Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Τιμόνι

 
Λογοτεχνική Πιπίτσα
 
Τα μεγαλύτερα δράματα διακωμωδούνται στα σαλόνια και διαδραματίζονται στα τιμόνια. Είναι έτσι ή συμβαίνει το ανάποδο; Εδώ πάντως έχουμε μια κουζίνα. Και μία κατσαρόλα με ένα κοκκινιστό. Το κοκκινιστό είναι άτιμο φαγητό. Είναι το πλούσιο του κόκκινού του που το κάνει μοιραίο και ζουμερό. Εκείνη στέκεται από πάνω του, μόλις έχει βάλει την ντομάτα και το παιδεύει. Περιμένει να την πάρει την βράση γιατί αλλιώς δουλειά δεν κάνουμε.


Περιμένοντας, στέκεται με τον κώλο ενάντια στον πάγκο απέναντι από την κουζίνα. Είναι μόνο ένα λεπτό, σπανίως χρειάζεται παραπάνω. Οι αναθυμιάσεις από την ντομάτα την χτυπούν κατευθείαν στο αριστερό ρουθούνι και μια ζέστα την κυκλώνει από τις πατούσες μέχρι την κορυφή του μετώπου.


Και τότε ξεκινούν οι κύκλοι. Ο πρώτος χαμηλά, γύρω από τις πατούσες της, μόλις που ξεκολλάει από το έδαφος, είναι ένας δακτύλιος που πάνω του κρέμονται αγέννητα μωρά. Μετρά 5 με 6. Σχεδόν ίδια. Ο δεύτερος δακτύλιος λίγο πιο πάνω, στη μέση της γάμπας, αποτελείται από συγγενείς μακρινούς και κοντινούς, μια ντουζίνα και αυτοί, κρέμονται από τον κύκλο. Επόμενος δακτύλιος στο ύψος του γονάτου. Η περίμετρός του φέρει χαρτιά και εκείνη κοιτώντας προς τα κάτω αναγνωρίζει τα πτυχία της. Επόμενος δακτύλιος στα μέσα των μπουτιών, κεφάλια από φίλους χαμένους, ξεχασμένους, παρατημένους. Αριθμός ίδιος. Στο ύψος του κώλου, δακτύλιος με εξάδα παλιών γκόμενων. Και προχωράμε στη μέση της. Δακτύλιος με περίμετρο από σπίτια που έζησε και άφησε και αμέσως μετά στο ύψος του στήθους αντικείμενα και έπιπλα από τα σπίτια κρέμονται σαν στολίδια Χριστουγεννιάτικου δέντρου. Γύρω από τους ώμους, αν κουνηθεί λίγο  μπορεί και να τον αγγίξει τον κύκλο, βιβλία, βιβλία, βιβλία. Ο αριθμός τους σταθερός πάντα, πλησιάζει την ντουζίνα. Κι εκεί κάπου, περικυκλώνοντας τα μάτια, κύκλος από ταμπέλες με οδούς και αριθμούς πόλεων εσωτερικού και εξωτερικού. Στην κορυφή του κεφαλιού λίγο πριν το ύψος της σωθεί, ένας δακτύλιος σαν φωτοστέφανο, άδειος. Δεν του κρέμεται τίποτα. Το κοκκινιστό τζιτζιρίζει μα δεν μπορεί να τρέξει να το ανακατέψει. Είναι που φοβάται να βγει από τους κύκλους. Αν αρχίσει να κουνιέται ρυθμικά αλλά επιτόπου, τότε το χούλα χουπ μπορεί να τους ταράξει και να διαλυθούν. Την έχουν κλείσει μέσα τους και δεν ξέρει τι να κάνει. Αν ήταν σούπερ ηρωίδα θα εκτοξευόταν αστραπή προς τον ουρανό χωρίς καν να τους ταράξει. Θα τους άφηνε εκεί να σχηματίζουν ένα νοητό βαρέλι κούφιο. Μήπως η ταραχή προκαλέσει αναστάτωση; Το κοκκινιστό φουντώνει. Αν τους έπιανε προσεκτικά και τους έβγαζε από πάνω της όπως ένα ρούχο από το κεφάλι; Ή μισούς μισούς; Μισούς κύκλους θα αφαιρέσει απαλά από το κεφάλι μισούς από τη μέση και κάτω. Απαλά. Μπορεί να περιμένει να διαλυθούν σαν τα δαχτυλίδια του καπνού. Μα αυτοί επιμένουν. Χωρίς να στριφογυρίζουν. Απλά την περικυκλώνουν, τα αντικείμενα του καθενός μόνο, κουνιούνται αμυδρά. Αν φυσήξει ίσως μετακινηθούν.


Θα μιλήσει.


"Θα βγω για λίγο. Γύρνα το κοκκινιστό." Ελπίζει εκείνος να την άκουσε. Είναι κρίμα να πάει χαμένο τέτοιο φαγητό.


Απλώς το λέει, μετά κλείνει τα μάτια, τα σφίγγει, και τρέχει γρήγορα στο σαλόνι. Κύκλοι πουθενά γύρω της. Παίρνει τα κλειδιά δίπλα από την πόρτα και κατεβαίνει τρέχοντας τις σκάλες.


Μπαίνει στο αμάξι και βάζει μπρος. Το τιμόνι είναι ο πιο ασφαλής κύκλος.

οι κύκλοι της ιστορίας

  

του Dr.Wormhole

Η τρέλα μου εμφανίστηκε στην ηλικία της Ρωμαικής Αυτοκρατορίας. Όπως ήδη γνώριζα, ήταν κοινό σύμπτωμα όλων των μεγάλων εξερευνητών. Η δική μου τρέλα όμως δεν ήταν ασθένεια. Ήταν ευλογία. Με κυρίευσε ξαφνικά κι ολοκληρωτικά το αίσθημα της καταστροφής. Ήμουν ένας μανιακός. Επιθυμούσα διακαώς να σκοτώσω ολόκληρο τον χρόνο. Προσπάθησα ν' αλλάξω όλη τη ροή της ανθρώπινης ιστορίας. Μα ευτυχώς δεν τα κατάφερα. Η τρέλα όμως, μου δίδαξε πως ό,τι έγινε, έγινε. Ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Κι αυτό που έρχεται δεν μπορεί κανείς να το σταματήσει. Κι έτσι μια νύχτα η τρέλα με παράτησε, παίρνοντας μαζί της το πρότερο άγχος μου για την προστασία της χρονικής ακολουθίας. Ήρεμος πιά και σοφότερος ξεκίνησα να γράφω το έργο μου " η Μετα-ιστορία της Ανθρωπότητας". Βέβαιος επίσης, όπως μου δίδαξε η γλυκιά τρέλα, πώς κανείς δεν πρόκειται να με πιστέψει.
Το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα του έργου.


Μετά το τέλος του εικοστού πρώτου αιώνα ξεκινάει ο αιώνας της μεγάλης Κατάθλιψης. Ο ατομικισμός και ο αυτοπεριορισμός που επιβλήθηκαν στο ανθρώπινο γένος, η αυτοματοποίηση και ο φαινομενικός θάνατος κάθε ανθρώπινου ενστίκτου ( κυρίως του αρπαχτικού) με την ανακάλυψη του χαπιού κατά της πείνας οδήγησε την εξουσία στη γέννηση του Έρωτα. Την οδήγησε μάλλον σε  μιά νέα εποχή. Σ' έναν καινούργιο κύκλο της ιστορίας. Έρωτας ονομάστηκε τότε το χάπι που καταπολεμούσε την πείνα και ταυτόχρονα γέμιζε τον άνθρωπο ενέργεια και χαρούμενα συναισθήματα. Αργότερα, οι μεταγενέστεροι ιστορικοί θα ονομάσουν την εποχή ως "εποχή της μηχανής" ή "κυκλικό μεσαίωνα". Και δεν θα έχουν και άδικο.
Μέσα στη κανονικότητα και την ανάπτυξη, η εποχή της μηχανής καλλιέργησε ανθρώπους γελασμένους και ανίδεους. Όλοι μοιάζαν με χαζά χαρούμενα ανθρωπάκια που δούλευαν ασταμάτητα, ακούραστα και κουρδισμένα. Η μυστική λέξη είναι κουρδισμένα. Άν περιμένετε ένα μέλλον που οι μηχανές θ' αποκτήσουν συνείδηση και θα εξεγερθούν κατά του ανθρώπινου είδους, είστε κι εσείς γελασμένοι. Οι άνθρωποι δεν πρόκειται να πολεμήσουν με μηχανές. Θα γίνουν μόνοι τους μηχανές. Και συγκεκριμένα θα γίνουν μικρά παιχνιδάκια με μπαταρίες. Κούφια καλούπια γεμάτα ψυχοτρόπα χάπια. Χάπια που παρήγαγαν έτοιμες σκέψεις, συνήθειες και κλωνοποιημένα συναισθήματα. Είναι μια εποχή εκνευριστικής ομοιομορφίας. Ευτυχώς δεν άντεξε για πολύ.
Βρισκόμαστε τρείς γενιές μετά την έναρξη του "Έρωτα", στην εποχή της "Μηχανής", μισό αιώνα μετά το τέλος του αιώνα της "Κατάθλιψης". Περπατάμε στη παλιά έρημο της Αφρικής που τώρα φιλοξενεί στις πλάτες της την δροσερή πόλη του Νερού. Περίπου ο μισός πληθυσμός του πλανήτη ζεί και εργάζεται σ' αυτή τη πόλη. Είναι νύχτα. Εποχή άνοιξη. Ο κόσμος κλεισμένος στα σπίτια του χορτάτος και χαρούμενος. Πλήρης. Η νύχτα έχει ποινικοποιηθεί πολλά χρόνια τώρα. Θεωρήθηκε, ύστερα απο επιστημονικές μελέτες πως η νύχτα ξυπνά τα άγρια ένστικτα και ευθύνεται για το 70% των δολοφονιών. Οπότε κανείς δεν  κυκλοφορεί την νύχτα. Για το καλό όλων. Εκτός απο τα φορτηγά που κουβαλούν τον πάγο απο τα σύνορα του Ισημερινού. Οι άνθρωποι που τα οδηγούν λαμβάνουν διπλή και τριπλή δόση φαρμάκων μή τυχόν και παρεκτραπούν.Ο νεαρός με τα πράσινα ρούχα, ο ήρωας της ιστορίας, είναι ένας απ' αυτούς. Στο ταξίδι του σήμερα για την πόλη του Νερού πρόκειται ν΄αλλάξει και πάλι τον κόσμο.
Ονομάζεται Κ-26mg-6perday. Οδηγεί χαρούμενος και καλοκουρδισμένος καθώς αντιλαμβάνεται πως έπαθε λάστιχο. Κάτι μάλλον θα πάτησε.
Κατεβαίνοντας απ' το φορτηγό, η κρύα αίσθηση της σιωπής και του σκότους τον ξάφνιασε. Παρόλα τα χάπια που είχε καταναλώσει σήμερα,  η φοβική ησυχία που επικρατούσε του έμοιαζε φαντάζομαι με  πηγάδι της αβύσσου. Μια αίσθηση πρωτόγνωρη και αισθητή ακόμη και για ρομποτάκι. Το αποδεικνύει άλλωστε ο αργή του κίνηση προς το σκασμένο λάστιχο. Ο ίδιος προφανώς δεν το γνωρίζει. Το μόνο που συνειδητά γνωρίζει είναι πως βρίσκεται σε εχθρικό περιβάλλον. Νύχτα και σιωπή.
Πάνω στο λάστιχο, στην ρόδα καρφωμένο, βρήκε ένα μικρό αφρικάνικο, ατσάλινο μαχαίρι. Πάγωσε. Δεν είχε ξαναδεί. Δεν ήταν άλλωστε της εποχής του. Το τράβηξε τρέμοντας, άλλαξε αλαφιασμένος το λάστιχο και κρύφθηκε στο φορτηγό του κοιτάζοντάς το μέχρι το ξημέρωμα.
Ο ήλιος και ο θόρυβος της μέρας δεν ακουμπούσαν πάνω του. Ο ήρωας μας είχε καρφώσει τ' αυτιά του μέσα στο βουητό του μυστηριακού πηγαδιού κι ένα μικρό αφρικάνικο ταμ ταμ ύψωνε το κορμί με τα γουρλωμένα μάτια. Τώρα που τον βλέπω απο μακριά φαίνεται ήρεμος. Γαλήνιος. Κατεβαίνει αργά κι αντίθετα με ό.τι συμβαίνει γύρω του και περπατά ανάμεσα στο τρομοκρατημένο πλήθος. Ένας αργός, αγέλαστος με γουρλωμένα μάτια. Ένας άλλος. Ένας άγριος.
Ένα δυνατό ουρλιαχτό σκέπασε την πόλη του Νερού και η εποχή του Πολέμου μόλις είχε ξεκινήσει.

Κάθε αρχή και δύσκολη...




Το ξεχασμένο σημείωμα λειτουργεί αυτοψυχαναλυτικά. Γι’αυτό οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις δεν είναι τυχαία και έχει κάθε σχέση με την πραγματικότητα.

Υπάρχουν κάποιες στιγμές που είσαι σίγουρος πως η ζωή παίζει παιχνίδια μαζί σου. Σχεδόν την ακούς να γελάει περιπαιχτικά πίσω από την πλάτη σου. Νόμιζες πως ήσουν στο σωστό δρόμο, για την προσωπική ευτυχία, την επαγγελματική άνοδο, την κοινωνική καταξίωση. Έβλεπες γύρω σου αυτούς που νόμιζες εσύ αποτυχημένους και χαιρόσουν που δεν ήσουν στη θέση τους. Εγώ σαν εσένα; Δε νομίζω. Ούτε τώρα, ούτε ποτέ. Εσύ τα είχες σχεδόν όλα, ή τουλάχιστον κάθε προοπτική για να τα αποκτήσεις. Και γεμάτος όνειρα, αισιοδοξία και λίγη υπεροψία προχωρούσες για τις νέες κατακτήσεις σου. Είχες την απάντηση για την κάθε ερώτηση και τη λύση για το κάθε πρόβλημα, αφού δεν ήταν δικά σου. Με το κύρος του επιτυχημένου έδινες απλόχερα τις συμβουλές σου σε όσους τις ζητούσαν και όχι μόνο. Όμως οι καταστάσεις αλλάζουν και χωρίς καν να το καταλάβεις δεν είσαι πια στην πλεονεκτική σου θέση. Τώρα οι συμβουλές σου έχουν στόχο εσένα και δε φαντάζουν πια τόσο εύκολες. Στασιμότητα, το χειρότερό σου. Ακόμα και η άσχημη εξέλιξη μιας κατάστασης είναι προτιμότερη από το τίποτα. Η μιζέρια όμως και η παραίτηση είναι άγνωστες λέξεις για σένα. Οπλίζεσαι με υπομονή και περιμένεις τις καλύτερες μέρες. Αν όχι στις διαπροσωπικές σου σχέσεις, τουλάχιστον στη δουλειά σου, οπουδήποτε τέλος πάντων. Και ο καιρός περνούσε μάταια, ώσπου ένα βράδυ, μέσα στην απελπισία σου, είδες να λάμπει ευοίωνο το μέλλον σου μέσα σε δυο μεγάλα καστανά μάτια που σε κοιτούσαν χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα γι' αυτό που τους επιφύλασσε η μοίρα. Και ναι, είναι αυτό που πάντα ευχόσουν να συναντήσεις στο δρόμο σου. Για να μη γυρίσει ποτέ ξανά το παρελθόν.   

Cycle

video

έργο των


Το Κουλούρι

Θ.Π.



Το κουλούρι είναι ένα έδεσμα από ψωμί και σουσάμι, με σχήμα τροχού, δηλαδή ένα σχήμα κύκλου που σχηματίζεται από ένα κυλινδρικό κομμάτι ψωμιού.
Τα κουλούρια είναι ένα οικονομικό και εύκολο στην κατανάλωση έδεσμα το οποίο συνήθως πωλούν υπαίθριοι πωλητές που ονομάζονται «κουλουρτζήδες» ή «κουλουράδες».
Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι κουλουριών σε σχέση με το μέγεθος αλλά και την ποιότητα του ψωμιού. Όσον αφορά το μέγεθος υπάρχουν τα συνηθισμένα, απλά κουλούρια, με μικρή διάμετρο, τα «μεγάλα» κουλούρια, τα οποία έχουν μεγαλύτερη διάμετρο και είναι παχύτερα και τα «διπλά» κουλούρια, τα οποία αποτελούνται από δυο κυλινδρικά τμήματα πλεγμένα μεταξύ τους. Όσον αφορά την ποιότητα υπάρχουν τα ξεροψημένα, τραγανά κουλούρια, αλλά και τα μαλακά.
Στην Ελλάδα αλλά και στην Τουρκία (όπου ονομάζονται simit) είναι δημοφιλές έδεσμα το οποίο συνήθως καταναλώνεται το πρωί. Λόγω του ότι τα κουλούρια έχουν μεγάλη επιφάνεια, χάνουν τη φρεσκάδα τους πιο γρήγορα από το ψωμί σε φρατζόλες και τα φρέσκα κουλούρια είναι ιδιαίτερα νόστιμα. (www.wikipedia.gr)

Κουλουρτζής ή κουλουράς ή σιμιτζής ονομάζεται ο υπαίθριος μικροπωλητής ο οποίος πουλάει κουλούρια (στα Τούρκικα «σιμίτ»). Στην Ελλάδα και στην Τουρκία, οι κουλουρτζήδες συχνάζουν σε μέρη όπου περνά πολύς κόσμος, συνήθως σε κεντρικά σημεία πόλεων, για να πουλήσουν τα κουλούρια τους. Μεταφέρουν τα κουλούρια είτε σε μεγάλα καλάθια, είτε σε τάβλες πάνω στις οποίες είναι τακτοποιημένα τα κουλούρια και τα πωλούν είτε κατευθείαν από αυτά είτε από γυάλινες, τροχήλατες προθήκες, όπως φαίνεται στην εικόνα. Το κύριο εμπόρευμά τους είναι το κουλούρι Θεσσαλονίκης, με δακτυλιοειδές σχήμα και πολύ σουσάμι. Χαρακτηριστική είναι η προτροπή των κουλουρτζήδων για να αγοράσει κανείς το προϊόν τους («Φρέσκα κουλούρια»). (www.wikipedia.gr)
           
Åίναι δύσκολο να μιλήσουμε για αυτό το ζήτημα. Πρώτα από όλα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις μέχρι και αναζωπύρωση μίσους. Αν και αυτή η αναζωπύρωση δε χρειάζεται να γίνει, τα πράγματα είναι ήδη τεταμμένα ύστερα από τον αγώνα Π.Α.Ο.Κ. – Ολυμπιακός Πειραιώς. Η ευφυής και καθόλου προκλητική ιδέα των φίλτατων αρμοδίων του κράτους δημιούργησε μερικά προβληματάκια, αλλά και αυτά θα λυθούν, καθώς όλα συμβαίνουν στο γήπεδο, στο ναό του ναρκωτικού του λαού. Βέβαια, το θέμα μας είναι το κουλούρι και θα αναρωτιέστε τι σχέση έχουν όλα αυτά. Όλα έχουν σχέση όταν πληγώνεται ο λαός του Π.Α.Ο.Κ. Σκεφτείτε μέχρι και ο Αργύρης συγκινήθηκε και ο άνθρωπος πήγε να κάνει στην Αθήνα μια παράσταση με όνομα “Ταξιδεύοντας με τον Π.Α.Ο.Κ. στο θέατρο Κουν και εισέβαλαν κάποιοι φίλαθλοι και δυέλυσαν το θέατρο. Δεν έχουν κουλτούρα οι άνθρωποι εκεί κάτω. Δεν βλέπουν θέατρο, δε σέβονται τα θέατρα. Πού να ξέρουν για κουλούρια. πως είναι δυνατό να γνωρίζουν πως φτιάχνεται το καλό, το νόστιμο κουλούρι. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι το κουλούρι είναι ψωμί με σουσάμι. Αμ’ δε! Την τελευταία φορά που κατέβηκα στην Αθήνα πάω να πάρω κουλούρι και δεν τρωγόταν και φυσικά πετάχτηκε.

Το κείμενο ετούτο είναι αφιερωμένο σε όλες τις πικραμένες ψυχές της Βορείου Ελλάδος και στον Κώστα από τη Λευκάδα. 

Η Φιλοσοφία


Θ.Π
 
Γεμάτα τα σπίτια μας με γέφυρες παιδιών
Γεμάτα κυκλικές παρουσίες καρδιακών
Με γέλια και παιχνίδια στολίζονται οι κυρίες

Τέτοιοι είν’ οι τρόποι άγενείς
Δίχως αντιλήψη του κύκλου της ζωής

Κλέβαμε τις τσίχλες απ’ τους περιπτεράδες
Που κάρφωναν τις σκέψεις μας και βγάζανε παράδες
Όλη η ομορφιά μας να χάνεται απότομα
Την ώρα που η ψυχή μας βρίσκεται στο πάτωμα

Εκεί που είσαι ήμουνα και κει που είμαι θα ‘ρθεις
Έτσι λέει το ρητό στο λέει για να μάθεις
Μα γω διαφωνώ πλήρως κι’ ανυπερθέτως
Είμαι μόλις πέντε χρονών κι’ είμαι μικρός και φέτος

Η ζωή, η ζωή δεν είναι κύκλος
Αυτό είναι το μότο μου, αυτό μου είπε ο Μίλτος
Παρά μόνο μια παράσταση μάθηματική
Εκνευρίζομαι και φεύγω, δε μ’ αρέσει η διδαχή

προσευχή κύκλου


 έργο του Daliκερι

αισθάνομαι ατάραχος.
η ακτίνα φωτός που μου χάρισες
πιστή στην πηγή της
μοιράζει τη γαλήνη με μια εξίσωση
δευτέρου βαθμού συγγενείας
με το θείο. 

όμως.

σημεία και τέρατα περικυκλώνουν
τη βαρύκεντρη ψυχή μου.
εγγεγραμμένες φοβίες εφάπτονται
στην τετράγωνη λογική.
σισύφεια διαίρεση υποθάλπει
μες στον υπόκοσμο του π. 

δημιουργέ μου διαβήτη
μήπως με γέννησες νεκρό;


