Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

το τραινάρισμα

ιστορία της σωσώς ζερό




«Σας ενοχλεί ο καπνός;»
«Όχι καπνίστε αν θέλετε»
«Ευχαριστώ δεν καπνίζω»
«Τότε γιατί με ρωτήσατε;»
«Εννοούσα τον καπνό του τραίνου»


Έμεναν λίγα λεπτά ως την αναχώρηση κι όχι όποια κι όποια λεπτά.
 Είχανε μείνει τα τελευταία, τα τελειωμένα μη σου πω. Αυτά τα δύσκολα, τα κουρασμένα, τα βιβλικά λεπτά της «τελευταίας στιγμής».
Αυτά που οι ταξιδιώτες και κυρίως τα πρόσωπα που τους συνοδεύουν στο σταθμό, παρακαλάνε να φύγει να φύγει να φύγει να φύγει να φύγει το τραίνο. Απʼόλα τα λεπτά, είχαν μείνει τα ατελείωτα...


Ιούλιος Καύσωνας. Δύο λέξεις.

Δεν έλεγε να φύγει.
 μια-δυό φορές έλυσε τα φρένα και κοιταχτήκαμε όλοι με θρίαμβο αλλά πάλι σταμάτησε 2-3 μέτρα πιο κει.
 Τίποτα..
Ο σκύλος που στοχάζοταν κάτω από το κεντρικό παγκάκι του σταθμού -όπου τον θυμάμαι εκεί μια ζωή και βάλε- είχε με τον καιρό πάρει ολόιδιο το βλέμμα του σταθμάρχη,
Το τραίνο εκεί. Καρφωμένο.

Εννοείται πως αν ήσουν αργοπορημένος, είχες από ώρα ξεπεράσει την άγρια καύλα να ανεβείς στο τραίνο ένα τέταρτο και βάλε μετά από την ώρα αναχώρησης,
Είχες μπει μέσα άπλας, είχες τακτοποιήσει τα πράγματα σου, είχες στρογγυλοκαθίσει, είχες χαμογελάσει -και περάσει από ακτίνες -τους δεξιά κι αριστερά, είχες ξεκουμπώσει το πρώτο κουμπί  του τζιν, είχες στείλει τα εσεμές σου, είχες πιεί όλο το φρεντόγαλο, είχες βγεί και καπνίσει και ξαναβγεί και ξανακαπνίσει, αγοράσει περιοδικά, πάρει παγωτά, φάει παγωτά, ιδρώσει, ξεϊδρώσει, κατουρήσει, γυρίσει, σκεφτεί, φιλοσοφίσει, νυστάξει, ξυθεί, ανοίξει λάπτοπ, άιποντ, εμπιθρί και ότι μαλακία κουβάλισες, ουφ, αυτό εκεί.

  Με σβηστή μηχανή, με παράθυρα ανοιχτά και έξω να κινείται μόνο η υποψία της ελπίδας της πιθανότητας να δεήσει να φυσήξει.

Στην εσχατιά της υπομονής, στην καρδιά του σιχτίρ.

Ό,τι καλό έχει ρε πούστη μου το τραίνο, δηλαδή όλα μαζί τα καλά όλων των τραίνων, σαν μέσο και κατάσταση, αφορούν το τραίνο όσο αυτό κινείται. Άμα δε λέει να φύγει, δεν ισχύει τίποτα. Τίποτα. Ζερό.

  Αυτό που πραγματικά με εντυπωσιάζει σε κάθε καθυστέρηση μέσου, είναι ότι τα πρόσωπα όλων δείχνουν ότι όλα τα προβλήματα τους θα λυθούν με το που θα ξεκινήσει.
 Έτσι και το συγκεκριμένο, οι συνεπιβάτες μου υπέφεραν,
μόνο που δε λέει να κουνήσει...


Τα άκυρα παραρτήματα περί της καθυστέρησης βγαίνουν εντός του αργοπορημένου τραίνου ανά δεκάλεπτο περίπου και μεταδίδονται με στεντόρεια φωνή από το τοπικό ράδιο-αρβύλα που υπεύθυνος φυσικά ήταν ένας κοτσονάτος συνταξιούχος νοικοκυραίος που φαινόταν να την ξέρει τη δουλειά από τρόλει και τραίνα της πρωτεύουσας που ειδικεύτηκε χρόνια να τα χώνει σε πολιτικούς.   Τα ανυποψίαστα θύματα του παππού -κάτι κυριούλες από ηρωικά χωριά- τον αναμετέδιδαν με ζέση, ενώ ανά σταθερά χρονικά διαστήματα έπιαναν στο στόμα τους τον υπεύθυνο και τον στέλνανε όπου μπορεί κανείς να φανταστεί -ειδικά από χριστιανές ντυμένες σαν κι αυτές δεν το περίμενες τόσο γαμοσταυρίδι.

Τα τελευταία λεπτά πριν φύγει το τραίνο,, ήταν τα μόνα που δεν γούσταραν με τίποτα να φύγουν εκείνη τη μέρα.

...Τα είδα με τα μάτια μου να διαστέλλονται, να ξεχειλώνουν, να στρεβλώνουν στο ασύλληπτο μεσημεριάτικο φως, να κατρακυλούν στους λιωμένους, αιώνιους συρμούς, να διαθλώνται με ιριδισμούς και σχήματα στα διπλά τζάμια του σταθμού δυό φορές -κι άλλες πολλαπλάσιες-και ξανά-και ψηλά ισα στον ήλιο- να σπάνε και να χύνονται σε χιλιάδες λεπτά πολύχρωμα κομματάκια
στα βρώμικα πλακάκια
του σταθμού Λαρίσης,
 καμμένα,
τελειωμένα από τον ήλιο του Ιουλίου και τον καμμένο κόσμο του να θέλει να φύγει καλά και ντέ στις τρείς.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου