεμώ

ο φόβος του θανάτου


του Dr. Wormhole

το παρόν κείμενο αποτελεί μέρος του προσωπικού " Ημερολογίου" του συγγραφέα

Σήμερα συναντήθηκα πάλι με τον φόβο. Το τελευταίο καιρό προσπαθούμε να γίνουμε εραστές. Εκείνος θέλει πιο πολύ. Εγώ όχι και τόσο. Πιάνει και κρύβεται λοιπόν πίσω απ' όλες τις καθημερινές μου ασχολίες,  ξαραχνιάζει τα βαρετά μου πράγματα και μιά στο τόσο εμφανίζει τον πολύχρωμο πανικό του. Μάλλον είναι το αρσενικό στη σχέση μας.
Σήμερα κρυβόταν πίσω ακριβώς απ' το τασάκι μου. Ντυμένος ανέμελα, με διάθεση περιπαιχτική, διάβαζε ένα βιβλίο με κωμικές φωτογραφίες. Στη σελίδα 32 εμφανίζει ένα τασάκι γεμάτο γόπες και απο κάτω μιά ταμπέλα να λέει " το τασάκι του μελλοθάνατου". Νάτος! Κακός οιωνός ή θεική προειδοποίηση;
Ένα τασάκι σαν στίχος του Εμπειρίκου. Σφραγίζει την σκέψη και παγώνει το κορμί. Κόβει το γέλιο και τα παράγωγά του και χτίζει αργά τον πανικό. Ένα τασάκι σε κάνει βρώμικο και τιποτένιο. Ο φόβος να χορεύει το κάθε σου βήμα και σύ μαριονέτα ενός ηθελημένου βιασμού.
Μακάρι να ήμουν σουρεαλιστής! Τότε δεν θά 'μουν τρελός. Ούτε δήθεν. Ούτε λιγότερο άνδρας. Θα μπορούσα να δεχτώ κάθε συνύπαρξη και σχέση. Ο κόσμος μου θά 'ταν υγρός και ανεξήγητος. Αλλά τέλεια, τέλεια συνδεδεμένος. Ένα τασάκι γεμάτο γόπες και ο στίχος του Εμπειρίκου. Ακριβώς! Τί πιο όμοιο και κοινό! Και τώρα που το σκέφτομαι, τώρα που υποδύομαι κάποιον άλλον εαυτό, δεν είναι καθόλου απίθανο. Άλλωστε η ποίηση θα μπορούσε να αποτελείται, χωρίς να χάνει διόλου την ομιλίας της, μόνο απο στάχτες και πλαστικά όρια.
Για βάλτο στο νού αφεντικό..."Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου". Ή αλλιώς, ένα τασάκι γεμάτο γόπες και απο κάτω μια ταμπέλα να λέει " το τασάκι του μελλοθάνατου".

μια Ιστορία για μπρόκολο

του Θ.Π.


Πάνω από όλα υγεία. Αυτό είναι το πιο σημαντικό. Και αυτό που λένε όλοι και εννοούν φυσικά είναι η σωματική και δευτερευόντως η ψυχική ή αλλιώς πνευματική. Γιατί πως θα χεις ψυχική αν πρώτα δεν έχεις σωματική. Όλοι συνιστούν να τρώμε φρούτα και λαχανικά. Στο σημερινό μας μάθημα θα μιλήσουμε για το μπρόκολο. Από τα σημαντικότερα λαχανικά. Κι όμως έχει τόσο ηλίθιο όνομα. Το σκέφτεσαι, το προφέρεις και αποφεύγεις όχι μόνο να το δοκιμάσεις αλλά ακόμη και να το αντικρύσεις. Έτσι την πάτησα και γω. Τόσα χρόνια το σνόμπαρα χωρίς καν να το δοκιμάσω, χωρίς δικαιολογία. Μέχρι που δοκίμασα μια μέρα ηρωική. Θα μείνει χαραγμένη μέσα μου. Τελικά δεν είναι κι άσχημο! Ήμουν στη Σύρο όταν δοκίμασα και κατάλαβα την αξία του. Αποφάσισα λοιπόν να ξεκινήσω να τρώω μπρόκολο παρά το αντιπαθητικό του όνομα. Μα κι αυτός ο λαός που το βρήκε αυτό το όνομα! Δεν μπορώ να καταλάβω την ψυχολογία του. Η αλήθεια όμως είναι ότι και η όψη του  μπρόκολου σε προδιαθέτει για να πάρει και τέτοιο όνομα. Οπότε το φταίξιμο πρέπει να το ρίξουμε πρώτα στο θεό. Πώς είναι δυνατό ένα τόσο υγειινό φαγητό να του δίνεις τέτοια μορφή; Γιατί να μη μοιάζει με πατάτα ή με μαρούλι έστω ώστε να έχει και ένα πιο εύηχο όνομα. Εκεί που καταλήγουμε λοιπόν, δηλαδή η ουσία είναι ότι πρέπει να προσέχουμε την υγεία μας. Μην πάθουμε κανέναν καρκίνο από κει που δεν το περιμένουμε. Και να κόψουμε το τσιγάρο ώστε τα τασάκια να χρησιμοποιούνται μόνο ως διακοσμητικά στοιχεία!
  

Ο νίκος πάκος παρομοιάζει: το τασάκι

Τασάκι μοιάζει το Εγώ που στάχτη πια το θάβει
κι η Κοινωνία, δεσποινίς, τσιγάρο ξανανάβει
τα Πρέπει ξεπορτίζουνε, μαγκάκια και φουμάρουν
τασάκι τη γυαλάδα σου χαλάνε και γουστάρουν,
ανθρώποι τώρα το κλωτσούν, πιο κάτω πια δε φτάνει
"τασάκι", λεν', "είναι αυτό; μα σα γκιογκιό μου κάνει!".

Αμάν καλέ μου άνθρωπε, στου βίου την αντάρα
ψυχής δοχείο έλαβες, μα το 'χεις για τσιγάρα
τσιγάρα κι αποτσίγαρα μαζί τ' απωθημένα
μανιάζουν και τσαντίζονται στ' ασύνειδο χωμένα,
μα πλέον ανεπίτρεπτο το κάπνισμα, που λύση;
δωρίστε τ' αποτσίγαρα στους φταίχτες... παρά φύσει.

ο κύριος Τασάκης

 
του Mario Kolopleni
Θα σας πώ μια ιστορία ολίγον πικρή. Παρόλα αυτά, ο θάνατος δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει πιο όμορφος.

Κάποτε, μια λέξη κυρίως μελλοντική, ζούσε μέσα σε μια μικρή κάμαρα ο κύριος Τασάκης. Μορφή εξόχως λογοτεχνική, μοναχική και λιγομίλητη, έφερνε στην μνήμη εκείνους τους άγριους γέρους των παιδικών μας χρόνων. Τους τόσο άκακους .
    Τα βράδυα δεν έβγαινε ποτέ απο το σπίτι. Μόλις που έδυε ο ήλιος, έκλεινε την κουρτίνα και άναβε κεριά σε όλη την κάμαρα. Ύστερα παρέμενε ξάγρυπνος μέχρι την αυγή, περπατώντας και διευθύνοντας μια αόρατη ορχήστρα, λές και τα λίγα του τετραγωνικά γεννούσαν διαρκώς οπτασίες και χαμένα όνειρα.
    Απ' τα λίγα στοιχεία που συνέλεξα για τον ήρωά μου ήταν η μανία του με τα κεριά... και ο καπνός. Κάπνιζε συνεχώς, παρατηρώντας το λίκνισμα της ανάσας του γύρω απ την ήρεμη φωτιά. Μερικές φορές άδειαζε τα πνευμόνια του ψιθυρίζοντας στις φλόγες ανύπαρκτους διαλόγους.
    Θεώρησα, μέσα στην λογοτεχνική μου παράνοια, πως ο κύριος Τασάκης ήταν ερωτευμένος με την φωτιά. Όλο το βράδυ ερωτοτροπούσε με το αντικείμενο του πόθου του, στήνοντας ένα μικρό θέατρο σκιών. Ένωνε την ανάσα του με τον καπνό και μετά ακουμπούσε άφοβα σε όλες τις ερωτογενείς και φλογερές ζώνες της αγαπημένης του. Έπειτα, γεμάτος ικανοποίηση, κοκορεύοταν και λογομαχούσε, σαν γνήσιο αρσενικό, όλα του τα κατορθώματα.
    Ο κύριος Τασάκης χάθηκε μια μέρα ξαφνικά. Δεν τον είδε κανείς ούτε τον άκουσε. Ένα πέπλο μυστηρίου σκέπασε την εξαφάνιση του και η θεωρία μου κινδύνευε να μείνει οριστικά ανολοκλήρωτη.
     Μια βδομάδα μετά δέχτηκα μια επιστολή:

     Πρός κύριο Mario Kolopleni, δημοσιογράφο,
                         
      με τιμή Άγγελος Τασάκης, αλχημιστής,
                         
                          "με το πρώτο φώς του κεριού
                              πέταξα τις στάχτες μου
                                φόρεσα ανάποδα τον ίσκιο μου
                                   και χωρίς να βιάζομαι
                                      ντύθηκα καπνός.
                                        το βρώμικο σώμα μου
                                           αγγίζει άηχα τα μικρά μου αντικείμενα
                                                 καθώς η φωτιά
                                                    μου ρουφάει την ψυχή."

Το μυστήριο λύθηκε. Ο ήρωάς μου, έκανε τόσο καιρό πρόβες αυτοκτονίας. Και τα κατάφερε! Συγχαρητήρια κύριε Τασάκη.
               




ένα τασάκι blue με ανθρακικό


γράφει η Sosozero

Το θυμάμαι ακόμα μετά από τόσα χρόνια, Είχε χρώμα γαλάζιο, ανοιχτό τιρκουάζ.
Ήταν φτιαγμένο από γυαλί,, αυτό το είδος με τις χιλιάδες μικρές φούσκες κλειδωμένες μέσα
με σχήμα σαν χταπόδι, σοβαρά.
Ανάμεσα στα ανοιχτά πλοκάμια του μπορούσες να σφηνώσεις τα τσιγάρα σου,
Όλα μαζί 7, καθόλου λίγα..
Χωρούσε σχεδόν στη χούφτα σου,, τόσο μικρό που ήταν. Χάρηκα που στο τέλος το έσπασα εγώ,
το αγαπούσα πιο πολύ και το ξεχώριζα από τα άλλα μου τασάκια
θαυμαστό,
υπερβολικό άνευ λόγου - και γι' αυτό αξιέπαινο-

ένα παράλογο μπλέ μαλάκιο δίπλα στον αναπτήρα μου,
μια εύθραυστη προτροπή ξεχαρμανιάσματος
μια γυαλένια, εύκολη καρδιά
Χάρηκα που την έσπασα, αλήθεια..
Δεν έκλαψα ποτέ για μας, δε θα του άρεσε αυτό.
Τόσο πολύ αγαπιόμασταν, που δε θα συγχωρούσα σε κανέναν να του πέσει από τα χέρια έτσι απλά. Τόσο έτοιμη να μισήσω θανάσιμα αυτόν που θα μας χώριζε, που σχεδόν χάρηκα να φταίω αποκλειστικά και αμετάκλητα. Τον τελευταίο καιρό σκεφτόμουν το τέλος όλο και συχνότερα...

Πήγε και έγινε χίλια κομμάτια μπροστά μου μόνο για να το πιστέψω.
Για να μη διανοηθώ να το μαζέψω από το πάτωμα και το κολλήσω ξανά,
για να με κοροϊδέψει που πήγα και αγάπησα κάτι τόσο μπλε και εφήμερο

Καπνίζω ακόμα και συχνά θυμάμαι, είναι πιο ασφαλές από το να χαίρομαι.
Καπνίζω ακόμα καμιά φορά για πάρτη του, τα αγαπημένα Lucky Strike -και λίγο πιό Lucky καμιά φορά
μεγάλα, τυχερά, θεόστραβα φουρνέλα.
Τα ήπιαμε παρέα τα ωραία χρόνια, τα πίναμε με φίλους ή τα δυό μας
Ούτε θυμάμαι πόσα πια..

Μα τώρα έχει σπάσει μέσα και έξω μου
ένα χταπόδι μπλε με ανθρακικό.
Μέσ' στο γυαλί είχε εγκλωβίσει μια ανάσα
Όμορφο κάθε ημέρα απ' την αρχή για μένα μόνο, δίπλα μου και μπροστά μου
Μα τώρα μόνο, καθαρό και διάφανο για τελευταία του φορά
να λάμπει στα σκουπίδια έκθαμβο
μέσα στη διαμελισμένη απορία του
ένα σκουπίδι με σπασμένα και τα οχτώ του πόδια,
ένα σκουπίδι με το πρώτο κιόλας πέσιμο
χωρίς μια δεύτερη ευκαιρία για κανέναν μας,
για πάντα θύμα, πλάι στη στάχτη μας.
Αντίο.

στα μπάρς

 
γράφει ο  Κάρολος το μαύρο sκοολήκι
Γειά σου, το όνομά μου είναι Κάρολος και είμαι μαύρο sκοολήκι, πρώην σιαμαίο με άνθρωπο αλλα πια ανεξάρτητο γιατί αποφάσισα να δουλέψω σάν μπάρ-μαν σε κάποιο νησί με ωραίες τουρίστριες και έτσι σ' ένα πολύπλοκο, χρονοβόρο και κουραστικό χειρουργείο χωριστήκαμε.

Ποτέ δε μ' άρεσε το τασάκι πάνω στο μπάρ, και δε λέω το τασάκι το πραγματικό, μα εκείνο το πάρα πολύ για το χώρο και για τις ώρες. Αυτό το φουτουριστικό ό,τι νά 'ναι έπρεπε πάντα να είναι καθαρό, πράχμα που τό 'κανε  παιδεψάρικο και μωρό. Να λέμε τα σύκα σύκα, το τασάκι το πραχματικό δεν ήταν έτσι, εκείνο άλλο, έδινε άλλο τσί στο όλο και σε μένα  μέσα μου του καπνιστή έδινε κάτι που τά 'σπαγε. Άπαξ και κόπηκες όμως με γυαλί απο τασάκι... φύγανε τένοντες, φύγανε όλα, το νού σου, άσε που το αίμα θα σε φέρει πίσω πάνω στο φόρτο και έχασες, δεν ήταν η μέρα σου.
    Τώρα τασάκι εγώ τέλος, σηκώνοντας τα φρύδια επάνω, δηλαδή αφού έβγαλα τ' άντερά μου πρώτα απ' τα νεύρα, γροθιές σε πόρτες, κλωτσές σαν μουλάρι και χασίματα άκυρα χαοτικά, τέλος.
Και ορθώνει ο κορμός. Πού και πού όμως βλέπω στον ύπνο μου ότι καπνίζω ακόμα. Και ξυπνώ μες το δράμα το ίδιο σου λέω.
   'Αντε, χαλαρά αλλα σταθερά ανασηκώνετε απο πιάσιμο άξαφνο του αριστερού μου χεριού, πινέλο σα καλλιτέχνης στο κάπου εκεί να με βλέπεις.
Και μιά, δυό φτερωτές, καθαρό.
 

Χρόνια πολλά Κάρολος.

αν και δεν κάπνιζα τότε

του Θ.Π.

Έχω μέσα στα πνευμόνια τρικυμία
Και κανένας πια δεν έχει τι να πεί
Και το στόμα βγάζει κάπνα με μανία
Κάθε τόσο που καπνίζω είμαι τζιτζί

Τό χω κόψει το τσιγάρο εδώ και χρόνια
Έτσι λέω να κοροϊδεύω μια φωνή
Σαν ανάπηρος γυρνάω στα σαλόνια
στης οδού της καπνιστής την καλλώνη

μόνο τσίχλες που πετάω στο τασάκι
καπνιστικές για σωτηρία της ψυχής
έχει αδειάσει από τσιγάρα το σακάκι
και βαδίζει μες το δρόμο ευτυχής

πάλι αρχή και απαρχή
στην αρχική κατάστασή
φταίω και γω όμως και σύ
φοβήθηκα στην έλλειψη
όμως παιδιά κάθε φορά
δίχως χωρίς πολλά πολλά
όταν η θάλασσα που αφρίζει
και η γη σταμάτησε να γυρίζει
δε σας αντέχω άλλο πλέον
χωρίς τασάκια και ζήτημα φλέγον
να συζητάμε μες τη νύχτα
με τους καπνούς να καίνε εμένα κοίτα
να μην υπάρχουν αλλαγές
μα να μη είδα τίποτε χθές
παρά μόνο εσένα

το ξεχασμένο σημείωμα

 
 ένας μικρός θάνατος
 
Τσιγάρο και τασάκι. Αυτά έπαιρνες μπροστά σου ενώ καθόσουν στον καναπέ, ακουμπώντας τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Κοιτούσες την απέναντι γωνία του δωματίου αμίλητος όσο το τσιγάρο μεταφερόταν μηχανικά από το τασάκι στα χείλη σου. Ποτέ δεν καταλάβαινα τι σκεφτόσουν, αν σκεφτόσουν. Χάζευες απλά ή προβληματιζόσουν για τη συζήτηση που είχε προηγηθεί; Κέρδιζες χρόνο για να απαντήσεις ή αδιαφορούσες; Ποτέ δε θα μάθω. Με κοιτούσες για λίγο μέσα στα μάτια και έπειτα πάλι χανόσουν στον κόσμο σου. Κάποιες φορές έμοιαζε σα να προτιμούσες την παρέα αυτών των δυο περισσότερο από τη δική μου. Ήταν πιο απολαυστικά; Αρνούμαι να το δεχτώ. Όμως σε συντρόφευαν και τις στιγμές που δεν ήμουν εκεί. Και αυτές ήταν αρκετές. Στιγμές που αγχωνόσουν, που στοχαζόσουν, που σκότωνες την ώρα σου. Πόσες συζήτησεις για την κακή αυτή συνήθεια! Πόσα επιχειρήματα και διαφωνίες για να τα κόψεις. Τσιγάρο και τασάκι. Σε ακολουθούσαν σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού. Και όσο προσπαθούσα περίτεχνα να τα απομακρύνω ή να τα κρύψω, τόσο μετά από λίγο βρίσκονταν ως δια μαγείας πάλι μπροστά σου. Ήταν και ένας τρόπος όμως να με κρατάς μακρυά σου. Έστω και για λίγα λεπτά. Όσο διαρκούσε μισό τσιγάρο. Πάντα το ήθελες, το επεδίωκες. Σε βοηθούσε να μένεις αποστασιοποιημένος, από το πρόβλημα, τον τσακωμό, από μένα. Τελικά έφυγες και απ' τους δυο μας μακρυά. Και έμεινε ένα τασάκι βρώμικο, γεμάτο γόπες και η καρδιά μου να πονά.

τελετή αυτοκαταστροφής


έργο του Daliκερι

η πλειοψηφία των εαυτών
σε μια πλημμυρίδα συνήθειας
επισκέπτονται
την αρχαία επίδαυρο της εξάρτησης
αναμένοντας τη νικοτίνη να ενσαρκωθεί

τα βάσανα του καπνού
τυλιγμένα σε χάρτινα σάβανα
αναζητούν τη λύτρωση
στη σολομώντεια λύση της καύσης

σαν από μηχανής θεός
μια ιδέα κατεβαίνει
στο κεφάλι κάποιου σπίρτου

στη σαχάρα της σκηνής
η ψυχή αποδεσμεύεται από την ανάσα.
απλώνεται τότε
μυστήρια ανακούφιση θανάτου

η τραγική ειρωνεία
αφήνει τις στάχτες της κάθαρσης
σε ένα κυκλικό νεκροταφείο τσιγάρων

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Senza fine

έργο της λογοτεχνικής Πιπίτσας

Λάθος χώρα, λάθος εποχή, λάθος άνθρωποι. Είχε περάσει όλα τα κόκκινα φανάρια και είχε σταματήσει σε όλα τα πράσινα. Κόκκινο σημαίνει ξεκίνα και στο μυαλό εκείνου, κάθε φορά που άναβε ένα, έμπαινε σε σειρά το χάος του. Τα έπιπλα τού κατοικούσαν το μυαλό. Έμπαιναν στη θέση τους και το σπίτι έπαυε να μοιάζει άδειο. Το σπίτι ήταν άδειο. Εκτός. Εκτός από το τασάκι σχήματος στρογγυλού, στο κέντρο του δωματίου, σχήματος τέτοιου που έχουν όλα τα δωμάτια.
Υπέροχοι θόρυβοι κλείνονταν στο τασάκι αυτό που τους ρούφαγε όλους. Ο ωραιότερος των ήχων, αυτός της κάφτρας που καίγεται απαλά και πριν σβήσει αναστενάζει το τελευταίο κρουστό, ξεκάθαρο τσικ.
Εκτός από μουσικό κουτί, το τασάκι είχε και άλλες χρήσεις. Λάθος χρήσεις. Το φώς από τις γρίλιες, καιρό κλειστές, έμπαινε με αναίδεια και σκόνταφτε πάνω του μέχρι που νύχτωνε. Το βλέμμα εκείνου σταματούσε πάνω του όλο και πιο συχνά τις τελευταίες μέρες. Παλιότερα αποίκιζε το τραπεζάκι του σαλονιού όπου κάπνιζε μαζί της τα πιο βραδύκαυστα τσιγάρα. Μια συλλογή από τσικ αναρίθμητα, του χάριζαν τέτοια ηδονή που τον λυπούσε όταν εκείνη το άδειαζε αφού τα είχαν καπνίσει μεγαλειωδώς. Του άρεσε από μικρό παιδί να το βλέπει ξεχειλισμένο να απειλεί ότι θα σκορπίσει τις στάχτες του παντού.
Τώρα στη μέση του δωματίου, είχε να το αδειάσει κάμποσο καιρό. Τα αποτσίγαρα στοιβάζονταν το ένα πάνω στο άλλο, και είχαν σχηματίσει την βάση ενός μικρού Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Έσκυβε πάνω τους απαλά για να μην χαθεί στάχτη και το πλούτιζε πυκνά με καινούρια στολίδια. Όταν αφαιρούταν και κάποιο αποτσίγαρο δεν έπαιρνε το σωστό σχήμα, το εκτόξευε στο υπόλοιπο δωμάτιο.
Έφυγε όταν η βραχνάδα τής τελείωσε. Το τασάκι φτώχυνε. Ευτυχώς γρήγορα φρόντισε εκείνος να γεμίσει την απώλεια με καινούρια αποτσίγαρα. Η μυρωδιά τους σκαρφάλωνε στους τοίχους και ταξίδευε στις κλειδώσεις τους. Λάθος χώρα, λάθος εποχή, λάθος άνθρωποι.
Η ανακούφιση του άδειου. Δεν χρειαζόταν πια να καθαρίσει, να σκουπίσει, να συγυρίσει, ίσως και να γαμήσει. Οι εποχές των μεγάλων γαμησιών τον είχαν αφήσει όπως τις είχε αφήσει-καθαρό. Ήξερε ότι εκεί έξω, πέρα από τις γρίλιες, τα βουλιάγματα και τα γκρεμίσματα συνεχίζονταν κι εκείνη ίσως να είχε πάθει αμνησία, να είχε χαθεί και να τριγυρνούσε στους δρόμους ψάχνοντας ένα τασάκι.
Με τον καιρό οι δουλειές του σπιτιού του έφερναν ανελέητη κούραση. Και έλλειψη χρόνου. Όσο ξεσκόνιζε τα έπιπλα, τόσο πιο γρήγορα έπιαναν σκόνη, κι όσο πιο γρήγορα έπιαναν σκόνη τόσο πιο συχνά σκούπιζε. Όσο πιο συχνά σκούπιζε τόσο περισσότερο χρόνο έχανε και τόσο πιο πολύ κουραζόταν. Ο χρόνος συρρικνώθηκε. Οι προμήθειες σε ξεσκονόπανα σώθηκαν. Τα τσαγάκια με απεμπλουτισμένο ου-ίσκι πλήθυναν αλλά πού χρόνος να τα πιει; Αφού υπήρχε το ξεσκόνισμα. Πώς να τα προλάβει και τα δύο; Ήταν μάταιο. Λάθος χώρα, λάθος εποχή, λάθος άνθρωποι. Λίγος χρόνος.
Καθώς το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο τασάκι θέριευε και είχε φτάσει λίγο πριν την κορυφή, το κόκκινο φανάρι στο μυαλό του άναψε ξανά. Ξεκίνα.
Σκέφτηκε να της γράψει ένα γράμμα. Ο δείκτης του δεξιού του χεριού θύμιζε, απελπιστικά πολύ, τσιγάρο. Σκέφτηκε να το ανάψει.


.................................................................................................................................................................


Βραχνή μου καύλα,
αν βρήκες το δρόμο, έχεις βρει και το τασάκι. Μάζεψε τις στάχτες που θα βρεις δίπλα του, και βάλ' τες στην κορυφή του Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Αντί για αστέρι. Δεν πειράζει που ήρθες, πειράζει που έφυγες. Ή ανάποδα;