Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Ο πύργος με την ίδια ευχή



ιστορία της Σωσώ Ζερό


Τις είχε συναντήσει μία-μία τον προηγούμενο μήνα και σε όλες είχε μιλήσει για το μεγάλο σουαρέ που ετοίμαζε στον νοικιασμένο επί τούτου πύργο στην άκρη της κωμόπολης. Μπροστά σε όλες θα τη διάλεγε…
Ήταν μεθοδικός. Ήταν αδυσώπητος όσο έπρεπε..
Όσο ήθελαν,
Όσο εύχονταν.
Το όνειρο του κάθε θηλυκού να οχυρωθεί μέσα στον πύργο μαζί του, 
Να στεγαστεί με τον επίσημο άρχοντα και να του δώσει το είναι της
Που ποτέ δεν βρήκε, ούτε και έψαξε ποτέ με ζέση.
οι πιο πολλές στο ψέμα βολεμένες.

Ήταν λοιπόν μια φορά ένας ωραίος πύργος με όλο τον απαραίτητο πολεμικό εξοπλισμό και με ηλεκτρικό για όλους. Πεντακόσιες γυναίκες είχαν ήδη φύγει από την βαρετή κωμόπολη προσδοκώντας καλύτερες μέρες και πιο σίγουρες νύχτες.
Όλες μα όλες έτρεμαν απ’ το φόβο τους..
Ο στρατός κινητοποιήθηκε προκειμένου να εφοδιάσει τις κατοίκους με κρεβάτια εκστρατείας των οποίων η διαμονή έγινε με κλήρο. Συγκέντρωσαν τρόφιμα σε πέντε μεγάλους καταψύκτες στην παλιά κουζίνα με τα μωσαϊκά πλακάκια. Και κρασί, πολύ κρασί.
Κι όλοι είδαν τον έρημο πύργο να ξαναζωντανεύει από τη ζεστασιά όλων αυτών των γυναικών… 


΄Ηρθαν γριές με πεσμένα στήθια και σβησμένα μάτια. Γριές ρυτιδιασμένες που παραπατούσαν κι έπεφταν χάμω και απλώνονταν στο δάπεδο. Γριές με τσακισμένη σπονδυλική στήλη από την προσπάθεια που κάναν τα νεφρά τους να κλείσουν μέσα τους τους άντρες τους. Γριές που ‘χαν γεννήσει πολύτιμα παιδιά που τους πέθαναν ή έγιναν τροφαντοί έμποροι. Γριές που κάθονται τα ζεστά καλοκαιρινά βράδια με καρέκλα στο κατόφλι περιμένοντας τον τελευταίο τους χειμώνα και κοιτάζοντας τα κόκκινα φύλλα να πέφτουν σαν σταγόνες, σαν τη ζωή τους που χάνεται..

Και γυναίκες νέες και όμορφες μωρομάνες με γεμάτα στήθια που περπατάνε γρήγορα με τα μάτια καρφωμένα μπροστά. Τα δόντια τους είναι κατάλληλα για τα πιο σκληρά μήλα, η κοιλιά τους ρουφηγμένη και ζεστή.. Με το λεπτό τους άρωμα να διαχέει τα δωμάτια, με τις λάγνες ματιές τους να σε γεμίζουν όνειρα.. Αυτές, που είναι ο λόγος ύπαρξης του κόσμου γιατί έχουν το δικαίωμα και τη δύναμη της ζωής να γεννάνε και γιατί οι λαπάδες με τα αρχίδια που τις καβαλάνε δεν είναι τίποτα άλλο για τη φύση από εναλλασσόμενοι φορείς σπέρματος.

Και κορίτσια με γάργαρο γέλιο που παίζουν κουτσό με τέτοια χάρη που σκυλιάζουν τις γριές, που τραγουδούν με κρυστάλλινη φωνή. Κορίτσια που πλήττουν, που παίζουν αθώα και πονηρά μαζί,

Για να μην τα πολυλογούμε, γυναίκες.

Το βράδυ της προσωρινής τους εγκατάστασης ξεφάντωσαν στη μεγάλη κεντρική αίθουσα του πύργου, στην πάλαι ποτέ αίθουσα της τιμημένης φρουράς. Ξεφάντωσαν όπως καμία άλλη φορά, ποτέ στη ζωή τους, κι έπειτα ανέβηκαν όλες μαζί στο πιο ψηλό σημείο του πύργου όπου από το κοντινό χωριό τις έβλεπαν να χορεύουν φοξ-τρότ και σουίνγκ ως αργά μέσα στο σκοτάδι.
Χορεύουν, χορεύουν, γυναίκες χορεύουν περιμένοντας.
Υπέροχα ερωτευμένες με τον ίδιο σατανά 

Τις βρήκαν άλλες κρεμασμένες με τα ίδια τους τα μαλλιά ή τα ρούχα και άλλες διαμελισμένες χάμω, άλλες με φλέβες άδειες σε κόκκινο νερό κι άλλες δηλητηριασμένες τούμπανο.

«Οι γυναίκες είναι πιο ερεθιστικές όταν είναι ζωντανές» έκανε ο αστυνόμος υπηρεσίας εξετάζοντας από κοντά το δαιμονισμένο πύργο..
 


Καμιά δε γύρισε.


 

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

ο κύριος Σατανάς


πηγή φωτό: http://nuorikko.deviantart.com

έργο του Διάκενου Καλλιπολίτη

Ο κύριος Σατανάς είναι κάτι που δε γνωρίζετε
μα το ψυλλιάζεστε πριν κλείσετε τα μάτια
πριν κόψετε το νήμα, στην τελική,
λίγο πριν τα τινάξετε και πείτε:
«ουφ, τέρμα πια οι μοναξιές!».
Χωρίς αμφιβολία,
Ο κύριος Σατανάς είναι η μικρή σας αδελφή
που σας κλέβει το γλυκό
μα γι’ αυτό την αγαπάτε πιο πολύ.

Ο κύριος Σατανάς είναι αήρ,
όταν το σπίτι είναι άδειο
κι η σιωπή κάνει να σας πάρει,
αυτός ο μαυροφτέρουγος σας μιλάει στο τηλέφωνο
γελά με σιγουριά…
στην άκρη του καθιστικού
κάτω από τον καναπέ
στο μαγικό μαξιλάρι,
εκεί άφησε το αποτσίγαρο η παλιά σας γκόμενα˙
ένα «γεια σου» μες τη νύχτα ο κύριος Σατανάς
ένα «μαζί» που δεν ειπώθηκε ποτέ
ο κύριος Σατανάς.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Η μικρή Χριστίνα



ιστορία του Μario Kolopleni, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα

Η Χριστίνα ήταν μόλις δεκάξι χρονών όταν αρρώστησε. Η είδηση του επικείμενου χαμού της έπεσε βαριά σ’ ολόκληρη την επαρχία της Ρομάνια, μα κυρίως στο λιμάνι της Νάπολι, όπου η Χριστίνα ήταν ιδιαίτερα γνωστή και συμπαθής.

Γλυκό κορίτσι και καλόκαρδο, αν και κλεισμένο πολύ στο εαυτό του και το σπίτι του, τα σάββατα κατέβαινε πάντα στο λιμάνι να βοηθήσει τον πατέρα. Εκεί γνώρισε όλο τον κόσμο κι ο κόσμος όλος την αγάπησε. Έμποροι, πραματευτές, κουβαλητές και καπετάνιοι, καφενετζήδες και ζητιάνοι, όλοι την ήξεραν και την κρυφοποθούσαν.

Έπειτα όμως, μετά την είδηση της άσχημης ασθένειας, δεν τόλμησαν να την επισκεφθούν. Την λυπόντουσαν. Βλέπεις οι γιατροί δεν της έδιναν καμιά ελπίδα. Τί ελπίδα  να έχει άλλωστε μια αρρώστια σαν κι αυτή στα μέσα του μεσαίωνα.

Εκείνη σαστισμένη τις πρώτες μέρες, αργότερα νευρική, συνήθως ξαπλωμένη, πάλευε να γνωρίσει σε λίγους μήνες την ζωή που δεν πρόκειται να κάνει. Φιλούσε σταυρωτά τη μελλοντική της κόρη, κανάκευε τον γιό, παρηγορούσε και ενθάρρυνε τον άνδρα της, θυμόταν τα ταξίδια μετά την αποφοίτηση και ένιωθε κάποιες στιγμές ηρεμία που οι γονείς της είχαν φύγει καιρό από τη ζωή και δεν θα ζούσαν από κοντά  το δράμα της.

Τρελάθηκε, έλεγε όλη η πόλη. Την σάλεψε ο φόβος του θανάτου. Η κακομοίρα η Χριστίνα…την παράτησε ο θεός και τα βρήκε με το διάβολο, έλεγαν. Δαιμονίστηκε, έλεγαν. Δεν είναι τελικά άρρωστη διέδιδαν. Τί ξέρουν κι οι γιατροί; Απατεώνες, τσαρλατάνοι. Η κοπέλα είναι διαολοπαρμένη, δεν μπορεί. Κι αν δεν κάνουμε κάτι γρήγορα θα μας πάρει και μας ο αναθεματισμένος. Θα μας διαολοστείλει.

Φωνάξαν κληρικούς, ξεματιαστές κι αφοριστές να την διαβάσουν. Εκείνη μόλις τους αντίκρυσε κατάλαβε ακριβώς τι είχε συμβεί κι εξαγριώθηκε. Σηκώθηκε με μιας από το κρεβάτι λες και ήταν υγιής και γερή και άρχισε να φωνάζει παράλογες λέξεις κι ακατανόητα νοήματα. Μέσα στο πόνο και την θλίψη την βαριά άρχισε να Τον φωνάζει. Το όνομα του ακούστηκε μέχρι τα πέρα σύνορα της επαρχίας κι Εκείνος δεν άργησε να φανεί.

Μόλις την είδε την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Του είπε πως ήθελε να μείνει για πάντα νέα και να μην φύγει ποτέ. Δεν της χάλασε το χατίρι. Την μεταμόρφωσε σε μια ασπρόμαυρη ομίχλη κι πήρε την μορφή της.

Λίγες βδομάδες αργότερα προσποιήθηκε τον θάνατο της και φόρεσε για πάντα το μεταξένιο σαρκίο της..

Εκείνη τον συναντά μέχρι τα σήμερα στο λιμάνι, ανάμεσα στα πρωινά, χειμωνιάτικα σύννεφα. Ο έρωτας τους κρατά, όσο το πρώτο φως της αυγής.



Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Σόδομα

έτος 2345, Θεσσαλονίκη


 ιστορία του Τραχανά

Η Τσιμισκή ήταν ένας μεγάλος δρόμος με ακριβά καταστήματα και με πεζοδρόμια γεμάτα κόσμο, τουρίστες, ζητιάνους, ψώνια, πλανόδιους πωλητές – όχι αυτόματους – κουλουρτζήδες, μηχανάκια και πορτοφολάδες. Γενικά είχε από όλα η Τσιμισκή. Χώρο για να περπατήσεις δεν είχε, αλλά με λίγο σπρώξιμο, λίγο χούφτωμα και λίγο πάτημα πάνω σε μερικού ζητιάνους μπορούσες να τη διασχίσεις σ’ έναν αξιοπρεπή χρόνο. Το βράδυ όλο αυτό το πάρτυ μεταφέρονταν στην παραλιακή. Στην παραλιακή ήταν βολικά γιατί είχαν μεριμνήσει έτσι ώστε όλα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα να έχουν αεροτομές για να ακουμπάς το ποτό σου.
Μέσα σε αυτό το φαινομενικά άντρο της ακολασίας, που ήταν όντως α-κολασία γιατί κανείς δεν κολάζονταν πια, περπατούσε μία μορφή μονάχη. Ναι, μονάχη γιατί κανείς δεν ήθελε να την σπρώξει και πολύ λιγότερο να τη χουφτώσει. Ήταν μια μορφή σκοτεινή ψιλόλιγνη με μπλε τζιν, γαλάζιο πουκάμισο με λεπτές ρίγες και μαύρο σακάκι. Τα μαλλιά της ήταν άσπρα κομμένα κοντά κι είχε και σκουλαρίκι στο αριστερό της αφτί, ενώ φορούσε στρογγυλά γυαλιά μυωπίας. Ένα σκυλί αλύχτησε καθώς πέρασε από δίπλα του κι ύστερα βούτηξε στη Τσιμισκή στο βέβαιο θάνατο. Η παχουλή κυρία που κρατούσε την άλλη άκρη του λουριού του πρόλαβε και το άφησε την τελευταία στιγμή. Ομολογουμένως φαινόταν λίγο μεγαλύτερη τώρα σε σχέση με δέκα δευτερόλεπτα πριν. Η μορφή συνέχιζε στο δρόμο της χωρίς να συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό. Ήταν όμως απελπισμένη. Πραγματικά.
Ο κόσμος του είχε πάει κατά διαβόλου, αλλά μόνο θεωρητικά. Είχε φτιάξει το ιδανικό μέρος για να παρασύρει τον κόσμο στην αμαρτία, αλλά είχε αποτύχει πανηγυρικά. Είχε στήσει ένα τέλειο σκηνικό που περιελάμβανε όλα τα κομφόρ: οκνηρία, αλαζονεία, λαιμαργία, λαγνεία, απληστία, οργή και ζηλοφθονία. Όλα δούλευαν ως ένα βαθμό ρολόι γιατί όλοι κάθονταν όλη την ώρα για φραπέ κάπου, θεωρούσαν ότι ήταν γαμάτοι, χλαπάκιαζαν μπουγάτσες και πιτόγυρα ό,τι ώρα τους κατέβαινε, οι γκόμενες ήταν ξετσίπωτες – αλλά don’t touch, η δημοτική αστυνομία ήταν πραγματικός φραγκοφονιάς, οι ευγενείς φίλαθλοι ήταν θυμωμένοι μονίμως γιατί τους έκλεβαν οι διαιτητές στην μπάλα και θέλανε κι αυτοί μια ακρόπολη.
Παρόλο αυτά το σχέδιό του δεν λειτουργούσε. Δεν μπορούσε να πάει μπροστά. Με τίποτα. Υπήρχε κάποιος που αντιστέκονταν ακόμα. Ένας... αδιάφθορος. Από αυτούς που πίστευε ότι είχαν εκλείψει από την εποχή του Νώε. Κυριολεκτικά. Για την ακρίβεια λίγο αργότερα, αφού είχε πεθάνει ο Νώε και κατάφερε να σιγυρίσει λίγο τον κόσμο από όλα εκείνα τα νερά. Τέλος πάντων, εκείνος ο παπάς με τα μούσια και τα γυαλιά του κάθονταν στο λαιμό. Μεταφορικά όμως. Δεν έτρωγε ανθρώπους πια. Του κάθονταν στο στομάχι κάπως και μετά χρειάζονταν μερικές σουρωτές1 για να συνέλθει. Παρόλο αυτά, δεν τον γούσταρε. Κανείς δεν τον γούσταρε για την ακρίβεια και όλοι του το έλεγαν αλλά αυτός δε σκάμπαζε γρι και συνέχιζε να κάνει το θέλημα του Θεού μένοντας ακλόνητος στη θέση του και κρατώντας τον Οξαποδώ μακριά. Αυτός, λοιπόν, με τα τσιράκια του ήταν που δεν τον άφηναν να κυριαρχήσει απόλυτα και να κάνει τα νέα Γόμορα – τα Σόδομα ποτέ δεν του άρεσαν πραγματικά.
Πήρε ένα κουλούρι και το μάσησε αφηρημένος καθώς κατέβαινε να περπατήσει στην παραλιακή. Τη μύτη του τη χάιδεψε η γλυκιά μυρωδιά του Θερμαϊκού. Είχανε γίνει φίλοι με αυτή τη μυρωδιά, ήταν η μόνη που τον καταλάβαινε απόλυτα και τον συμπονούσε. Οι κακεντρεχείς την χαρακτήριζαν «μπόχα», αλλά εκείνος ήξερε ότι είχε τρυφερά αισθήματα και πληγώνονταν εύκολα με τέτοια λόγια. Είχε κι όνομα κιόλας. Την έλεγαν Μαρία. Προχωρούσε κατά μήκος της θάλασσας, που δεν είχε ξυπνήσει ακόμα κι ας ήταν μεσημέρι πια και η Μαρία τον ακολουθούσε παίζοντας ανάμεσα στα πόδια του. Κάποια στιγμή μπουρδουκλώθηκε στα πόδια του


και κόντεψε να τον ρίξει μέσα στη θάλασσα, γεγονός που θα την ξυπνούσε θυμωμένη, αλλά την τελευταία στιγμή κρατήθηκε από έναν ποδηλάτη, που είχε αυτός την τύχη να πέσει μέσα στο νερό το οποίο τον κατασπάραξε. Κοίταξε την καφετή μυρωδιά αγριεμένος κι αυτή πήγε και κούρνιασε με τα αφτιά κατεβασμένα σε μια γωνιά. Ύστερα όμως της χαμογέλασε, την χάιδεψε κάτω από το πηγούνι και συνέχισαν τη βόλτα τους.
Προχωρούσε στο δρόμο έως ότου μύρισε δακρυγόνο. Η Μαρία μάλωσε λίγο μαζί του και μετά έφυγε θιγμένη. Γύρισε και είδε κάτι τύπους να τρέχουν, κάτι άλλους να τους κυνηγούν και να τους δέρνουν, κάτι τρίτους να πετάνε μολότωφ και γενικώς ήταν ένας χαμός. Δεν την άντεχε πια αυτή την κατάσταση. Κάθε φορά που γίνονταν η διεθνής έκθεση προκαλούνταν ένα χάος με όλους αυτούς τους τύπους που έρχονταν στην πόλη. Αν ήταν δήμαρχος θα τους πετούσε όλους έξω. Κοντοστάθηκε εμβρόντητος. Στράφηκε προς τον ουρανό γελώντας σατανικά επιτέλους. Είχε βρει  λύση στο πρόβλημά του. θα έβαζε υποψηφιότητα!!




1 Μάρκα σόδας

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Μια κολασμένη συνταγή....Το κέικ του διαβόλου


συνταγή από το ξεχασμένο σημείωμα


Υλικά για τη δημιουργία της κόλασης


500 γρ. αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
250 γρ. βούτυρο
2 φλυτζάνια ζάχαρη
4 αυγά
5 κουταλιές σούπας κακάο σκόνη
1 φλυτζάνι γάλα


Γλάσο σοκολάτας


200 γρ. κουβερτούρα τεμαχισμένη σε μικρά κομμάτια 200 γρ. κρέμα γάλακτος 35% λιπαρά 


Δημιουργία κόλασης


Χτυπάμε τη ζάχαρη με το βούτυρο μέχρι να γίνουν μια κρέμα. Προσθέτουμε τα αυγά ένα ένα. Κοσκινίζουμε το αλεύρι και το κακάο και τα ρίχνουμε στο μίγμα εναλλάξ με το γάλα.
Βουτυρώνουμε και αλευρώνουμε μια φόρμα κέικ και ρίχνουμε μέσα το μίγμα της κολάσεως, το οποίο αφήνουμε να σιγοκαίγεται σε προθερμασμένο φούρνο-καζάνι στους 180ο Κελσίου για 1 ώρα.
Όσο ο πειρασμός κρυώνει, φτιάχνουμε το γλάσο. Λιώνουμε σε μπεν μαρί την κουβερτούρα και προσθέτουμε την κρέμα γάλακτος ανακατεύοντας καλά. Περιχύνουμε το κέικ με τη σοκολατένια λάβα.


Καλή σοκόλαση!



Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Κακό όνειρο


ιστορία του Καρόλου του μαύρου Σκώληκα

"Το θέμα αυτό το μήνα δεν είναι ένα ευχάριστο αλληγορικό διάλειμμα . Δεν είναι ποίημα, κείμενο ή κάποιο καλοστημένο διήγημα . Είναι εκείνος, ο έκπτωτος άγγελος, ο αιμοσταγής παιδόφιλος, ο κρύος υγρός θάνατος Σατανάς..."

Τo όνομα μου είναι Κάρολος και τον έχω δεί , με έχει ζυγώσει, με έχει τραβήξει αφηνιασμένος μα του ξέφυγα,  ξεγλίστρησα βογκώντας από το φόβο . Προσπάθησε να καννιβαλίσει  τη ψυχή μου, να κάνει τα βίτσια του με το μυαλό μου .Το όνομα του είναι Σατανάς, και αν δεν μπορείς να κρατήσεις μυστικό για την ιστορία που θα σου πω, Εκείνος θα σου ράψει το στόμα με σακοράφα και σπάγκο .Τα χνώτα του ζέγδουν, έχει σύρματα περασμένα στα μάτια του, αιμορραγεί λάγνα. Τα σπλάχνα σου θέλει να κατασπαράξει ,αλλά μη σε σκοτώσει , να σε αφήσει να ψυχορραγείς στα πιο βαθειά μπουντρούμια τής ανατολής . Στα τάρταρα.
Δυσάρεστο όνειρο.
Μία πόρτα ανοίγει, παλιά-έτσι- ξύλινη χωρίς λούστρο, και είσαι σε μια οικοδομή μέσα ,
πεταμένα μπουκάλια μπύρας, σπασμένα γυαλιά, τούβλα και τσιμέντα. Κάνει κρύο σκέφτεσαι, και είσαι με να πρόσωπο άλλο, μαζί αθέατο, δε νιώθεις άνετα και κάνεις να βγεις , να πας πίσω, έξω στο δρόμο, μα ξέρεις είναι πια δύσκολο και νοιώθεις ακόμα πιο δύσφορα, ακόμα πιο πνιχτά, μα γυρίζεις να πας και συναντάς σκοτάδι.
Τα τσιμέντα έχουνε κλίση γύρω σου και αυτός ο άλλος τριγυρνάει στο πλάγι σου μόλις. Στο δωμάτιο πού 'σαι το στενό, είναι μαζί σου ένας λύκος, σε κοιτάει κακά .Το άγχος σου μεγαλώνει σε κυκλώνει ο φόβος-σε περικυκλώνει αόρατα-και ο λύκος σου κάνει επίθεση, το τρίχωμα του είναι μαύρο, γυαλιστερό και σκληρό και τα μάτια του ίσα που φαίνονται .Σου ορμάει , πριν σε αρπάξει καταλαβαίνεις, δεν έχει μάτια είναι τέχνασμα του κακού απεσταλμένος του, σε πιάνει και οι δυο ξεκινά να σπαράζετε σε μία κακιά και άνιση μάχη .Και στη θύελλα του κάνεις επίθεση και στα ύστερα του δαγκώνεις με μανία τη σάρκα.
Ο πανικός σε χει αρπάξει σε δίνη, στροβιλίζεσαι και εκεί πάνω στην μάχη κάνεις βουτιά σε παγωμένη άγνωστη θάλασσα . Ησυχία . Είσαι μες το νερό μόνος, άνωση κακιά
σε ξερνάει επάνω να επιπλέεις σε ήσυχη θάλασσα. Πνίγεσαι και ξερνάς άρμη. Πλησιάζει το σούρουπο....
Ο εφιάλτης
Κάνεις τα πρώτα σου βήματα έξω απ' το νερό και είναι σαν κάτι να έχει αλλάξει, είναι σαν κάτι να κουβαλάς πάνω στην πλάτη, κάτι να σε βαραίνει .Είσαι κοντύτερος και πιο νέος πολύ, είσαι παιδί γύρω στα δέκα και όλο αυτό μοιάζει ταξίδι να είναι στο χρόνο . Προχωράς, περπατάς και γρήγορα μπαίνεις σε μία πόλη. Οι δρόμοι είναι άδειοι, σκουπίδια να τα παίρνει ο αέρας και να τα χτυπά το να με τ' άλλο και σκόνη πολύ να σηκώνετε να σου βαραίνει η ανάσα . Και όσο προχωράς τόσο πιο βαρύς, τόσο μεγαλύτερο άγχος.
Βρίσκεσαι έξω από ένα σχολείο , είν' το σχολείο σου-μα το άγχος και ο φόβος είναι 'κει και μεγαλώνει, θηρίο γίνεται κακό και σε κοιτάει με λύσσα .Τρέχεις και ανεβαίνεις τις σκάλες, είσαι μές το σχολείο, και βρίσκεσαι στον πρώτο του όροφο .Ένας μεγάλος διάδρομος απλώνεται εμπρός σου, στα δεξιά είναι πόρτες πράσινες και ξύλινες βαριές και στα αριστερά ένας μουντός, βουκόλικος τοίχος, λίγο πιο πάνω του στη σειρά μέχρι το τέλος φεγγίτες και εκεί από κάτω τους
να στέκεται ορθή μια πόρτα, μην την ανοίξεις γύρε και φύγε.
-Όλα στέκουν σταθερά και ακίνητα, έξω σουρουπώνει, σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει -Σαν από ταυρομάχου γρήγορη κίνηση, μετάξι στο χώμα την κάπα του ρίχνει, και η γη όπως πάντα είναι άπληστη  να ρουφήξει σαν αίμα-
Στέκεσαι εκεί, παιδί κοντά δέκα .Το άγχος σου δέρνει την καρδιά, το στήθος σου πονάει σα να 'χεις χάσει από το θάνατο άνθρωπο και ο φόβος σε έχει κάνει να κλαίς , πνιχτά χωρίς δάκρυα, να μην
μπορείς να ξεσπάσεις. Νιώθεις αίμα να γεμίζει το στόμα σου και γύρω στοιχειά να κοιτάνε, χλευάζουν, κερνάνε μίσος και άβυσσο. Όλα γύρω μυρίζουνε άνθρακα, αρρώστια και σχιζοφρένεια, που και που ξαφνιάζεσαι από ανύπαρκτα πρόσωπα και 'να βουητό κατάρα να ρίχνει σαν το γυαλάκι να σπάσεις.
Οι πόρτες αρχίζουν να χτυπάνε με βία και βλαστήμιες απ' τις αίθουσες βγαίνουν-άσπρα στοιχειά με κουρέλια για ρούχα και τραγικές προτομές , ήχους λεπτούς και τσιριχτούς να παράγουν- Οι τοίχοι να αναβλύζουνε πύον και αίμα πληγών σάπιο, και χέρια άσπρα- με της πανούκλας σημάδι -να ξερνούν μέσα από μεμβράνες οι τοίχοι.
Τρέχεις προς την πόρτα στο βάθος του διαδρόμου, έξω να ηχούνε οι σάλπιγγες και είλωτες να σπάνε της πέτρες, ήχοι από καρμανιόλες και δρεπάνια να θερίζουν πανικούς, ποτάμια το αίμα.
Είσαι κοντά στην πόρτα και χέρια κακά, που έχουνε φυτρώσει στους τοίχους ,θέλουν να σε τραβήξουν μαζί, μέσα στα άδυτα μέσα στα χάοι. Και όσο κοντύτερα στην πόρτα τόσο η μπόχα να ρέει και τα παράσιτα να προσπαθούν να σου φάνε τα μάτια.
Ανοίγεις την πόρτα πάνω στα ύστερα , βρίσκεσαι σε μία σχολική αίθουσα, και κλείνει αυτή με πίσω σου με μανία μεγάλη , στον κρότο της όλα σωπαίνουν, όλα μένουν ακίνητα. Γύρω θρανία, ο μαυροπίνακας και παράθυρα που τώρα πια μπαίνει το φώς , είναι πια μέρα, μα το βάρος το άγχος και το παράλογο δεν σε χουν ξεκαβαλικέψει , κλαίς ακόμα πνιχτά. Και 'κει στο κενό, ξεκινούν τα θρανία και τρίζουνε και 'πειτα να αιωρούνται , βουητά ν' αναδύονται και να χέρι με δύναμη σε τραβάει από πίσω .Και συ παλεύεις να φύγεις, το ξέρεις πώς αν βγεις απ την αίθουσα τον σατανά θα κοιτάξεις κατάματα και την κακιά θα γνωρίσεις του πλάνη. Και βάζεις όλη τη δύναμη και σκούζεις και κλαίς κι οδύρεσαι, μέχρι που χτυπάς με τεράστια δύναμη και ουρλιαχτό το θηρίο. .Και αυτό σε αφήνει και χάνεται και όλα είναι και πάλι σα πρώτα
Λίγο πιο πίσω ξαπλώνει μία γυναίκα στο κρύο μωσα'ι'κό, φοράει μαύρα, είναι ξαπλωμένη στο πλάι, προχωράς δειλά , της ακουμπάς την πλάτη και τη γυρίζεις να δεις αν σε 'χει ανάγκη, είναι η μάνα σου, το πρόσωπό της είναι σαπισμένο και σου ουρλιάζει -ότι είναι δικό σου το λάθος. Εσύ την κατάντησες έτσι.

Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

..Εκπεσών Άγγελος, Η Δυναστεία Της Τυφλής Τρέλας

"lucifer"


έργο του  εικών


Ένας Εξόριστος , Κατ'επιλογήν,
..Αφέθηκε να παρασυρθεί από το Σκοτάδι
..Η μεγαλοπρέπεια που γονάτισε στο χρώμα της Μελαγχολίας

..Η φρίκη των ατέλειωτων ψιθύρων...στην μελωδία των Σάτυρων..

Ήταν ο λόγος που..
..η Πτώση του Ανθρώπου
..έγινε Μύθος..
..Και η Πτώση του Εωσφόρου
..Ο καθρέφτης της ίδιας μας της παράνοιας..

Είναι παντού ....
..Είναι μια Εσωτερική σύγκρουση..
..Αμφιβολίας
..Έχει σκοπό να σε αγγίξει εσωτερικά
..Σε έναν διχασμό...
..Σαρκικής ηδονής
..Με την ψυχική ασυνείδητη στοργή

Σε μια αναζήτηση αποκατάστασης της χαμένης του ομορφιάς..
..Ασυσσώρευτης ανωμαλίας..
Σε μια αναζήτηση υποσυνείδητης Φιλοσοφίας..
..Ηθικά φθαρμένη..

..Στην Εποχή οπου ο Χρόνος 
κυλάει σα χείμαρρος

Απομονώνεται..
..Στην Θεωρία μιας ακραίας Λογικής.
..Στην Λησμονιά Ενός δαγκωμένου Μήλου

Παραδόξως..
Κυριεύει ένα Μεσοδιάστημα
Εφόσον οι΄Ανθρωποι 
Έμαθαν να Βρίσκουν Καταφύγιο..
Σε κάποιον  Πλαστικό Ωκεανό
Που αντικαθιστούσε την Ύπαρξη τους
Προκαλώντας Ψευδαισθήσεις..

..Και η Νοημοσύνη..
Μπορούσε να παίξει μόνο με την Φαντασία..
Ενός φαινομενικού αυτόχειρα..

..Η Πίστη κλειδώθηκε στην απομόνωση..
Της Γέννησης του..

..Αφήνοντας το ''Φως'' του..
Αναλλοίωτο..
..Να σέρνεται στα Όρια της παράνομης ύπαρξης του
..Σε Μονοπάτια Διηγήσεων..
..Χαραγμένα..
..Στον Υστερικό του Κόσμο...

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Το Σαράβαλο «ο φίλος μας»



Σα βουητό. Μια υπόγεια λάμψη. Προϊστορική. Προαιώνια. Καθόλου, όμως, υποχθόνια, όπως θα νόμιζαν οι περισσότεροι. Αυτοί οι εκφραστές και οπαδοί της ζωής και της ελπίδας για ένα μεταθανάτιο παράδεισο, όπου όλα θα είναι λαμπερά, γαλήνια και αγαπησιάρικα. Πόσο λάθος έχουν! Τόση μοναξιά σ’ αυτόν τον παράδεισο. Είναι σα να έχεις άπειρα πλούτη και να μην ξέρεις με ποιον να τα μοιραστείς. Πως να τα ξοδέψεις! Να τα κρατήσεις για το τέλος της ζωής σου ή να τα γλεντήσεις με γυναίκες και ποτά, ίσως και ναρκωτικά (αν και δεν είναι του γούστου μου). Το δίλημμα είναι τόσο μεγάλο που καταντά κουραστικό και στη σκέψη ακόμη. Που να το πάρεις και στα σοβαρά δηλαδή. Λένε ότι, αν γλεντήσεις στη ζωή, είναι πιθανό να αποκτήσεις πολλά και σοβαρά προβλήματα υγείας. Άλλοι, πάλι, υποστηρίζουν ότι, αν δεν τη γλεντήσεις τη ρημάδα, «τί θα καταλάβεις, τί θα καζαντήσεις». Και τίθεται και το εξής φιλοσοφικό ερώτημα· Τελικά ποιος είναι ο Σατανάς; Αυτός που προτείνει να γλεντήσεις ή ο άλλος, ο φωτεινός, ο λαμπρός και ανίκητος Θεός όλης της Οικουμένης; Ποιός θέλει το καλό σου; Αυτά σκεφτόταν ο φίλος μας την ώρα που ξεκουραζόταν στον καναπέ, μετά από μια πολύ δύσκολη μέρα στη δουλειά. Τις είχε ανάγκη αυτές τις σκέψεις. Ένιωθε ότι ακόμη και σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες ζούσε, λειτουργούσε ακόμη ο εγκέφαλός του. Είχε την ικανότητα της σκέψης! Πόσο γρήγορα, όμως, τον πήρε ο ύπνος. Ούτε που το κατάλαβε. Μέσα σε πέντε λεπτά της ώρας. Κι’ ούτε που πρόλαβε να φάει!




(απόσπασμα από το δημιούργημα του Θ.Π. «Οι Φαντασιώσεις»)



Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

ο Ρούλης



αφήγηση του Dr.Wormhole

Όταν πρωτοανακάλυψα τα ταξίδια στο χρόνο, ήμουν πραγματικά πολύ ανώριμος για να μπορέσω να τα διαχειριστώ. Αρχικά έκανα ότι θα έκανε κάθε άνθρωπος. Ταξίδεψα στην αρχαία Ελλάδα, είδα από κοντά να χτίζονται οι πυραμίδες της Αιγύπτου, κυνήγησα παρέα με τις πρωτόγονες φυλές, συνέβαλα το λιθαράκι μου για να συνταχθεί το ημερολόγιο των Μάγια, και πολλά άλλα. Όλη αυτή η ελευθερία κινήσεων και επιλογών  μου δημιούργησε έπαρση και άγνοια κινδύνου. Αποφάσισα λοιπόν μια μέρα, χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη,  να γνωρίσω τον Διάβολο ή Σατανά ή Εωσφόρο ή Ρούλη όπως αρέσκεται να τον φωνάζω.
Ταξίδεψα πολλά χρόνια πριν τη γέννηση του ανθρώπινου είδους για να τον γνωρίσω, τη στιγμή που  μόλις είχε πέσει απ’ τους ουρανούς και είχε προσγειωθεί με τα μούτρα στη γη. Αν και πρώην άγγελος, ο Ρούλης δεν έμοιαζε και ιδιαίτερα όμορφος. Τα δύο μπροστινά  δόντια του είχανε σπάσει εξαιτίας της πρόσκρουσης, το κεφάλι του είχε ένα τεράστιο καρούμπαλο και τα δήθεν πλουμιστά φτερά του μοιάζαν με ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα.
Όταν με είδε ξαφνιάστηκε. Τον ηρέμησα λέγοντας του πως έρχομαι από το μέλλον και πως δεν χρειάζεται από τώρα να πιάσει δουλειά  καθώς ο άνθρωπος θα γεννηθεί πολλά χρόνια αργότερα. Έπειτα του συστήθηκα για να σπάσω τον πάγο.
-Γειά σου. Λέγομαι Θεμιστοκλής. Καλώς σε βρήκα.
-Γειά θου και θένα. Είμαι ο Εωσφόροθ. Οι φίλοι με φωνάδουν Ρούλη. Από το Εωθφορούλη.
- Έχεις πολύ ενδιαφέρουσα προφορά. Μοιάζει με φίδι.
- Ευχαριθτώ πολύ. Ωραία ιδέα!
Για να μην σας τα πολυλογώ και σας κουράσω, γίναμε αμέσως φίλοι. Άλλωστε ο Διάβολος δεν είχε και κανέναν άλλον να κάνει παρέα. Οπότε αναγκαστικά με αποδέχτηκε. Επίσης χρειαζόταν έναν χριστιανό να του μάθει τα βασικά της επιβίωσης στο καινούριο του περιβάλλον. Φανταστείτε πως του πήρε μέρες να συνηθίσει να κινείται με τα πόδια γιατί δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιήσει τα φτερά του. Ύστερα του δίδαξα ν’ ανάβει φωτιά για να ζεσταίνεται και να μαγειρεύει τα θηράματα του. Το έμαθε σχετικά γρήγορα. Πιστεύω πως η φωτιά ήταν η κλίση του. Εκτός από θηράματα, του έμαθα να γεύεται και να τρώει τους καρπούς των δέντρων. Οι καρποί των δέντρων είναι δώρο θεού του έλεγα. Στα μέρη μου λένε πως ένα μήλο την ημέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα.
Αυτά και άλλα πολλά του δίδαξα, και τον βοήθησα όσο μπορούσα στα πρώτα του βήματα πάνω στη γη. Και ο Διάβολος δεν στάθηκε ποτέ αγνώμονας απέναντι μου. Με αντάμειψε με τις πανέμορφες ουράνιες ιστορίες του.
Όταν βράδιαζε, καθόμασταν φαγωμένοι γύρω από τη χαμηλή φωτιά, φορώντας ολόκληρα τομάρια τράγων  για να ζεσταθούμε κι ο Διάβολος μου αφηγούνταν ιστορίες των παιδικών και εφηβικών του χρόνων πάνω στους ουρανούς. Μου μίλαγε ώρες για τα αδέλφια του και πόσο τα αγαπούσε. Θυμόταν τα παιχνίδια και τις σκανδαλιές που σκαρφίζονταν για να εκνευρίσουν τον πατέρα και μετά στεναχωριόταν που τα αδέλφια του έριχναν πάντα το φταίξιμο σ’αυτόν με αποτέλεσμα να θεωρείται το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Μερικές φορές έκλαιγε κιόλας που δεν πήγε κανείς να τον αποχαιρετήσει στις τελευταίες του στιγμές στο υπερπέραν. Παρόλα αυτά, τα παιδικά του χρόνια θα έλεγα πως ήταν χαρούμενα. Ο ίδιος διασκέδαζε την ιδιαιτερότητά του, του άρεσε άλλωστε να ξεχωρίζει και αν κάποια στιγμή ένιωθε πίεση, χανόταν για μέρες πετώντας και κάνοντας όνειρα ελευθερίας.
Όταν τον ρώταγα για τον πατέρα όμως, δεν  έλεγε και πολλά. Αρκούνταν να μου πει απλά πως…όταν η μητέρα έφυγε, ήξερε τι έκανε.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Μακιβάρα



διήγημα της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


που είναι αυτο που τρωω το φερνουν σε κατι τετραγωνο που ειναι οχι τετραγωνο σα κυκλος κ πιανω αυτο διπλα στον κυκλο στο πιατο κ τρωω τωρα πειναω τωρα πειναω τωρα πειναω δεν ερχονται πολλες φορες δεν ερχονται οταν πειναω εγω πειναω που ειναι αυτο που τρωω αυτο που τρωω οταν πειναω εγω πειναω


Εκείνη η κοπελίτσα που έχει πολύ ίσια μαλλιά ήρθε να με δει, νομίζω ήταν χθες ή σήμερα το απόγευμα κ με κοίταζε. Τα μάτια της είχαν κύκλους από κάτω, φαινόταν κουρασμένη όμως μου κράταγε το χέρι και λίγο με πόνεσε. Μετά δάκρυσε. Εγώ τη θυμάμαι, είχε ξανάρθει μια φορά αλλά τότε δεν δάκρυσε. Τότε ήταν σαν να κρύωνε και δεν με είχε πιάσει αλλά ήταν παγωμένη. Μου είπε ότι έχει έρθει πολλές φορές αλλά δεν έχει ξανάρθει. Ήταν κι ένας κύριος μαζί της. Αυτόν δεν τον είχα ξαναδεί. Μου είπαν αστεία. Η μία είπε πως είναι κόρη μου και ο άλλος ο άντρας μου. Ναι αλλά εγώ δεν παντρεύτηκα και δεν έχω παιδιά. Μόνο έναν γάτο γκρίζο με έναν κόκκινο φιόγκο στο λαιμό που τον έκλεινα σε μια τουαλέτα.


πως τα λενε αυτα που μου δινουν τα λενε εχουν ονομα καραμελες και χρωματα εχουν χρωματα οχι μεγαλα ειναι αλλα μικρα χρωματα πολλα χρωματα πολλα χρωματα εχουν πολλα μικρα χρωματα πως να τα καταπιω τι ειναι καταπιω λενε καταπιω καταπιω καταπιω κι αυτα πολλα χρωματα μικρα


Την άλλη φορά που ήρθε η κοπέλα χτυπούσα τη γροθιά μου δίπλα στο παράθυρο. Ήθελα να το κάνω πολλές φορές, δεν ήθελα να σταματήσω. Το έκανα τόσες φορές που θυμήθηκα μια εξοχή, που οδηγούσα ένα αμάξι και κάποιος καθόταν δίπλα μου κι έλεγε ότι πατούσα δυνατά το αμπραγιάζ, έτσι το έλεγε. Δεν θυμάμαι ποιο είναι το αμπραγιάζ αλλά το πατούσα και το αμάξι πήγαινε. Εκείνη μιλούσε πίσω μου και εγώ χτυπούσα την γροθιά μου. Αυτός με την λευκή μπλούζα, που η κοπέλα τον είπε γιατρέ, είχα καταλάβει ότι είναι γιατρός, αυτός της μιλούσε αλλά δεν άκουγα τι έλεγαν. Μόλις έφυγε σταμάτησα να χτυπάω τη γροθιά μου. Δεν ήθελα να της μιλήσω για να μην ξανάρθει.


Η μαμά μου δεν έρχεται να με δει. Περίμενα στα σίγουρα να έρθει αλλά θα έχει πολλά να κάνει. Δεν με πειράζει αλλά θα ήταν καλά αν ερχόταν. Θυμήθηκα ότι ξέρω την κοπέλα που λέει ότι είναι κόρη μου. Έχει κάνει λάθος. Κάναμε μια δουλειά μαζί, δουλεύαμε μαζί. Εκεί που δουλεύαμε είχε πολλά παιδιά, φώναζαν και έτρεχαν πολύ. Βέβαια ήταν κι η κοπέλα εκεί μαζί μου που βλέπαμε τα παιδιά να τρέχουν και τ’ ακούγαμε να φωνάζουν.


ολο βρεχει ολο βρεχει ολο βρεχει ολο βρεχει σταματα θα βραχω, να βραχω να βραχω βροχη βρεχει βρεχει στοπ στοπ στοπ βροχη
Όταν ξαναέρθει η κοπέλα πρέπει να της πω γι’ αυτήν την γυναίκα. Έρχεται νομίζω τα πρωινά και μου λέει ότι είναι άντρας κι αλλάζει το νυχτικό της και φοράει πυτζάμες. Έχει κι ένα γιο που την βοηθάει και θέλουν κακό. Θέλουν να κάνουν κακό. Την ρωτάω πως την λένε και γυρίζει την πλάτη της, εγώ την ξέρω και την άλλη φορά θα της πω ότι είναι σατανάς. Θα μου κάνει κακό γι’ αυτό θα βάλω το μαχαίρι για το κρέας κάτω από το μαξιλάρι και την άλλη φορά θα της πω είσαι σατανάς αλλά δεν θα κάνεις κακό.


παλι κλειδια παλι παλι παλι που ειναι τα πηραν οχι γιατι το πηραν κλειδι ενα δυο τεσσερα τα πηραν οχι οχι οχι να βγω τα θελω να βγω να βγω να βγω να βγω πενηντα σαραντα πολλα πολλα πολλα κλειδια χρόνια μεσα μεσα μεσα μεσα μεσα μεσα μεσα να βγω κλειδια να βγω να βγω να βγω


Μου λένε ψέματα. Όλοι μου λένε ψέματα. Ο γιατρός είπε ότι με αγαπάνε, έρχονται πολλοί εδώ που με αγαπάνε, αλλά εγώ δεν βλέπω κανέναν. Μόνο την κοπέλα με τα ίσια μαλλιά θυμάμαι κι αυτή έχει έρθει μόνο άλλη μια φορά. Η κυρία η άλλη η γυναίκα που είναι σατανάς αυτή δεν μπορεί να μ’ αγαπάει. Αλλά μου χαμογελάει. Η κοπέλα δεν χαμογελάει. Αν με αγαπούσε δεν θα μου γελούσε; Πότε θα έρθει η μαμά μου να με πάρει; Εκείνη σίγουρα με αγαπούσε.


Να με θυμάσαι.

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

έκπτωτος άγγελος

 ποίημα του Dalikeri
στην ολική έκλειψη θεού
παραλύουν τα φτερά μου
καθώς βρέχονται στη σκόνη του χρόνου.

πέφτοντας με ταχύτητα σκότους
στο μάτι του κώνου φωτός
μια κόρη δίχως ίριδα
ανοίγει
τη μαύρη τρύπα του τώρα
προσηλώνοντας μέσα μου
εν ριπή οφθαλμού οφθαλμό.

η αστρική σκόνη του χάους
συσσωρεύεται σπειροειδώς
γύρω από την ημιτονοειδή συνήθεια της ύλης
πλέκοντας το δέρμα της φθοράς μου
σε πάναγνο μάρμαρο ολόγραμμα.

είμαι ένας
έκπτωτος άγγελος σύνθλιψης 
δίχως μήνυμα.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

το Βουνό της Ψυχής

ετυμολογία και θυμοσοφία απ' την Sakura
Η λέξη Σατανάς προέρχεται από το εβραϊκό sātān που σημαίνει 'αντίπαλος, διάβολος'.


Ανεβαίνοντας το Βουνό της Ψυχής, η Sakura ρωτάει τον Δαίμονα: 
-Τι υπάρχει εκεί πάνω;
 -Το μόνο πνεύμα που θα συναντήσεις στην κορυφή είναι αυτό που κουβάλησες εκεί μαζί σου, τον ακούει να λέει.
 -Το μόνο πνεύμα που θα συναντήσεις στην κορυφή είναι αυτό που κουβάλησες εκεί μαζί σου, επαναλαμβάνει αυτή και συνεχίζει.