Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Το νερό του έρωτα


έργο της Σωσώς Ζερό




Όλα δικά σου, διάφανα
Ο ιδρώτας και οι υδρατμοί στο παράθυρο από τα χειμωνιάτικα χνώτα μας..
Το κελάρυσμα σου θυμωμένο μέσα κι έξω μου,
Το νανούρισμα του νερού σου στάλα-στάλα στα στεγνά μου χείλη,
Τα γλυκά σου δάκρυα δυό βρύσες συγχώρεσης,
Όλα νερένια, όλα δικά σου.


Έχω μείνει εδώ, γεμάτη από την καλοκαιρινή υγρασία σου και περιμένω να ξανάρθεις,
Μια παλίρροια ολόκληρος
                         με κύματα να πέσεις πάνω μου,
να σπάσει για πάντα ο πάγος σου.-

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

θα πείτε το νερό...νεράκι



«Δεν ξέρω με τι όπλα θα γίνει ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει με ξύλα και πέτρες».                                            
  Άλμπερτ Άινσταιν

«Δεν ξέρω για ποιό λόγο θα γίνει ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, αλλά ο τέταρτος θα γίνει για το νερό»
 Θεμιστοκλής Σκουληκότρυπας


Ως άρδην διαγραφείς από το κενοφανές βιβλίο των προσώπων, αγγλιστί facebook, ως πρόσωπο ανύπαρκτο και συνάμα ύποπτο για παράνομες συμπεριφορές και συλλογιζόμενος την πορεία αυτής της ολοκληρωτικής πραγματικότητας που με περιβάλλει και κατά πόσο αυτή δύναται να επεκταθεί, ταξίδεψα μερικά χρόνια αργότερα, πράγμα που δεν είχα κάνει μέχρι τώρα, για να δω με τα ίδια μου τα μάτια τη κατάντια της ανθρώπινης κοινωνίας λίγο πριν τον αιώνα της Μεγάλης Κατάθλιψης.
Παρακολούθησα λοιπόν με πάθος και ιδιαίτερη περιέργεια τη διεξαγωγή του τετάρτου παγκοσμίου πολέμου στη ιστορία της ανθρωπότητας με θέμα το νερό. Το σκηνικό είχε στηθεί ακολούθως:
Η κοινωνία της ελεύθερης αγοράς είχε κυριαρχήσει ολοκληρωτικώς. Ο δημόσιος χώρος και το δημόσιο αγαθό είχε σβηστεί από τη μνήμη των πολιτών. Τα πάντα ήταν ιδιωτικά και εμπορεύσιμα. Υλικά, φαγώσιμα, εργαλεία, μηχανήματα, ιδέες, συναισθήματα, πλατείες και ακρογιαλιές, δρόμοι, σχολεία, τράπεζες, νοσοκομεία, τα πάντα. Εμπορεύσιμο υλικό ήταν επίσης ο αέρας, το νερό κι ο ήλιος. Όταν έγινε και γνωστό στο ευρύ κοινό το τέλος της αυτοκρατορίας του πετρελαίου, οι μετοχές τους εκτοξεύτηκαν εν μια νυκτί. Όλος σχεδόν ο πλανήτης πούλαγε κι αγόραζε μανιωδώς εκατομμύρια κιλοβατώρες ηλιακής, δυναμικής και αιολικής ενέργειας, κράταγε στοκ για τυχόν άνοδο των τιμών και τα  στοιχειά της φύσης του δίνονταν πλουσιοπάροχα. Όλα εκτός απ’ το νερό. Το άτιμο το νερό.
Το νερό δυστυχώς, έχει λιγότερες αντοχές. Παρουσιάζεται πιο ευαίσθητο σε περιβαλλοντολογικές μεταβολές σε σχέση με τον ήλιο και τον αέρα και δεν αναδημιουργείται σε μεγάλες ταχύτητες. Τουλάχιστον όχι τόσο μεγάλες όσες θα ήθελε η ελεύθερη αγορά.
Μια έρευνα της εποχής έδειξε πως ο πλανήτης αν δεν βρει άμεσα κάποια λύση στην έλλειψη νερού θα συρρικνωθεί πληθυσμιακά κατά 60% μέσα στα επόμενα εκατό χρόνια. Επικράτησε πανικός. Η μετοχή του νερού ανέβηκε κατακόρυφα και ξεπέρασε για πρώτη φορά τη τιμή του άχρηστου χρυσού. Οι επενδυτές που είχαν στη κατοχή τους χαρτιά νερού( κάποιοι από αυτούς φημολογείται πως ενίσχυαν το πρόβλημα και εμπόδιζαν επιστημονικές προσπάθειες γρήγορης παραγωγής ύδατος) δάνειζαν πανάκριβα ομόλογα δυναμικής ενέργειας σε χώρες και λαούς, οδηγώντας τους στη πείνα και την εξαθλίωση. Ταυτόχρονα κράταγαν ανέπαφα, τεράστια αποθέματα στοκ τόσο για τους ίδιους και τους απογόνους τους, όσο και για τη δημιουργία υπεραξίας του προιόντος.
Κατόπιν όλων των παραπάνω μια νέα έρευνα έδειξε πως η κίνηση των επενδυτών να κρατάνε αμπαρωμένους τους τόνους νερού και να μην τους ρίχνουν στη κατανάλωση μειώνει την ετήσια παραγωγή φυσικού ύδατος κατά 40% και επιταχύνει κατά  διάστημα πενήντα χρόνων την μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού.
Ακολούθησε μια περίοδο διεθνών διαπραγματεύσεων, συνομιλιών και συμμαχιών που κατέληξε στο πόλεμο σχεδόν του μισού πλανήτη με τον άλλο μισό.


Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

ξόρκι αρμένικο

έργο του Διάκενου Καλλιπολίτη

Περίπου τρεις το πρωί  και μπαίνω στο σπίτι. Προηγήθηκε χαλαρή βόλτα με φίλους δίπλα στη θάλασσα, μάλιστα φτάσαμε στο τελευταίο ακρογιάλι της πόλης. Κοιτώ το εσωτερικό του μικρού μου σπιτιού, «μα τί ακαταστασία είναι αυτή» αναλογίζομαι κι έτσι σκέφτομαι περί μαγείας.
Γιατί μαγεία σημαίνει ακαταστασία.  Σαν ν’ αρπάζεις το μήλο της πραγματικότητας και ν’ αφαιρείς τη φλούδα του με άτακτες δαγκωματιές. Ακόμα κι ο χοντρός ήλιος ένα μήλο είναι, μ’ όλο του το φως. Φως επιθετικό που κάνει έναν διοπτροφόρο αλλά εντελώς στραβό κύριο να παρατηρεί τη μύγα και το μυγόχεσμα. Βεβαίως και πάνω απ’ όλα, τα εξετάζει  ρ ε α λ ι σ τ ι κ ά. Θα το ξομολογηθώ, κάπως έτσι φαντάζομαι τους κουστουμαρισμένους τζέντλεμαν που μας παρατηρούν. Βασικά πρόκειται για σκέτα γυαλιά, ένα τεράστιο ζευγάρι από μαύρο ελεφαντόδοντο που μας πλησιάζουν και κοιτούν με περιέργεια γέρνοντας σαν σκιάχτρα.
Τότε η  μαγεία έρχεται να διεκδικήσει αυτή τη χαμένη σκοτεινιά, αυτή που μας πήρε φωτίζοντάς την ο κλέφτης ήλιος. Ωσάν καουμπόης του Άλαμο φυλάω με τουφέκι άγριο τη μαγεία και τι νύχτες χωμένος στο μυστικό σκοτάδι πλαγιάζω μαζί της. Η μαγεία γυμνώνεται και με καλωσορίζει μ’ ένα φιλί. Ο αληθινά φαντασιόπληκτος άνθρωπος μπορεί να νιώσει το φιλί της παντού: σε μια βόλτα με δυο φίλους δίπλα στη θάλασσα, σε μια μουσική που καλεί σε πτήσεις, όταν φαντασιώνεται μια νεαρή αρμένισσα να πλαγιάζει δίπλα του και του δίνει ένα φιλί. Εδώ ο νεαρός ήρωας του Διονυσίου Σολωμού, μπρος στον τρομερό καρχαρία, μπρος στον ίδιο το Σατανά, δεν έχασε το θάρρος του. Μου είπαν ότι την προηγούμενη νύχτα είχε κοιμηθεί με τη μικρόστηθη μελαχρινή αρμένισσα. Η κοπέλα την ώρα του ηλιοβασιλέματος τον κατέβασε στο τελευταίο ακρογιάλι της πόλης και πιάνοντας τον απ’ το χέρι του έδειξε μια μυστική σπηλιά. Στάθηκαν κι οι δυο στην είσοδο της θαλάσσιας σπηλιάς κι αφουγκράστηκαν το πηγαινέλα των ρευμάτων.
Το κορίτσι κοίταξε τον Άγγλο με τα μελιά της μάτια και είπε χαμογελώντας:

«Η λιακάδα μπαίνει κοράκι, μα βγαίνει νερό».


Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2011

Η Λίμνη Της Σιωπηλής Απώλειας...


έργο του εικών



.Η γεύση του Θανάτου
..τρύπα σαν κεντρί
..και νιώθει την Ανωμαλία
..του "Ζωντανού''

..την μια ξεχνάς τί είσαι....
..κ την άλλη είσαι μόνος..
..κοιτάς τα άνθη..
..ενώ βυζίσονται στα χλωμά νερά της..

..Μόνο το κρύο ήταν αυτό..
..που έλουζε το κενό..
..και σου κρατούσε συντροφιά..

..την ώρα που η Μελαγχολία...
..περίμενε τα δεσμά να σπάσουν...
..Χρωμάτιζε μια μισοάδεια κλίση..
..κατηφορική...
..πεσιμιστική..

..Τα νερά της λίμνης..
..όταν τα γεύεσαι..
..το δηλητήριο.. κυλά..
..μέσα σου...

..δεν μιλάς..
..αρχίζεις να λησμονείς..
..τα πρώτα σου παραμύθια...

..και  όταν τα φύλλα άρχισαν να μαραίνονται...
..στο βυθό της..
..θέλεις να σκεφτείς αν είναι Δειλός ο Χρόνος
..ζητάς από εκείνη..
..το φυλακτό σου..
..για Συγχώρεση

..θες πολύ να μιλήσεις...
..αλλά βιάζεσαι......να Φύγεις

..''Φεύγεις''...
..και δεν ξαναγεννιέσαι...

..Όλα ήταν μια Γλυκιά Ανάμνηση..
..Που Έγινε Μανία.. στο Παράπονο σου

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011

rainbow


Θες να το δεις οικολογικά,
θες οικονομικά
δες το όπως θες το μήνυμα.
Η ουσία είναι μια:
Ζεις χωρίς νερό;
Πόσο έτοιμος είσαι να πολεμήσεις γι’ αυτό;

Στάσου και σκέψου το, μια στιγμή μονάχα…


έργο των


Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

πεθαίνοντας στο νερό

 διήγημα του Αλέξανδρου Κάππα



Έβλεπα φυσαλίδες κι έναν αστερία από χαλάζι —έγινε σήμερα το απόγευμα, το έκανα για να σε θρηνήσω— τα χάπια, το κενό που άφησες —οι φωνές, το ξεχείλισμα, ένα μεγάλο σάβανο από νερό.

Έβλεπα πρόσωπα ανέκφραστα. Επιβάτες λεωφορείου που κοιτάζουν αδιάφορα, αναμνήσεις σαν γρατσουνιά μιας γάτας που κανείς πια δεν θυμάται τ’ όνομά της.

Στο βάθος, μια αυγή από νερό. Πίσω απ’ τα ξένα πρόσωπα, στην άκρη της σήραγγας —όμως ακόμη δεν μπορούσα να φτάσω εκεί, έπρεπε να κολυμπήσω και δεν είχα δυνάμεις— κλαδιά με φυτρωμένες ανεμώνες —ο λαιμός μου ένα κέλυφος ανάμεσα στον ύπνο— τα μάτια ανοιχτά από αγωνία, φοβόμουν πολύ —μπορούν σ’ αυτό το μέρος να υπάρχουν ακόμα κίνδυνοι;

Η παλίρροια του νερού με ανέβαζε πίσω —αλλά όχι ακριβώς εμένα, όχι ακριβώς στη ζωή— την αίσθησή μου, τα δικά μου μάτια σ’ ένα περίβλημα που κάποτε ήταν σώμα —κάποτε, ίσως και αυτή τη μέρα, το σώμα μου ήταν μέσα στο δικό σου.

Κολύμπησα προς την πλευρά της πόρτας: το σπίτι πλημμυρισμένο στο νερό: όλα αιωρούνταν στις ρευστές ανάσες τους: νερό χαμένο στο διάβα του πρώτου κόσμου: όταν το οξυγόνο δεν είχε εφευρεθεί: όταν τα ρουθούνια υπηρετούσαν μόνο τις γκριμάτσες: όταν οι άνθρωποι έπαιρναν ύπαρξη από μια κουρδισμένη αντλία που ένωνε το νερό με το αίμα.

Ένα φως έσπαγε το σκοτάδι του σαλονιού / είχε απομείνει ανοιχτό στο δωμάτιο / ποιος απ’ τους δυο μας το ξέχασε; / απλωνόταν στο σαλόνι και το έκοβε στα δύο / κατέβαινε χαμηλά στρώνοντας μια κίτρινη βεντάλια / έπιπλα μέσα σε διάφανες φυσαλίδες / τα χρυσόψαρα είχαν μείνει στο ενυδρείο από φόβο / κορνίζες, τασάκια, πολύχρωμες κορδέλες, ένα αρκουδάκι που χτυπούσε το ταμπούρλο του, μαύρες σακούλες με βιβλία που βρήκαν ευκαιρία ν’ αποδράσουν / μερικές φωτογραφίες / ίσως εσύ ανάμεσά τους / ίσως εσύ κι εγώ μαζί.

Δεν ήθελα ακόμα να μπω σ’ εκείνο το δωμάτιο. Συνέχισα να κολυμπώ στο σαλόνι και, καθώς απλωνόμουν μπροστά, ένα κοπάδι αστερίες πέρασε δίπλα μου, προχώρησε στη δέσμη κι έγινε εντελώς διάφανο πάνω στο φως. Κοίταξα καλύτερα. Όλα τα πλάσματα του πρώτου κόσμου τριγυρνούσαν με σοβαρότητα στο σαλόνι. Ψάρια σε διάσπαρτους σχηματισμούς, ένας υδρόβιος κύκλος υπνοβατών, κρίκοι τελετουργικού χορού. Το πάτωμα έμοιαζε με χωμάτινο χαλί, διάστικτο από αυλάκια, σαν χαρακιές σε μια πελώρια παλάμη από άμμο. Τα φύκια λικνίζονταν σε τούφες, ένα κοχύλι έβγαζε τη γλώσσα μες απ’ την κοιλιά του, δυο σαλάχια σαν νυχτερίδες στην πρώτη βόλτα της βραδιάς. Είδα τα νεογέννητα αυγά να στροβιλίζονται γύρω απ’ τα ψεύτικα κεριά του πολυέλαιου και τις σκιές τους να τρεμίζουν στην οροφή καθώς έπεφταν, αργά αργά, κυλώντας ύστερα μέσα στη ζαλιστική θαμπάδα των πεταλίδων, αποφεύγοντας τις ρουφήχτρες, συνεχίζοντας την πορεία όσο χρειαζόταν για να επωαστεί η εσωτερική τους ζωή —σταγόνες απ’ τους σταλακτίτες του πρώτου κόσμου—, κι όλος αυτός ο κόσμος, μυστικός αλλά χαρούμενος, δεν σταματούσε ν’ ανακατεύεται με τα πράγματα του σπιτιού που, όσο περνούσε η ώρα, φαίνονταν όλο και πιο άγνωστα, όλο και πιο ξένα / ό λ ο π ι ο ξ έ θ ω ρ α απ’ το νερό του θανάτου μας.

Έφτασα στο παράθυρο. Η λεωφόρος καρφωμένη στον πυθμένα. Ένας πίνακας που βυθίστηκε σε γυάλα, τα χρώματά του έλιωσαν και απλώθηκαν οι αμέτρητες αποχρώσεις του νερού. Είδα τα κύματα να φουσκώνουν τα λοφία τους σαν παλλόμενα σεντόνια, είδα τις μελανές αντανακλάσεις του γαλάζιου που κυλούσαν πάνω στα βράχια της ασφάλτου, ανάμεσα σε μαγαζιά και περίπτερα, δίπλα από σπήλαια μ’ ορθάνοιχτα στόματα και φάλαινες σαν ξαπλωμένους λόφους. Κι είδα τους καταρράχτες να ισορροπούν στην κορφή της γέφυρας με τα σταματημένα αυτοκίνητα, και τις ασημένιες σκιές των ψαριών να κολυμπούν γύρω από μια μεγαλύτερη σκιά: κήτη που ροκάνιζαν το μαύρο περίβλημα του φεγγαριού.

Κολύμπησα πίσω στο σαλόνι ακολουθώντας το φωτεινό νήμα, μπήκα στο δωμάτιο κι αντίκρισα εκεί έναν σωρό από πράγματα που αιωρούνταν με κάποια συμμετρία —λες και υπήρχαν διαφορετικές στάθμες μέσα στο ίδιο νερό—, ένα μεγάλο κολλάζ από πρόσωπα, μια πολύχρωμη ακολουθία από μπίλιες, ρούχα και παπούτσια και κοσμήματα που πρέπει να φορέθηκαν από κάποιους, πρέπει ν’ αγαπήθηκαν από κάποιους, πια δεν ήξερα από ποιους, αλλά θυμόμουν πως δεν ήμουν μόνος πριν φύγω, θυμόμουν κάποιον ακόμη, τα χέρια που φορούσαν αυτά τα γάντια, τα ίδια χέρια που διάλεξαν εκείνη την κλεψύδρα με το πράσινο υγρό, τόσο παράταιρο τώρα, μες στο υγρό του ταξιδιού μου, τόσο παράταιρα όλα, μες στο χάος της λήθης, τόσο παράταιρος εγώ, μες στα συντρίμμια της παλιάς ζωής που έβγαιναν στην επιφάνεια όπως τα απομεινάρια ναυαγίου, ένα κατάρτι, μια πλώρη, ένα πανί, που ακόμα κι αν τα ενώσεις ποτέ δεν θα ξαναφτιάξεις το καράβι, γιατί το καράβι χάθηκε, το καράβι ανήκει στο χτες, και ποτέ ξανά, αγάπη μου, δεν θα ταξιδέψουμε μαζί του.

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Θάλασσα

του Dalikeri




Θάλασσα γλώσσα 
Αρχίζει να 
Λέει όλα όσα άκουσε 
Από τα χείλη των κυμάτων λέξεων που 
Σκύβουν πάν’ απ’ την υγρή τους μάνα 
Στροβιλιζόμενα γύρω από τον νάρκισσο εγωισμό τους 
Αυθαίρετα κι αδιάφορα.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Υγρός συνειρμός


του Mario Kolopleni

πέτρινος ελέφαντας ή Βαριά Σκιά

Σε ένα προηγούμενο άρθρο μου ( οι φανατικοί μου αναγνώστες θα το θυμούνται) είχα γράψει πως το να κάνεις βόλτα στη Νapoli μοιάζει με περπάτημα στην άκρη  του κόσμου, μπορεί  και στο τέλος του. Είχα χρησιμοποιήσει τότε περισσότερο λογοτεχνίζον ύφος καθώς και στίχους αλλά το γενικό νόημα, το ρεζουμέ που λένε, το ίδιο παραμένει. Αν έρθεις στη Napoli καλέ μου ξένε και περπατήσεις το λιμάνι της και συ το ίδιο θα αισθανθείς. Ξαφνικά η γη θα γίνει για σένα μια ευθεία γραμμή και συ θα βρίσκεσαι στην άκρη της. Αν τώρα ψάχνεις απάντηση γι αυτό που σου συμβαίνει μην χολοσκάς, θα στη πω εγώ: είναι το νερό.
Όλα ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν όταν το μέρος ήταν απλά μια φλεγόμενη γη. Λάβα έβγαινε απ’ όλα τα σημεία του εδάφους και ο αέρας ήταν αποπνιχτικός και επικίνδυνος. Λίγο αργότερα όλη αυτή η λάβα και η φλεγόμενη γη στερεοποιήθηκαν και έγιναν χώμα. Το χώμα άρχισε να εκπνέει οξυγόνο και γέννησε τα σύννεφα. Τα σύννεφα συγκρούστηκαν μεταξύ τους και ιδού…γεννήθηκε το νερό. Η αρχή του μυστηρίου.
Το νερό ως ρευστό είναι τρομερά διεισδυτικό. Κατάφερε λοιπόν να εισχωρήσει σε κάθε απόκρυφο σημείο γης και να το διαφθείρει. Ταυτόχρονα στη γη, τα υπολείμματα
της εκρηκτικής κατάστασης των πρώτων χρόνων της, έκαναν το χώμα ευάλωτο και τρωτό. Αποτέλεσμα το νερό ν’ αποτελεί μέχρι τις μέρες μας τη μία και μοναδική παγκόσμια αυτοκρατορία.
Πετάω πάνω απ’ τη Napoli εκείνες τις ιστορικές μέρες. Από κάτω μου μόνο γη, να κοχλάζει και  να λυσσά . Ψηλά και άγονα βουνά και πεδιάδες. Στα πέρατα του ματιού μου λαοθάλασσα πολιορκεί το μέρος εδώ και καιρό. Μάχη αδυσώπητη. Φωτιές πετάγονται από παντού σαν φωνές πολέμου. Ξαφνικά το χώμα τρώγοντας την σάρκα του για μέρες υποχωρεί. Στο βάθος ξεκινούν τεράστια κύματα, πομπή θριάμβου. Οι κάπνες της πολιορκίας μου σβήνουν τη θέα και μόλις η βουή εξασθενεί εμφανίζεται στα μάτια μου το μαγευτικό και γαλήνιο ακρωτήρι της Napoli, ακόμη απάτητο.
Ένα ακρωτήρι δίνει από μόνο του την αίσθηση της άκρης και του τέλους αλλά δεν μας είναι αρκετό τόσο για την αίσθηση που θέλουμε να προσεγγίσουμε όσο και για τον λόγο να κάτσω να γράψω ένα ολόκληρο άρθρο. Η ιστορία μας λοιπόν έχει και συνέχεια.
Οι πρώτοι κάτοικοι τούτης της περίεργης γης , πολλά χρόνια αργότερα εννοείται, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο από το να  μετατρέψουν το μέρος σε λιμάνι. Το νερό με την ισχυρή του προσωπικότητα είχε επιβάλλει τους κανόνες του και στο ανθρώπινο είδος. Άλλωστε κατείχε το πλειοψηφικό πακέτο πάνω του. Τα πάντα χόρευαν στις βουλές του όπως και η μοίρα αυτού του τόπου.
Οι κάτοικοι με τον καιρό, τα χρόνια, την εξυπνάδα και την κουλτούρα, έχτισαν τείχη γύρω από το ακρωτήρι. Με αυτό τον τρόπο προστατεύονταν περισσότερο από τις εξωτερικές επιθέσεις. Το μέρος άρχισε να μοιάζει συνεχώς και αδιαλείπτως με σύνορο αυτοκρατορίας και η αίσθηση που κυνηγάμε δεν είναι πλέον και πολύ μακριά.
Τα τείχη, αρχαία γαρ, και λόγω του ότι η ανθρωπότης δεν δείχνει ενίοτε και το καλύτερο της πρόσωπο στα μνημεία και τον πολιτισμό, καταστράφηκαν. Έπρεπε να έρθει ο άγιος μεσαίωνας ( μοιάζει με το «άγιος παπαδόπουλος που λένε κάποιοι) για να μεταμορφωθεί ξανά το μέρος σε κοιτίδα της μοναξιάς και της απομόνωσης.
Οι μεσαιωνικοί κάτοικοι παρατηρώντας τα υπολείμματα των προηγουμένων τειχών και έχοντας οι ίδιοι αναπτύξει την δικιά τους σκοταδιστική αρχιτεκτονική πάντρεψαν το κύμα με το βράχο του. Τα αρχαία τείχη αντικαταστάθηκαν από μεγαλύτερα και περισσότερα. Το μέρος αυτοπερικυκλώθηκε ερμητικά και θύμιζε πια το κλασικά τρομοκρατημένο μεσαιωνικό φρούριο.
Χρόνια αργότερα ο μεσαίωνας αποτελεί αρχαιολογία. Τα απομεινάρια του απλωμένα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, γίνονται από τη μια αντικείμενο μελέτης των επιστημόνων και των ειδικών και απ’ την άλλη στοιχειώνουν τόπους και ανθρώπινες καρδιές. Όπως κι αυτό το ακρωτήρι.
Ένα χορταριασμένο πέτρινο καράβι, πεταμένο στη ξέρα, να το δέρνουν βασανιστικά τα ήρεμα κύματα. Τοπίο συντέλειας.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Ο Κόλπος


 ιστορία του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

Batemans Bay  από deviantart.com


Ξεκινάμε ένα πρωί στα μέσα του Μάρτη, η ώρα μόλις έχει χαράξει. Σχεδόν γύρω μας, πόλεις με κακόχτιστες και ατσούμπαλες πολυκατοικίες ,άσπρες και γκρι, που απ τα μπαλκόνια τους κρέμονταν η μπουγάδα και μερικές γλάστρες ψωνισμένες από τη λαϊκή αγορά. Στα στενά κάπνιζαν οι μικρέμποροι που έστρωναν την πραμάτεια σε πάγκους. Τα ρολά άνοιγαν νυσταγμένα .Ένας τρελός παρακάτω , κατωφέρνοντας την 25ης Μαρτίου έψελνε: Άνθρωποι! Κόσμε κοσμάκη συντοπίτες ! αγάπη συμπόνια, τίποτε άλλο ,όχι. Ενώ ένας άλλος ,με μια χούφτα χαρτοπετσέτες στριμωγμένες στη τσέπη του πουκαμίσου του, συζητούσε με τις αυλόπορτες και τα στενάκια της άλλης πόλη . Ημέρα Σάββατο .
Τ´ άστρα έπεφταν . Κι εμείς οι χάνοι, κοιτούσαμε. Χωριά σπαρμένα στις ράχες μας τίραγαν και ρώταγαν, η σκούφια μας από πού κρατά και που τραβούμε κατά ´κεί. Φοβερές βροντές πίσω ,προς τα βουνά της Τρίπολης.
-Κοίτα πατέρα μπουρίνι!
-Ναι ρε το είδα, και κρυβότανε από τα μάτια μου.
Μια αχτίνα από φως έσχισε τον Αργολικό κόλπο. Τα νερά ταράχτηκαν λίγο κι έπειτα ασήμωσαν χρυσάφι. Ένας γέρος , απ τη βάρκα μας , που μας κοιτούσε για ώρα αμήχανος είπε:
- Χαρά θεού παιδί μου. Τύχη και κατάρα . Τον κοίταξα μα δεν έβγαλα άχνα .
Μπροστά μας θάλασσα ανοιχτή που την πηγαίναμε για ώρα. Ο γέρος έσβησε τη μηχανή και άφησε τη βάρκα λίγο να γλιστρήσει στο χρυσό που ακόμα τρεμόπαιζε. Μέχρι που έριξε άγκυρα λίγο πιο νότια απ το κέντρο του κόλπου. Φτάσαμε! Εδώ είμαστε, ώρα για δουλειά!
Σηκώθηκα από τη θέση μου και πάτησα ξυπόλητος πάνω της. Κοίταξα μακριά και πήρα ανάσα, φρέσκο αεράκι του τόπου, μου γέμισε τα πλεμόνια  και για μία στιγμή, νομίζω, δε σκέφτηκα.
-Τι ´ναι αυτά τώρα, είπε ο γέρος . Δεν τον κοίταξα. Κοίταξα όμως το νερό και το νοστάλγησα , με τράβαγε κάτι ανώτερο να βουτήξω και να με αγκαλιάσει όπως πρώτα. Να με φυλάξει ασφαλή για όσο είμαι ευάλωτος. Και έτσι έγινε, βούτηξα. Με ένα επιτόπιο άλμα βούτηξα μπόμπα όπως όταν ήμουνα έφηβος.
Άνοιξα τα μάτια και καταδύθηκα στο βαθύ μπλε και στο αχνό σκουροπράσινο. Ένα κοπάδι μέδουσες με συνάντησαν στα μισά του δρόμου πριν το βυθό και με προσπέρασαν ,αργά , υπομονετικά, ήσυχα.  Δυο γοργόνες , είδα στιγμιαία μου έκλεισαν το μάτι ερωτικά και έπειτα ένας αργόσυρτος υποθαλάσσιος ήχος . Βγήκα στην επιφάνεια και το μέτωπο μαζί με το πρόσωπο μου που ήταν μέσα στο αίμα μου φώναζαν.
Χαχανητά ακούστηκαν.
-Βρήκε πάτο ο μαλάκας!


Για το Σταύρο

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Κώλος


έργο της Λογοτεχνικής Πιπίτσας

milo manara

Η σύμβαση μίλαγε για καθημερινό βηματισμό. Εκείνος θα συμμετείχε όσες φορές τύχαινε να βρισκόταν εκεί. Δεν τον καλούσαν εκτάκτως. Εκείνος πήγαινε εκτάκτως αλλά οι υπερωρίες δεν υπολογίζονταν. Βημάτιζε πίσω της αργά από την μία άκρη του μπαλκονιού ως την άλλη και γινόταν ξανά παιδί μαζί της. Αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί, αριστερό, δεξί. Σταθερά και αργά, ενίοτε κοιτώντας από τον έκτο όροφο τους περαστικούς και τα σκυλιά τους. Δύο παιδιά, το ένα πιο μικρό απ’ τα’ άλλο που βαδίζουν μαζί μετρώντας. Δεκαέξι, δεκαεφτά, δεκαοκτώ… Στα πενήντα καίγεσαι ή ανάβεις τσιγάρο.

Ένα τσιγάρο ακόμα. Και θα ξαναπούν τις ημέρες της εβδομάδας, θα μετρήσουν τους μήνες κι από το ένα μέχρι το τριάντα. Η επανάληψη σώζει την μνήμη. Εκείνη πρέπει να την σώσει, το θέλει ή το θέλουν οι άλλοι. Εκείνος θέλει να δώσει στη μνήμη μια κλωτσιά, να διαγραφούν τα χιλιόμετρα και το κοντέρ ν’ αρχίσει να μετράει απ’ την αρχή. Στην πραγματικότητα δεν θέλει καθόλου κοντέρ. Δεν είναι ότι δεν ξέρει τι θέλει. Είναι ότι έπαψε να θέλει.

Τα βράδια λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος μπορεί σχεδόν να δει την μούχλα των τοίχων να ανεβαίνει αργά μέχρι το ταβάνι. Η δουλειά γίνεται την ημέρα, οι καρποί φαίνονται το βράδυ μαζί με το φεγγάρι. Αλλά οι γρίλιες του είναι πάντα κλειστές, διώχνουν ήλιους, φεγγάρια, μέρες και νύχτες. Ονειρεύεται την ώρα που το νερό θα περικυκλώσει μόνο την δική του πολυκατοικία και θα την ρουφήξει στη δίνη του. Κι εκείνος θα στροβιλίζεται μέχρι να μπει στη γη. Εκεί πάλι δεν θα ξέρει αν έχει ήλιο ή φεγγάρι, μέρα ή νύχτα. Και δεν θα τον ενδιαφέρει. Πάλι.

Ένα τσιγάρο ακόμα. Το μυαλό πρέπει να απασχολείται. Σ’ εκείνη συμβαίνει όταν είναι παρών εκείνος. Της πηγαίνει περιοδικά με χρώματα, έπιπλα, σχήματα και γλυκάκια. Το δικό του μυαλό έχει απασφαλιστεί. Φτύνει συνέχεια. Βαρέθηκε να ανέχεται την μαλακία γύρω του και να την κοιτάει σα να βλέπει αγώνα μποξ. Τα χασίσια έχουν σπανίσει κι η χειροβομβίδα μέσα στο μυαλό του ετοιμάζεται να (ξαμο)λυθεί λίγο πριν ξημερώσει, και να αστοχήσει.

Υπάρχει μια μηχανή που περιστρέφεται αόρατα γύρω του και πολλές από τις λεπτές γραμμές της τον κουνάνε μαριονετίστικα. Έχει μια αίσθηση ελευθερίας και κίνησης αλλά είναι ένα ψέμα σαν αυτά που σου λένε μικρός για να κοιμηθείς. Οι γραμμές της μηχανής αυτής τον απλώνουν σαν χταπόδι, τον τραβούν για να δοκιμάσουν την ελαστικότητά του. Ο χειριστής πρέπει να υπερεκτίμησε τις μπαλετικές του ικανότητες γιατί τώρα τελευταία είναι σε ένα ατελείωτο διάπλατο σπαγγάτο.

Ένα τσιγάρο ακόμα. Πότε θα έρθει εκείνο το νερό; Κι εκείνη χαμογελάει απόλυτα όταν το βλέπει. Η φθορά της τον γδέρνει όπως η κάθε μέρα στην δουλειά. Το δέρμα αποκολλάται λίγο λίγο και τα όρνια προσεχώς θα περιμένουν στην ουρά για να χορέψουν τον χορό του ξεσκίσματος με κομμάτια από τη σάρκα του. Στο γραφείο μυρίζει σαπίλα και του βουλώνει τα ρουθούνια. Η ομάδα κατεβαίνει πάντα με τον ίδιο απεχθή συνδυασμό εξασφαλίζοντας την ήττα. Πόσα παιχνίδια να παίξει που είναι αλλονών; Πώς γίνεται να κάνει έξωση στα παράσιτα στο κεφάλι του;

Ο ντιτζέι που συνέθεσε το μουσικό θέμα της ζωής του αποκοιμήθηκε κι ο σκηνοθέτης απεργεί. Και το νερό δεν έρχεται. Το δόσιμο κώλου αποδεικνύεται με πληθώρα συμβάσεων και εγγράφων τοποθέτησης και δεν ξεπλύνεται με όλους τους μπιντέδες του κόσμου. Κι εκείνη δεν έπαψε ποτέ να τον αγαπάει μέχρι το σημείο πνιγμού, χωρίς να αντιληφθεί ποτέ την δικιά του θύελλα που ήδη τον έπνιγε. Εκείνος αλλού, οπουδήποτε αλλού από εκεί που βρισκόταν, κυνηγούσε Δον Κιχώτηδες βασανιστές προσπαθώντας να τους χώσει πίσω στα κάστρα τους.

Όταν όμως η μουσική θριαμβεύσει και σκοτώσει τις παρεμβολές, θα τυλιχτεί σε σεντόνι καπνού και θα περιμένει το νερό που ξέρει ότι θα έρθει. Εκείνη μπορεί να την ξανασυναντήσει, κι ας μην τον θυμάται, κι ας του χάρισε την αρχή. Κι όλα τα ενδιάμεσα θα ξορκιστούν, θα πάψουν να σημαίνουν και όλες οι συμβάσεις θα έχουν λήξει. 

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

η Sakura λέει..


ετυμολογία και επιμέλεια της Sakura


Το "νερό" μεσαιωνικός τύπος που προέκυψε από το αρχαίο "νηρόν ὕδωρ" = φρέσκο νερό¨


"διάφανο νερό
μπλέ στη λίμνη βότσαλο άσπρο στο βυθό"