Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

η μυρωδιά σου

της Σωσώς Ζερό


...όταν δεν έχει σύννεφα, μου λείπεις ως το διάστημα

Ως το βαθύ στερέωμα
Ως το μεγάλο ουρανό,
αυτόν των μεγάλων, στρογγυλών ευχών
που ανεβαίνουν σαν αερόστατα
γεμάτα κομμένες ανάσες

Ως στο Δέλτα του άγριου Κενταύρου
Ως το Δέλτα του ποταμού των πόθων μας
του ποταμού του χρόνου που μας κράτησε μακρυά
κι αβάσταχτα κοντά.

Ως στο Δέλτα της Δύναμης να είμαι ακόμη εκεί,
στο Α της Αγάπης που εκτοξεύτηκα,

τα ήσυχα βράδια, πάμε βόλτα στο Σείριο..
το διαστημικό μας κρεβάτι στρώνεται μεγαλόπρεπα και τα αστρικά μας σώματα αιωρούνται σε ατέρμονους χορούς

τα έχω όλα
τα γράμματα τα Κεφαλαία σου αλλά και τα άλλα, τα μικρότερα..
-αυτά που είναι μόνο Α_παρατεταμένο κι αξέχαστο..
με τα υγρά-σαλιωμένα σου Σύμφωνα λιωμένα πάνω μου


μετά μου’ ριξες μια σφαίρα σαν τελεία,
και σώπασες..

τα έχω όλα,
όλα από σένα..
το πρωί τα μαλλιά μου στο γαμημένο Γάμμα της Γης
 
μυρίζουν το άρωμα σου...

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Η Κοπριά (ω τι ωραία μυρουδιά!!!)


του Θ.Π.
Το θέαμα είναι βουκολικό. Παντού γύρω γύρω φύση, δέντρα, λουλούδια, κοπριές κατσικιών, που προσθέτουν στο τοπίο μια ομορφιά ιδιαίτερη, χωριάτικη. Θα έλεγε κανείς ότι σε μια περιγραφή μιας ρομαντικής ιστορίας σε ένα μαγευτικό τοπίο, σε ένα βουνό, χρησιμοποιώντας την τεχνοτροπία του ρομαντισμού και έχοντας ως στόχο τον εξωραϊσμό και την εξιδανίκευση, οι κοπριές κατσικιών δεν έχουν καμιά θέση. Ιδίως, όταν κάτι τέτοιες κοπριές, ο άνθρωπος της πόλης τις πατά λόγω απροσεξίας και, δυστυχώς, για αυτόν δυσαρεστείται. Πώς είναι δυνατό να πατήσει κανείς ένα όμορφο λουλούδι, έναν ανθό που ομορφαίνει όχι μόνο το τοπίο αλλά και την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου μέσα σε ένα πλαίσιο ιδεατό; Θα ήταν τουλάχιστο αντιρομαντικό, μην πω κάφρικο. Όμως, οι κοπριές; Οι κοπριές μυρίζουν χωριό, βουνό. Όλα μυρίζουν στην εξοχή. Όλα τα αντιλαμβάνεται κανείς. Φαντάσου να κυλιέσαι στα λιβάδια με την κοπέλα και να είσαι γεμάτος κοπριές σε όλο σου το σώμα. Και μετά να μυρίζεις λες και είσαι λίπασμα. Κι όμως, αυτό ονομάζεται «βουκολισμός». Αυτό είναι που έψαλλαν ποιητές της αρχαιότητας, της Αναγέννησης, οι ήρωες – ποιητές, που έγραψαν διθυράμβους του έρωτα και της ζωής στη φύση. Δε συμβαίνουν αυτά στις πόλεις. Δεν τα χω δει εγώ, δηλαδή, πουθενά. Υπάρχει μιαν αγνότητα· οσία «ρομαντικότητα» έχει η λέξη «κοπριά» μέσα σε ένα ρομαντικό ποίημα. Κι όμως, έχει· αρκεί να μην ενοχοποιούμε τη μυρωδιά της!

Έλα να κάνουμέρωτα στις ράχες στα λιβάδια,
να ζήσουμε τον έρωτα, το πάθος σα βλογία!
Μαζί με ζώα και φυτά, λουλούδια και πουλάκια
και κοπριές να κόλλαγαν πανώ μας σα μαστίχες!
Ευτυχισμένοι θα μασταν, οι εκλεκτοί της μοίρας,
Οι μυρουδιές της κοπριάς παντρεύουν το ζευγάρι!

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2011

ο άνθρωπος που στοίβαζε ποτήρια


του Διάκενου Καλλιπολίτη

 " με το μηδέν και τ’ άπειρο να συμφιλιωθούμε"

παλιοί μου φίλοι, τα ποτήρια έχουν δαχτυλιές
θολά από το χνώτο των ανθρώπων
λερωμένα με μυρωδιές

τα πιο μικρά παιδιά από μισό-
κλειστες πόρτες θέλουν κρυφά
να παίξουμε σαπουναδοπόλεμο
παίζουμε για λίγο
τα μαλλιά τους μυρίζουν Johnson,
πλαστικό μέλι

τότε κρύσταλλα με βαριές ανάσες
και ιστό αράχνης
βυθίζονται στις φουσκάλες
με τριγύρω μυρωδιές καλοκαιρινές

δειλινό της σαπουνάδας
σε φόντο υγρό, πορτοκαλί

στοιβάζω τα ποτήρια
στον στεγνωτήρα,
από ‘να ποτήρι κρύσταλλο ο εαυτός χαμογελά.

τίτλος φωτογραφίας : searching for the rightful place
 δημιουργός :otto farkas

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

το άρωμα της αρχαίας βροχής

του Dr.Wormhole
το παρακάτω κείμενο αποτελεί απόσπασμα του έργου " Μνήμες". Οι " Μνήμες " έχουν γραφτεί εξ' ολοκλήρου στο παρελθόν.

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός έχει γοητεύσει μεγάλο μέρος ανθρώπων σε όλες τις μετέπειτα εποχές. Είναι φυσικό επακόλουθο επομένως ένας ταξιώτης του χρόνου, όπως εγώ, να μην μπορέσει ν'αντισταθεί σε τέτοιες επισκέψεις. Την πρώτη φορά που ταξίδεψα στην αρχαία Ελλάδα ήταν καθαρά για λόγους αναψυχής. Μόλις είχα παρακολουθήσει τον δεύτερο παγκόσμιο πνευματικό πόλεμο και χρειαζόμουν διακοπές. Φόρτωσα μιά τσάντα με ρούχα και εξαρτήματα ορειβασίας και ξεκίνησα για τον Όλυμπο.
Εκεί, στους πρόποδες του ιερού βουνού, μακριά απο τα φώτα τις αθηναικής αυτοκρατορίας, τα πράγματα στέκονταν σιωπηρά. Ξεκίνησα κι εγώ την ανάβαση μου σιωπηρά και στα τυφλά, καθώς η πυκνή ομίχλη γύρω μου υποδείκνυε το ριψοκίνδυνο της πράξης μου. Ανέβηκα μια ανηφορική πλαγιά περίπου τριακοσίων μέτρων και ξαναβρήκα την όραση μου. Το ρίγος που με κυρίευσε έμοιαζε με καιρικό φαινόμενο σαν τη σιωπή. Δεν είχα ξανασυναντήσει θεούς. Δεν γνώριζα αν γνώριζαν πως πρόκειται να τους επισκεφθώ. Τα πάντα γύρω μου έδειχναν έναν τόπο παρατημένο. Κι αυτό με φόβιζε περισσότερο.
Έστησα τη σκηνή μου λίγο πιο πάνω και αποφάσισα να διανυκτερεύσω εκεί τη πρώτη νύχτα, για να μην τους εξαγριώσω. Βράδιασε σχετικά γρήγορα. Η σιωπή παρέμενε κυρίαρχη σε όλο το βουκολικό τοπίο με αποτέλεσμα το μυαλό να παράγει απο μόνο του ήχους και φωνές μέχρι το ξημέρωμα. Δεν νύσταξα ούτε μια στιγμή. Δεν κάνει νύστα στον Όλυμπο.
Το πρωί συνέβη ένα γεγονός που με ξάφνιασε. Η σιωπή έπαυσε απότομα. Πάνω στο καταγάλανο ουρανό ακούγονταν ένας ψιθυριστός ήχος βροχής απο χιλιόμετρα μακριά. Ο ήχος ήταν αχνός αλλά έμοιαζε κι αυτός επικίνδυνος. Μάλλον άγνωστος. Μάζεψα γρήγορα όλα μου τα πράγματα και γύρισα το βλέμμα μου προς την κορυφή. Ο ήχος διαρκώς δυνάμωνε ενώ ίχνος συννέφου δεν διακρίνονταν πουθενά. Σίγουρος πως αντιμετωπίζω μιά μεταφυσική εμπειρία, αποφάσισα να μείνω ακίνητος.
  -Καλώς όρισες στο τόπο μας. Έρχεσαι απο μακριά;
Ένας ψηλός, γεροδεμένος κύριος, με γενειάδα και γλυκό χαμόγελο, πίσω μου.
  -Μη φοβάσαι τη βροχή...είναι το υπνωτικό μας εδώ.
  - "Μα, δεν υπάρχουν σύννεφα. Και δεν νυστάζω" . απάντησα.
  -Δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα. Τ' όνομα σου;
  -Θεμιστοκλής. Το δικό σας;
  -Δίας. Γιατί ήρθες εδώ;
  -Για διακοπές.
  -Το ίδιο κι εγώ.
  -Δεν σας καταλαβαίνω.
  -Εδώ είναι η πλαγιά μου. Όταν τα προβλήματα μαζεύονται και γίνονται αφόρητα, έρχομαι εδώ να ηρεμήσω.
  -Είναι μεγάλη μου τιμή που στη παρθενική μου ανάβαση  με υποδέχεστε εσείς.
  -Κάτσε κάτω κι άκουσε. Το αξίζεις μετά απ' όσα πέρασες.
  -Ακούω. Ακούω. Σας θεωρούσα πιο άγριο. Σχεδόν τρομακτικό.
  -Δεν ακούς. Δεν είμαι.
  -Η βροχή σας ηρεμεί; Νόμιζα τόσα χρόνια πως ήταν ο θυμός σας.
  -Η βροχή...δεν με ηρεμεί. Μοιάζει με τη σιωπή. Γεννάει φωνές ανύπαρκτες.
  - Η βροχή σας με τρομάζει. Συγνώμη. Είναι τόσο παράλογη.
  - Παράλογη; Δεν θα τό 'λεγα.
  -Μα πώς; Δεν υπάρχουν σύννεφα!
  - Η μυρωδιά της όμως  ηρεμεί. Θα ηρεμήσει και σένα. Θα δείς! Ησύχασε.
 Καθήσαμε αμίλητοι για πολύ ώρα, κοιτάζοντας τον ορίζοντα και ακούγοντας να έρχεται ολοένα και πιο κοντά ο ήχος της βροχής. Όταν πλησίασε πάνω μας, ακούστηκαν οι πρώτοι κεραυνοί. Σήκωσα το κεφάλι μου και τους είδα απο μακριά. Στο βάθος του ορίζοντα. Πίσω απ' τα βουνά. Ίσως πέρα, στα σταυροδρόμια του κόσμου, που λέει κι ο ποιητής. Ξαφνικά ο τόπος πλημμύρισε το άρωμα της βρεγμένης γής.Ένας ηλιόλουστος ουρανός, ήχοι μακρινών κεραυνών και μυρωδιά αρχαίας βροχής.  Έπειτα αποκοιμήθηκα.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2011

σαμπουάν με φρούτα


του Αλέξανδρου Κάππα  

Το τραμ είναι ένα τρυφερό μέσο. Κοιτάζεις αφηρημένα απ’ το παράθυρο, σχηματίζεις στο μυαλό σου ένα ποίημα που ποτέ δεν θα γράψεις. Το λεωφορείο είναι απλώς μια προσπάθεια να αμυνθείς της καθαρότητάς σου. Τα σώματα ποτέ ξανά δεν βρίσκονται τόσο σφιχτά εγκλωβισμένα στην προοπτική της τριβής όσο στο λεωφορείο. Αν σε ενδιαφέρει κάτι τέτοιο, κι αν η στάση σου αργεί, μπορείς να σκεφτείς ποια καθαρότητα παλεύεις τόσο να προστατέψεις. Μέχρι εκεί φτάνει το λεωφορείο. Όμως το μετρό — το μετρό είναι μια καρτεσιανή συνθήκη.

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

το ξεχασμένο σημείωμα του μαρτίου


Εσάνς Στρατού
Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή παρόλο που το ξεχασμένο σημείωμα λόγω φύλου δεν έχει καταταγεί στον ελληνικό στρατό. 
Τοποθεσία: Στρογγύλη*
γειά σου ένδοξε φαντάρε!
Χρόνος: ένα ζεστό καλοκαιρινό μεσημέρι
Μέρα 10η: Ο λοχίας και το τσούρμο από τους στρατιώτες του κάθονται στην τραπεζαρία για το μεσημεριανό φαγητό. Τους μαγείρεψε με όσα υλικά είχε στη διάθεσή του, μιας και τα αποθέματα είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Ελπίζει πως ο ανεφοδιασμός τους θα γίνει σύντομα και πως δεν τους έχουν ξεχάσει.

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

το αρωματοπωλείο της Γκουνίλας Σέργκελ

διήγημα του Καρόλου του μαύρου Sκώληκα


Το αρωματοπωλείο της Γκουνίλας Σέργκελ ,είναι στην άκρη της πόλης, πέτρινο κι απ' έξω του σκαρφαλώνει ένα πράσινο- κόκκινο αναρριχόμενο φυτό που μυρίζει συνήθως τα ανοιξιάτικα βράδια.
Η Γκουνίλα αγαπάει τ' αρώματα και τα λούσα από μικρή και το μαγαζί στην άκρη της πόλης.
Αν μπεις στο μαγαζί της, με ευχαρίστηση θα σου αναλύσει όλα τα αρώματα που είναι στα ράφια. Από αριστερά στα δεξιά πάντα, θα σου δείξει  κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, μπλε, ροζ, σε μερικές περιπτώσεις και μώβ μπουκαλάκια με αρώματα κάθε λογής. Λεβάντα-χαμομήλι, ρόδι-γαρίφαλο, τριαντάφυλλο, κανέλα και τη σπεσιαλιτέ του μαγαζού, το ανθισμένο μπουκέτο, έτσι το λέει, είναι το πιο ακριβό, το πιο εύοσμο και τι έχει μέσα,  δέν ξέρω. Είναι αυτό στο μωβ μπουκαλάκι...
Η Γκουνίλα είναι 62 χρονώ και αρώματα έμαθε από το πρώτο της άντρα τον Νίκο...
Τ' αρώματα τα φτιάχνει αυτή. Μόνη της. Πίσω απο το παραβάν έχει μηχανήματα παλιά με πολλά προβλήματα πια, αλλά όλα δουλεύουν καλά. Μπρούτζινοι βραστήρες συνδεδεμένοι με ξανθά επίσης αποστακτήρια να δουλεύουν σε σιγανή φωτιά που τσαφ τσουφ και τσάφ τσουφ. Και έπειτα δοκιμαστικοί σωλήνες κάθε μεγέθους και μικρότεροι γυάλινοι βραστήρες και αποστακτήρια. Βάσεις για αρώματα σε μεγάλες συσκευασίες από 3κιλα και πεντόκιλα πετόνια φθηνά, μέχρι μπουκαλάκια του σταγονόμετρου ακριβά και δισεύρετα στης μέρες μας. Το άρωμα, λέει η ίδια, είναι απλά, καλός συνδυασμός βάσης κορμιού και κορυφής, καθαριότητα και προσοχή σε τί εκχυλίσματα χρησιμοποιείς.
Τα ανοιξιάτικα βράδια η Γκουνίλα κάθεται έξω από το μαγαζί της λίγο πριν κλείσει, και καπνίζει ένα λεπτό τσιγάρο, και καμία φορά ορμηνεύει τους πιτσιρίκους που παίζουν στο δρόμο, βάζει όμως για παράδειγμα λάδι καρύδας ή αλκοόλ, και για καρδιά,  το σώμα που λέμε, αυτό είναι για παράδειχμα λουλούδια ή διάφορα φύλλα και η κορυφή… μερικοί μα ιδιαίτεροι σπόροι. Έπειτα θα χαμογελάσει , θα κλειδώσει το μαγαζί της και με ένα ταρατατζουμ θά χτυπήσει τα τακούνια της και θα εξαφανιστεί...

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

μυρωδιά

 έργο του Daliκερι


σε μυρίζω.


βαριά τα βλέφαρα ακόμα.
όλη τη νύχτα αγκαλιά με τα μάτια
τώρα δε θέλουν να αποχωριστούν.


στο λαβύρινθο του ύπνου
-εκεί που εύκολα δολοφονεί κανείς τον εαυτό του-
υποχωρώ για λίγο
κρατώντας ως μίτο αιώνιας επιστροφής
τη μυρωδιά σου.




σε μυρίζω.


κοιμάμαι και βλέπω όνειρο
ότι ο κόσμος δεν είναι αιώνιος
κι ότι κάποτε όλα τελειώνουν.


όλοι οι δρόμοι που κάποτε άνοιξαν
κάποτε κλείνουν.
όλα τα μονοπάτια του δάσους
καταλήγουν σε ένα πεύκο.
όλα τα ποτάμια του βουνού
θα γίνουν θάλασσα.


αλλά κάποτε
οι βλεφαρίδες ξεμπλέκοντας τα μαλλιά τους
διαλύουν το νυχτερινό τους αρραβώνα
και στέκονται
-ως σωματοφύλακες της οπτικής-
φρουροί στον επιτάφιο των ονείρων.






σε μυρίζω.


άρωμα
-από τον επιτάφιο των ονείρων-
σαν ηλεκτροφόρο σπέρμα
μεταγγίζει στη μήτρα της μνήμης
τη θανατική ποινή του ύπνου.


πρέπει να ζήσω θάνατο πριν ζήσω.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

μυρωδία

ετυμολογία της Sakura

το moto της Sakura για το μήνα μάρτιο:
"στο ανοιξιάτικο τοπίο δεν υπάρχει καλύτερο ή χειρότερο
τα ανθισμένα κλαδιά μεγαλώνουν φυσικά
άλλα μακριά άλλα κοντά"

η λέξη μυρωδιά προέρχεται από τη μεσαιωνική λέξη "μυρωδία"

Jusqu'? la fin du monde






 της Λογοτεχνικής Πιπίτσας




Η πόρνη ξεκλειδώνει το αμάξι της. Αρσενική και πληρωμένη. Ακριβοπληρωμένη στο σπίτι, κακοπληρωμένη στη δουλειά. Θυμάται να παντρεύτηκε τα λεφτά της και στη μούρη των παιδιών του αναγνωρίζει τη φάτσα του. Δυστυχώς. Δεν τα ξέρει τα κακόμοιρα και ούτε θέλει να τα μάθει. Διατηρεί το δικαίωμα να μην τον ενδιαφέρει. Από πολύ καιρό τον πλημμυρίζουν οι λέξεις αλλά δεν μπορεί να αρθρώσει ούτε μία. Το μυαλό του δεν συγχωρεί, σκληραίνει και μετακομίζει την ψυχή του σε τόπους μακρινούς.


Είναι ένας σφραγιστής. Το αφεντικό του πιστεύει στην ανακύκλωση και τα χαρτιά περνάνε σταθερά από το γραφείο του για μία επανάληψη. Σφραγίδα ξανά, σφραγίδα πάλι. Κανένα χαρτί δεν μπορεί να σφραγίζεται μία μόνο φορά.  Θα μπορούσε να κάνει ένα εκατομμύριο εξωτικές δουλειές. Θα μπορούσε να είναι δοκιμαστής αντιηλιακών, θηριοδαμαστής, ερμηνευτής γυάλινων σφαιρών, ενσαρκωτής παραμυθιών, αναρριχητής τζαμιών, ταριχευτής άγριων ζώων, σκαρφαλωτής φραχτών.


Θέλει να φορέσει την περούκα του και τα ψηλοτάκουνα της συμβίας του και να περιδιαβεί την Συγγρού που είναι η αριστοκρατικότερη οδός αυτής της τερατούπολης που αυτοαποκαλείται πρωτεύουσα. Θέλει να γαμηθεί αλύπητα μέχρι να διώξει τους ατμούς που βγαίνουν από ένα μυαλό που βράζει. Θέλει να παρθεί με ότι βρεθεί μπροστά του. Προς το παρόν μπροστά του κείτονται άδεια μπουκάλια στο πάτωμα του αυτοκινήτου. Βότκες, ουίσκια, μπύρες, στο ποτό δεν κάνει να γίνονται διακρίσεις.


Οι κομπάρσοι της ζωής του έχουν φορέσει μάσκες με άι λάινερ μαύρο, σκιά γκρι και κραγιόν μπορντώ. Ζουν τον εφιάλτη τους και τον σπρώχνουν στην τρύπα τους. Τα πρόσωπά τους συνεχώς διογκώνονται και τεντώνουν το στόμα τους για να τον καταπιούν. Πόσο μακριά τους είναι και πόσο κοντά τους τον θέλουν. Τον γλείφουν με την αναπνοή τους. Πω πω τι μεγάλα στόματα… Πετάει την στάχτη από τη χαραμάδα του παραθύρου καθώς το σιντί τον λιώνει για άλλη μια φορά. Ένα σιντί που μιλάει για πεντακοσαράκια αμάξια του συρμού, αγορασμένα με λεφτά της μαφίας. Θα έπρεπε να ήταν αρχηγός της ή τουλάχιστον να συνεργάζεται με την αστυνομία. Αλλά η δική του επανάσταση ξέφτισε και έγινε σκέτη στάση. Λεωφορείου, πληρωμών, 69.


Α, οι θυσίες που κάνει κανείς για την αγάπη. Η αποφορά της έχει διαποτίσει την ζωή του και είναι χαμένος από χέρι, από πόδι και από τα λοιπά μέλη του σώματός του. Τσιγάρα, δαγκώματα, σφιξίματα χειλιών, συμπιεσμένες κάβλες και βεβιασμένη μαλακία, λογαριασμοί, συγγενικές συναντήσεις κορυφής, συμπυκνώνουν τον χρόνο και τον αφήνουν αρτιμελή μεν ανάπηρο δε. Η καρδιακή αναπηρία προχωράει.


Τις τελευταίες μέρες όμως έχει έρθει εκείνη. Την καταλαβαίνει από την αλάτινη οσμή που φοράει. Κάθεται τα βράδια στο πίσω κάθισμα και κοιτιούνται από τον καθρέφτη. Τα αιμάτινα μαλλιά της σκεπάζουν το στήθος της και φτάνουν μέχρι τα πράσινα λέπια που φυλακίζουν τα πόδια της για να τελειώσουν σε πλατύ χρυσοπράσινο πτερύγιο. Δεν μιλά ποτέ  και όμως την ακούει. Στη γλώσσα της οι λέξεις αντιστοιχούν σε ήχους που βγαίνουν από κοχύλια. Εκείνος ξέρει ότι θέλουν να του πουν πολλά, η αναπηρία του μπαίνει στο ρελαντί και ξεκινά να τους αισθάνεται.


Η αλάτινη οσμή δεν κάνει λάθος. Του θυμίζει να μαζέψει τα περιττώματα των ονείρων του. Εκείνη πάντα στο πίσω κάθισμα του γελάει σταθερά και τον καλύπτει νοερά με τον μανδύα της. Του μιλάει για την ησυχία του μέρους από όπου έρχεται και ο λογισμός του κάνει αγώνα δρόμου για να την προλάβει. Γεύεται την άμμο στα χείλη του και το αλάτι του ανακουφίζει τα ρουθούνια. Τα όργανά του βρίσκονται σε εγρήγορση όπως παλιά όταν οι στιγμές σχεδόν τον πονούσαν από την ένταση. Αλλά εκείνη δεν έρχεται να καθίσει δίπλα του. Η θέση του συνοδηγού μένει κενή κι εκείνη εξαφανίζεται παίρνοντας μαζί της όλα της τα αρώματα.


Οι άλλοι φωνάζουν αλλά εκείνος δεν ακούει πια. Χαϊδεύει τις ράχες ψαριών και φωλιάζει σε τρύπες βράχων μαζί με ένα χταπόδι. Φαγητά, ξερατά, αποσμητικά έχουν χάσει την μυρωδιά τους. Μόνο αλάτι μυρίζει, πάτος ωκεανού και κολώνια γοργόνας. Η άβυσσός του βαθαίνει αργά, τα πατώματα που ακουμπάει καψαλίζονται χωρίς βιασύνη. Οι γαρουφαλούδες των μπουζουξίδων του κλείνουν το μάτι τα βράδια κι εκείνος θέλει να αγοράσει όλα τα λουλούδια για να τα προσφέρει στην επιβάτη του πίσω καθίσματος. Η ντροπή δεν τον αφήνει να το κάνει και της ενδίδει.


Κι εκείνη ξαναέρχεται. Απαλά όπως κάθε φορά, σχεδόν δεν ακουμπάει στο κάθισμα. Η θλίψη τινάζεται από το κορμί του σαν ανεπιθύμητο δέρμα. Του είναι περιττή. Το θαλασσινό αλάτι ποτίζει το αυτοκίνητο κι εκείνη του μιλάει για τον βυθό, για κοράλλια φανταχτερά,  δίχτυα παρατημένα, ξεχασμένα αγκίστρια, ναυάγια χορταριασμένα και όστρακα που ανοίγουν οικειοθελώς και προσφέρουν τα μαργαριτάρια τους.


Την κοιτάει από τον καθρέφτη να κουνάει τα χέρια της για πρώτη φορά. Σχηματίζουν ένα φανταστικό τιμόνι που στρίβει πότε δεξιά πότε αριστερά. Αφήνει τα χέρια του από το δικό του και το αμάξι ακολουθεί τις οδηγίες της. Το κέντρο της πόλης μένει πίσω καθώς εκείνος σκύβει πίσω και ακουμπάει το κεφάλι του στο πάνω μέρος του καθίσματος.


Τώρα οδηγάει εκείνη. Σε λίγο θα φανεί η θάλασσα. Το αλάτι έχει καταλάβει την μύτη του και η άμμος ξεκινά να αγγίζει τα δάχτυλά του. Φαντάζεται ότι βυθίζεται στο νερό και οι ήχοι παύουν. Γυρνάει στο νερό, το νερό θα αραιώσει την υφή των μελών του, θα τον κάνει ελαφρύ και πλωτό. Το αμάξι βυθίζεται στην θάλασσα αργά. Εκείνος κλείνει τα μάτια και όταν τα ξαναανοίγει κολυμπάει πίσω της. Δεν γυρίζει να τον κοιτάξει μόνο ανεβοκατεβάζει το πτερύγιό της κι εκείνος την ακολουθεί. Το νερό τον αδειάζει, είναι ελαφρύς, μυρίζει την αλμύρα και μπροστά από τα μάτια του εμφανίζονται χρώματα αγκαλιασμένα το ένα μέσα στο άλλο. Του φτιάχνουν συνδυασμούς που δεν είχε φανταστεί ποτέ, και ξέρει ότι είναι μόνο για εκείνον. Σταματάει να αιωρείται, μυρίζει και κοιτάζει, ενώ εκείνη χάνεται.


Η ζωή αρχίζει στα 40.

βόλτα στο λιμάνι


του Mario Kolopleni

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην όμορφη Napoli di Romania. Μιά γλυκιά, παραθαλάσσια επαρχία, βαλμένη στο νότιο τμήμα της mama Grecia. Όταν ήμουν μικρός, νόμιζα πως ολόκληρος ο κόσμος είναι η πόλη μου. Και μάλιστα, όπως ήταν φυσικό στα μάτια ενός μικρού παιδιού, αυτή η μικρή πόλη μου φαίνονταν πελώρια. Μέχρι να καταλάβω πως δεν ήταν, είχε προλάβει να διαμορφώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της σκέψης και των αισθήσεων μου. Για να μήν τα πολυλογώ, η Napoli είναι για μένα η μικρογραφία ολόκληρου του κόσμου. Κι εγώ, ένας βέρος Ναπολιτάνος.
Ένα απο τα βασικά χαρακτηριστικά της πόλης, που άργησα να καταλάβω, είναι η απαίσια και τρισάθλια μυρωδιά του λιμανιού της. Το συνειδητοποίησα στην ηλικία των δεκαοχτώ ετών, όταν μια κοπέλα που δεν ήταν απο δώ, ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ άρχισε να βρίζει αυτή την απαίσια μπόχα και να βρίζει κι εμένα μαζί που την ανέχομαι. Την μπόχα. Όχι την κοπέλα. Μου ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι. Συνειδητοποίησα πως τόσα χρόνια, ζώντας σε αυτό το φιλήσυχο και παραδεισένιο τοπίο δεν είχα παρατηρήσει αυτή τη διάχυτη σκατίλα του λιμανιού. Οι Napolitanoi, όπως όλος ο καλός ο κόσμος, εναπόθεταν το αποτέλεσμα της παχυλής διατροφής τους στο λιμάνι. Και όταν φύσαγε λιγάκι και ήσουν στο σωστό σημείο, απολάμβανες όλη την "γαρνιτούρα" της μεσογειακής διατροφής.
Χριστέ μου!!! Τόσα χρόνια!!! Κι εγώ τίποτα; Άραγε πόσο να έχει επηρεάσει κάτι τέτοιο την προσωπικότητα μου; Την σκέψη μου; Τις αισθήσεις μου; Πολύ φοβάμαι πως το σκατό αποτελεί πια αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης μου. Η βρώμα έχει εισχωρήσει για τα καλά σε όλες τις επιλογές και τα γούστα μου. Εδώ σε επηρεάζει το χρώμα του παιδικού σου δωματίου, δεν θα σε επηρεάσει κάτι  τέτοιο;
Απο κείνο το σημείο και πέρα, κάθε βόλτα στο λιμάνι έμοιαζε με το θρήνο μιας χαμένης ευκαιρίας. Είχα όλα τα καλά του κόσμου. Λεφτά, μυαλό, όρεξη, ικανότητα, πείσμα, επιμονή, υπομονή, τα πάντα. Αλλά δυστυχώς είχα και πολύ σκατίλα μέσα μου. Είχα δηλαδή ένα τεράστιο ανασταλτικό παράγοντα σε ό,τι έκανα. Η κακούργα και πουτάνα κοινωνία με αδίκησε κατάφορα. Και όχι μόνο εμένα. Όλους. Όλους μας αδίκησε. Αν περπατήσεις στη πόλη θα το καταλάβεις. Όταν κάτι βρωμάει στην ατμόσφαιρα, όλοι λένε πως είναι το λιμάνι. Όλες οι βρώμες απο το λιμάνι ξεκινάνε.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Μυρωδιές…


