Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

το τραινάρισμα

ιστορία της σωσώς ζερό




«Σας ενοχλεί ο καπνός;»
«Όχι καπνίστε αν θέλετε»
«Ευχαριστώ δεν καπνίζω»
«Τότε γιατί με ρωτήσατε;»
«Εννοούσα τον καπνό του τραίνου»


Έμεναν λίγα λεπτά ως την αναχώρηση κι όχι όποια κι όποια λεπτά.
 Είχανε μείνει τα τελευταία, τα τελειωμένα μη σου πω. Αυτά τα δύσκολα, τα κουρασμένα, τα βιβλικά λεπτά της «τελευταίας στιγμής».
Αυτά που οι ταξιδιώτες και κυρίως τα πρόσωπα που τους συνοδεύουν στο σταθμό, παρακαλάνε να φύγει να φύγει να φύγει να φύγει να φύγει το τραίνο. Απʼόλα τα λεπτά, είχαν μείνει τα ατελείωτα...


Ιούλιος Καύσωνας. Δύο λέξεις.

Δεν έλεγε να φύγει.
 μια-δυό φορές έλυσε τα φρένα και κοιταχτήκαμε όλοι με θρίαμβο αλλά πάλι σταμάτησε 2-3 μέτρα πιο κει.
 Τίποτα..
Ο σκύλος που στοχάζοταν κάτω από το κεντρικό παγκάκι του σταθμού -όπου τον θυμάμαι εκεί μια ζωή και βάλε- είχε με τον καιρό πάρει ολόιδιο το βλέμμα του σταθμάρχη,
Το τραίνο εκεί. Καρφωμένο.

Εννοείται πως αν ήσουν αργοπορημένος, είχες από ώρα ξεπεράσει την άγρια καύλα να ανεβείς στο τραίνο ένα τέταρτο και βάλε μετά από την ώρα αναχώρησης,
Είχες μπει μέσα άπλας, είχες τακτοποιήσει τα πράγματα σου, είχες στρογγυλοκαθίσει, είχες χαμογελάσει -και περάσει από ακτίνες -τους δεξιά κι αριστερά, είχες ξεκουμπώσει το πρώτο κουμπί  του τζιν, είχες στείλει τα εσεμές σου, είχες πιεί όλο το φρεντόγαλο, είχες βγεί και καπνίσει και ξαναβγεί και ξανακαπνίσει, αγοράσει περιοδικά, πάρει παγωτά, φάει παγωτά, ιδρώσει, ξεϊδρώσει, κατουρήσει, γυρίσει, σκεφτεί, φιλοσοφίσει, νυστάξει, ξυθεί, ανοίξει λάπτοπ, άιποντ, εμπιθρί και ότι μαλακία κουβάλισες, ουφ, αυτό εκεί.

  Με σβηστή μηχανή, με παράθυρα ανοιχτά και έξω να κινείται μόνο η υποψία της ελπίδας της πιθανότητας να δεήσει να φυσήξει.

Στην εσχατιά της υπομονής, στην καρδιά του σιχτίρ.

Ό,τι καλό έχει ρε πούστη μου το τραίνο, δηλαδή όλα μαζί τα καλά όλων των τραίνων, σαν μέσο και κατάσταση, αφορούν το τραίνο όσο αυτό κινείται. Άμα δε λέει να φύγει, δεν ισχύει τίποτα. Τίποτα. Ζερό.

  Αυτό που πραγματικά με εντυπωσιάζει σε κάθε καθυστέρηση μέσου, είναι ότι τα πρόσωπα όλων δείχνουν ότι όλα τα προβλήματα τους θα λυθούν με το που θα ξεκινήσει.
 Έτσι και το συγκεκριμένο, οι συνεπιβάτες μου υπέφεραν,
μόνο που δε λέει να κουνήσει...


Τα άκυρα παραρτήματα περί της καθυστέρησης βγαίνουν εντός του αργοπορημένου τραίνου ανά δεκάλεπτο περίπου και μεταδίδονται με στεντόρεια φωνή από το τοπικό ράδιο-αρβύλα που υπεύθυνος φυσικά ήταν ένας κοτσονάτος συνταξιούχος νοικοκυραίος που φαινόταν να την ξέρει τη δουλειά από τρόλει και τραίνα της πρωτεύουσας που ειδικεύτηκε χρόνια να τα χώνει σε πολιτικούς.   Τα ανυποψίαστα θύματα του παππού -κάτι κυριούλες από ηρωικά χωριά- τον αναμετέδιδαν με ζέση, ενώ ανά σταθερά χρονικά διαστήματα έπιαναν στο στόμα τους τον υπεύθυνο και τον στέλνανε όπου μπορεί κανείς να φανταστεί -ειδικά από χριστιανές ντυμένες σαν κι αυτές δεν το περίμενες τόσο γαμοσταυρίδι.

Τα τελευταία λεπτά πριν φύγει το τραίνο,, ήταν τα μόνα που δεν γούσταραν με τίποτα να φύγουν εκείνη τη μέρα.

...Τα είδα με τα μάτια μου να διαστέλλονται, να ξεχειλώνουν, να στρεβλώνουν στο ασύλληπτο μεσημεριάτικο φως, να κατρακυλούν στους λιωμένους, αιώνιους συρμούς, να διαθλώνται με ιριδισμούς και σχήματα στα διπλά τζάμια του σταθμού δυό φορές -κι άλλες πολλαπλάσιες-και ξανά-και ψηλά ισα στον ήλιο- να σπάνε και να χύνονται σε χιλιάδες λεπτά πολύχρωμα κομματάκια
στα βρώμικα πλακάκια
του σταθμού Λαρίσης,
 καμμένα,
τελειωμένα από τον ήλιο του Ιουλίου και τον καμμένο κόσμο του να θέλει να φύγει καλά και ντέ στις τρείς.



Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

Παιδί Σκουλήκι Τραίνο


του νίκου πάκου

   Αυτό το τραίνο ταξιδεύει για μήνες, με ράγες χαραγμένες σε μάζα πληροφορίας. Αν το δεις από μακριά, έτσι που σέρνεται μακρύ, θα το περάσεις για σκουλήκι. Και κάθε του βαγόνι και μια κούρβα στο σκουληκίσιο σώμα. Περνάει περιπέτειες, τύφλα να χει ο υπερσιβηρικός δηλαδή και «σε πάει ίσια στο βυθό, σε πάει και στην Κίνα»! Οι άνθρωποι το κοιτούν, λίγο χαμογελούν, κάποιοι κοντοστέκονται κι αμέσως ανεβαίνουν. Άλλοι απλά ρίχνουν κάτι καχύποπτα βλέμματα και χαιρετούν αδέξια χωρίς πάθος. Μα όλοι τους κάθε απόγευμα παίρνουν τον δρόμο για τη σιδερένια αερογέφυρα και περιμένουν μ’ ορθάνοιχτα μάτια το τράνταγμά του.
   Το τραίνο μας φίλες και φίλοι, δεν καίει ντίζελ, ούτε καν κάρβουνο (αν και ο μηχανοδηγός του είναι μπαρουτοκαπνισμένος)… απλά καίει σκέψη. Φουλάρει το ντεπόζιτο φαντασία και παίρνει μπρος για μίλια. Εκεί, στην μούρη του που μοιάζει αγέρωχη, έχει καρφωμένα δυο λαμπερά, χαμογελαστά μάτια. Κάποιοι τα είπαν ονειροπαρμένα, κάποιοι παιδικά. Ένα παιδί σκουλήκι τραίνο σουλατσάρει στο μπαλκόνι της οθόνης σας. Κι οι επιβάτες του, ποτέ αραχτοί στα δερμάτινα κι εντελώς παλιωμένα καθίσματα, πότε καπνίζοντας σιωπηλοί με βλέμμα στο τρεμάμενο πάτωμα, πότε ν’ αντικρίζουν το φαράγγι Γκραν Κάνυον περήφανα, σαν ήρωες του Ιούλιου Βερν ή του Αντρέα του Εμπειρίκου. Σας τους σύστησα;
   Πρώτος απ’ όλους ο δόκτορας Θεμιστοκλής Σκουληκότρυπας, ο μηχανοδηγός μας. Με κάτι γυαλαμπούκες σαν φάρους να παραμορφώνουν τα μάτια του, μουστάκα πυκνή και ένα μπερέ δεκαετίας του 30 να καλύπτει τη φαλάκρα. Κάθε που το ταξίδι έχει ισάδι, παρατάει το τιμόνι και βαράει μια κουδούνα ή αφήνει τον ατμό από την καπνοδόχο του τραίνου να χαθεί στον ουρανό. Αφήστε που καμιά φορά κλείνει τα μάτια του. Μα κανείς από τους επιβάτες δε φοβάται, επειδή όταν κλείνει τα μάτια, ο Dr. Wormhole ταξιδεύει στις μακρινές γαίες του χρόνου. Φορά το διαστημικό του σκάφανδρο και ξεμακραίνει στην μπουρμπουλήθρα του χθες ή του αύριο… Τότε όμως χαμογελά πιο πλατιά.
   Στην πρώτη θέση του σκουληκότραινου, ο τρελός ποιητής Θ.Π. Τις περισσότερες φορές θα τον βρείτε να έχει κατεβάσει πέντ’ έξι ουισκάκια και, είτε να χαζεύει ό,τι γεννάει το παράθυρο δίπλα στο κάθισμά του, τις αγελάδες, τα πουλιά, τα ψάρια του γιαλού, είτε να πιάνει κουβέντα με τους άλλους ταξιδιώτες. Με ρίμες στραβές τραγουδά τα μπλουζ του ξημερώματος, σας το υπογραμμίζω, σαν να κολυμπάς στη θάλασσα το δειλινό δίπλα στον πιο μεγάλο και πιο στερνό σου έρωτα. Μια αληθινή «ναυς των ονείρων» το ταξίδεμα μαζί του. Ανασταίνει τον δεκαπενταύγουστο, ξυπνά τον ρεμβασμό.
   Στη διπλανή ακριβώς θέση, ποιητής έτερος. Ο Mario Kolopleni, γέννημα θρέμμα της θείας πόλεως Νάπολης. Αν δεν με πιστεύετε, κι ο ίδιος την λέει θεία, θεια ακόμα και παλιόγρια, αλλά μετά κάθεται δίπλα της και στοργικά της χτενίζει τα μαλλιά. Φοράει πολύχρωμα ρούχα αρλεκίνου και ένα φανάρι ορυχείου στο μέτωπο, πάντα αναμμένο. Στραβώνει με το φως του όσους τον κοιτούν, αλλά ο ίδιος επιμένει: μόνο έτσι μπορεί κανείς ν’ αναζητήσει επιστημονικώς, εμπεριστατωμένως τη χαμένη παιδική ηλικία.
   Ο Διάκενος Καλλιπολίτης πάλι, λόγιος παλιάς αρχοντικής γενιάς, υποστηρίζει πως είναι με τη βούλα τελευταίος εκπρόσωπος του κύκλου του Διονυσίου Σολωμού. Με ένα γαλάζιο χταπόδι μόνιμα κολλημένο στο σβέρκο του –«είναι το κατοικιδιό μου!» – επαναλαμβάνει, φτιάχνει στιχουργίες επηρεασμένες από μια χούφτα τελείως παππουδίστικες ιστορίες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά κυρίως, από πέσιμό του σε μια σκουληκομερμυγκότρυπα, όταν ήταν περίπου οχτώ χρονώ κι είχε πάει για κατούρημα.
Η αμαξοστοιχία ταξιδεύει, ανάμεσα από συνοφρυωμένα βουνά και χαρούμενες θάλασσες. Κι εγώ παρατηρώ τα πρόσωπα γύρω μου…
   Όλοι τους κοιτούν τον ουρανό, αγαπητοί αναγνώστες, αλλά ο μόνος που αναμετριέται ίσια με τ’ άστρα είναι ο Dali Keris. Κοιτά πιο λευκά και πιο ψυχρά το φως το λευκό και ψυχρό που εκπέμπουν τα άστρα˙ μετά ένα χαμόγελο νικητήριο. Πάντα κουβαλά μια μπαλωμένη βαλίτσα γεμάτη με τρανζίστορς και κομμάτια μετεωριτών. Εκεί που κάθεται, αγκαλιάζει με τις παλάμες του δυο μικρά καλώδια, ένα μπλε και ένα κόκκινο, και προσπαθεί να τα συνδέσει σε ένα κύκλωμα ποιητικό. Λένε πως στα πολύ παλιά χρόνια συνταξίδεψε με τον Θεμιστοκλή Σκουληκότρυπα στις σαρκώδεις παρυφές του σύμπαντος.
   Συχνά πυκνά θα δείτε μια μαύρη ψηλόλιγνη σκιά να περιπλανιέται ανάμεσα από τα βαγόνια και να στέκεται μπροστά από τους επιβάτες κάπως απειλητικά. Μην τρομάξετε καθόλου, καιρός να εμφανιστεί ο Κάρολος, το μαύρο σκουλήκι. Σαν παλιός χρυσωρύχος του Κλοντάικ, διηγείται περιπέτειές από τον άγριο Βορρά, αν και μέσα του φυσά νοτιάς τροπικός. Κάποιες φορές, βγάζει από το μαύρο του κοστούμι ένα μεγάλο θαλάσσιο κοχύλι, αφουγκράζεται και μετά μας λέει παραμύθια για παιδιά που αρνούνται πεισματικά να μεγαλώσουν. Μάλιστα κάποια στιγμή, πριν χρόνια, με νίκησε στο Σκραμπλ!
   Όμως, μέσα σε τόσους άντρες, ένα κορίτσι είναι απαραίτητο. Μια σιδηροδρομική στρουμφίτα, μια χιονάτη ατμομηχανής! Φτιάχνει ζωγραφιές, γράφει ποιήματα, σκαρώνει ουράνια τόξα, σφυρίζει ξέγνοιαστα και καλοκαιρινά. Όλα όσα δημιουργεί, τα ονομάζει «προϊόντα», αλλά για μας είναι χάρτες. Χάρτες που δείχνουν τον δρόμο για την αληθινή χώρα της καρδιάς. Συγνώμη Aphasia που σε άφησα τελευταία, αλλά για ακόμα μια φορά, ξεχάστηκα στο πολύχρωμο υφαντό της φαντασίας σου…
   Κι εγώ, ο νίκος πάκος που σας ιστορώ το τρελό κι απίστευτο αυτό ταξίδι με το ανήλικο τρένο σκουλήκι. Με παιδικούς φίλους τεράστιους κούνελους, κάποτε χαμένος στην αφρικάνικη ζούγκλα, πλέον αραχτός σε ένα από τα καθίσματα, απολαμβάνω τη διαδρομή: από ηλιόλουστες πεδιάδες σε υπερφυσικές λίμνες, από βουνοκορφές που τα έχουν πάρει κρανίο ως θάλασσες που λένε ανέκδοτα. Στ’ αυτιά μου αντηχούν οι μελωδίες ενός φιλικού γιαπωνέζικου φαντάσματος: «So I’m driftin’ away, like a feather in air»…



ΥΓ: Τις απολογίες μου για πολλούς συμμετέχοντες του Σκουληκιού στους οποίους δεν αναφέρθηκα στο παραπάνω κείμενο, αλλά συμπεριέλαβα όσους από τους σταθερότερους τυχαίνει να ξέρω κι από κοντά.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Back to the future


του Dr.Wormhole

Όπως καταλάβατε, πρόκειται για την αγαπημένη μου ταινία. Δεν ήταν βέβαια πάντοτε. Σε μικρότερη ηλικία θεωρούσα αυτόν τον Dr. Emmet Brown, τον Doc όπως τον φώναζε ο Fox μια ανόητη και επιφανειακή καρικατούρα της δικής μου ύπαρξης. Συνομωσιολογούσα πως κάποιος πράκτορας του Hollywood είχε μάθει το μικρό μου μυστικό περί ταξιδιών στο χρόνο και με αντέγραψε πρόχειρα και μοχθηρά. Τότε είχα πραγματικά φοβηθεί για το μέλλον μου, τρόμαζα στην ιδέα πως ανά πάσα ώρα και στιγμή, αμερικάνοι πράκτορες θα εισβάλλουν στο σπίτι μου, μετατρέποντας εμένα και την μυστική μου χρονομηχανή σε πειραματόζωα. Γι αυτό το λόγο απέφευγα για μεγάλο κοσμικό διάστημα την εποχή των 80s με αποτέλεσμα να κάνω πολύ καιρό να δω το τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, που κατά τη γνώμη μου είναι και το καλύτερο. Σε ό’τι αφορά τον φόβο μου, έχω να πω πως ήταν απλώς η αρχή της σχιζοφρένειας που ξεπέρασα πολύ αργότερα με αρκετή ψυχανάλυση και θεραπεία.
Μόλις την ξεπέρασα όμως, κάπου στο εγγύς μέλλον, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 2069,  σε μια ημερίδα αφιερωμένη σε κλασικά έργα της επιστημονικής φαντασίας, παρακολούθησα ολόκληρη την τριλογία και μαγεύτηκα.
Ο αθεόφοβος επιστήμων κατέληξε να χρησιμοποιεί ως χρονομηχανή ένα τρένο. Μια κίνηση που ντύνει με ουσιαστικό περιεχόμενο την αλήθεια και την αισθητική των επιστημονικών ανακαλύψεων. Ο δόκτωρας, έχοντας πέσει θύμα των περιπετειών που του προκάλεσε η τρομερή του ανακάλυψη, καταλήγει στην άγρια δύση του δεκάτου εβδόμου αιώνα, μια εποχή όπου η κύρια καύσιμη ύλη είναι το σανό που τρώγαν τα άλογα. Παρόλα αυτά, το τρομερό του κεφάλι, η ολοκληρωμένη αντίληψη του για την φύση και τα θαύματα της και η βοήθεια του φίλου του τον οδηγούν και πάλι στην κατασκευή μιας νέας χρονομηχανής με υλικά τεχνολογικώς πρωτόγονα. Ο Doc δεν είναι ο κατασκευαστής της πυρηνικής βόμβας. Είναι ένα ευρύ πνεύμα που ανήκει σε όλες τις εποχές με πλήρη συνείδηση πως η μεγαλύτερη ανακάλυψη είναι η ίδια η φύση και τα υλικά της.
Σαν κερασάκι στη τούρτα του μεγαλείου του είναι η χρησιμοποίηση του τρένου. Ενώ πλέον ο επιστήμων έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όποιο όχημα  επιθυμεί, από οποιαδήποτε εποχή, διαλέγει οριστικά την χρήση μιας παλιάς καρβουνοκίνητης αμαξοστοιχίας. Μαζί της μπορεί να ταξιδέψει  σε όλες τις εποχές.
Σας λέω, μ’ άρεσε τόσο πολύ που στο  τέλος πίστευα πως τελικά εγώ αντέγραψα τον Dr. Emmet Brown και όχι αυτός εμένα.

