Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Νυχτώνει στη Napoli


του Mario Kolopleni

«Νυχτώνει στη Napoli. Οι Δολοφόνοι ανοίγουν τα μάτια τους και κοιτάζονται μεταξύ τους. Αφού κοιταχθούν…κλείνουν τα μάτια τους και σηκώνουν τα χέρια τους ήσυχα και απαλά. Ο Ρουφιάνος ανοίγει τα μάτια του και βλέπει τους δολοφόνους. Έπειτα κλείνει τα μάτια του, οι Δολοφόνοι κατεβάζουν τα χέρια τους και ξημερώνει στη Napoli»

Απόψε η πόλη γιορτάζει. Ένα τεράστιο πανηγύρι θα στηθεί που θ’ αντηχεί στα πέρατα της επαρχίας. Απόψε είναι η ώρα της Γης και η Δ.Ε.Η. έχει προγραμματίσει, με τη σύμφωνη γνώμη της πλειοψηφίας των κατοίκων, διακοπή ρεύματος για μία ώρα.
Μόλις τα φώτα σβήσουν και το σκοτάδι ρουφήξει και τους τελευταίους ήχους των κεριών, η πόλη θα φορέσει και πάλι τον μεσαιωνικό της μανδύα. Κάποιοι λένε πως, εξαφανίζεται εντελώς. Στη θέση της τοποθετείται σύννεφο. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά.
Θα πάω να κάτσω στη κορυφή του κάστρου. Μπροστά μου θ’ απλώνεται λαμπρό το σκοτεινό υπερθέαμα της ανυπαρξίας. Ο κρύος αέρας θα φέρνει την μυρωδιά των κυμάτων στο στόμα κι από τα γύρω βουνά θ’ αντηχεί ο ήχος των σκουριασμένων αλυσίδων. Ένα ολόκληρο μεσαιωνικό τίποτα.
Κρατάω άσσο στο μανίκι. Καθισμένος αφ’ υψηλού, θα μπορέσω να συλλέξω όλη τη γεωγραφία των οσμών και έτσι μόλις εμφανιστούν, θα τους εντοπίσω. Θα ξέρω πως βρίσκονται εκεί έξω. Μέσα στο πρόσκαιρο κενό. Η μυρωδιά της υγρής τους πανοπλίας  θα τους προδώσει και μόλις τα φώτα επανέλθουν θα κατέβω στη πόλη να διαδώσω το νέο.
Μέχρι τότε πιστεύω η λίμα να έχει κάνει την δουλειά της.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

ρυτίδα


 σωσώ  ζερό
"every wrinkle tells a story" by Selina Mei

Ήταν αυτή που πήγε και γράφτηκε πιο νωρίς απ ' όλες,
 παρακεινημένη απ' τους χιλιάδες μεγάλους ήλιους των παιδικών, απέραντων χρόνων του.

Από παιδί αθώο και ήσυχο, αυτή εκεί
στο πρωινό σχολείο,
 στο διάβασμα με λίγο φως και στο θυμό
στη σκέψη τη βαθειά, εκεί..

Στα δύσκολα όνειρα και στα χαμένα τραίνα της εφηβείας του τη θυμάται πάλι εκεί,
να μαρτυρά τα μεγαλύτερα χρόνια εντός του
στους έξω ατσαλάκωτους και ήμερους εχθρούς.


Δικιά του όσο καμία, η αγαπημένη των ματιών του μοναδική ευθεία

Να κόβει απροβλημάτιστη καταμεσής το βλέμμα του, να εκλιπαρεί επιτέλους για λίγο ίσκιο και συγχώρεση,
να πονάει εκεί στη μέση μόνη της, παρασέρνοντας το βλέμμα του στην ένταση. 

Και όλοι μα όλοι οι χωρισμοί, εκεί πήγαν και κρύψαν τη δυσκολία τους.
εκεί πήγαν και φώλιασαν και βάθυνε η ρυτίδα,
και σκοτείνιασε το βλέμμα και χαμήλωσε.


και προσπαθώντας να δει ακόμη πιο μακρυά, έγινε ο σταυρός βαθύς στο μέτωπο του.

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Άτιτλο


 του νίκου πάκου
Jan Saudek "This Star Is Mine" (1975)
Μια στο χάδι, μια σκοτάδι
όλο σ’ έχει η ζωούλα
σε αντίφαση χωμένη
τοσοδούλα η ψυχούλα
ο αγκώνας μας στις μέρες
σαν τα δέντρα στον αέρα
μα το είναι μας σε πτήση
όλο ανοίγεται στα πέρα
των πλανήτωνε τα χείλη
μασαζάρουμε, τι μάγοι!
τροχισμένα μας τα νύχια
μα στην λύπη χορτοφάγοι
τα παιδιάστικα μετράμε
με την πρώτη μας ρυτίδα
ξεγλιστράει στο σκοτάδι
των ετών η νεροφίδα
σε αντίφασης σταγόνα
χτίσαμε το σπιτικό μας
και στα σύννεφα τα πλάνα
ειν’ οι βάσεις των ποδιών μας…



Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Σκοτάδι


 έργο της Πανδώρας
Μη γελαστείς. Οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Συχνά υποδύονται κάτι που δεν είναι και ποτέ δεν έρχονται μόνες. Τις ακολουθεί μια ολόκληρη σειρά από άλλες λέξεις. Μια πομπή που δεν έχει αρχή και τέλος. 
Σου χτυπούν απρόσμενα το τζάμι φορώντας τα καλά τους. Η πρώτη, η επικεφαλής, είναι ντροπαλή και καλοντυμένη. Μη γελαστείς και της ανοίξεις, πίσω περιμένουν οι άλλες. Λέξεις με χρώματα, φωνές, οσμές και γεύσεις. Λέξεις ανάλαφρες κι άλλες με όγκο και βάρος. Άλλοτε λείες σα βότσαλα ή αιχμηρές λεπίδες, πυκνές ή διάφανες, συμπαγείς ή αιωρούμενες, ασπρόμαυρες ή πολύχρωμες.
Μη γελαστείς, θα σε παγιδέψουν. Να είσαι μαζί τους καχύποπτος. Αν ξεχαστείς θα σε μπερδέψουν, θα βάλουν τρικλοποδιές, θα σε πλανέψουν. Και τότε… θα χάσεις την ούτως ή άλλως επισφαλή ισορροπία που με κόπο εξασφάλισες και θα βρεθείς στο κενό. 
Στο κενό παραμονεύει το σκοτάδι. Μια λέξη αν όχι ένοχη, απαραιτήτως ενοχοποιημένη. Φταίει ο ήχος που τη συνοδεύει, οι συνειρμοί και οι παραπομπές που ανακαλούν άλλες πομπές λέξεων. Σκοταδισμός, σκοτοδίνη, σκότος… Το αρχαιοελληνικό «σκότος» για παράδειγμα σε οδηγεί στο «σκοτώνω». Λέξη διόλου αθώα που δε συγγενεύει μόνο ηχητικά με το σκότος. Το σκότος ευνοεί τους σκοτωμούς. Τους καλύπτει, ίσως και να τους υποκινεί. Όπως και να ‘χει είναι ύποπτο. 
Το σκοτάδι ωστόσο είναι άλλο πράγμα. 
Λέξη κραυγή σε προ(σ)καλεί να την ακολουθήσεις. Η ενοχή της ενεδρεύει στην κατάληξη. Το σκοτάδι πέφτει το βράδυ. Δεν υπάρχει φως, δεν έχει… φεγγάδι. Πυκνό της νύχτας το υφάδι. Λέξη απέραντη, χωρίς σχήμα. Γι’ αυτό δεν έχει ψεγάδι. Λέξη ατέρμονη. Ατέρμονη πτώση, δίχως όρια, δίχως πάτο. Βαθύ σκοτάδι σε βαθύ πηγάδι. Ανέκφραστο σκοτάδι. Συνομοτεί εναντίον σου. Δε βρίσκεις στην πορεία σου σημάδι. Σκοντάφτεις και πέφτεις. Στο δίχως πάτο πηγάδι.
Καθώς πέφτεις η κραυγή σου χτυπά στα τοιχώματα του πηγαδιού κι επιστρέφει ενισχυμένη: «Σκοτάδι…άδι…άδι…Άδη…Άδη…». 
Ακόμη κι αν σ’ ακούσει ο ανύποπτος περαστικός, απλώς θα αναρωτηθεί: «Ποιος άδει;»

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Καλώς ορίστε τον Παντελή Ματομπούκαλα!

ιστορία του Κάρολου του Μαύρου Σκώληκα
Όταν ήμουν μικρός, τόσο μικρός που τους μεγάλους για να τους δω στα μάτια έπρεπε να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον ουρανό και να πατήσω στης μύτες τον ποδιών μου που συχνά, θα το παραδεχτώ τί ντροπή είναι, έκανε τόσο πόνο που ακόμα κι όταν πατούσα κανονικά στα πόδια μου πάλι πονούσαν για λίγο, μέχρι που πέρναγαν μόνα τους . Ή έπρεπε οι μεγάλοι απλά να σκύψουν, κατά πολλούς πράγμα αδύνατο . Για να ήμουνα τόσο κοντός δηλαδή μάλλον κοντά στα έξι θα ήμουνα. Τότε γνώρισα τον Λάκη ...
Τότε , μέναμε στην οδό Αμυμώνης 47 στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας, παλιάς .Της μαμάς πολύ της άρεσε η οδός Αμυμώνης, ήταν λέει χαρά θεού .Κάθε άνοιξη που ανθίζανε τα δέντρα και τα λούλουδα, και ζέσταινε ο καιρός σου άνοιγε η ψυχή. Τα καλοκαίρια μοσχοβολούσε καρπούζι και βασιλικά από τα απέναντι μπαλκόνια.
Και όταν έριχνε της πρώτες βροχές, το χώμα μύριζε και σε ταξίδευε στα πρώτα χρόνια του Χειμώνα , χάρη που η Αμυμώνης ξάπλωνε στην άκρη της πόλης ,κοντά σε περιβόλια και χωράφια.  Άσε δε που το χειμώνα τα απόνερα από  της βροχές της μάνας σου στεγνώνουν στο άψε σβήσε με της καινούριες αποχετεύσεις του δημάρχου , συμπλήρωνε ο μπαμπάς και της τσιμπούσε το μάγουλο. Αυτό το χιούμορ του ήταν περίεργο .Όλοι το έλεγαν.
Τα βράδια, όταν την άλλη μέρα δεν είχα σχολείο, της Παρασκευές και τα Σάββατα δηλαδή και παρά της αντιρρήσεις της μαμάς, εγώ και ο μπαμπάς παίζαμε ΟΥΦΟ , ξέρεις αυτά τα ηλεκτρονικά που τα βάζεις στην τηλεόραση, και παίζαμε μέχρι αργά .Ποτέ δεν κατάλαβα τους μεγάλους ,από  τη μία  όχι  μη -όλη την ώρα -με αυτά τα ΟΥΦΑ από  την άλλη να παίξουνε και αυτοί ''λίγο''...Μία φορά ένας φίλος μου μού είχε πει  ότι η μάνα του τον είχε βάλει να μαγειρέψει για να παίξει αυτή με το ΟΥΦΟ; Είναι τρελή! μου είχε πεί. Και άδικο, δεν είχε.
Όταν νικούσα . Κατά-νικούσα τον μπαμπά στο μποξ και τα υπόλοιπα κλαπατσίμπαλα -όπως τα έλεγε- ήταν η ώρα για ύπνο. Η ημέρα που γνώρισα το Λάκη ήταν μια από αυτές της μέρες ,της ελάχιστες μέρες που είχα -ναι- γνωρίσει την ήττα..
Ήμουν ξαπλωμένος στο δωμάτιο μου .Λίγο πριν να κοιμηθώ .Δίπλα μου επάνω στο κομοδίνο, ίσα που έφεγγε μια λάμπα νυκτός πού 'χε ζωγραφισμένα επάνω της κάτι ψάρια .Μικρά και μεγάλα και σε διάφορα χρώματα . Απέναντι ήταν το μπαουλάκι  με τα παιχνίδια, που ήταν πάντα ανοιχτό έτσι ώστε όλοι οι στρατιώτες, η καμηλοπάρδαλης, τα λιοντάρια και άλλα ζώα, ,οι καουμπόηδες ,μινιατούρες φύλλων από όλο τον κόσμο και διάφορα ρομπότ (Αμερικάνικα και Ιαπωνίας), τα τουβλάκια (για ηλικίες 2-4 και 4-9 σε διαφορετικά πακέτα), δύο μπάλες πλαστικές και τέσσερις ευχούληδες , να μπορούν να πάρουν ανάσα. Και βέβαια να βλέπουν και τι γίνετε στο δωμάτιο .Από αυτή τη μεριά ακούστηκε ένας ήχος που ήταν σαν κάτι να έπεσε κάτι μαλακό ή σαν βεντούζα καλύτερα που ξεκολλάει απ το τζάμι ή ένας ήχος να,όπως βάζεις το δάχτυλο σου στο στόμα και το τραβάς κάπως πλάγια και γρήγορα . Τλούπ!
Και τι να δω; Μέσα από ένα μικρό σύννεφο σκόνης πετάχτηκε σαστισμένος ένας σκαντζόχοιρος !  Στεκόταν στα δυο του πισινά πόδια και φορούσε ένα σακάκι καφέ ανοιχτό .Με το αριστερό του χέρι κρατούσε μια σακούλα πλαστική και είχε λίγο κοιλίτσα. Είχε βαλμένα κάτι μαύρα γυαλιά ηλίου ,που στο λόγο μου, ήταν τα ποιο μουράτα γυαλιά ηλίου που έχει φτιάξει ο άνθρωπος ή ο ...σκαντζόχοιρος!
-Μην σας ανησυχώ! Λέει και έρχεται προς το μέρος μου σκοντάφτοντας εδώ και 'κει μες το σκοτάδι.
Ομολογώ πως τρόμαξα για τα καλά όταν τον είδα ,αλλά κάτι παράλληλα με κρατούσε από το να αρχίσω να καλώ σε βοήθεια.
-Ποιος είσαι; Τον διέκοψα και χαμογέλασα αμήχανα.
-Ω συγνώμη! είπε αγχωμένος -Το όνομα μου είναι Παντελής Ματομπούκαλας ! Αλλά μπορείς να με φωνάζεις Λάκη! Και άπλωσε το χέρι να με χαιρετήσει .Μόνο που αντί για τη μεριά μου στράφηκε προς το κομοδίνο και τη λάμπα νυκτός.
-Φίλε, αυτή είναι η λάμπα ,εγώ είμαι εδώ. Και κούνησα το χέρι μου για να με δει.
-Φίλε να σου πώ κάτι:  Λάκης, και σε περίπτωση που δεν έχεις πάρει γραμμή δέ βλέπω,Χριστό! Είμαι τυφλός!  Ζώ στο σκοτάδι που λένε .Και γέλασε για λίγο. Αφού ακούμπησε την σακούλα του ψαχουλεύοντας επάνω στο κρεβάτι μου , έβγαλε από μέσα μια χούφτα φιστικιά και ξεκίνησε να τρώει με μανία.
-Ξέρεις αυτά τα ταξίδια στο χωροχρόνο σου ρίχνουν την πίεση . Και το αλάτι σε φέρνει στα ίσια σου!
-Ποια ταξίδια; Ποιό χωροχρόνο; Εγώ είμαι έξι χρονών του είπα
Μα δεν είπε τίποτα. Στάθηκε μες το σκοτάδι και μύρισε τριγύρω .Έπειτα, έβγαλε από τη σακούλα μια μακριά μαγκούρα και με ένα χτύπημα τον δακτύλων του κρατούσε ξαφνικά ενα σκαμνί. Το ακούμπησε κάτω και κάθισε. Πλάτη στο κομοδίνο και πρόσωπο στο μπαουλάκι με τα παιχνίδια.
-Λοιπόν για να δούμε... χα χα χα είμαι και λίγο χιουμορίστας ´´δούμε´´....
-Τι θα κάνεις τώρα;
-Α τώρα φιλαράκο μου βολέψου καλά-καλά στο κρεβάτι σου και κοίτα!
Χτύπησε τη μαγκούρα του πάνω στο χαλί μια φορά και μέσα από το μπαούλο ξεπήδησαν όλα τα τουβλάκια και έχτισαν ένα πολύχρωμο τοίχο. Πίσω του είχαν βγει απο το πακέτο τους όλα τα φανταράκια και με βηματισμό παρέλασης ήρθαν μπροστά από πολύχρωμο κτίσμα .
Παρατάχθηκαν, στοιχίστηκαν και ο επικεφαλής αξιωματικός έδωσε: Προσό-χη!
Ένας γδούπος ακούστηκε από τον ουλαμό. Ο αξιωματικός συνέχισε: Τα όπλα αποθέσα- τέ! Όλα τα φανταράκια άφησαν τα όπλα εμπρός από τον τοίχο και έκατσαν και πάλι σε θέση προσοχής.
Μετά από λίγο άρχισε να τρίζει σα να κάνει σεισμό και ο τοίχος με να μπαμ έγινε χίλια κομμάτια. Έπειτα οι φαντάροι έλυσαν τους ζυγούς και έφυγαν.
Ο Λάκης έγειρε λίγο να με αφουγκραστεί , μα εγώ δεν κούνησα ρούπι.
Κοίταξε και πάλι εμπρός και χτύπησε τη μαγκούρα δυο φορές τώρα. Τούκ τούκ!
Ξαφνικά ξεκίνησε να φυτρώνει βλάστηση τροπική εκεί μπροστά απ το μπαούλο και από μέσα του πήδησαν μινιατούρες μέλη της φυλής των Αφρικανών Μασά' ι'. Έστησαν μια φωτιά εκεί στη μέση και ξεκίνησαν να χορεύουν λαλάζοντας, ένα χορό σαν κι αυτό της βροχής άμα ξέρεις. Κάτι ασπίδες και δόρατα να έβλεπες που σαν αυτά δεν είν' άλλα. Και τόξα είχανε-πώς- από τα πιο ωραία και ευλύγιστα ξύλα. Τα πόδια τους χτυπούσαν το χώμα ρυθμικά και λίγο πιο πίσω μια φιγούρα βαρούσε 'να τύμπανο και όσο ποιό βαθιά στο σκοτάδι να κοίταζες τόσο περισσότερες μορφές γυναικείες να βλέπεις. Σε λίγο οι ήχοι του χορού και της φλόγας σταμάτησαν και σαν καπνός που τον πήρε αεράκι , όλα χάθηκαν.
Ο Λάκης ψιθύρισε – Μαγκάκο, πιάσε το χέρι μου. Και το χέρι του άπλωσε χωρίς πρός τα εκεί του να βλέπει. Εγώ στην αρχή λίγο δείλιασα μα στη συνέχεια το είχα κιόλας ξεχάσει. Το χέρι μου άπλωσα, και στο πρώτο άγγιγμα σαν να μπήκαμε κι οι δύο από μια πόρτα σιδερένια και με τζαμαρία μεγάλη σε καφενείου μικρή αίθουσα. Όλα ήταν στημένα για την παράσταση. Ένας μπερντές να καμαρώνει κοντά στον τοίχο και από κάτω να περιμένουν άδειες καρέκλες. Κάτσαμε κοντά στη μέση και δεξιά. Μετά από λίγο μαζεύτηκε κόσμος, κι ήταν σαν να τους ήξερα κι όχι. Ο μπάρμπα Κώστας ο Γιακούμ, ο Σταμάτης ο Μπάμιας , ο δεκαδύος , ο Στράτος ο κεκές και ο καλαφούκιας ο Φώτης. Σε λίγο μια θεία έσβησε ό,τι φως και λαμπάκι υπήρχε και μόνο ο μπερντές μας φωτίστηκε.
Μπροστά του έπεσε μια τραγική μαριονέτα. Κάτι κουρέλια φορούσε για ρούχα και για μαλλιά του είχανε βάλει κάτι στάχια. Στο γόνατο έπεσε το 'να και είπε:
-Τόσα είπα και άκουσα και ακόμα , δεν ξέρω. Ζω εγκλωβισμένος στης λέξεις , άλλο θέλω να πω και άλλο βγαίνει. Δε δουλεύω και χρόνο δεν έχω. Δεν έχω φίλους γιατί στάχια έχω για μαλλιά και κουρέλια φορώ για ρούχα, παρ όλα αυτά όταν μου μιλούν δεν αποκρίνομαι. Μάλλον βαριέμαι να πω, τι να πω αφού τόσα είπα και τόσα άκουσα και ακόμα δεν ξέρω. Παράπονο δεν έχω, έχω τους σπάγκους να με κουνάνε. Σηκώθηκε , υποκλίθηκε και 'φυγε. Ένας γέρος της πρώτης γραμμής, ζαρωμένος και νωχελικός, σηκώθηκε και είπε: Η παράστασις έλαβε τέλος!
Όμορφα, σκέφτηκα .Καιρός για κανα ΟΥΦΟ ίσως ο Λάκης να μην ξέρει πώς παίζουνε πακ μαν.


Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Οδηγίες προς πτήση

γραφή και επιμέλεια μουσικής του Διάκενου Καλλιπολίτη

Ο εκπαιδευμένος γαλάζιος πιλότος δεν βαδίζει ποτέ στο σκοτάδι. Στηρίζεται στα φτερά παραδείσιων πουλιών και ίπταται στον αιθέρα. Κάτω του, γύρω του ένας κόσμος καλοκαιρινός.



Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

Ο τυφλός ποιητής



του Dr.Wormhole

Όταν το φώς όλου του κόσμου χαθεί
και το σκοτάδι, ώρα μεσάνυχτα ξυπνήσει
άκου πάντα το τυφλό ποιητή!
             
                         «παροιμία της Γαίας στο γαλαξία της Ανδρομέδας»


Το ομηρικό ζήτημα με απασχόλησε σοβαρά όπως και χιλιάδες άλλους ερευνητές ανά τον κόσμο, τόσο προγενέστερους όσο και μεταγενέστερους μου. Εγώ όμως είχα ένα συντριπτικό πλεονέκτημα μπροστά τους, ανεξαρτήτως της γνώσης και της ενδελεχούς έρευνας που είχαν διεξάγει. Μπορούσα να ταξιδέψω στο χρόνο και να πάω να τον γνωρίσω. Όπως και έκανα. Να αναφέρω μόνο εδώ, για όσους δεν γνωρίζουν, πως λέγοντας ομηρικό ζήτημα αναφέρομαι στον φιλολογικό προβληματισμό πάνω στη καταγωγή και την ταυτότητα του συγγραφέα των επών της Ιλιάδας και της Οδύσσειας., του Ομήρου δηλαδή.
Για να καταλάβετε για τί άτομο μιλάμε, όταν ήταν πάνω στις ποιητικές του δόξες, προσκεκλημένος στο παλάτι ενός πάμπλουτου βασιλιά της εποχής, άφησε άναυδους όλους τους παρηκούντες εν τη βασιλική αυλή, λέγοντας πως ο μεγαλύτερος καημός του ανθρώπου είναι το γεγονός πως γεννήθηκε. Άλαλοι οι χρυσοκέντητοι θαμώνες κι ο βασιλιάς μαζί τους κατάφεραν να ξεστομίσουν μόνο, σχεδόν βουβά, μια ερώτηση που έμοιαζε σανίδα σωτηρίας στο ταπεινωμένο μεγαλείο τους. Τον ρώτησαν:
-Ποιά είναι τότε η μεγαλύτερη επιθυμία του ανθρώπου;
-Να μην είχε γεννηθεί ποτέ, απάντησε κοφτά ο τυφλός γέρος.


Ακολουθεί απομαγνητοφώνηση στη νεοελληνική γλώσσα μέρους της συνομιλίας  με τον Όμηρο. Το σκηνικό είναι στημένο στα παράλια της Μ. Ασίας. Ο Όμηρος βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία. Καθόμαστε στην αυλή του αρχοντικού του και συζητάμε. Απέναντι μας η θάλασσα.

- Εκείνο που μου έκανε πάντα εντύπωση στα έργα σας είναι εκείνος ο αδυσώπητος πρωτόγονος δικαστής.
- Δεν ήταν δικιά μου ιδέα. να πρωταγωνιστήσει. Είχε αποφασισθεί από καιρό.
-Το ξέρω αυτό. Απλά θεωρούσα πάντα ασύλληπτη ιδέα να του πάρετε απ’ τα χέρια κείνο το ξύλινο ταμ-ταμ.
-Δεν είναι ιδέα. Μη νομίζετε. Εδώ μιλάμε κυρίως για βίωμα.
-Βίωμα;
-Ασφαλώς. Το βίωμα του βοσκού. Αν είχατε κάνει βοσκός θα με καταλαβαίνατε.
-Το ταμ-ταμ πώς καταφέρατε και του το πήρατε;
-Το έδιωξε μόνος του. Το ταμ-ταμ αγριεύει τα ζώα. Αν είχατε κάνει βοσκός θα με καταλαβαίνατε.



Τέλος πρώτου μέρους

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Ο Μαυριδερός Καθρέφτης



του Θ.Π.

Ένας καθρέφτης μαυριδερός
γυαλίζει μονάχα μέσα στη νύχτα
Κι όλο βαδίζει από δω κι από κεί
Και ψάχνει να βρεί φως για να δεί
Δεν έχει μάτια, ζεί στα τυφλά
Πόσο ακόμη θα με αναζητά
Βρέχουν εικόνες, χιονίζουν σκιές
Μαύρο σκοτάδι του φέρνουν πληγές
···
Μέσα σε ένα πηγάδι βαθύ
Πετούν τον καθρέφτη να μπει σ’ ένα νόημα
Μήπως ζωή θα βρει δε θα βρει;
Τί κι αν δεν έχει ρωτά ένα παιδί;
Ταράχτηκαν τότε όλοι οι μαστόροι
Γκρεμίσαν με μίσος το πηγάδι
Σκοτάδι να γίνει, φως να μην έρθει
Μη κι ο καθρέφτης φως φέρει απ’ τον Άδη!

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Η Φωτοδιαλογική Ιστορία


ιστορία του Τραχανά


Δ: Το’νιωσες αυτό;
Β: Ποιο;
Δ: Ένα ελαφρύ τράνταγμα...
Β: Δεν ένιωσα τίποτα, κάτσε και κοιμήσου!
Δ: Κι όμως να...
Β: Τι να;
Δ: Να φοβάμαι... Νάτο πάλι το τράνταγμα!
Β: Ο αέρας θα’ ναι, πέσε κοιμήσου.
Δ: Μήπως να ανάβαμε κανένα φως, να ρίχναμε καμιά ματιά;
Β: Κάτσε στ’ αυγά σου τώρα κι άσε το φως.
Δ: Καλά...


Δ: Νάτο! Νάτο πάλι!! Ακούστηκε κι ένα σούρσιμο!!
Β: Θα μ’ αφήσεις να κοιμηθώ καμιά φορά;
Δ: Μα είμαι βέβαιος! Κάτι υπάρχει εκεί έξω!!
Β: Ο αέρας, κάτι δέντρα και το μυαλό σου που σου ‘πεσε κάπου! Αυτά έχει εκεί έξω!
Δ: Μη μιλάς έτσι, δε θ’ άρεζε στη μαμά...
Β: Ούτε το ότι είσαι ξύπνιος θα της άρεζε!
Δ: Μα κάτι υπάρχει εκεί έξω!! Να σηκωθώ να ανάψω φως;
Β: Φαντάσου... Αν κυκλοφορεί ο μπαμπούλας εκεί έξω και δει φως...
Δ: Και δει φως τι;
Β: Τίποτα...
Δ: Έλα πες, πες!!
Β: Να μπορεί... Δεν ξέρω...
Δ: Πες μου! Πες μου!!
Β: Να μπορεί να θέλει να μπει μέσα για κανένα καφέ...
Δ: Πλάκα κάνεις;! Και τότε τι θα πρέπει να κάνουμε;
Β: Θα πρέπει να του τον σερβίρουμε φαντάζομαι...
Δ: Μα δεν ξέρουμε να κάνουμε καφέ!!
Β: Τότε... Τα αποτελέσματα μπορεί να είναι απρόβλεπτα...
Δ: Αααα!! Μη μου λες τέτοια!! Φοβάμαι και στο σκοτάδι...
Β: Αν κλείσεις τα μάτια σου δε θα το βλέπεις πια και θα μπορείς να κοιμηθείς.
Δ: Λες; Κι αν έρθει τίποτα ενώ κοιμάμαι;
Β: Όπως καμιά... αράχνη;
Δ: Άι μη!! Με τρομάζουν οι αράχνες!!
Β: Και καλά κάνουν... Τρώνε μικρά κι ενοχλητικά παιδάκια σαν εσένα! Τώρα θα κοιμηθούμε καμιά ώρα;
Δ: Εντάξει... θα είσαι όμως δίπλα μου, έτσι;
Β: Δε νομίζω ότι μπορώ να πάω και μακριά...
Δ: Ωραία! Έτσι μπορούν να φάνε πρώτα εσένα και εγώ να προλάβω να γλιτώσω!!
Β: Πρόσεχε, υπάρχουν κάποιοι που εκτιμούνε περισσότερο το fast food... Μπορεί να σε κυνηγήσουν πρώτα μόνο και μόνο για αυτό...
Δ: Τι είναι το fast food;
Β: Αυτά που δε σ’ αφήνει να τρως η μαμά έξω. Τώρα θα μ’ αφήσεις στην ησυχία μου πια;
Δ: Καλά...


Δ: Πάλι αυτό το τράνταγμα!! Ανάβω φως τέρμα!!
Β: Όχι μην το κάνεις!!


(ΦΩΝΗ)


Π: Μαμά, μαμά πυγολαμπίδες!!!!


Β: Πέτα βλάκα τώρα, αλλιώς μας έκοψαν τον κώλο!!

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Γκρί



Αυτό πιστεύω εγώ τουλάχιστον… γιατί πώς να στο πω βρε παιδί μου, όταν τα πράγματα είναι ΑΣΠΡΑ ή ΜΑΥΡΑ τότε είναι και ξεκάθαρο το τι πρέπει να κάνεις: με τα ΑΣΠΡΑ συμβαδίζεις, με τα ΜΑΥΡΑ γίνεσαι εχθρός – απλά πράματα. Θε’ να πω δηλαδίς ότι εντάξει όταν σκάει μια δικτατορία μες τη μούρη σου πουχου ΜΑΥΡΗ - κατράμι κοράκου χρώμα με τα στρατά της, τις Μακρονήσους της, τη λογοκρισία της ε, τότε πρέπει να ‘σαι και πολύ ξανθός να το δεις αυτό ως καλό οιωνό. Αντιστοίχου και η αντίδρασή σου. Και δώστου και ξεκινάει μια ωραιότατη εξέγερση φουλ συνειδητοποιημένη, με διάθεση για ακόμα περισσότερο διάβασμα – συζήτηση – προβληματισμό – δράση. Όμορφα; Όμορφαααα. Τα (γ)ίδια και όταν τα πράγματα είναι ΑΣΠΡΑ. Και εξηγούμαι: Μες στην κατάμαυρη κατάσταση γύρω σου ξεχωρίζεις ευκολότερα ό,τι φανταχτερό, γλυκοδροσερό και ΑΣΠΡΟαισιόδοξο ζουζουνίζει στο βάθος… Δεν ξέρω το βλέπεις – ΄κείνη η αχτίδα ελπίδας που λέγαμε πιο πριν; Ναι, καλέ η εξέγερση που κάνει πόλεμο με το ΜΑΥΡΟ. Α μπράβο, και τάσσεσαι – δεν τάσσεσαι; - με το ΑΣΠΡΟ και - όπως έχει συμβεί συχνά στην ιστορία του μάταιου τούτου κόσμου - αυτή η συνειδητοποιημένη ΑΣΠΡΗ δύναμη σβήνει για λίγο το ΜΑΥΡΟ… και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερΕΣ και αναρρίθμητες μεταπολιτεύσεις από τότε – πολυεπίπεδες, όχι αιμοσταγείς, αλλά θεσμοσταγείς και μάλιστα όσο δεν πάει… Έλ’ μ΄νται όμως που πήγε και ακόμα πάει παραπέρα το θέμα… και τα χρώματα γενήκανε μίγμα στα χέρια πιο έξυπνων προυχόντων που το κατάλαβαν το κόλπο και ρίξανε όχι ΑΣΠΡΟ, όχι ΜΑΥΡΟ, αλλά ΓΚΡΙ στα ματάκια μας. Αυτά τώρα που σου λέω, δεν γίνανε τώρα – όοοοοιιι. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση για τα εδώ – η εφεύρεση δε της μίξης των χρωμάτων δικαιωματικά ανήκει στη μέγα μορφή του Χίτλερ – ω μπατ οφ κόρς! Και φτάνεις τώρα εσύ πουχου να αποχαιρετάς τους αδερφικούς σου φίλους που φεύγουν μετανάστες μιας νέας ευκαιρίας, αλλά μέσα στη θλίψη σου σκάει το ΓΚΡΙ και σου δίνει το σκάιπ! Τσαααακ και λες πα στο διάλα θα μιλάω με τη Μαρίτσα όπου και να πάει να βρει τη νέα της ζωή… Ή σου κόβουνε μισθούς – επιδόματα – τη δεκάδα φαρμάκων του παππού που τον κρατάνε σε
αυτή τη ζωή για να ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια – τις εξόδους τις μεγαλεπίβολες – τι το θες τώρα το ανέβα στη Θεσαλλονίκη καημένε να δεις τον κολλητό σου κι εσύ τώρα – Τι; Έχεις να τον δεις 2 χρόνια, με κείνα και με τ’ άλλα πέρσι σου μείωσαν το μισθό και μάλιστα λίγο πριν σε απολύσουν μετά; Έλα μωρε πώς κάνεις έτσι… Και σου σκάει το ΓΚΡΙ στη μούρη με ωραιότατη λύση: φέισμπουκ μάνα μου! Και ξεγελάς κι αυτόν το ΜΑΥΡΟ πόνοοοο. Ή βγαίνεις αγανακτισμένος στις πλατείες και χτυπάς κατσαρόλια, παίζεις μπάλα έξω από τη Βουλή, κάνεις θόρυβο να πικάρεις την πολιτική και τον εαυτό σου – γιατί όχι; κι αυτός τα φταίει - και σου λέει ο πολιτικός ότι μάνα μου διόλου με ενδιαφέρουν τέτοιες πολιτικές ορμώμενες από τη μόδα της τεχνολογίας – εδώ υπονοεί το φέισμπουκ και το σκάιπ που λέγαμε ότι πολύ όμορφα σου πρόσεφερε ο ίδιος για την απαραίτητη χρωματομίξη. Και κάθεσαι και αναρωτιέσαι για κάτσε, αν ένας πολιτικός δεν ενδιαφέρεται για ό,τι λέει ο πολίτης, τότε προφανώς εξυπηρετεί άλλου είδους πολιτικές, φασιστικές να τις πούμε; Και κει απάνω σου σκάει πάλι το ΓΚΡΙ και σε σώζει από τη γονιμοεπικίνδυνη σκέψη: χτυπάει ο τηλέφωνος και σε καλούν σε συναυλία. Και λες εντάξει μωρέ όχι και φασιστική η πολιτική, αφού ακόμα έχω τη δουλίτσα μου – αν όχι έχω τον ΟΑΕΔ μου, μεγάλη η χάρη του -, έχω τις συναυλίες μου, έχω μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου, καλέ εδώ έχω σκάιπ και μιλάω με τη Μαρίτσα τώρα τι λέμε… Και ρολάρει το πράμα, άλλωτε πιο σκούρο ΓΚΡΙ, άλλωτε πιο ανοιχτό, ποτέ όμως ΜΑΥΡΟ, ποτέ ΑΣΠΡΟ… Και από κει φίλε μου που όταν τα στρατά καταλάμβαναν την εξουσία το λέγαμε φασισμό, τώρα η εξουσία επιστρατεύει τα στρατά ως αστυνομικές δυνάμεις, βγαίνει στα «παράθυρα» να επικοινωνήσει νέα μέτρα και αφήνει
απ’ όξω το διάλογο, μετατρέπει τη δουλειά σε απασχόληση και απολύει τη ζωτικότητα μιας ολόκληρης νέας γενιάς στο πικ της να πάει να μείνει στην αποβλάκωση του πατρικού, στην εξορία του ξένου τόπου… Και τελικά αν και δεν στα δείχνει όλα ΜΑΥΡΑ τα γύρω σου, να είσαι σίγουρος φίλε μου ότι στο μυαλό σου έχει ήδη πέσει το σκοτάδι…