περίπου κύκλος

  
του Διάκενου Καλλιπολίτη

Κοιτάω τα παλιά δέντρα, μπροστά από το δημοτικό κέντρο ιστορίας. Το αναπαλαιωμένο κτίριο που το στεγάζει, ωραίο κι αρχοντικό, μας τονίζει ότι η πορεία του ανθρώπου είναι μονάχα ίσια, μια ευθεία παράλληλη με τα φθαρμένα δέντρα. Λίγο πιο πάνω στον δρόμο, ο «Κύκλος». Περνάω συχνά τις απογευματινές ώρες απ’ αυτό το τσιπουράδικο, είναι δεν είναι πέντε, κι απολαμβάνω. Μια χαρά μαγαζί, νοικοκυρεμένο, ήσυχο, στα χείλη της πόρτας ένα χαμόγελο. Όπως κι η μνήμη, σου γνέφει «έλα». Εντάξει, κρατάω το κρυστάλλινο χέρι και μπαίνω. Θυμάμαι μια βραδιά καλοκαιριού, τα όργανα στο φουλ και το τραπέζι γεμάτο μπουκαλάκια, σαν διαμάντια τα γαμημένα, σαν μικρά κρυστάλλινα παλάτια. Η μέθη φίλε αναγνώστη, σε φτιάχνει καλύτερο. Οι παλιοί λένε πως το τσίπουρο με γλυκάνισο ερεθίζει τη σεξουαλικότητα. Έτσι, να γαργαλάμε τον ουρακοτάγκο μας, να βγαίνει απ’ το κλουβί και να ‘χει το κλειδί σύμβολο φαλλικό. Ωστόσο, στα φοιτητικά μου χρόνια, κρατούσα τον ουρακοτάγκο μου στο κλουβί του. Τη νεότητα την περάσαμε σαν αρρώστια λέει ο Νίτσε και λίγο μένει να τον πιστέψω. Η φοιτητική μου πόλη σαβανωμένη πάντα από γκρίζα σύννεφα μοιάζει με έναν μακάριο νεκρό που εδώ και χρόνια έχει γίνει φάντασμα. Αυτή η πόλη είναι το φάντασμα της ψυχής μας, σφίγγω το κρυστάλλινο χέρι και μπαίνω. Ουζερί «Περίπου», κάπου στις δύο τα ξημερώματα. Κλείναμε τα φώτα, αράζαμε στις κουρτίνες με τα γαλαζοκίτρινα λουλούδια και καπνίζαμε τα γαλάζια τους πέταλα. Κάποια απογεύματα χάνομαι στον λαβύρινθο της μνήμης και μ’ αρέσει εκεί. Μακάρι, διαγράφοντας έναν πλήρη κύκλο, να ξαναζούσα το χθες, να βάδιζα σ’ εκείνα τα κρυστάλλινα παλάτια. Μα το μόνο που καταφέρνω είναι ένας στραβός κύκλος, μια εικόνα σαν μούρη ουρακοτάγκου. Πάω για κύκλο, μα τα καταφέρνω στο περίπου. Περίπου κύκλος… δηλαδή κοχλίας ή, καλύτερα, λαβύρινθος.

Ένας κύκλος από αίμα



σωσώ ζερό

Η Ματίνα Φουντουκίδου δεν έλεγε.
Δε μπορούσε να πει το παραμικρό πια- ούτως ή άλλως- αλλά αλήθεια, δεν έλεγε με τίποτα.
Ανήκε σ’εκείνη τη μερίδα των θνητών που δεν παρουσιάζει το παραμικρό ενδιαφέρον για ένα ελάχιστα σοβαρό δολοφόνο.

Δεν είχε κανένα κοινώς ή ειδικώς λεγόμενο ενδιαφέρον,
 δεν είχε μίση, δεν είχε πάθη,
έρωτες με τίποτα,
θέλγητρα ανύπαρκτα,
 γούστα μηδέν.
 Μέτρια με υπνωτιστικό ρυθμό, μετριοπαθής με πάθος.
Πιο κοινή κι από λακούβα,
πιο αναμενόμενη κι από καρύδι σε καρυδόπιτα

δεν είχε πολιτικές πεποιθήσεις
δε διαφωνούσε και πολύ με τα συστήματα
τους έβριζε όσο κρατούσαν οι ειδήσεις

εκτός μια γκρίζα γάτα
ούτε μισός δεν ανέβηκε πάνω της
 σ’αυτό το κρεβάτι
που τη βρήκανε,
με τα μάτια ορθάνοιχτα και την τηλεόραση στη διαπασών

μόνη χίλια χρόνια, κι άλλα χίλια η γάτα

Τη βρήκανε οι γείτονες,
Αυτοί οι καλοί κύριοι που πάνε και μυρίζουν απ’έξω όταν κάνεις καιρό να εμφανιστείς

Βγαλμένη από το ίδιο σπίτι χίλιες ίδιες φορές
Όλο και πιο κοντή τα τελευταία χρόνια
 κανείς δεν πρόσεχε..

Κανείς δε θυμάται αν κάποτε ήταν όμορφη
Κανείς δε σκέφτηκε να τη φανταστεί

Με τα χρόνια έγινε πιο άνοστη
Κι η ανοστιά σε προστατεύει από τον έρωτα και την περιφρόνηση.

Η Ματίνα Φουντουκίδου απασχόλησε τα δελτία λίγο πριν τον καιρό που ήταν ήπιος σαν κι αυτή,
Παρά το κουζινομάχαιρο που την είχε διαπεράσει από τη βάση τη σπονδυλικής στήλης ως τον αφαλό
και που εξακολουθούσε να παραμένει καρφωμένο στο θλιβερό κορμί,
 στο μέτωπο της είχε γραμμένο ένα κύκλο με ξερό αίμα.


Ένας κύκλος με μαχαίρι στη μέση του μετώπου
 ένα αιμόφυρτο 3ο μάτι,
το τραγικό έμβλημα μιας ανώφελης ενόρασης
μια τελική πινελιά εξυπνάδας στο ολόισιο βλέμμα
 και βουρ για την αθανασία των δελτίων των 8.

Είχε ακόμη και στο θάνατο
 εκείνο το επίπεδο ύφος που έχει κανείς όταν τρώει αυτά τα άχαρα κρακεράκια στα πάρτυ μέχρι να σκάσει ΄κανας γνωστός.

Μόλις φύγαν τα κανάλια
φύγαν και οι τελευταίοι γείτονες
ένας κρύος ιδρώτας στο διπλανό διαμέρισμα,
 ένας φόβος μακρύς, μπλεγμένος με αναστεναγμούς ανακούφισης –ευτυχώς δε μας βρήκε το ίδιο κακό..
Ένας άδικος κύκλος, κλεισμένος αμετάκλειτα με τη βοήθεια της ψυχοπάθειας,
ένας κύκλος υποζωής αποτελούμενος κατά κύριο λόγο από τα ίδια
 και τα ίδια και τα ίδια,
σφράγισε
 κι άφησε πίσω του
 μια Ματίνα, κατά ένα κύκλο σοφότερη.


                                                                                      

η ευτυχισμένη άγνοια του μωρού

 
Αλέξανδρος Κάππα
Κοιτάζαμε σαν υπνωτισμένοι το μωρό: ισορροπούσε στα καλώδια του ηλεκτρικού που ενώνουν τις δύο πολυκατοικίες. Μας είχε μαγνητίσει εκείνη η πορεία: ήταν μια στιγμή μαγική, έξω απ' τον χρόνο της ζωής μας. Εμείς, οι εύτακτοι και περιποιημένοι. Οι απέναντι, οι αντιδραστικοί, οι επαναστάτες.

Βλέπω τον φακό πάνω στο τρίποδο. Απαθανατίζει τη στιγμή: ένα πέρασμα σε μια χώρα φτιαγμένη από ζαλιστικές ολονυχτίες. Και το μόνο που νιώθω είναι ντροπή για όσους δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν μέχρι εκεί... Ή μήπως περάσαμε όλοι μας και γυρίσαμε πίσω χωρίς να το διανοηθούμε;

Ο διαχειριστής με είχε καλέσει προς το απόγευμα. "Ελάτε γρήγορα στην ταράτσα, σίγουρα θα σας ενδιαφέρει!" Ανέβηκα τα σκαλιά, άνοιξα την πόρτα, αντίκρισα ένα πλήθος μουγγό - άνθρωποι με την ανάσα τους κρατημένη. Οι τελευταίοι σκαρφάλωναν στα τοιχώματα για να δουν καλύτερα, οι πρώτοι κρέμονταν σχεδόν στο κενό. Και το μωρό προχωρούσε. Το μωρό πήγαινε. Το μωρό έφευγε απ' το λίκνο, άνοιγε τα φτερά του στις εμπειρίες...

Σίγουρα αυτό το μωρό χαμογελούσε μυστικά. Γιατί όταν είσαι μωρό είναι σαν ο κόσμος να ζητά την έγκρισή σου για να υπάρξει. Το να ζητήσεις εσύ την έγκρισή του και να στην αρνηθεί είναι μονάχα αστείο. Τούτο σημαίνει απέραντη ευτυχία. Επιλογές χωρίς όρια. Η απόκρημνη άγνοια των ορίων...

Κανένας μας δεν προσπάθησε να το σώσει γιατί ουδείς γνώριζε, σε μια τέτοια στιγμή, τον ορισμό της σωτηρίας. Μήπως εμείς δεν θέλαμε να ήμασταν τώρα κιόλας στη θέση του; Μήπως δεν έκρυβε υποκρισία η δήλωση της χήρας του ημιώροφου: "Ανοησίες, παιδιάστικα καμώματα, μόλις μεγαλώσει θα καταλάβει!" Κι όλοι να ανακινούν τα κεφάλια σε μια κατάφαση φυλακισμένη απ' τον φόβο. Το μωρό σκίρτησε τότε στο πλάι και για λίγο νομίζαμε ότι θα πέσει. Δεν ξέρω αν ήταν ανακούφιση ή ελπίδα για έναν πιο αργό θάνατο το ομαδικό μας επιφώνημα... Όμως εκείνο συνέχισε, εντελώς ατάραχο, να ροκανίζει αυτό το ιλιγγιώδες νήμα. Και μετά από λίγο, το κλάμα του ήρθε κοροϊδευτικό...

Μακάρι να έμενε ακριβώς εκεί, στη μέση της διαδρομής: μακριά από τη δική μας σεμνοτυφία και κατά μέτωπο στις αφελείς ζητωκραυγές των απέναντι. Μακάρι να 'μενε για πάντα εκεί. Θα ήταν το συμφερότερο για όλους μας. Το μωρό ως μια αιώνια εγκλωβισμένη πορεία. Σαν έκθεμα στο μουσείο της ανεκπλήρωτης προσπάθειας. Σαν φίδι που τρέφεται απ' την ουρά του. Σαν όνειρο. Σαν έκσταση. Το ταλαντευόμενο εκείνο μωρό σαν ένα λυτρωτικό μνημείο της ανθρώπινης ανημπόριας για επιλογή.
Όμως εκείνο προχωρούσε μπροστά, ευθύγραμμα, ήταν απολύτως αποφασισμένο... Καταμεσής στην πλημμυρίδα των βλεμμάτων, το μωρό προχωρούσε, το μωρό πήγαινε, το μωρό περνούσε...

Η μέρα έφτανε τώρα στο τέλος της και το σούρουπο μετακυλούσε στην υπεριώδη φωτεινότητα της σελήνης. Ελάχιστα εκατοστά είχαν απομείνει σ' αυτή την εναέρια κλεψύδρα που άδειαζε πια από άμμο. Αλλά ενώ το πλήθος της ταράτσας μας, πληγωμένο και ανήμπορο, αντάλλαζε τις τελευταίες επικριτικές μουρμούρες, το μωρό σταμάτησε να προχωρά. Γύρισε τότε προς το μέρος μας και μας κοίταξε όλους με μια προσποιητή σοβαρότητα. Κρατήσαμε τις ανάσες γιατί πιστέψαμε ότι θα μας απευθύνει τον πρώτο του λόγο. Όμως εκείνο άρχισε ξαφνικά να κατουρά: κατουρούσε στο κενό, πάντοτε κρυφογελώντας...

Οι απέναντι, καπνίζοντας μανιωδώς στα διαλείμματα του έρωτα, είχαν μεταμορφωθεί σε μια τεράστια αγκαλιά που περίμενε το μωρό, ενώ η ταράτσα μας, γκρίζα απ' το τσιμέντο, γκρίζα από τον ουρανό και από τα βλέμματα, στέρευε ολοένα από πικραμένες καληνύχτες. Μπορούσες τώρα να μυρίσεις την αδράνεια της καθημερινότητας που τραβούσε τον κόσμο της πολυκατοικίας σαν δίχτυ, πίσω στις φωλιές, στα παγιωμένα μας όρια, εκεί που τα περάσματα είναι μόνο ψευδαισθήσεις λεξιλογίου. Αλλά κι αυτοί ακόμα, μια χούφτα περίεργοι που είχαν απομείνει σαν αγάλματα αυλικών και προσδοκούσαν την ανατροπή κάποιου βασιλείου, δεν έκρυβαν τα χολωμένα τους βλέμματα. Σαν ο ένας να υποψιαζόταν τον διπλανό του για σχεδιασμένη υπόθαλψη του μωρού. Σαν οι γυναίκες να κατηγορούσαν τη μάνα που κρυβόταν στη σιωπή της ευθύνης. Μάταια όμως όλα τούτα... Έπρεπε ήδη να το είχαν καταλάβει: είτε οι γονείς βρίσκονταν ανάμεσά μας είτε ανήκαν στους απέναντι, ένα και το αυτό, πάλι το μωρό θα περνούσε... Ναι, ακόμα κι αν η πορεία αυτή προέκυπτε αντίρροπα - ακόμα και τότε το μωρό θα έφτανε τώρα στην μικροαστική αγκαλιά μας...

Ήμουν κάποτε αυτό το μωρό.
Και μέχρι να φτάσει το βράδυ είχα καταφέρει να περάσω απέναντι.
Όμως το άλλο πρωί βρισκόμουν ξανά εδώ: σ' ετούτη την πολυκατοικία που έκανε γλώσσα την ευγενική απόγνωση και σκόρπισε τα όνειρα στους κυματοθραύστες όσων μ' αγαπούν.
Από τότε μένω στον πέμπτο, αφού ο πέμπτος βρίσκεται κοντινότερα απ' όλους τους ορόφους στην ταράτσα, κάνοντας ακόμα πιο οδυνηρή την ελπίδα για επιστροφή. Γι' αυτό και τώρα του φωνάζω με λύσσα, μόνος πια στον τσιμεντένιο εξώστη:
"Μην περνάς, γύρνα και ξαναγύρνα, πάντοτε να μετεωρίζεσαι, ποτέ μην αρνηθείς τη ζαλάδα, κι απ' τη ζαλάδα να είσαι, απ' τη ζαλάδα να ξυπνάς, να κλαις, να κοιμάσαι, μην μεγαλώσεις, μην μεγαλώνεις!, πάνω στο τεντωμένο σύρμα να δέχεσαι τον θάνατο της κάθε μέρας".
Κι έπειτα, σε μια στιγμή απελπισίας, ταρακούνησα τα καλώδια για να το ανατρέψω. Αλλά το μόνο που έκανε εκείνο ήταν να γελάσει στα κρυφά, ξανά κοροϊδεύοντας τη ζήλεια μου.

Αυτό σημαίνει η απέραντη ευτυχία του μωρού. Είναι σαν ο κόσμος να ζητά την έγκρισή σου για να υπάρξει.