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Sabotage

ιστορία του Καρόλου, του μαύρου σκώληκα

Ο Γεράσιμος είναι πια τριαντατεσσάρο χρονώ, και προβλήματα, δυσλειτουργίες πολλές έχει .Είναι λίγο εξωτικός και πρώην ντιντής και κουρεμένο το κεφάλι του έχει. Είναι συνήθως αξύριστος με σπυράκια στη μούρη και βρώμα πολλή έχει στα νύχια-για αυτό κατηγορεί τους αρμόδιους που μια   βοήθεια στο τρένο δεν έχει. Συχνά πυκνά βρωμάει η ανάσα του και του διαμαρτύρονται λέει πως όλοι, είν' δυνατόν ορθόδοξος άνθρωπος, να τα χνώτα  βρωμάνε σαν ζώου;
Στην οροφή έχει κρεμασμένα εικονίσματα, καί 'να ζευγάρι του μπάσκετ παπούτσια. Σε μιά γωνία να βαράει ένα ράδιο διαπασών λειτουργεία. Εκεί πίσω πετάει ο Γεράσιμος, εκεί πίσω πετάει τα χάπια. Εκεί τα βρίσκει η καθαρίστρια και λεφτά του ζητάει για λύτρα-δώσε μου τώρα δεκαέξι ευρώ ειδάλλως χαρτί καλαμάρι στήν Πάτρα! Όλα θα τα πώ στη μητέρα σου και ουέκ και αλίμονο εάν θα τα μάθει! Βρε τί ντροπή είναι αυτή να μην παίρνεις γκοτζάμ άντρας τα χάπια!ψΤότε αυτός γονατίζει και τρέμεται και προσευχές στο θεούλη του κάνει. Μετά τη βλαστημάει και φτύνεται και στην κουζίνα πηγαίνει να φάει .Εκεί κάπου κάθετε η αγάπη του Σούλα τη λένε, Σούλα τη λένε ζαργάνα. Εκείνη απ' το Περιστέρι όμως έρχεται και στην Πάτρα δεν έχει πάει ποτέ της .Απ' το σπίτι της βλέπει τ' ανάκτορο αν στη σκεπή του ανέβεις και πατήσεις στίς μύτες. Να 'χει μόνο καθαρό ουρανό και όχι τόσο πολύ νέφος.
Μετά το φα'ί' Ραντεβού έχει ο Γεράσιμος ραντεβού έχει με 'κείνη. Θα φορέσει ένα τζίν καθαρό, θα προσπαθήσει να πλύνει τα νύχια και μούτρα και ένα τρένου θα φορέσει καπέλο. Μεταξύ τους δέν έχει τόση απόσταση αφού αντίκρυ μένουν για χρόνια.
-Ζαργάνα μου!
-Γέ-γέ-ρρρράσιμε,θα απαντήσει εκείνη κεκεδώς.
-Θα σου απαγγείλω ενα ποίημα πού 'γραψα πρίν το φα'ι', και μαζεύετε όλη η πτέρυγα γύρω. Άλλοι μουλωχτοί και ζουρλοί άλλοι  θαρραλέοι είναι τρελάρες.

Είσαι μιά όμορφη εσύ μία μικρή και στρουμπουλή
ναζιάρα,
απ' τη ζαργάνα πιό όμορφη απ' το ψωμί πιό αφράτη.
Στο τρένο θα μπούμε μαζί , μετά το φαί, γιατί πεινάω.
Και με να φλου θα τσούφ τσουφ μαζί, γιατι είμαστε κι δύο αλάνια.
Ασρουλαλού και αντίο τσούφ τσούφ και του του
κανείς δε μας πιάνει πιά τώρα.
Σήμερα παίρνουμ' εξπρές, ταχεία και οδοντωτό
και με μαγνίτες και ηλεκροκούνητο και με κάρβουνο και όλα τα τρενάκια
όλα τα τρενάκια όλα τα τρενάκια ΟΛΑ ΟΛΑ του τουουου,του τουουου.
Με αγάπη εγώ, ο Γεράσιμος.