                                               έργο των


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

τυφλός γαλαξίας

έργο του Dalikeri

ήλιοι σκοτεινοί
ανατέλλουν στις σαρκώδεις παρυφές του ουρανού μου
και στροβιλίζονται
σαν κέρμα
κάθε μέρα
στο κενό.

ύλη σκοτεινή
καλύπτει το φάσμα της συστολής
με σκοτάδι άπειρης πυκνότητας.

το φως καταρρέει
σε δυο τρύπες παράθυρα
με μαύρες κουρτίνες.

έτη φωτός μακριά από την όραση
ο ουρανός είναι όλος δικός μου.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

η αντίθεση του υποσυνείδητου...νοσταλγεί στο έρεβος...

του  εικών

..Οι δείκτες του ρολογιού..
..Οδηγούσαν στο μονοπάτι..


..Στο μονοπάτι..
..Όπου κατέληγε στον Απόηχο..
....Της Μοιρολατρείας..
..Που ανάγκαζε τις χάρτινες Πριγκίπισσες..
..Να πετρώνουν....περιμένοντας..

..Και την απουσία της ζωγραφισμένης τους κοινωνίας..
..Κλασικής απόχρωσης..
..Κυανό......
..του εξευτελισμού..

..Μέρες έχω να δω το Σκοτάδι..
..Να παγιδεύεται..
..στο Φώς....

..Τελικά το χάσμα τους μεγαλώνει..
..Και έτσι η αύρα των δύο..
..Έγινε Μάνα......Χωρίς να κοιμηθεί με κανέναν..
..Σκαλίζοντας την ανατομία της Αντίθεσης..
..Γεννώντας τις Σκιές των Ονείρων..

..Οταν περιμένεις κάτι που δεν ξέρεις..
..Από που μετριέται...και από που μετριέται αντίστροφα..
..Το Έρεβος..
..Δεν θα μπορούσε..
..Παρα μόνο να βάλει τους Ανθρώπους..
..Να ακολουθήσουν..
..Τους παγωμένους πλέον δείκτες..

..Η επιθυμία του..
..Ήταν να παραμείνει αναίσθητος..
..Ενώ τον αγκάλιαζαν..
..Για να του ρουφήξουν..τη Θλίψη..

..Η επιφώτιση δεν είναι Μεταφορά..
..η Συνείδηση..μόνο..
..Είναι Ευαίσθητη στο Φώς..
..Την άκουγε..
..Να μαραζώνει..

..Και από τότε είναι ακόμα εκεί..

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Η νύχτα στη ζωή των νέων



Σκοτάδι. Σκότος. Σκοτεινή ατμόσφαιρα. Σκοτεινοί άνθρωποι ― της νύχτας. Είναι και αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι ξεχάστηκαν και ζουν στη μέρα από συνήθεια αλλά η θέση τους είναι στη νύχτα! Μάλλον κάπου χάθηκαν στην πορεία και δυστυχούν. Αυτή είναι η αιτία της καταστροφής. Αναρωτιέμαι καμιά φορά, μήπως το 2012 η Δευτέρα Παρουσία θα μας φέρει μέρα ή νύχτα. Η κόλαση είναι μέρα ή νύχτα; Υπάρχουν και αυτοί που ζουν έξι μήνες στο σκοτάδι και έξι στη μέρα. Πότε κοιμούνται αυτοί; τη νύχτα ή τη μέρα; Πάντως, εμένα το σκοτάδι μου αρέσει• έχει μια γοητεία τρομαχτική. Ιδίως σε μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη, που όλα είναι τόσο ζωντανά καθώς μας λένε και οι υπόλοιποι Έλληνες. Είναι η πόλη που δεν κοιμάται ποτέ, η πόλη του έρωτα, με τις ψηλόλυγνες γυναίκες με τα ωραία πόδια. Φοβάμαι, όμως, την αδράνειά της, την ανυπαρξία σκέψης και την έλλειψη επαναστατικού πνεύματος. Τι κάθομαι και σκέφτομαι νυχτιάτικα; Αντί να πάω να βρω καμιά μικρούλα να χαρώ τα νιάτα μου και την ομορφιά μου, βρίσκομαι στο δωμάτιο και μιζεριάζω μ’ αυτές τις ηλιθιότητες. Πόσες φορές έχω σκεφτεί να πάω σε κανένα ψυχολόγο να μου λύσει τις αναστολές μου. Να ξεφύγω λίγο από το σκοτάδι των μικρών μου αντιλήψεων. Να πάψω να χαραμίζω τα ταλέντα μου! Αυτά σκεφτόταν ο νεαρός ήρωάς μας λίγο πριν κοιμηθεί μετά από μια κουραστική μέρα. Ήταν γύρω στις 3:00 το πρωί, άκουγε το ράδιο και τον πήρε ο ύπνος χωρίς καν να το καταλάβει. Την άλλη μέρα τον περίμενε μια δύσκολη μέρα! Εργασία, χαρά ― και αναζήτηση νέας δουλειάς! Σιγοτραγουδώντας...


Μια φορά με λάτρεψες γι’ αυτό που σου ‘χα δώσει
Τώρα μ’ εγκατέλειψες κι ο φόβος σ’ έχει ζώσει...


(απόσπασμα από το δημιούργημα του Θ.Π. «Οι Φαντασιώσεις»)

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Μονόκλ*


διήγημα της Λογοτεχνικής Πιπίτσας

  1. *ειδικός φακός για τη διόρθωση προβλημάτων όρασης που φοριέται στο ένα μάτι, συνήθως χωρίς άλλη υποστήριξη




Αυγοειδής λάμπα στο ταβάνι. Κρέμεται από κλωστή. Τραπέζι από μέταλλο. Πάνω του λάμπα νούμερο δύο. Δεξιά όπως κάθεται. Την στηρίζει βέργα που μπορεί να καμφθεί και να γυρίσει προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Καρέκλα πίσω από το τραπέζι. Από μέταλλο. Χρώμα ίδιο με του τραπεζιού. Τοίχοι γκρίζοι. Τέσσερις.

-Πότε;
-Ποτέ.
-Λέγε.
-Είπα.

Ψύχρα. Στο δωμάτιο, ψύχρα. Άτομα δύο. Η κράτηση ήταν για δύο. Ένας μπροστά από το τραπέζι. Ένας από πίσω. Εξαρτάται που στέκεσαι. Ένας ρωτάει. Ένας απαντάει. Ένας όρθιος. Ένας καθιστός.

-Έγινε;
-Μπορεί.
-Συγκεκριμένα.
-Όχι.

Δεν υπάρχει εξέλιξη. Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει εξέλιξη. Το φως παραμένει λιγοστό. Η λάμπα νούμερο δύο ακίνητη. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος την αγγίζει. Δεν υπάρχει μετατόπιση. Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει μετατόπιση.

-Μίλα.
-Όχι.
-Γιατί;
-Επειδή.

Ο όρθιος γυρίζει την παλάμη και κοιτάει τα νύχια του. Το κάτω χείλος αποχωρίζεται το πάνω. Αμυδρά. Το στόμα ανοίγει αλλά δεν μιλάει. Ο καθιστός ετοιμάζεται να ξεσταυρώσει τα χέρια που έχει ακουμπήσει μπροστά του. Αλλάζει γνώμη.

-Πού;
-Πουθενά.
-Αποκλείεται.
-Όχι.

Δύο φωνές στον ίδιο τόνο. Θερμοκρασία δωματίου σταθερή. Λάμπες συντονισμένες. Γάμπες αμήχανες. Αμφοτερόπλευρα. Διαδικασία αδύνατη. Προσεχώς ανεπιτυχούσα. Δεν υπάρχει κίνηση. Αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει κίνηση. Ή είναι ανεπαρκής.

-Γιατί;
-Επειδή.
-Και;
-Τίποτα.

Τρεμοπαίξιμο των λαμπών. Μερικά δεύτερα. Επαναφορά. Οι ώμοι τινάζονται αυτιστικά. Μία φορά. Μετά αρκετές. Εκατέρωθεν του τραπεζιού. Στοπ.

-Μίλα.
-Ποτέ.
-Τώρα.
-Ποτέ.

Οι λάμπες αναβοσβήνουν. Τα βλέφαρα τις ακολουθούν. Παράλληλο κλείσιμο. Παράλληλο άνοιγμα. Κλείσιμο, άνοιγμα, κλείσιμο, άνοιγμα, κλείσιμο, άνοιγμα. Βλέφαρα, λάμπες, βλέφαρα, λάμπες, βλέφαρα, λάμπες.

-Εξήγησε.
-Μην.
-Πες.
-Δεν.

Σκοτάδι. Σημαίνει ενέδρα. Σημαίνει και ταχύτητα. Όρθιος και καθιστός παραμονεύουν. Ποιος θα προλάβει. Η ένταση μυρίζει, επιτάχυνση αναπνοής. Πιο γρήγορα. Η λύση είναι να γίνει πιο γρήγορα. Μόνο τότε θα φτουρήσει.

Χέρια και πόδια δημιουργούν θόρυβο. Ο αέρας βαραίνει. Το τραπέζι ντελαπάρει. Η επιτραπέζια λάμπα σπάει. Η καρέκλα ξεκολλάει σαν φύλλο. Γόνατα στο πάτωμα. Χέρια γλυστράνε. Ανάσες πιο γρήγορες. Αγκομαχητό. Πρώτα πνιχτό. Μετά εκκωφαντικό. Κραυγές, χέρια, πόδια ανακατεμένα. Κεφάλια μπλεγμένα. Μπέρδεμα. Φασαρία. Γυαλιά. Εισχωρούν σε βάθος. Βάρος. Γδούπος. Δέρμα. Αίμα. Ρουά ματ.

Λίμνη. Από αίμα. Παύση αναπνοής.

Φως γλόμπου. Δείγμα αναπνοής. Ανύψωση σώματος. Χαλαρή.

Το μονόκλ επέζησε της πτώσης. Στο αριστερό εσωτερικό τσεπάκι γιλέκου. Το φοράει. Ήταν πριν καθιστός ή όρθιος; Δεν θυμάται. Έξοδος.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

και η Sakura λέει...

το "ο" του δρόμου
ανοίγει στο σκοτάδι
μια ρυτίδα φως


 "Σκοτάδι" τύπος μεταγενέστερος του αρχαίου "σκότος"