του Τραχανά


Τα είχε όλα μες στο κεφάλι του. Μπορούσε να το γράψει, ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να το κάνει, γιατί δεν μπορούσε να το πραγματοποιήσει. Ήταν βέβαιος για αυτό. Υπέφερε για καιρό, μέρες, βδομάδες, μήνες αλλά είχε βρει τη λύση στο πρόβλημά του. Ίσως λίγο σουρεαλιστική λύση αλλά θα τη μετέφερε στο χαρτί και θα την κέρδιζε και πάλι!
Στάθηκε πάνω από το τετράδιό του, τον παλιό του φίλο που ήξερε όλα του τα αμαρτήματα, τις ανησυχίες και τους πόθους και ξεκίνησε να γράφει. Σκάλισε με το μολύβι αρχικά τα περιθώρια χαράσσοντας μερικές ασύμμετρες τεθλασμένες γραμμές κι έγραψε στη συνέχεια την αρχή αρχίζοντας με ένα τετριμμένο «ήταν» και ακολούθησε το «...στο έδρανο του πανεπιστημίου…» και σταμάτησε για να αναλογιστεί τη συνέχεια. Αναλογίζονταν το βάθος του έργου του αναπόφευκτα συνέκρινε τον εαυτό του με τον Στήβεν Κινγκ, τον Πάουλο Κοέλιο, τον Μάικλ Μούρκοκ, τον Γκάι Γκάβριελ Κέι και πολλούς άλλους και ως κι εκείνον τον ίδιο τον Όσκαρ Γουάιλντ. Τι ύβρις… Μειδίασε στη σκέψη του τελευταίου. Θα μπορούσε κάλλιστα η ιδέα του να ήταν δική του, εφόσον βεβαίως είχε στη διάθεσή του εκείνος τα δεδομένα που είχε αυτός.
Μυρωδιές…
Δεν τα πήγαινε καλά στη ζωή του. Είχε ανακαλύψει πολλά τελευταία τα οποία δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστα αν και αντικειμενικά, όπως θα σκέφτονταν ένας άνω των τριάντα ετών, ήταν μια χαρά. Αυτός όμως ο ίδιος στα είκοσι δύο του χρόνια δεν ένιωθε το ίδιο. Η ίδια του η ύπαρξη καταστρέφονταν και ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε απλά κάθονταν κι έγραφε ανούσια κι ατάλαντα ποιηματάκια για να εκτονώσει την ένταση που του κατέτρωγε τα σωθικά. Του άρεζαν οι βαρύγδουπες εκφράσεις και τις χρησιμοποιούσε όποτε μπορούσε, παρά τα ειρωνικά βλέμματα των τριγύρω. Τι ήξεραν αυτοί άλλωστε;
Μυρωδιές…
Έβαλε ένα δίσκο του Νικ Κέιβ να παίζει και συνέχισε το έργο του. Θα έγραφε ό,τι του έκανε κέφι. Κανείς δε θα μπορούσε να τον κατακρίνει για αυτό. Ποιος θα το διάβαζε άλλωστε; Όταν θα ήθελε να δείξει κάποια στιγμή την ευαισθησία του, τον ντελικάτο κι εκλεπτυσμένο χαρακτήρα του μπορεί και να έδειχνε το γραπτό σε κάποιον που ίσως και να τον εκτιμούσε λίγο παραπάνω εξαιτίας αυτού. Μπορεί και να ήταν όντως καλό και να γίνονταν τελικά και μπεστ σέλερ!
Συμμάζεψε τις σκέψεις του που στο βάθος βρίσκονταν πάντα εκείνη. Η μορφή που τον στοίχειωνε και μάγευε τη μέρα του και τη νύχτα του τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Μια μορφή μοναδική μέσα στο φως και την τελειότητα, παρά το γεγονός ότι είχε βάλει δύο τρία κιλά παραπάνω. Παρέμενε τέλεια εκεί πέρα σε όλα τα επίπεδα του συνειδητού, υποσυνείδητου κι ασυνείδητου και ό,τι άλλου ευφάνταστου όρου είχε ακούσει από την ψυχολογία. Ήταν απλώς αυτή. Το βλέμμα της, το χαμόγελο της, οι κινήσεις της κι η γοητεία που ασκούσε πάνω του. Πάνω στον ίδιο και τα αρχέγονα ένστικτά του. Εκεί ήταν που θα επιτίθονταν κι αυτός. Ένιωθε το φως να τρεμοπαίζει γύρω της, τη μορφή της να απομακρύνεται, το σκοτάδι να πλησιάζει. Παρά το ρομαντισμό του κάτι δεν πήγαινε σωστά.
Μυρωδιές…
Ένας άνθρωπος αηδίασε όταν του ανοίξανε ένα δοχείο με βουτυρικό οξύ κι αποκρίθηκε «μπλιαχ εμετός!». Ένας άλλος ξερογλείφτηκε και είπε «μμμ παρμεζάνα!». Ένας τρίτος έκλαψε όταν του έδωσαν να μυρίσει ένα άρωμα της 
δεκαετίας του ’60 που δεν ξανακυκλοφόρησε από τότε. Το φορούσε η νταντά του, που την θυμόταν με πολλή θέρμη και στοργή. Όταν την είδε τελευταία φορά ήταν τριών ετών.
Αυτή η τόσο παρεξηγημένη αίσθηση, τόσο απωθημένη στο συνειδητό του ανθρώπου και τόσο προωθημένη σε όλα τα άλλα επίπεδα, η όσφρηση κάνει πραγματικά θαύματα. Ο εντοπισμός μιας μυρωδιάς ακολουθείται από δύο στάδια: την αναγνώρισή της και στη συνέχεια τη σύνδεσή της με κάποια ανάμνηση. Εκεί πάνω θα στηρίζονταν κι αυτός! Θα την έκανε δική του για πάντα! Θα φρόντιζε ό,τι μύριζε να το συνέδεε με εκείνον. Θα συνέδεε όλες τις μυρωδιές που υπήρχαν με το πρόσωπό του και έτσι θα τον θυμόταν πάντα, ακόμα κι αν έφευγε μακριά του. Δεν μπορεί, έστω κι έτσι θα γυρνούσε κοντά του.
Μυρωδιές…
Αναλογιζόμενος το αδύνατο της ιδέας του ζωγράφισε ένα ανθρωπάκι στο τετράδιό του με ένα κύκλο για κεφάλι και γραμμές για σώμα, χέρια και πόδια. Το έκανε να χαμογελάει. ποτέ δεν του άρεσαν οι μουρτζούφληδες άνθρωποι, ούτε καν αυτή τη στιγμή που την έβλεπε σαν την πιο μαύρη της ζωής του. Ήξερε ότι θα επιβίωνε και θα πήγαινε παρακάτω νικητής. Θα άντεχε ό,τι έρχονταν, σαν τους διάφορες ήρωες των βιβλίων του κι η μοίρα θα του το ανταπέδιδε στεφανώνοντάς τον με δάφνινα στεφάνια κι αποδίδοντάς του τις πρέπουσες τιμές.
Συνέχισε το γράψιμο για κάποιον φανταστικό φοιτητή που τυχαία άκουσε μια διάλεξη για όλα αυτά που ο ίδιος είχε δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ. Ο εν λόγω φοιτητής ενσάρκωνε ό,τι δεν είχε καταφέρει αυτός. Συνδύαζε τις γνώσεις χημείας που είχε αποκτήσει μόνο παρακολουθώντας τη σχολή του και με βάση όλα όσα είχε ακούσει σε εκείνη τη διάλεξη θα πετύχαινε το σκοπό του. Παρεμπιπτόντως, είχαν τα ίδια προβλήματα.
Μετά από δέκα σελίδες με μουτζούρες, ασυνέχειες και μελοδραματικά κρεσέντα κατόρθωσε κι έφτασε τον ήρωά του στο ποθητό αποτέλεσμα. Είχαν περάσει και πέντε ώρες άλλωστε γράφοντας, πώς θα μπορούσε να μην τα είχε καταφέρει; Το χάπι εντ αποτελούνταν από την κοπέλα να μην μπορεί να κάνει βήμα χωρίς να σκεφτεί τον πρωταγωνιστή και να πέφτει στην αγκαλιά του για πάντα, ως η επιτομή της ελεύθερης βούλησης.
Κοίταξε το κείμενό του και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Ήξερε ότι ήταν για τα σκουπίδια. Έκλεισε το τετράδιό του, το φίλο του για τις σκοτεινές σκέψεις τις μικρές ώρες της νύχτας κι όμως αυτή τη φορά είχε ξεκινήσει να γράφει νωρίς. μόλις είχε πάρει να νυχτώνει τώρα.
Μυρωδιές…
Πώς μπορείς να δέσεις κάποιον πάνω σου όταν η λογική και το ίδιο το συναίσθημα αποτυγχάνουν να το κάνουν; Όταν ο αντίπαλος έχει κλειδώσει την άμυνά του; Χρειάζεσαι απλά ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη. Δεν κερδίζεις τίμια, αλλά τουλάχιστον του δίνεις του άλλου κάτι για να σε θυμάται. Μετά μπορεί να πανηγυρίζει ημιλιπόθυμος, εφόσον θα έχεις αποκλειστεί.
Αναλογίστηκε τα όσα είχε κάνει τόσο καιρό. Είδε το μέλλον και δεν του φάνηκε ιδιαίτερα ευοίωνο. Είδε τις Θερμοπύλες να κλείνουν γύρω του. Του άρεσε αυτό με τις «Θερμοπύλες». Άνοιξε ξανά το τετράδιό του και το έγραψε. Το ξανάκλεισε κι αναστέναξε χωρίς ανακούφιση. Το κοίταξε συλλογιζόμενος με βλέμμα απλανές, προσπαθώντας να δει από μέσα του χωρίς επιτυχία.
Τις σκέψεις του τις διέκοψε απότομα ο ήχος του κινητού του που χτυπούσε. Κοίταξε την οθόνη του κι αναθάρρησε κάπως.
-Έλα!
-Γεια σου, του απάντησε μια ψυχρή φωνή.
-Τι κάνεις; Αποκρίθηκε με προσποιητό τσαχπίνικο τρόπο. 
-Πρέπει να μιλήσουμε, άκουσε τη φωνή παγωμένη πλέον.
Έκλεισε το τηλέφωνο, αφού συνεννοήθηκε. Η μουσική είχε σταματήσει και η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο είχε βαρύνει απότομα.
Μυρωδιές…
Το μόνο που μύριζε ήταν το σκουπιδιάρικο που μόλις είχε έρθει από κάτω από το παράθυρό του.