Εκείνη ευθέως χαμογέλασε και το σάπιο της δόντι έχει δείξει. Η Σούλα είν' καστανή και πολλοί λένε ότι έχει όμορφα μάτια. Φόρεμα φορεί γαλανό με καφέ λουλουδάκια,στα μαλλιά εχει πιάσει στεκάκια. Να πορνίσει θέλει γερά, μα δέν την αφήνουν τα ήθη. Σούλα και πόρνη δε γίνεται.
Εκείνος κοντά της πώς έρχεται και της ανοίγει νοητά τους, του βαγονιού μια πόρτα . Την παροτρύνει -κυρία μου -κύ-κύριε του αποκρίνεται 'κείνη, και αφού βολευτεί -στο αέρα για μάς -και σε βαγόνι άλφα άλφα γιά εκείνη, την πόρτα θα κλείσει ο Γεράσιμος τη μηχανή εκείνος θα 'ρχίσει . Με αέρα θα φουσκώσει τα μάγουλα και ήχο τρένου θα βγάλει.
-Τσαφ τσουφ τσαφ τσουφ
-Ποιό γρήγορα τρέχα Γεράσιμε, με μανία φωνάζει η Σούλα.
-Του τουουουουουουουου,τσαφ τσαφ τσαφ τσαφ.
Και αφού τον πρώτο γύρο γυρίσουνε θα κάνουνε στάση: ΠΛΑΤΕΙΑ . Εκεί θα κατέβει ο Γεράσιμος και θα φωνάξει δυνατά και γεναία:
-Αναχωρίζουμε σε 5 λεπτά,και θα κοιταχτεί με τη Σούλα . Σε 3 λεπτά θα πεί βγάζοντας και θα κοιταχτούνε και πάλι σαν ψάρια . Μαζεύεται κόσμος τριγύρω του και εισιτήρια σε όλους τους κόβει .Ο Γεράσιμος φωνάζει αναχώρηση και μαζί του θα φωνάξουνε όλοι : Του τουουουού τσαφ τσουφ τσάφ τσουφ του τουουουου. Και θα φύγει απο 'κεί η ταχεία και αφού περάσει διάδρομο και χώλ και κουζίνα καί σάλα στον κήπο θα βγεί με ταχύτητα και θα 'στράψουν τα φλάς τα μεγάλα. Ο οδηγός, ο Γεράσιμος σπαρταράει απ' τη χαρά του σαν ψάρι και η Σούλα ξωπίσω του γνεύεται  σαν μελιδώνα καφέ σκούρα, και πίσω τους δεκάδες μουρλοί και χαρούμενοι να παραμύθι και θρίλερ να κάμουν . Τσαφ τσαφ τσαφ τσαφ του τουουου τουουου τσουφ τσουφ. Και ακολουθεί μια νοσοκόμα φαφούτα.
o Kάρολος στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

ένα ταξίδι με τραίνο

πρωτότυπη έκθεση μαθητή που έπεσε στα χέρια μας με τη βοήθεια του φίλου  κυρίου Τραχανά
(για να μη στραβωθείτε κάντε κλικ σε κάθε σελίδα)

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

οδοντωτός

το ξεχασμένο σημείωμα

-Τι να γράψω λοιπόν για το τρένο όταν δεν έχω ποτέ ταξιδέψει με αυτό; Αναρωτήθηκα και αποφάσισα πως μάλλον ήρθε η ώρα. Ζώντας 10 ολόκληρα χρόνια στην Αχαϊκή πρωτεύουσα, έχω επισκεφτεί τα Καλάβρυτα ουκ ολίγες φορές. Πάντα όμως πήγαινα με το αυτοκίνητο και ποτέ με τον οδοντωτό. Να η ευκαιρία που έψαχνα λοιπόν. Μεσοβδόμαδα έκλεισα θέσεις τηλεφωνικώς για το Σάββατο. Τα δρομολόγια είναι συχνά, αλλά η ζήτηση μεγάλη, γι’ αυτό ήταν καλό που προνόησα. Το κόστος των εισιτηρίων: 19 ευρώ με επιστροφή. Πρόσφατα ανακαινισμένος, ο οδοντωτός σιδηρόδρομος ενώνει το Διακοπτό με τα Καλάβρυτα μέσα από το φαράγγι του Βουραϊκού. Φτάνοντας με το αυτοκίνητο στο Διακοπτό, η μέρα είχε αρχίσει ήδη να χαλάει και οι πρώτες ψιχάλες έπεφταν. Μετά από λίγη ώρα αναμονής, το τρένο έφτασε στο σταθμό. Περισσότερο έμοιαζε με βαγόνι του μετρό, παρά με το “μουτζούρη” που είχα εγώ στο μυαλό μου. Μικρό σχετικά, 4 μόλις βαγόνια, και στενό, μιας και οι γραμμές στις οποίες ταξιδεύει είναι οι στενότερες στον κόσμο. Ξεκίνησε χωρίς καθυστερήσεις και μέσα σε λίγα λεπτά χάθηκε στα βουνά που σχηματίζουν το φαράγγι. Το τοπίο γύρω μοναδικό. Άγρια φύση που μοιάζει να μην την έχει πατήσει ποτέ ανθρώπινο πόδι, τριγύρω ορεινοί επιβλητικοί όγκοι που σκεπάζουν τη διαδρομή και παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή κυλάει ο Βουραϊκός ποταμός που άλλοτε μοιάζει με ρυάκι και άλλοτε ξεχύνεται ορμητικά ανάμεσα από βράχια, σχηματίζοντας μικρούς και μεγαλύτερους καταρράκτες. Τελικά η σιγανή βροχή που έπεφτε συμπλήρωνε απόλυτα το τοπίο. Περάσαμε κάτω από βράχους που έμοιαζαν να κρέμονται μόλις 1 εκατοστό πάνω από την οροφή των βαγονιών, από σκοτεινά πέτρινα τούνελ, από γεφυράκια που κάτω τους περνούσε με μανία ο ποταμός. Εικόνες που νόμιζα πως θα έβλεπα μόνο στην άγρια δύση. Αραιά και που, παράλληλα στις γραμμές του τρένου βλέπαμε ομάδες πεζοπόρων. Στα μισά της διαδρομής βρεθήκαμε σε κόμβο. Ο μηχανοδηγός κατέβηκε για να αλλάξει τη ροή της γραμμής μας για να χωρέσει το τρένο που κατέβαινε εκείνη τη στιγμή από τα Καλάβρυτα, το οποίο πέρασε κυριολεκτικά από δίπλα μας. Μετά από 1 ακριβώς ώρα φτάσαμε στο σταθμό των Καλαβρύτων. Η διαδρομή αποζημίωσε απόλυτα οποιονδήποτε ενδοιασμό είχα περί ταλαιπωρίας, δημιουργώντας μου μια νοσταλγική διάθεση που συμπλήρωσε η άγρια ομορφιά των απάτητων τοπίων που αντίκρυσα Αξίζει όσο λίγες αποδράσεις. Όσο για τους φυσιολάτρες, την Κυριακή 8 του Μάη διοργανώνεται από το Σύλλογο Ορειβασίας και Χιονοδρομίας Καλαβρύτων το Πανελλήνιο Πέρασμα που γίνεται κάθε χρόνο με την συμμετοχή εκατοντάδων ορειβατών-πεζοπόρων & μη.


Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Το ταξίδι ξεκινά

του Διάκενου Καλλιπολίτη

Είσαι σε ένα μπαρ, περασμένα μεσάνυχτα, δεν θυμάσαι τ’ όνομα του. Το εσωτερικό είναι μακρόστενο, μισοσκότεινο, τα σκαμπό σαν  να σχηματίζουν θολές κάθετες σειρές. Εκείνη κάθεται απέναντί σου σ’ ένα σκαμπό και σε κοιτά. Πίνει σιωπηλά το ποτό της και σε κοιτά. Τα μάτια της μεγάλα και καστανά, διακρίνεις περιπέτεια εκεί μέσα, ταξίδι. Στον αέρα ακούγεται κάτι σαν «αντίο…». Ρίχνεις ματιές τριγύρω, ποιος να είπε αυτό το πανάλαφρο «αντίο»; Κανείς άλλος δεν δείχνει να ‘χει πάρει χαμπάρι. Κάτι τύποι με πέτσινα μπουφάν αράζουν δίπλα, μερικά ωραία κορίτσια κάθονται παραπίσω, τα μάτια τους πράσινα, φωτεινά μα κενά. Αν τις γνώριζες για πρώτη φορά ίσως κάτι θα ψέλλιζες με αμηχανία και ο νους σου ως ιερή σκιά θα έφευγε γι’ αλλού. Ξαναγυρνάς το βλέμμα σε κείνη, το πρόσωπό της ανάγλυφο από τις δικές σου εικόνες. Άραγε εκείνη μέσα από το πρόσωπό σου αγκαλιάζει ένα μικρό έναστρο κορίτσι; Αφουγκράζεσαι τον αέρα και αυτό το «αντίο» είναι ακόμη εκεί, μαζί με έναν ήχο κουδουνιού αυτή τη φορά και μια οχλαγωγία μακρινή. Κατεβάζεις λίγο ουίσκυ. Πώς ήρθες σ’ αυτό το μπαρ; και τ’ όνομα του σου διαφεύγει… Σκέφτεσαι μήπως οι κακές σου σκέψεις έκαναν επίσκεψη, οι νεκροί σου πρόγονοι, λευκά κρανία πιθήκων χωρίς προγούλια. Στρέφεσαι πάλι στα μάτια της, σιωπηλά, γεμάτα μ’ ελπίδες. Γελάς από μέσα σου, καθώς σε φαντάζεσαι γέρο να τα αναπολείς. Μάθε το, ταξιδεύεις στην παιδική ηλικία δίχως κόπο. «Αντίο». Το ακούς ξεκάθαρα, πλανιέται στον αέρα σαν καπνός από τ’ αρχαία κάρβουνα του χρόνου, σαν αστερισμός. Απλώνεις το χέρι σου στον ώμο της, στο μάγουλό της, στα μαλλιά της. «Αντίο». Σου ψιθυρίζει πως ήρθε η ώρα.

Ξαφνικά οι μηχανές ξεκινούν. Παίρνουν μπρος, ακούς τον βόμβο τους, μα ούτε κίνηση πουθενά, ούτε καν φασαρία. Από τα παράθυρα βλέπεις καπνό και χέρια ν’ αποχαιρετούν. Μέσα φάτσες με πέτσινα μπουφάν, κορίτσια με πράσινα μάτια, όλοι ατάραχοι. Αποστεωμένοι πίθηκοι πίνουν ήρεμα το ποτό τους, σαν να ετοιμάζονται για ένα σύνηθες ταξίδι με το Ωρίων Εξπρές. Ο Κυρ-Χρόνος, με γκρίζο καπελάκι μουντζουρωμένο, είναι ο οδηγός της αμαξοστοιχίας μας. Μπαρ Ωρίων Εξπρές, το ταξίδι ξεκινά.

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Περιμένοντας το τρένο


του Θ.Π.


Περιμένοντας το τρένο
Αγνοώ την ύπαρξή σου
Και χαζεύω το περίπτερο
Έξω από το σταθμό

Ν’ αγοράσω δυο τσιγάρα
Ναι το θέλω ναι δε θέλω
Περιμένοντας το τρένο
Και χαζεύω το περίπτερο
Έξω απ’ το σταθμό
 
Τι χαρά μεγάλη είν’ αυτή
Που γεύομαι τις μέρες
Σαν ήρθα στο σταθμό
Κατάθλιψη με πιάνει

Να χαλάσω δυο τσιγάρα
Ναι το θέλω δεν το θέλω
Περιμένοντας το τρένο
Και χαζεύω το περίπτερο
Έξω απ’ το σταθμό

Ώρες κι ώρες με γέρασαν
 Ανώφελα μας περάσαν
να η ώρα έρχεται κοντά
ίσως να είν’ ωραία

τα γκρέμισα όλα γύρω μου
το ήθελα ειναι σίγουρο
περιμέντας το τρένο
μας χάθηκε το περίπτερο
έξω απ’ το σταθμό

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

δυό τσιγάρα υποσυνείδητο



του Mario Kolopleni

Φανταστείτε πως περπατάτε πάνω στις ράγες κάποιου τρένου. Είναι το μόνο σταθερό σημείο που βρήκατε μπροστά σας και το αρπάξατε. Στο βάθος της γραμμής μόλις που διακρίνεται η ξαπλωμένη αμαξοστοιχία. Σ’ ένα γιγάντιο μέτρο δίπλα σας, ο φίλος περπατά παράλληλος κι αφηρημένος. Είναι καλοκαίρι. Και λίγα λεπτά νωρίτερα είχατε τραβήξει το πρώτο υποσυνείδητο τσιγάρο της ζωής σας. Μην ταράζεστε, είστε γυμνός. Η απόσταση μεταξύ του σημείου που βρίσκεσθε και τις αμαξοστοιχίας είναι χονδρικά είκοσι χρόνια. Ο ορίζοντας γύρω σας, που δεν βλέπετε λόγω του πανικού σας, μυρίζει μήτρα κι ο χρόνος, όπως τον υπολογίζατε μέχρι τώρα, γίνεται άφαντος. Πάνω ακριβώς απ’ τον σταθμό του τρένου αιωρείται ένα βουβό πανί σινεμά που προβάλει τη ζωή σας. Το βλέπετε χωρίς να το κοιτάτε. Ο ήχος του παίζει σε απευθείας μετάδοση μέσα στο κεφάλι σας.
Νομίζω, όμως,  πως έφτασε η ώρα να ηρεμήσετε. Διώξτε το αγριεμένο σκυλί που σας πήρε στο κατόπι, χαιρετήστε ψύχραιμα το πατέρα σας σαν να μην συμβαίνει τίποτα και κοιτάξτε δεξιά σας. Απολαύστε. Ο ήλιος μόλις έχει δύσει εδώ και ώρα και ευτυχώς για το γούστο σας δεν πρόκειται να σηκωθεί ξανά. Ο φίλος σας στέκεται στη μέση της θάλασσας και σας χαμογελά.
Ξαφνικά κάνετε του κεφαλιού σας και κοιτάτε και πάλι ευθεία, στο βάθος της γραμμής. Παρατηρείτε πως ενώ  συνεχώς  περπατάτε, δεν πλησιάζετε. Αγχωθήκατε πάλι.
-Δεν θα φτάσουμε ποτέ!!!
-Θα φτάσουμε. Δυο τσιγάρα δρόμος είναι. Δυο τσιγάρα υποσυνείδητο.
Κι έπειτα από δεκατρία χρόνια επιστρέψατε.


Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

ειρμός συνειρμών


του Dalikeri


από υποσυνείδητο δάσος δενδριτών,
οι κατά συρροή δολοφόνοι της σιωπής
κατά κύματα έρχονται σαν σκέψεις
να επιβιβαστούν στην αμαξοστοιχία του συλλογισμού.


νευροδιαβιβαστής σταθμάρχης σηματοδοτεί
την αναχώρηση της αδρεναλίνης
από τον πυρηνικό σταθμό του φόβου.


κατά μήκος του άξονα του ταξιδιού,
πάνω στις σιδηροδρομικές γραμμές της ανάγκης
- η φαντασία δεν έχει ράγες -
ένας συνειρμός κβαντισμένος σε ειρμούς
μεταφέρει
κύματα σήματα από κόμβο σε κόμβο
για να τα απαλλάξει σε κάποια αποβάθρα
από χέρια απολήξεις
που κάποτε δε θα ‘χουν
άλλη σεροτονίνη να δώσουν στη χαρά.


αλλά,
ποιος ταξιδεύει και ποιος οδηγεί;

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Τρενοβλαβής

της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


Στη στρογγυλή σάλα του παλατιού κάνει μία κίνηση να χαϊδέψει τους τοίχους. Κίνηση σταθερά επαναλαμβανόμενη τις τελευταίες μέρες από τότε που άρχισε να τον τραβάει ένας μαγνήτης. Μόλις ακουμπάει τον δείκτη του, κάτι που το μεταφράζει σαν ρεύμα τον διαπερνάει από την κορυφή ως τα νύχια. Δεν τον πονάει, μόνο τον δονεί και τον πετάει απαλά ένα δύο βήματα πιο πίσω.


Οι τοίχοι αυτοί δεν είναι από γνωστό υλικό, δεν του θυμίζουν κάτι. Είναι φτιαγμένοι από λωρίδες διαφορετικών διαμέτρων που συνεχώς τρέχουν. Πιθανώς να έγιναν από τέμπερα. Η σάλα μοιάζει να επιπλέει στο νερό κι εκείνος αισθάνεται συνεχώς την ελαστικότητά της. Τα βράδυα είναι σχεδόν νανουριστική.


Νομίζει ότι οι τοίχοι ξυπνούν όταν εκείνος κοιμάται. Σηκώνεται από την γωνία το πρωί, μετά από όνειρα γεμάτα νερό. Όταν αγγίζει τα γόνατά του, είναι ελαστικά και κάποιες φορές δεν τον στηρίζουν όταν σηκώνεται.


Κανένας τοίχος δεν στέκεται ακίνητος. Οι λωρίδες τρέχουν κάθετα και εξαφανίζονται κάτω από το τέλος του πατώματος. Κάπου κάπου πάλλονται και σχηματίζουν κοιλότητες που προεξέχουν και μετά από λίγο μπαίνουν προς τα μέσα αφήνοντας βαθουλώματα που γρήγορα γεμίζουν. Και πάλι από την αρχή.


Για συντροφιά, στο κέντρο της σάλας έχει το παιδικό του τρενάκι. Οι ράγες σχηματίζουν ένα οκτάρι με το πάνω κυκλάκι του μικρότερο από το κάτω που είναι αυγουλωτό. Το τρενάκι σφυρίζει όταν περνάει από την διασταύρωση του οκτώ, εκεί που ο πάνω κύκλος ενώνεται με τον κάτω και δεν σταματάει την πορεία του. Ποτέ.


Όταν ήρθαν οι φωτιές δεν θυμάται που βρισκόταν. Έχει στο μυαλό του ένα κουκούλι γεμάτο αποκαΐδια, απομεινάρια της καταστροφής. Είναι εκεί για να του ξυπνάει την εικόνα της μεγάλης φωτιάς αλλά δεν θυμάται τις φλόγες να χορεύουν γύρω του. Μόνο μια λάμψη και μετά στάχτες.


Μετά βρέθηκε στη σάλα αλλά δεν θυμάται πως. Δεν είχε πάνω του κανένα σημάδι φωτιάς εκτός από το κουκούλι στο μυαλό. Κι αυτό θυμάται πως το έχει χωρίς να βρίσκει αποδείξεις.


Τα τρένα είναι μυστήρια. Αυτό που έχει τώρα δεν είναι το πρώτο του. Το πρώτο του είχε φάτσα κίτρινη που χαμογελούσε μπροστά από το τζάμι του μηχανοδηγού κι έβγαζε καπνό από την καμινάδα κάθε μία ώρα. Αναρωτιόταν τότε πως έβλεπε ο μηχανοδηγός και κρατούσε το τρένο στις ράγες χωρίς να του φεύγει βαγόνι. Ήθελε το τρένο να γίνει γιγαντιαίο, να πηδήξει σ’ ένα βαγόνι και να φύγει. Είναι η τελευταία ανάμνηση πριν την εικόνα της φωτιάς.
Και μετά είδε τις κάθετες λωρίδες να τρέχουν στους τοίχους και το δεύτερο παλιό του τρένο. Καμιά φορά υποψιάζεται ότι πίσω από αυτά τα υγρά χρώματα δεν υπάρχει τοίχος. Γι’ αυτό φουσκώνουν και ξεφουσκώνουν.


Μία φορά μόνο προσπάθησε να χώσει τον δείκτη του πιο βαθιά στον τοίχο αλλά το ρεύμα που κολύμπησε μέσα του, τον τίναξε σχεδόν στη μέση της σάλας και παραλίγο να τρακάρει με το τρένο. Το ακούμπησε αλλά εκείνο συνέχισε ανενόχλητο τους κύκλους του.


Βλέπει το τρένο να ετοιμάζεται να περάσει από τον μεγάλο κύκλο του οκτώ στον μικρό. Περνάει την διασταύρωση των γραμμών χωρίς να σφυρίξει. Είναι η πρώτη φορά από τότε που κατοικεί στη σάλα.


Του φαίνεται πως οι κινούμενοι, χρωματιστοί τοίχοι κινήθηκαν κάποια μέτρα. Το τρένο ξανακάνει την τροχιά του χωρίς να σφυρίζει. Οι λωρίδες σαν να τρέχουν λίγο πιο γρήγορα προς το πάτωμα και έχουν πλησιάσει λίγο ακόμα προς το μέρος του. Το τρένο ολοκληρώνει τον δρόμο του ελαφρά πιο γρήγορα για τρίτη φορά. Τα χρώματα έρχονται πιο κοντά και ζωηρεύουν.


Στην έκτη περιστροφή οι τοίχοι πλησιάζουν τα χέρια του που είναι σε διάταση. Στην επόμενη περιστροφή ακουμπούν τις άκρες των δακτύλων του και το ρεύμα τον τσιμπάει. Φτάνοντας στο τελείωμα του καρπού τα δάχτυλα έχουν βυθιστεί στα χρώματα κι εκείνος τρέμει. Οι φλέβες πρήζονται και πιέζουν το μέτωπό του. Γίνεται τόσο μωβ όσο κάποιες από τις λωρίδες που ετοιμάζονται τώρα να φτάσουν τους ώμους.


Το κουκούλι στο μυαλό του σκάει και η έκρηξη τον μεταμορφώνει σε στάχτη.


Το τρένο σφυρίζει ξανά.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Τραυματίας, Σχεδόν Νεκρός!

"train station"  deviantart.com
του Θ.Π. 

Σαν αύριο οπού και θα βρεθώ σε κάμπο σκεπασμένο
Με χιόνι και με καταχνιά ,με δάκρυα παγωμένος
Κουρνιάζοντας σε μια γωνιά μονάχος μου σα ξένος
Όμορφη είναι η ζωή αρκεί να ζεις σε τρένο

Ζάλισα την υπομονή πώς σκότωσα την χαρά μου!
Έφερα τα βαγόνια μου σε εκτροχιασμό
Μαράθηκαν τα λουλούδια μου, ήρθαν σε χαλασμό
Με διώξανε μακρυά απ' τη φωτιά  κι έχασα τον παρά μου

Φωνάξτε τον τρελογιατρό, βλέπω όλο εφιάλτες
Ταξείδι μου πως σ' έχασα, το τραίνο μου πως έχασα
Όνειρα μου μειναν λειψά, μου κλεψαν όλους τους χάρτες
Έμαθα να χασκογελώ, γελοίος να είμαι δεν ξέχασα.

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

ήρεμο κύμα


 της Sakura

"Στο δρόμο για το Βουνό της Ψυχής, ένας διαβάτης σταματάει τη Sakura και τη ρωτάει: -Πού πας; -Δεν ξέρω, απαντάει αυτή. -Το Δεν Ξέρω είναι το πιο κοντά, αποκρίνεται αυτός και φεύγει."

"Μην ξεχνάς αυτόν που ξέχασε πού πηγαίνει ο δρόμος" Ηράκλειτος


Η λέξη τρένο είναι ιταλική (treno) και από αυτήν σχημάτισαν και οι Γάλλοι και οι Άγγλοι το δικό τους train.