Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

πεθαίνοντας στο νερό

 διήγημα του Αλέξανδρου Κάππα



Έβλεπα φυσαλίδες κι έναν αστερία από χαλάζι —έγινε σήμερα το απόγευμα, το έκανα για να σε θρηνήσω— τα χάπια, το κενό που άφησες —οι φωνές, το ξεχείλισμα, ένα μεγάλο σάβανο από νερό.

Έβλεπα πρόσωπα ανέκφραστα. Επιβάτες λεωφορείου που κοιτάζουν αδιάφορα, αναμνήσεις σαν γρατσουνιά μιας γάτας που κανείς πια δεν θυμάται τ’ όνομά της.

Στο βάθος, μια αυγή από νερό. Πίσω απ’ τα ξένα πρόσωπα, στην άκρη της σήραγγας —όμως ακόμη δεν μπορούσα να φτάσω εκεί, έπρεπε να κολυμπήσω και δεν είχα δυνάμεις— κλαδιά με φυτρωμένες ανεμώνες —ο λαιμός μου ένα κέλυφος ανάμεσα στον ύπνο— τα μάτια ανοιχτά από αγωνία, φοβόμουν πολύ —μπορούν σ’ αυτό το μέρος να υπάρχουν ακόμα κίνδυνοι;

Η παλίρροια του νερού με ανέβαζε πίσω —αλλά όχι ακριβώς εμένα, όχι ακριβώς στη ζωή— την αίσθησή μου, τα δικά μου μάτια σ’ ένα περίβλημα που κάποτε ήταν σώμα —κάποτε, ίσως και αυτή τη μέρα, το σώμα μου ήταν μέσα στο δικό σου.

Κολύμπησα προς την πλευρά της πόρτας: το σπίτι πλημμυρισμένο στο νερό: όλα αιωρούνταν στις ρευστές ανάσες τους: νερό χαμένο στο διάβα του πρώτου κόσμου: όταν το οξυγόνο δεν είχε εφευρεθεί: όταν τα ρουθούνια υπηρετούσαν μόνο τις γκριμάτσες: όταν οι άνθρωποι έπαιρναν ύπαρξη από μια κουρδισμένη αντλία που ένωνε το νερό με το αίμα.

Ένα φως έσπαγε το σκοτάδι του σαλονιού / είχε απομείνει ανοιχτό στο δωμάτιο / ποιος απ’ τους δυο μας το ξέχασε; / απλωνόταν στο σαλόνι και το έκοβε στα δύο / κατέβαινε χαμηλά στρώνοντας μια κίτρινη βεντάλια / έπιπλα μέσα σε διάφανες φυσαλίδες / τα χρυσόψαρα είχαν μείνει στο ενυδρείο από φόβο / κορνίζες, τασάκια, πολύχρωμες κορδέλες, ένα αρκουδάκι που χτυπούσε το ταμπούρλο του, μαύρες σακούλες με βιβλία που βρήκαν ευκαιρία ν’ αποδράσουν / μερικές φωτογραφίες / ίσως εσύ ανάμεσά τους / ίσως εσύ κι εγώ μαζί.

Δεν ήθελα ακόμα να μπω σ’ εκείνο το δωμάτιο. Συνέχισα να κολυμπώ στο σαλόνι και, καθώς απλωνόμουν μπροστά, ένα κοπάδι αστερίες πέρασε δίπλα μου, προχώρησε στη δέσμη κι έγινε εντελώς διάφανο πάνω στο φως. Κοίταξα καλύτερα. Όλα τα πλάσματα του πρώτου κόσμου τριγυρνούσαν με σοβαρότητα στο σαλόνι. Ψάρια σε διάσπαρτους σχηματισμούς, ένας υδρόβιος κύκλος υπνοβατών, κρίκοι τελετουργικού χορού. Το πάτωμα έμοιαζε με χωμάτινο χαλί, διάστικτο από αυλάκια, σαν χαρακιές σε μια πελώρια παλάμη από άμμο. Τα φύκια λικνίζονταν σε τούφες, ένα κοχύλι έβγαζε τη γλώσσα μες απ’ την κοιλιά του, δυο σαλάχια σαν νυχτερίδες στην πρώτη βόλτα της βραδιάς. Είδα τα νεογέννητα αυγά να στροβιλίζονται γύρω απ’ τα ψεύτικα κεριά του πολυέλαιου και τις σκιές τους να τρεμίζουν στην οροφή καθώς έπεφταν, αργά αργά, κυλώντας ύστερα μέσα στη ζαλιστική θαμπάδα των πεταλίδων, αποφεύγοντας τις ρουφήχτρες, συνεχίζοντας την πορεία όσο χρειαζόταν για να επωαστεί η εσωτερική τους ζωή —σταγόνες απ’ τους σταλακτίτες του πρώτου κόσμου—, κι όλος αυτός ο κόσμος, μυστικός αλλά χαρούμενος, δεν σταματούσε ν’ ανακατεύεται με τα πράγματα του σπιτιού που, όσο περνούσε η ώρα, φαίνονταν όλο και πιο άγνωστα, όλο και πιο ξένα / ό λ ο π ι ο ξ έ θ ω ρ α απ’ το νερό του θανάτου μας.

Έφτασα στο παράθυρο. Η λεωφόρος καρφωμένη στον πυθμένα. Ένας πίνακας που βυθίστηκε σε γυάλα, τα χρώματά του έλιωσαν και απλώθηκαν οι αμέτρητες αποχρώσεις του νερού. Είδα τα κύματα να φουσκώνουν τα λοφία τους σαν παλλόμενα σεντόνια, είδα τις μελανές αντανακλάσεις του γαλάζιου που κυλούσαν πάνω στα βράχια της ασφάλτου, ανάμεσα σε μαγαζιά και περίπτερα, δίπλα από σπήλαια μ’ ορθάνοιχτα στόματα και φάλαινες σαν ξαπλωμένους λόφους. Κι είδα τους καταρράχτες να ισορροπούν στην κορφή της γέφυρας με τα σταματημένα αυτοκίνητα, και τις ασημένιες σκιές των ψαριών να κολυμπούν γύρω από μια μεγαλύτερη σκιά: κήτη που ροκάνιζαν το μαύρο περίβλημα του φεγγαριού.

Κολύμπησα πίσω στο σαλόνι ακολουθώντας το φωτεινό νήμα, μπήκα στο δωμάτιο κι αντίκρισα εκεί έναν σωρό από πράγματα που αιωρούνταν με κάποια συμμετρία —λες και υπήρχαν διαφορετικές στάθμες μέσα στο ίδιο νερό—, ένα μεγάλο κολλάζ από πρόσωπα, μια πολύχρωμη ακολουθία από μπίλιες, ρούχα και παπούτσια και κοσμήματα που πρέπει να φορέθηκαν από κάποιους, πρέπει ν’ αγαπήθηκαν από κάποιους, πια δεν ήξερα από ποιους, αλλά θυμόμουν πως δεν ήμουν μόνος πριν φύγω, θυμόμουν κάποιον ακόμη, τα χέρια που φορούσαν αυτά τα γάντια, τα ίδια χέρια που διάλεξαν εκείνη την κλεψύδρα με το πράσινο υγρό, τόσο παράταιρο τώρα, μες στο υγρό του ταξιδιού μου, τόσο παράταιρα όλα, μες στο χάος της λήθης, τόσο παράταιρος εγώ, μες στα συντρίμμια της παλιάς ζωής που έβγαιναν στην επιφάνεια όπως τα απομεινάρια ναυαγίου, ένα κατάρτι, μια πλώρη, ένα πανί, που ακόμα κι αν τα ενώσεις ποτέ δεν θα ξαναφτιάξεις το καράβι, γιατί το καράβι χάθηκε, το καράβι ανήκει στο χτες, και ποτέ ξανά, αγάπη μου, δεν θα ταξιδέψουμε μαζί του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου