Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Ο Κόλπος


 ιστορία του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

Batemans Bay  από deviantart.com


Ξεκινάμε ένα πρωί στα μέσα του Μάρτη, η ώρα μόλις έχει χαράξει. Σχεδόν γύρω μας, πόλεις με κακόχτιστες και ατσούμπαλες πολυκατοικίες ,άσπρες και γκρι, που απ τα μπαλκόνια τους κρέμονταν η μπουγάδα και μερικές γλάστρες ψωνισμένες από τη λαϊκή αγορά. Στα στενά κάπνιζαν οι μικρέμποροι που έστρωναν την πραμάτεια σε πάγκους. Τα ρολά άνοιγαν νυσταγμένα .Ένας τρελός παρακάτω , κατωφέρνοντας την 25ης Μαρτίου έψελνε: Άνθρωποι! Κόσμε κοσμάκη συντοπίτες ! αγάπη συμπόνια, τίποτε άλλο ,όχι. Ενώ ένας άλλος ,με μια χούφτα χαρτοπετσέτες στριμωγμένες στη τσέπη του πουκαμίσου του, συζητούσε με τις αυλόπορτες και τα στενάκια της άλλης πόλη . Ημέρα Σάββατο .
Τ´ άστρα έπεφταν . Κι εμείς οι χάνοι, κοιτούσαμε. Χωριά σπαρμένα στις ράχες μας τίραγαν και ρώταγαν, η σκούφια μας από πού κρατά και που τραβούμε κατά ´κεί. Φοβερές βροντές πίσω ,προς τα βουνά της Τρίπολης.
-Κοίτα πατέρα μπουρίνι!
-Ναι ρε το είδα, και κρυβότανε από τα μάτια μου.
Μια αχτίνα από φως έσχισε τον Αργολικό κόλπο. Τα νερά ταράχτηκαν λίγο κι έπειτα ασήμωσαν χρυσάφι. Ένας γέρος , απ τη βάρκα μας , που μας κοιτούσε για ώρα αμήχανος είπε:
- Χαρά θεού παιδί μου. Τύχη και κατάρα . Τον κοίταξα μα δεν έβγαλα άχνα .
Μπροστά μας θάλασσα ανοιχτή που την πηγαίναμε για ώρα. Ο γέρος έσβησε τη μηχανή και άφησε τη βάρκα λίγο να γλιστρήσει στο χρυσό που ακόμα τρεμόπαιζε. Μέχρι που έριξε άγκυρα λίγο πιο νότια απ το κέντρο του κόλπου. Φτάσαμε! Εδώ είμαστε, ώρα για δουλειά!
Σηκώθηκα από τη θέση μου και πάτησα ξυπόλητος πάνω της. Κοίταξα μακριά και πήρα ανάσα, φρέσκο αεράκι του τόπου, μου γέμισε τα πλεμόνια  και για μία στιγμή, νομίζω, δε σκέφτηκα.
-Τι ´ναι αυτά τώρα, είπε ο γέρος . Δεν τον κοίταξα. Κοίταξα όμως το νερό και το νοστάλγησα , με τράβαγε κάτι ανώτερο να βουτήξω και να με αγκαλιάσει όπως πρώτα. Να με φυλάξει ασφαλή για όσο είμαι ευάλωτος. Και έτσι έγινε, βούτηξα. Με ένα επιτόπιο άλμα βούτηξα μπόμπα όπως όταν ήμουνα έφηβος.
Άνοιξα τα μάτια και καταδύθηκα στο βαθύ μπλε και στο αχνό σκουροπράσινο. Ένα κοπάδι μέδουσες με συνάντησαν στα μισά του δρόμου πριν το βυθό και με προσπέρασαν ,αργά , υπομονετικά, ήσυχα.  Δυο γοργόνες , είδα στιγμιαία μου έκλεισαν το μάτι ερωτικά και έπειτα ένας αργόσυρτος υποθαλάσσιος ήχος . Βγήκα στην επιφάνεια και το μέτωπο μαζί με το πρόσωπο μου που ήταν μέσα στο αίμα μου φώναζαν.
Χαχανητά ακούστηκαν.
-Βρήκε πάτο ο μαλάκας!


Για το Σταύρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου