Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Καλώς ορίστε τον Παντελή Ματομπούκαλα!

ιστορία του Κάρολου του Μαύρου Σκώληκα
Όταν ήμουν μικρός, τόσο μικρός που τους μεγάλους για να τους δω στα μάτια έπρεπε να σηκώσω το κεφάλι μου προς τον ουρανό και να πατήσω στης μύτες τον ποδιών μου που συχνά, θα το παραδεχτώ τί ντροπή είναι, έκανε τόσο πόνο που ακόμα κι όταν πατούσα κανονικά στα πόδια μου πάλι πονούσαν για λίγο, μέχρι που πέρναγαν μόνα τους . Ή έπρεπε οι μεγάλοι απλά να σκύψουν, κατά πολλούς πράγμα αδύνατο . Για να ήμουνα τόσο κοντός δηλαδή μάλλον κοντά στα έξι θα ήμουνα. Τότε γνώρισα τον Λάκη ...
Τότε , μέναμε στην οδό Αμυμώνης 47 στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας, παλιάς .Της μαμάς πολύ της άρεσε η οδός Αμυμώνης, ήταν λέει χαρά θεού .Κάθε άνοιξη που ανθίζανε τα δέντρα και τα λούλουδα, και ζέσταινε ο καιρός σου άνοιγε η ψυχή. Τα καλοκαίρια μοσχοβολούσε καρπούζι και βασιλικά από τα απέναντι μπαλκόνια.
Και όταν έριχνε της πρώτες βροχές, το χώμα μύριζε και σε ταξίδευε στα πρώτα χρόνια του Χειμώνα , χάρη που η Αμυμώνης ξάπλωνε στην άκρη της πόλης ,κοντά σε περιβόλια και χωράφια.  Άσε δε που το χειμώνα τα απόνερα από  της βροχές της μάνας σου στεγνώνουν στο άψε σβήσε με της καινούριες αποχετεύσεις του δημάρχου , συμπλήρωνε ο μπαμπάς και της τσιμπούσε το μάγουλο. Αυτό το χιούμορ του ήταν περίεργο .Όλοι το έλεγαν.
Τα βράδια, όταν την άλλη μέρα δεν είχα σχολείο, της Παρασκευές και τα Σάββατα δηλαδή και παρά της αντιρρήσεις της μαμάς, εγώ και ο μπαμπάς παίζαμε ΟΥΦΟ , ξέρεις αυτά τα ηλεκτρονικά που τα βάζεις στην τηλεόραση, και παίζαμε μέχρι αργά .Ποτέ δεν κατάλαβα τους μεγάλους ,από  τη μία  όχι  μη -όλη την ώρα -με αυτά τα ΟΥΦΑ από  την άλλη να παίξουνε και αυτοί ''λίγο''...Μία φορά ένας φίλος μου μού είχε πει  ότι η μάνα του τον είχε βάλει να μαγειρέψει για να παίξει αυτή με το ΟΥΦΟ; Είναι τρελή! μου είχε πεί. Και άδικο, δεν είχε.
Όταν νικούσα . Κατά-νικούσα τον μπαμπά στο μποξ και τα υπόλοιπα κλαπατσίμπαλα -όπως τα έλεγε- ήταν η ώρα για ύπνο. Η ημέρα που γνώρισα το Λάκη ήταν μια από αυτές της μέρες ,της ελάχιστες μέρες που είχα -ναι- γνωρίσει την ήττα..
Ήμουν ξαπλωμένος στο δωμάτιο μου .Λίγο πριν να κοιμηθώ .Δίπλα μου επάνω στο κομοδίνο, ίσα που έφεγγε μια λάμπα νυκτός πού 'χε ζωγραφισμένα επάνω της κάτι ψάρια .Μικρά και μεγάλα και σε διάφορα χρώματα . Απέναντι ήταν το μπαουλάκι  με τα παιχνίδια, που ήταν πάντα ανοιχτό έτσι ώστε όλοι οι στρατιώτες, η καμηλοπάρδαλης, τα λιοντάρια και άλλα ζώα, ,οι καουμπόηδες ,μινιατούρες φύλλων από όλο τον κόσμο και διάφορα ρομπότ (Αμερικάνικα και Ιαπωνίας), τα τουβλάκια (για ηλικίες 2-4 και 4-9 σε διαφορετικά πακέτα), δύο μπάλες πλαστικές και τέσσερις ευχούληδες , να μπορούν να πάρουν ανάσα. Και βέβαια να βλέπουν και τι γίνετε στο δωμάτιο .Από αυτή τη μεριά ακούστηκε ένας ήχος που ήταν σαν κάτι να έπεσε κάτι μαλακό ή σαν βεντούζα καλύτερα που ξεκολλάει απ το τζάμι ή ένας ήχος να,όπως βάζεις το δάχτυλο σου στο στόμα και το τραβάς κάπως πλάγια και γρήγορα . Τλούπ!
Και τι να δω; Μέσα από ένα μικρό σύννεφο σκόνης πετάχτηκε σαστισμένος ένας σκαντζόχοιρος !  Στεκόταν στα δυο του πισινά πόδια και φορούσε ένα σακάκι καφέ ανοιχτό .Με το αριστερό του χέρι κρατούσε μια σακούλα πλαστική και είχε λίγο κοιλίτσα. Είχε βαλμένα κάτι μαύρα γυαλιά ηλίου ,που στο λόγο μου, ήταν τα ποιο μουράτα γυαλιά ηλίου που έχει φτιάξει ο άνθρωπος ή ο ...σκαντζόχοιρος!
-Μην σας ανησυχώ! Λέει και έρχεται προς το μέρος μου σκοντάφτοντας εδώ και 'κει μες το σκοτάδι.
Ομολογώ πως τρόμαξα για τα καλά όταν τον είδα ,αλλά κάτι παράλληλα με κρατούσε από το να αρχίσω να καλώ σε βοήθεια.
-Ποιος είσαι; Τον διέκοψα και χαμογέλασα αμήχανα.
-Ω συγνώμη! είπε αγχωμένος -Το όνομα μου είναι Παντελής Ματομπούκαλας ! Αλλά μπορείς να με φωνάζεις Λάκη! Και άπλωσε το χέρι να με χαιρετήσει .Μόνο που αντί για τη μεριά μου στράφηκε προς το κομοδίνο και τη λάμπα νυκτός.
-Φίλε, αυτή είναι η λάμπα ,εγώ είμαι εδώ. Και κούνησα το χέρι μου για να με δει.
-Φίλε να σου πώ κάτι:  Λάκης, και σε περίπτωση που δεν έχεις πάρει γραμμή δέ βλέπω,Χριστό! Είμαι τυφλός!  Ζώ στο σκοτάδι που λένε .Και γέλασε για λίγο. Αφού ακούμπησε την σακούλα του ψαχουλεύοντας επάνω στο κρεβάτι μου , έβγαλε από μέσα μια χούφτα φιστικιά και ξεκίνησε να τρώει με μανία.
-Ξέρεις αυτά τα ταξίδια στο χωροχρόνο σου ρίχνουν την πίεση . Και το αλάτι σε φέρνει στα ίσια σου!
-Ποια ταξίδια; Ποιό χωροχρόνο; Εγώ είμαι έξι χρονών του είπα
Μα δεν είπε τίποτα. Στάθηκε μες το σκοτάδι και μύρισε τριγύρω .Έπειτα, έβγαλε από τη σακούλα μια μακριά μαγκούρα και με ένα χτύπημα τον δακτύλων του κρατούσε ξαφνικά ενα σκαμνί. Το ακούμπησε κάτω και κάθισε. Πλάτη στο κομοδίνο και πρόσωπο στο μπαουλάκι με τα παιχνίδια.
-Λοιπόν για να δούμε... χα χα χα είμαι και λίγο χιουμορίστας ´´δούμε´´....
-Τι θα κάνεις τώρα;
-Α τώρα φιλαράκο μου βολέψου καλά-καλά στο κρεβάτι σου και κοίτα!
Χτύπησε τη μαγκούρα του πάνω στο χαλί μια φορά και μέσα από το μπαούλο ξεπήδησαν όλα τα τουβλάκια και έχτισαν ένα πολύχρωμο τοίχο. Πίσω του είχαν βγει απο το πακέτο τους όλα τα φανταράκια και με βηματισμό παρέλασης ήρθαν μπροστά από πολύχρωμο κτίσμα .
Παρατάχθηκαν, στοιχίστηκαν και ο επικεφαλής αξιωματικός έδωσε: Προσό-χη!
Ένας γδούπος ακούστηκε από τον ουλαμό. Ο αξιωματικός συνέχισε: Τα όπλα αποθέσα- τέ! Όλα τα φανταράκια άφησαν τα όπλα εμπρός από τον τοίχο και έκατσαν και πάλι σε θέση προσοχής.
Μετά από λίγο άρχισε να τρίζει σα να κάνει σεισμό και ο τοίχος με να μπαμ έγινε χίλια κομμάτια. Έπειτα οι φαντάροι έλυσαν τους ζυγούς και έφυγαν.
Ο Λάκης έγειρε λίγο να με αφουγκραστεί , μα εγώ δεν κούνησα ρούπι.
Κοίταξε και πάλι εμπρός και χτύπησε τη μαγκούρα δυο φορές τώρα. Τούκ τούκ!
Ξαφνικά ξεκίνησε να φυτρώνει βλάστηση τροπική εκεί μπροστά απ το μπαούλο και από μέσα του πήδησαν μινιατούρες μέλη της φυλής των Αφρικανών Μασά' ι'. Έστησαν μια φωτιά εκεί στη μέση και ξεκίνησαν να χορεύουν λαλάζοντας, ένα χορό σαν κι αυτό της βροχής άμα ξέρεις. Κάτι ασπίδες και δόρατα να έβλεπες που σαν αυτά δεν είν' άλλα. Και τόξα είχανε-πώς- από τα πιο ωραία και ευλύγιστα ξύλα. Τα πόδια τους χτυπούσαν το χώμα ρυθμικά και λίγο πιο πίσω μια φιγούρα βαρούσε 'να τύμπανο και όσο ποιό βαθιά στο σκοτάδι να κοίταζες τόσο περισσότερες μορφές γυναικείες να βλέπεις. Σε λίγο οι ήχοι του χορού και της φλόγας σταμάτησαν και σαν καπνός που τον πήρε αεράκι , όλα χάθηκαν.
Ο Λάκης ψιθύρισε – Μαγκάκο, πιάσε το χέρι μου. Και το χέρι του άπλωσε χωρίς πρός τα εκεί του να βλέπει. Εγώ στην αρχή λίγο δείλιασα μα στη συνέχεια το είχα κιόλας ξεχάσει. Το χέρι μου άπλωσα, και στο πρώτο άγγιγμα σαν να μπήκαμε κι οι δύο από μια πόρτα σιδερένια και με τζαμαρία μεγάλη σε καφενείου μικρή αίθουσα. Όλα ήταν στημένα για την παράσταση. Ένας μπερντές να καμαρώνει κοντά στον τοίχο και από κάτω να περιμένουν άδειες καρέκλες. Κάτσαμε κοντά στη μέση και δεξιά. Μετά από λίγο μαζεύτηκε κόσμος, κι ήταν σαν να τους ήξερα κι όχι. Ο μπάρμπα Κώστας ο Γιακούμ, ο Σταμάτης ο Μπάμιας , ο δεκαδύος , ο Στράτος ο κεκές και ο καλαφούκιας ο Φώτης. Σε λίγο μια θεία έσβησε ό,τι φως και λαμπάκι υπήρχε και μόνο ο μπερντές μας φωτίστηκε.
Μπροστά του έπεσε μια τραγική μαριονέτα. Κάτι κουρέλια φορούσε για ρούχα και για μαλλιά του είχανε βάλει κάτι στάχια. Στο γόνατο έπεσε το 'να και είπε:
-Τόσα είπα και άκουσα και ακόμα , δεν ξέρω. Ζω εγκλωβισμένος στης λέξεις , άλλο θέλω να πω και άλλο βγαίνει. Δε δουλεύω και χρόνο δεν έχω. Δεν έχω φίλους γιατί στάχια έχω για μαλλιά και κουρέλια φορώ για ρούχα, παρ όλα αυτά όταν μου μιλούν δεν αποκρίνομαι. Μάλλον βαριέμαι να πω, τι να πω αφού τόσα είπα και τόσα άκουσα και ακόμα δεν ξέρω. Παράπονο δεν έχω, έχω τους σπάγκους να με κουνάνε. Σηκώθηκε , υποκλίθηκε και 'φυγε. Ένας γέρος της πρώτης γραμμής, ζαρωμένος και νωχελικός, σηκώθηκε και είπε: Η παράστασις έλαβε τέλος!
Όμορφα, σκέφτηκα .Καιρός για κανα ΟΥΦΟ ίσως ο Λάκης να μην ξέρει πώς παίζουνε πακ μαν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου