Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Σκοτάδι


 έργο της Πανδώρας
Μη γελαστείς. Οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Συχνά υποδύονται κάτι που δεν είναι και ποτέ δεν έρχονται μόνες. Τις ακολουθεί μια ολόκληρη σειρά από άλλες λέξεις. Μια πομπή που δεν έχει αρχή και τέλος. 
Σου χτυπούν απρόσμενα το τζάμι φορώντας τα καλά τους. Η πρώτη, η επικεφαλής, είναι ντροπαλή και καλοντυμένη. Μη γελαστείς και της ανοίξεις, πίσω περιμένουν οι άλλες. Λέξεις με χρώματα, φωνές, οσμές και γεύσεις. Λέξεις ανάλαφρες κι άλλες με όγκο και βάρος. Άλλοτε λείες σα βότσαλα ή αιχμηρές λεπίδες, πυκνές ή διάφανες, συμπαγείς ή αιωρούμενες, ασπρόμαυρες ή πολύχρωμες.
Μη γελαστείς, θα σε παγιδέψουν. Να είσαι μαζί τους καχύποπτος. Αν ξεχαστείς θα σε μπερδέψουν, θα βάλουν τρικλοποδιές, θα σε πλανέψουν. Και τότε… θα χάσεις την ούτως ή άλλως επισφαλή ισορροπία που με κόπο εξασφάλισες και θα βρεθείς στο κενό. 
Στο κενό παραμονεύει το σκοτάδι. Μια λέξη αν όχι ένοχη, απαραιτήτως ενοχοποιημένη. Φταίει ο ήχος που τη συνοδεύει, οι συνειρμοί και οι παραπομπές που ανακαλούν άλλες πομπές λέξεων. Σκοταδισμός, σκοτοδίνη, σκότος… Το αρχαιοελληνικό «σκότος» για παράδειγμα σε οδηγεί στο «σκοτώνω». Λέξη διόλου αθώα που δε συγγενεύει μόνο ηχητικά με το σκότος. Το σκότος ευνοεί τους σκοτωμούς. Τους καλύπτει, ίσως και να τους υποκινεί. Όπως και να ‘χει είναι ύποπτο. 
Το σκοτάδι ωστόσο είναι άλλο πράγμα. 
Λέξη κραυγή σε προ(σ)καλεί να την ακολουθήσεις. Η ενοχή της ενεδρεύει στην κατάληξη. Το σκοτάδι πέφτει το βράδυ. Δεν υπάρχει φως, δεν έχει… φεγγάδι. Πυκνό της νύχτας το υφάδι. Λέξη απέραντη, χωρίς σχήμα. Γι’ αυτό δεν έχει ψεγάδι. Λέξη ατέρμονη. Ατέρμονη πτώση, δίχως όρια, δίχως πάτο. Βαθύ σκοτάδι σε βαθύ πηγάδι. Ανέκφραστο σκοτάδι. Συνομοτεί εναντίον σου. Δε βρίσκεις στην πορεία σου σημάδι. Σκοντάφτεις και πέφτεις. Στο δίχως πάτο πηγάδι.
Καθώς πέφτεις η κραυγή σου χτυπά στα τοιχώματα του πηγαδιού κι επιστρέφει ενισχυμένη: «Σκοτάδι…άδι…άδι…Άδη…Άδη…». 
Ακόμη κι αν σ’ ακούσει ο ανύποπτος περαστικός, απλώς θα αναρωτηθεί: «Ποιος άδει;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου