Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

γνωσιακός ορισμός του χωροχρόνου

του Κώστα Ταξιθέτη




Υ.Γ. εκ παραδρομής και ημιμάθειας αναφέρθηκε σε προηγούμενη ανάρτηση πως ο Κώστας Ταξιθέτης είναι μέλος της πνευματικής κίνησης του κβαντικού ιμπρεσιονισμού, ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει ρητώς πως ανήκει στο πνευματικό ρεύμα του Ιμπρεσιονιστικού Νεοκβαντισμού. Χίλια συγνώμη κύριε Κώστα. Εκ της διαχειρίσεως.


αν η a priori εμπειρία της αίσθησης τοποθετηθεί στον ενδιάμεσο νοητικό απόσπασμα της κοσμικής κάλυψης μιας φαινομενικής ορθολογικότητας που υπερασπίζεται τα οριακά συμπεράσματα μιας κατιούσας οπτικής, που αντίκειται στο νόμο του διευθύνεσθαι προς, αποδεικνύοντας την εν λόγω ανάπτυξη της έκτασης που συνεπάγεται μια ανώδυνη προσγείωση σε ένα φάσμα πιθανών αναλύσεων των σχέσεων, που υποκύπτουν στην ανάγκη της αιτιότητας, προσβάλλοντας το πρόχειρο εκτατό αντικείμενο το οποίο καθορίζει την οριακότητα της εντύπωσης, τότε αντιλαμβανόμαστε τι είναι χώρος. αντίστοιχα για το χρόνο

Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

μπουαχαχαχαχα


ιστορία του Τραχανά


Ο ήλιος έκαιγε και πύρωνε την πέτρα, ενώ το κύμα έσπαζε νωχελικά στην ακρογιαλιά. Μία απαλή αύρα πρόσφερε μία υποψία δροσιάς κάτω από την ομπρέλα ηλίου, όπου άπλωνε την αρίδα του ήρωάς μας. Φορούσε ψάθινο καπέλο, μαύρα γυαλιά ηλίου Rayban, τριχωτό στέρνο και γαλάζιο χαβανέζικο μαγιώ και συνοδεύονταν από ένα φραπέ που ακουμπούσε στο διπλανό τραπεζάκι και από μια πετσέτα με τον Ντόναλντ Ντακ. Δεν έδινε σημασία τι συνέβαινε τριγύρω του. Δεν τον ενοχλούσε ο ήχος των ρακετών. Δε νοιάζονταν για το τζετ σκι που βολόδερνε εδώ κι εκεί. Ούτε καν για τη σοκολατόχρωμη καλλονή που ξάπλωνε δίπλα με το μπραζίλιαν μαγιώ. Ήταν πολύ απλά τα πράματα εκείνη τη στιγμή. Έλυνε σουντόκου κι ο κόσμος τριγύρω του δεν υπήρχε. Αργότερα εκείνη τη μέρα συνειδητοποίησε ότι ο κόσμος όντως υπήρχε και του το απέδειξε με μια καψαλισμένη δεξιά γάμπα και μπράτσο.
Έβγαλε ένα μουγκρητό ευχαρίστησης, που προσομοίαζε με γελάκι κι άρχισε να συμπληρώνει μανιωδώς μερικά κουτάκια. Αφού τελείωσε, κατέβασε το περιοδικό στα πόδια του και χτένισε χαμογελώντας ικανοποιημένος με το βλέμμα του την παραλία. Στη συνέχεια ρούφηξε μια γουλιά από τον καφέ του, άφησε το σουντόκου πάνω στην ξαπλώστρα και σηκώθηκε αργά. Τανύστηκε και ξανάριξε μια ματιά τριγύρω και τότε πρόσεξε την προαναφερθείσα καλλονή. Φούσκωσε το στήθος, κόρδωσε το κορμί του και είπε να της μιλήσει. Αναρωτήθηκε όμως τι να της πει και αγχώθηκε γιατί δε βρήκε τίποτα έξυπνο, αλλά παρόλο αυτά δεν άφησε να φανεί η ταραχή του. Θα το σκέφτονταν αργότερα αυτό, αφότου θα έριχνε μία βουτιά. Έβγαλε το ψάθινο καπέλο του, πέταξε μέσα τα γυαλιά του, της χαμογέλασε κι ας είχε αυτή γυρισμένη πλάτη και προχώρησε καμαρωτός καμαρωτός ως τη θάλασσα και μπήκε ως τον αστράγαλο.
Το νερό έγλειφε τα πέλματά του και ο ήλιος έκαιγε το κεφάλι του. Αποφάσισε γενναία να προχωρήσει μπροστά, όπως και το έπραξε. Κοντοστάθηκε λιγάκι όταν είχε πια μπει ως τα γόνατα, πήρε όμως μια βαθιά ανάσα και συνέχισε. Όταν όμως άρχισαν να βρέχονται τα ευαίσθητα σημεία του, εκεί σταμάτησε για τα καλά. Κοίταξε τριγύρω του και είδε καμιά δεκαριά τύπους να έχουν σταματήσει κι αυτοί στο ίδιο βάθος, αλλά μολαταύτα αυτός δεν πτοήθηκε και αν πτοήθηκε δεν το έδειξε. Βούτηξε κάνοντας ένα μακροβούτι και κανείς δεν άκουσε το υποβρύχιο ουρλιαχτό για το παγωμένο νερό που τον αγκάλιασε. Συνέχισε να κολυμπάει προς τα βαθιά έτσι ώστε να ζεσταθεί ή καλύτερα να κρυώσει γιατί είχε ανάψει τόση ώρα έξω. Ή τέλος πάντων κολυμπούσε για κάποιο λόγο, που ο πιο προφανής θα ήτανε ότι απλά δεν πατούσε. Όταν έφτασε σε κάποια απόσταση από την ακτή γύρισε ανάσκελα, έκλεισε τα μάτια για να ξεκουραστεί κι άρχισε να σιγοψιθυρίζει κάποιο ρυθμό χέβι μέταλ που θεώρησε ότι ταίριαζε εκείνη τη στιγμή. Στο βάθος όμως άκουγε ένα θόρυβο από μηχανή, αλλά αρχικά δεν του έδωσε καμία σημασία. Όμως ο θόρυβος πλησίασε κι άλλο κι έτσι άρχισε να κουνάει το χέρι του για να δει όποιος έρχονταν ότι ήταν κι αυτός εκεί. Βαριόταν να κουνηθεί. Παρόλο αυτά ο θόρυβος φαινόταν να έρχεται ακόμα πιο κοντά κι έτσι έγειρε, άνοιξε τα μάτια του και τότε τον είδε.
Στέκονταν πάνω σε ένα τζετ σκι, είχε γονατιστά τα πόδια του έτσι ώστε να γέρνει το σώμα του προς τη δεξιά του πλευρά. Ήταν λιπόσαρκος με μακριά μούσια τα οποία πλαισίωναν ένα σαρδόνιο χαμόγελο και είχε τρίχες στο στήθος. Όταν ξαναδιάβασε αυτή την ιστορία, συμπλήρωσε με κακεντρέχεια ότι είχε και τρίχες στην πλάτη. Φορούσε γυαλιά ηλίου με φωσφοριζέ λαστιχάκι ώστε να μην του φεύγουν, το καπέλο του είχε πέσει πίσω την πλάτη του και συγκρατούνταν από ένα κορδονάκι, ενώ στο χέρι του κράδαινε ένα γιγάντιο πλαστικό γάντζο. Γέλασε και διαβολικά γιατί του φάνηκε κατάλληλη η περίσταση.
Ο ήρωάς μας, αρχικά κοκάλωσε, αλλά γρήγορα επανέκτησε την αυτοκυριαρχία του και άρχισε κολυμπάει μανιακά ύπτιο προς την ακτή. Έβγαζε όμως κι ένα ουρλιαχτό φόβου παράλληλα. Η μορφή πάνω στο τζετ σκι γελούσε όλο και πιο δυνατά, αλλά ο ήρωάς μας δεν κώλωσε κι ούρλιαζε κι αυτός πιο δυνατά, ώσπου ξαφνικά χτύπησε σε κάτι μαλακό, που έμοιαζε με φουσκωτό. Γύρισε να δει και ήταν όντως κάτι φουσκωτό, ήταν μία βάρκα Μπι Μπι Μπο. Πάνω της ήταν μια άλλη μορφή, ανθρώπινη κατά τις περιγραφές όσων ήταν παρών στο συμβάν, που φορούσε ένα ψάθινο καπέλο είχε παρανοϊκό βλέμμα, στρογγυλή κοιλιά, υψωμένα χέρια πάνω από το κεφάλι και έκανε «μπουαχαχαχαχα». Ο ήρωας τσίριξε αντρίκια. Αναλογίστηκε τι θα έλεγε στην γκόμενα έξω στην ακτή που κάθονταν δίπλα του. Η φωνή της μορφής πάνω στο τζετ σκι όμως έσκισε τον αέρα και δύο χέρια τον έπιασαν από τους ώμους.
- Κανείς δεν ξεφεύγει από το Σκουληκότρυπα!! Κράτα τον γερά Θ.Π.!!
Ο άνδρας πάνω στη βάρκα, που πιο πολύ έμοιαζε με αρκουδάκι της αγάπης, έβγαλε ένα υποχθόνιο γέλιο κι είπε κι αυτός.
- Τέρμα η ντόλτσε βίτα μικρέ Τραχανά! Τώρα είσαι δικός μου!!

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

ο ήρωας


Α. Κάππα / Αθήνα / 2011
"vision of Hyperion"
Ήρεμα κάπνιζε o ήρωας το σωληνάριο αιθαλομίχλης, καβάλα στον αιωρούμενο ίππο του, στην κορφή του θόλου, πάνω απ’ το κενό της εναέριας κυκλοφορίας, με τους ίππους του λαού και άρπυιες των Εκλεκτών· πάνω απ’ τις απαγορευμένες ζώνες της διοίκησης· πάνω απ’ τους αντρικούς κοιτώνες και τα γυναικεία δώματα· πάνω απ’ τις πτέρυγες της μαθητείας, με τα σκάφανδρα ανθρώπινης σκακιέρας και τους εξομοιωτές μιας θάλασσας που ποτέ δεν μας έβρεξε.

                                                               


Έχουμε γήπεδα από ψεύτικο χορτάρι για τους νεαρούς της μέσης τάξης και αρένες ξιφασκίας για τους γόνους των Εκλεκτών. Έχουμε τις φυλακές και τους θαλάμους βασανιστηρίων για όσους με τη ζωή μας δε συμφωνούν.

Πολλούς ορόφους παρακάτω, η βουερή η αγορά μας: γυάλινες σφαίρες με εγκλωβισμένες καταιγίδες, πίνακες που καθρεφτίζουν τα πρόσωπα χρόνια πίσω και χρόνια μπροστά, άμμος απ’ τις παραλίες του παλιού κόσμου, σύννεφα κυριακάτικου πρωινού, μελάνια που χρωματίζουν την ασθένεια, οροί φθινοπωρινού χώματος, ο τελευταίος ανθισμένος κάκτος στη σημερινή δημοπρασία. Και παραδίπλα, σπουργίτια με οδοντογλυφίδες στα μάτια τους καρφωμένες, παστά έντομα και καπνιστά μυαλά, σταφύλια γίγαντες και καρύδες νάνοι.

Βλέπω τα γεράκια με τα καραμελωμένα σωθικά, απέναντι απ’ τους μαυραγορίτες, ίδιοι μαύρα όρνια, κρύβοντας ρίζες μανδραγόρα κάτω απ’ τους χιτώνες και φίλτρα που κάνουν ανείπωτο το ψεύδος· ελιξήρια που φέρνουν το φως της γέννησης, το κόψιμο της γλώσσας, τον έρωτα της μάνας. Και πιο κάτω, στο επίπεδο της διασκέδασης, οι σοφοί γητευτές των νυχτερίδων, ο ραμφόστομος μάγος που περνά σύρματα από τ’ αυτιά του και οι μαϊμούδες που αφηγούνται παροιμίες της παλιάς μας γλώσσας. Και παραπέρα, στη σκιά του θόλου, σχεδόν αθέατα, σαν μην τα είδε κανείς να τρεμοπαίζουν, τα ολογράμματα που προσκαλούν τους άντρες: η αμαζόνα με τα τυλιγμένα φίδια και η μελαχρινή πριγκίπισσα με το λευκό της πέπλο.

Έναν όροφο πιο κάτω, οι λαϊκές μονομαχίες μας. Μέσα στα κλουβιά τους αργοσαλεύουν τα ζώα· η τρομερή σαλαμάνδρα που γνέφει δηλητήριο για τον απογευματινό αγώνα και λυσσασμένο από δίπλα το ανίκητο ταυρολιοντάρι. Κι ύστερα το πρώτο επίπεδο του θόλου μας· η «γη» μας, το μεταλλικό μας χώμα· εκεί που οι Εκλεκτοί βγάζουν ομιλίες και ψηφίζουν τους απαράβατους κανόνες μας.

Πάνω σ’ αυτό το μέταλλο, δώδεκα σιντριβάνια, κι ανάμεσά τους, το άγαλμα του Υπερίωνα· εκείνου που έσπειρε την καταστροφή μας, μπολιάζοντας με τον ιό της τρέλας τ’ ανίδωτα νερά μας και φέρνοντας τη μαύρη μπόρα του θανάτου – σαν όρθια σαρανταποδαρούσα πάνω απ’ τα κεφάλια μας, άγαλμα επιβλητικό, φύλακας της ενοχής μας, κάθε ώρα που περνά, τον πόνο που δε ζήσαμε, να ’ρχεται να μας θυμίζει.

Ένα περιστέρι έριξε ο ήρωας στο κενό και, καθέναν όροφο που περνούσε, χιλιάδες περιστέρια βγαίναν απ’ τη σκοτεινιά και το ακολουθούσαν· ώσπου γέμισε ολάκερη η θολωτή σπηλιά μας από αγγελιοφόρους που ’χαν στα νύχια τους δεμένο του ήρωα τον λόγο.
Κι άρχισε ξάφνου ν’ απλώνεται στην αγορά αναβρασμός κι έσπασαν τότε οι πάγκοι σαν από κεραυνούς και ξεχύθηκαν τα εμπορεύματα και τρέξαν οι φύλακες την τάξη να επιβάλλουν –πέσαν πολλοί απ’ τα καρφωμένα ξίφη, παιδιά ουρλιάζαν στους ώμους κρεμασμένα–, αλλά ακόμα ο ήρωας περίμενε, αργά κατεβαίνοντας τους ορόφους, το μίσος των ανθρώπων κι άλλο να φουντώσει.
Μέχρι που ακούστηκε κραυγή πολεμική· και τότε οι άνθρωποι ορμήσαν μες απ’ τις κρυψώνες κι οι σειρήνες του κινδύνου απλώθηκαν σ’ όλη τη θολωτή σπηλιά: ίπποι και άρπυιες μες στον αέρα και τοξοβόλοι αντίπαλοι απ’ των ορόφων τις καμπυλωτές πολεμίστρες εκτόξευαν τα θανατερά τους βέλη και πύκνωναν οι φιδωτές ουρές ανάμεσα στα ξίφη που στάζαν αίματα από ψηλά σαν από αρπαχτικού κοφτήρες· ώρες ατελείωτες η μάχη, το χώμα μας από μέταλλο, δεν έπαψε να βάφει.
Μπροστά στο άγαλμα του Υπερίωνα, εκεί βρεθήκαν όσοι μείναν στη ζωή. Μέσα στο σκοτάδι, ακούγοντας τον ήρωα που ξανά μας είπε όσα είχε προγραμμένα. Κι είπε τότε στους ανθρώπους: θύματα της άγνοιας, σκλάβοι των Εκλεκτών. Κι είπε ξανά: συνωμοσία τον θόλο της ζωής μας έγνεψε. Κι είπε τέλος: ποτέ Υπερίωνας δεν υπήρξε παρά μόνο στον λώρο που άλλοι γέννησαν για μας.
Μέσα από δαιδάλους σκοτεινούς περάσαμε, στοές αραχνιασμένες και σκαλοπάτια γλιστερά, ώσπου ο ήρωας στάθηκε στην καμάρα και, σαν νεογνό που σχίζει το κουκούλι, τη θύρα γκρέμισε εμπρός μας. Κι είδαμε τότε μια απεραντοσύνη φωτεινή μες απ’ τα σπλάχνα της ομίχλης· έναν ήλιο χρυσό και αφρισμένο στο κέντρο γαλάζιας νύχτας που, κάποιος άνθρωπος το φώναξε, ήταν ο ουρανός μας.
Είδαμε καταρράχτες που ορμητικοί κατέβαιναν, σαν λαξεμένοι, κυματιστοί, μες από βουνά τρέχοντας και σε δάση ξεχειλίζοντας, νάματα διάφανα, ρείθρα από κρύσταλλο, στους αγρούς πέφτοντας που τους τρέμιζε ο άνεμος χορεύοντας τα πέταλα των κρίνων· κι ήταν μια βουή που πρώτη φορά μάς μίλαγε τον θόρυβο του κόσμου· κι ήταν θόρυβος που αμέσως τον γνωρίσαμε, σαν πάντοτε εντός μας, να ήτανε γραμμένος.       
Στάθηκε ο ήρωας πάνω στο βράχο, κοιτάζοντας ολόγυρα με μάτι χολωμένο. Κι είπε τώρα στους ανθρώπους: σταγόνες δίδυμες του δικού μας θόλου, πέρα στον ορίζοντα είναι φυτρωμένες. Κι είπε ξανά: λάμπες που οι Εκλεκτοί στήσανε στο χώμα και το φως τους ανάβει απ’ των ανθρώπων το αιχμάλωτο αίμα. Κι είπε τέλος: μη γελιέστε πως ο πόλεμος τέλειωσε, ούτε ποτέ του θα κοπάσει, μέχρι κι ο τελευταίος να έρθει ν’ ανασάνει.

Κι όταν εμείς αργά πισωπατήσαμε,
σαν να μας τράβηξε όλους ο ίδιος λώρος,
ήμουν εγώ που έκλεισα τη θύρα,
βλέποντας τον ήρωα πεσμένο στην κορφή του βράχου,
να κοιτά και να θυμάται,
τις φιγούρες μας που χάθηκαν,
όλους τους ανθρώπους,
όλους τους ανθρώπους που χαθήκαν
μέσα στης λήθης τη θολωτή σπηλιά.   

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

L'art pour l'art


του νίκου πάκου
http://dreamcurrents.blogspot.com/2008/11/wolf-man.html

   Ήταν Αύγουστος του 93, όταν ο Varg Vikernes δολοφόνησε τον Øystein Aarseth. Μέσα από μια ποιητικότερη εστίαση, ο κόμης Grishnákh έδωσε είκοσι τρείς τελετουργικές μαχαιριές στον Euronymous. Ο Aarseth άνοιξε την πόρτα στον Vikernes και αφού ο πρώτος γύρισε αμέριμνα την πλάτη στο φίλο του, αυτός ο δαιμονικός κόμης έβγαλε το μαχαίρι και…

   Όσοι ξέρετε το σκηνικό, διαβάζοντας τα παραπάνω, θα πείτε πως τα γεγονότα δεν έγιναν ακριβώς έτσι. Μα τώρα που το καλοκαίρι λίγο θέλει να ξεφτίσει, άιντε και το φθινόπωρο από κοντά άιντε και ο χειμώνας, όλα αυτά με κάνουν να κοιτώ την ιστορία μέσα από τα μάτια της φαντασίας και της ποίησης. Επειδή από τη συγκεκριμένη δολοφονία τι πάνω απ’ όλα συμπεραίνουμε;  ότι η πολιτική, οι ιδεολογίες, τα προσωπικά αισθήματα… όλα τελικά αναβαπτίζονται μέσα από έναν ολικό ποιητικό βίο, από το να ζεις λυρικά˙ και βέβαια να πεθαίνεις λυρικότερα. Ο Σαρλ Μπωντλαίρ έγραψε ότι οι ποιητές μοιάζουν μεγαλόπρεπα άλμπατρος που ξέχασαν πώς να πετούν. Ο Κώστας Καρυωτάκης, φίλες και φίλοι, αποχαιρέτισε τη ζωή δίνοντας ένα μπάτσο στον θάνατο. Όχι ότι ο θάνατος έκοψε την δραστηριότητά του, αλλά μια αποθάρρυνση θαρρώ πως την πήρε.

   Έτσι, ο δολοφόνος κόμης μας ούτε παλιά βίντεο με τον Χίτλερ νοσταλγεί, ούτε η δεσποινίς που λέγεται τρέλα τον τυραννά. Απλώς είναι ένας ακραία ποιητικός τύπος. Η τέχνη του βολτάρει σε μια αλλόκοσμη αγκαλιά με τη ζωή του και, με τις είκοσι και τρεις μαχαιριές, και τα φτερά στο χαμένο άλμπατρος δώρισε και την ειρωνεία του Καρυωτάκη ξεπλήρωσε. Ο Varg είναι ένας λύκος που αλυχτά και, προσοχή, δεν παρομοιάζω: είναι στ΄ αλήθεια λύκος. Ανάμεσα στα δόντια του το φεγγάρι γυρίζει αργά και βίαια μέχρι η νά ‘ρθει η αυγή του νέου μύθου. Ένας μυθικός χειμώνας που θα αναβαπτίσει την πραγματικότητα μέσα από τη φαντασία.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Επιστροφή στο μέλλον



«Επιστροφή στο μέλλον. Είναι αδύνατο να συμβαίνει αυτό! Η  ελληνόφωνη μουσική πρέπει να επιστρέψει στο μέλλον! Να φύγει και να μη ξαναγυρίσει ποτέ! Δεν μπορώ να φανταστώ κάτι χειρότερο από αυτό που υπάρχει! Και φυσικά δεν αναφέρομαι στην ελληνική ποπ – λαϊκή μουσική αλλά στην άλλην, την έντεχνη, τη σοβαρή, την επαναστατική, την ανατρεπτική, την κουλτουριάρικη, την σκεπτόμενη, την δεν ξέρω και γω τι. Αν επιστρέψουμε στα παλιά, θα καταστραφούμε πλήρως, δε θα υπάρχει τίποτε πλέον. Χρειάζεται κάτι νέο, φρέσκο. Ο φίλος μου ο Νίκος τα χει πει αυτά, όχι τόσο ακραία όσο εγώ τώρα! Νιώθω πάρα πολύ άσχημα αυτή τη στιγμή που τα σκέφτομαι αυτά. Νιώθω σαν παππούς που γκρινιάζει αλλά δεν είναι έτσι! Ή σαν αυτούς που νομίζουν ότι μόνο αυτοί υπάρχουν και κανένας άλλος. Κι όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα! Τα ελληνόφωνα που ακούω τώρα δεν αντικατοπτρίζουν τη μουσική που αργοπεθαίνει, αλλά αυτή που ήδη έχει πεθάνει και τα κόκκαλά έχουν αρχίσει να γίνονται σκόνη! Λοιπόν νέοι μουσικοί με τις καταπληκτικές σας ιδέες στα ξενόφωνα είδη, γράψτε ελληνική μουσική! Γιατί από τους άλλους χαΐρι και προκοπή δεν έχει!»

Αυτά τα άσχημα σκεφτόταν ο νεαρός φίλος μας λίγο πριν κοιμηθεί. Βλέπετε, η νύχτα του ήταν δύσκολη. Τον έπιασε κατάθλιψη ξαφνική, χωρίς ιδιαίτερη αιτία. Μια κυκλοθυμία την έχει ο καψερός, όχι βαρέας μορφής όμως!

(απόσπασμα από  το δημιούργημα του Θ.Π. «Οι Φαντασιώσεις»)

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Αλλού!


διήγημα της Πανδώρας


Το ετοιμόρροπο τρίκυκλο πάρκαρε βογκώντας και τρίζοντας στην παραλία κινδυνεύοντας να διαλυθεί από στιγμή σε στιγμή σε απίθανα εξαρτήματα και βίδες, με κάθε τράνταγμα και σκαμπανέβασμα. Το βάρος που κουβαλούσε δεν το βοηθούσε καθόλου. Το καρότσι του ήταν φορτωμένο με μεγάλα διάφανα βάζα που περιείχαν χρωματιστές γρανίτες. Σε όλα τα χρώματα.
           Περισσότερο από περιέργεια, παρά γιατί στα αλήθεια χρειαζόμουν μια γρανίτα, ανασηκώθηκα απ’ την πετσέτα που καθόμουν, έκλεισα το βιβλίο που διάβαζα και πλησίασα τινάζοντας την άμμο από πάνω μου. Τα χρώματα στα βάζα με μαγνήτιζαν.
          Ο ήλιος ήταν στη δύση του κι η παραλία είχε αρχίσει να ερημώνει. Περίεργη ώρα διάλεξε, σκέφτηκα, για να πουλήσει αυτός την πραμάτεια του.
          «Μια γρανίτα λεμόνι» παράγγειλα κι έτεινα το αντίτιμο στο γρανιτά. Φορούσε σκούρα γυαλιά, είχε ένα παχύ μουστάκι που οι άκρες του έγερναν προς τα κάτω κι ένα χρώμα ξεροψημενί απ’ τον ήλιο. Πήρε αστραπιαία το αντίτιμο και μετά μου έσφιξε το ήδη τεντωμένο χέρι.
          «Θέμος!»  συστήθηκε.
          «Χαίρω πολύ Πανδ…» πήγα να πω, αλλά εκείνος δε στάθηκε να ακούσει. Άρπαξε με δύναμη το χέρι μου και μ’ έσυρε σούμπιτη στο κάθισμα του τρίκυκλου, πλάι στη θέση του οδηγού. Με κάθισε εκεί με το ζόρι. Μετά σκαρφάλωσε κι έπιασε το τιμόνι.
          Ένας ξαφνικός αέρας σηκώθηκε και στροβίλισε με δύναμη την άμμο της παραλίας.
          «Βοήη…θειααα» πρόλαβα να φωνάξω, αλλά ο άνεμος πήρε τη φωνή μου και τη σκόρπισε σε κομμάτια στους λιγοστούς λουόμενους. Άλλος πήρε ένα «η», άλλος ένα «α»… ο πιο τυχερός πήρε ένα «θ». Το «β» χάθηκε οριστικά μες στη βοή του ανέμου.
          Δεν ήταν ιδέα μου. Το τρίκυκλο δε βογκούσε πια, δεν έτριζε και δε σκαμπανέβαζε. Αντίθετα ανασηκώθηκε ανάλαφρα κι άρχισε ν’ απογειώνεται. Μαλακά στην αρχή και μετά όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που περιδινήθηκε σ’ ένα στρόβιλο χρωμάτων απ’ τις γρανίτες που χύνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ταυτόχρονα ακούστηκε μουσική. Κονσέρτο για βιολί του Vivaldi. Κρεσέντο. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ανεξέλεγκτη.
          Αυτός είναι, σκέφτηκα έντρομη. Δεν μπορεί να είναι άλλος!
          «Είσαι… ο … ο… Θέμος, ο… Σκουληκότρυπας» ψιθύρισα στα όρια του πανικού «και με οδηγείς στη σκοτεινή σου τρύπα, στα έγκατα της γης;»
          Έστριψε το μουστάκι του αυτάρεσκα και με κοίταξε διασκεδασμένος, μέσα απ’ το σκούρο τζάμι των γυαλιών του.
          «Οι τρύπες στη γη είναι προς τα κάτω κι όχι προς τα πάνω. Κι εμείς ανεβαίνουμε πάνω τώρα, αν παρατήρησες».
          Έγειρε συνωμοτικά προς το μέρος μου προσέχοντας ταυτόχρονα να μη χάσει τον έλεγχο της οδήγησης και με ρώτησε:
«Ποιος διαδίδει τέτοιες σκοτεινές φήμες σε βάρος μου; Εκείνος ο άθλιος τύπος με τη νταλίκα;»
«Μπα όχι… καθόλου» προσπάθησα να δικαιολογηθώ «Εγώ… ούτε που τον ξέρω. Αλλά εσύ δεν εκτελείς… απαγωγές;»
«Κατά κάποιο τρόπο… στην πραγματικότητα εκτελώ μεταφορές».
Προσπάθησα να διακρίνω με τρόπο τα πλαϊνά του τρίκυκλου  που τώρα κινιόταν με πιο ήπια ταχύτητα.
Πράγματι έγραφε: «ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ».
Δεν περισσότερα. Το τρίκυκλο παταμπρούμμ! προσγειώθηκε με θόρυβο σε ένα έδαφος σκληρό που δεν θύμιζε καθόλου άμμο.
«Κατέβα» πρόσταξε.
Γύρισα και τον κοίταξα. Καθόταν ατάραχος στη θέση του οδηγού φορώντας πάντα τα μαύρα γυαλιά.
«Σε προειδοποιώ!» είπα όσο πιο απειλητικά μπορούσα «Αν γυρεύεις λύτρα ατύχησες. Με τις περικοπές στον μισθό μου δεν έχω δεκάρα τσακιστή».
«Ποιος μίλησε για λύτρα» είπε ο καροτσέρης χαϊδεύοντας το παχύ μουστάκι του.
«Τότε λοιπόν τι; Είσαι επαγγελματίας απαγωγέας;»
«Μόνο γι’ αυτό το μήνα… Κι ύστερα δική σου επιθυμία πραγματοποιώ. Εσύ δεν ήθελες να φύγεις να πας αλλού;»
«Έχεις δίκιο» παραδέχτηκα μετανιωμένη «Εγώ φταίω που είπα κάποια στιγμή στον daliκερι ότι μπάφιασα και θέλω να φύγω να πάω αλλού. Ήταν τότε στα σκαλάκια του σχολείου που…».
«Αχά! Είδες που γνωρίζεις τον τύπο με την νταλίκα;»
  «Όχι, λάθος κάνεις» προσπάθησα να τα μπαλώσω και μετά γύρισα την κουβέντα αλλού. «… Και συ γιατί φοράς πάντα αυτά τα μαύρα γυαλιά; Και το μουστάκι άραγε είναι αληθινό;»
«Μυστικά του επαγγέλματος… Κατέβα λοιπόν!»
Κατέβηκα διστακτικά από το τρίκυκλο. Ήταν σούρουπο και δε μπόρεσα να προσδιορίσω με την πρώτη πού ακριβώς βρισκόμουν. Εξέτασα το έδαφος που πατούσα. Ήταν λείο, σκληρό και… χρωματιστό. Δεν έμοιαζε με τίποτα.
«Μα τι στο…»
Έσκυψα και το άγγιξα με τα χέρια. Θα ορκιζόμουν ότι έμοιαζε με χοντρό, σκληρό χαρτί. Σκληρό και γυαλιστερό. Με τεράστιες ζωγραφιές πάνω του. Σαν τα εξώφυλλα που έχουν τα βιβλία. Σίγουρα αυτό ήταν. Το εξώφυλλο ενός τεράστιου βιβλίου.
«Μα πού μ’ έφερες;»
Ο τρικυκλάς ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.
«Εσύ ξέρεις. Εγώ απλώς εκτελώ μεταφορές. Καθένας έχει το δικό του αλλού. Αυτό είναι το δικό σου».
«Τότες εσύ τι κάνεις εδώ;»
«Αποστολή μου είναι να σ’ οδηγήσω στο… αλλού που διάλεξες. Τα υπόλοιπα είναι δικιά σου δουλειά»
«Κάτι σαν το κουνέλι της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων;»
«Κάτι σαν το κουνέλι της Αλίκης» συμφώνησε πρόθυμα.
Προχώρησα κι άρχισα να εξετάζω με περιέργεια το χώρο. Είχα φτάσεις στη χώρα των βιβλίων χωρίς αμφιβολία. Στοίβες βιβλία, φορτηγά βιβλία, βουνά βιβλία. Μεγάλα και μικρά. Χαρτόδετα και δερματόδετα. Άλλα σκόρπια κι άλλα επιμελώς ταξινομημένα κατά είδος.
«Και δε μένει κανείς εδώ;»
«Πώς… πολύς κόσμος. Προχώρα και θα δεις».   
«Όμως δεν είμαι… ευπρεπώς ενδεδυμένη. Πώς θα εμφανιστώ;»
Φορούσα πάντα  το μαγιό της παραλίας κι η άμμος ήταν ακόμα κολλημένη πάνω μου.
«Εδώ δεν υπάρχουν κανόνες ευπρέπειας» κάγχασε ο οδηγός μου. «Μη σ’ απασχολεί αυτό.»
Άνοιξα στην τύχη το πρώτο βιβλίο που βρήκα μπροστά μου. Ήταν ένα με φανταστικές περιπέτειες. Την ίδια στιγμή ξεπήδησε απ’ τις σελίδες ένας θαλάσσιος ιππόκαμπος και με παρέσυρε στα βάθη του βιβλίου.
«Ωχ! Κι άλλη απαγωγή» σκέφτηκα, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι αυτή τη φορά δεν ένιωσα καθόλου δυσαρεστημένη. Αντίθετα ένα κύμα ευδαιμονίας άρχισε να με κατακλύζει. Ο ιππόκαμπος μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Το βιβλίο είχε απ’ όλα. Δράκοι και νεράιδες, γοργόνες και μάγισσες, ξωτικά και τζίνια, κουρσάροι και χαμένες πριγκίπισσες με ταξίδευαν από σελίδα σε σελίδα. Σε χαμένα νησιά, σε γυάλινα βουνά, σε μαγεμένες θάλασσες, σε μυστικούς κήπους, σε κρυφά περάσματα…
Όταν πέρασα απ’ όλες τις σελίδες του βιβλίου βγήκα πάλι έξω χορτάτη από δράση και περιπέτεια. Ο Θέμος ήταν πάντα εκεί, σαν όρθιο τούβλο δίπλα στο τρίκυκλο, ρουφώντας αργά μια πράσινη γρανίτα.
«Άργησα πολύ;»
«Κάμποσο. Ο χρόνος εδώ δεν έχει σημασία».
Έριξα μια λαίμαργη ματιά στη βιβλιοθάλασσα που ανοιγόταν μπροστά μου.
«Πειράζει να δω μερικά ακόμα;»
«Καθόλου. Με την ησυχία σου» απάντησε αδιάφορα γεμίζοντας με μια πορτοκαλί γρανίτα το ποτήρι του, γιατί η πράσινη είχε μόλις τελειώσει.    
Εξέτασα στα γρήγορα τα σωριασμένα βιβλία. Αυτή τη φορά θα διάλεγα κάτι άλλο.
Άνοιξα ένα με ποιήματα. Εδώ κανείς δε με άρπαξε, πέρασα μέσα με τη θέλησή μου. Λέξεις λαξεμένες πέτρες, λέξεις σφυρηλατημένες στη φωτιά κι άλλες από πάγο και χιόνι, από λεπτό κρύσταλλο και δίχτυ αέρινο. Φράσεις φρουτένιες με άρωμα και χρώματα, στίχοι σαν τον άνεμο που σφυρίζει ανάμεσα σε δυο καλάμια τον Αύγουστο κι άλλες με τον ήχο του χρυσού νομίσματος που γκελάρει πάνω στην πέτρα. Ποιήματα λίμνες, ποιήματα καταιγίδες, ποιήματα παγίδες… με παγίδεψαν μες στο βιβλίο.
Σειρά είχε ένα εγχειρίδιο φιλοσοφίας. Το τοπίο άλλαζε. Το σκηνικό στις σελίδες ήταν άλλοτε δροσερό, διαυγές και ολόφωτο κι άλλοτε σκοτεινό με δυσδιάκριτα (αλλά γοητευτικά) σύμβολα. Σε κάποιους τόπους έρεαν ρυάκια και πηγές και σε άλλους απλώνονταν εκτάσεις ερημικές και αμμώδεις…
Πετάχτηκα έξω πριν ολοκληρώσω το πέρασμά μου στις σελίδες του. Η ώρα περνούσε, δεν θα προλάβαινα να ρίξω μια ματιά σε όλα. Έστω, στα περισσότερα.
Έκανα ένα γρήγορο υπολογισμό και άρχισα να μπαινοβγαίνω λαχανιασμένη σε κάποια βιβλία επιλεκτικά.
Γνώρισα από κοντά τον έμπορο της Βενετίας και συστήθηκα με μια υπόκλιση στον Άμλετ. Έσφιξα το χέρι του Ταρτούφου και διέκοψα το Φάουστ την ώρα που διάβαζε ένα άλλο βιβλίο. Χόρεψα λίγο με τον Ζορμπά κι ήπια κανά δυο ρακές με τον Καπετάν Μιχάλη… Πήρα εμπιστευτικές πληροφορίες απ’ τον Ηρακλή Πουαρώ για το μυστήριο που εξιχνίαζε, κολύμπησα στη Σικελία με τον αστυνόμο Μοταλμπάνο  και δοκίμασα μερικά απ’ τα βότανα του πατέρα Κάντφελ.
Κάποτε ανάμεσα στα μπες βγες πήρε το μάτι μου το Θέμο. Πόση ώρα είχε περάσει; Ώρα; Ώρες; Να ‘ταν περασμένα μεσάνυχτα;
Ο Θέμος εκεί ακίνητος. Συνέχιζε να πίνει γρανίτες. Τώρα κρατούσε μια κόκκινη.
«Είναι εδώ όλα τα βιβλία του κόσμου;»
«Δεν θα τόλεγα. Μόνο αυτά που προτιμάς».
«Μα… είναι άπειρα».
Άνοιξε τα χέρια χωρίς να μιλήσει, σα να ‘λεγε: «Βγάλε συμπεράσματα».
«Έχουμε αργήσει πολύ. Έτσι δεν είναι; Κάποτε πρέπει να επιστρέψουμε» είπα απρόθυμα.
«Κάποτε πρέπει να επιστρέψουμε» συμφώνησε.
Στη χώρα του «αλλού» ήταν πάντα σούρουπο. Οι μετακινήσεις του χρόνου δεν καταγράφονταν πουθενά.
«Τι ώρα είναι;»
«Δεν ξέρω. Εδώ δεν υπάρχουν ρολόγια… Κι αν υπάρχουν δε δουλεύουν» συμπλήρωσε, γιατί έκανα μια κίνηση δείχνοντας το ρολόι που φορούσε.
Υπολόγισα ότι «εκεί κάτω» θα ‘χε πια νυχτώσει. Τα πράγματά μου ήταν παρατημένα στην παραλία. Σίγουρα οι δικοί μου θα ‘χαν αρχίσει να με ψάχνουν ανησυχώντας μήπως με κατάπιες καμιά σαρδέλα. Μπορεί να ‘χαν ειδοποιήσει και την αστυνομία.
«Πάμε να φύγουμε!» είπα αποφασιστικά.
Ανέβηκε αδιάφορα στο τρίκυκλο.
«Όπως νομίζεις».
Πριν καθίσω πλάι του, πρόλαβα να αρπάξω ένα μικρό βιβλίο. Το πρώτο που βρήκα μπροστά μου.
Το τρίκυκλο απογειώθηκε. Ξανά μουσική. Boccherini αυτή τη φορά. Μετά άρχισε να κατεβαίνει. Γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα…
Προσγειώθηκα απότομα σε κάτι ζεστό και μαλακό. Κι ελαφρώς υγρό. Ήταν η πετσέτα μου, στρωμένη ακόμα στην άμμο της παραλίας. Το βιβλίο που είχα κλείσει πριν πηγαίνοντας να πάρω τη γρανίτα, ήταν ανοιγμένο πάνω μου.
          Πετάχτηκα όρθια. Τι ώρα ήταν; Ο ήλιος είχε μόλις βουτήξει στη θάλασσα κι έκανε μια κατάδυση για να δροσιστεί απ’ την κάψα της μέρας. Άρα… δεν ήταν και τόσο αργά.
Ως φαίνεται με πήρε ο ύπνος πάνω στην πετσέτα, συμπέρανα. Αλλά το όνειρο δεν ήταν κι άσχημο.
Μερικοί ξεμείνηδες ήταν ακόμα σκόρπιο στην παραλία σ’ αρκετοί απόσταση ο ένας απ’ τον άλλο. Ένιωσα το στόμα μου στεγνό, στράφηκα πίσω και τότε τον είδα.
Ο γρανιτάς ήταν πάντα εκεί, με το σκουριασμένο τρίκυκλο, τις χρωματιστές γρανίτες και τα μαύρα γυαλιά. Κι ας είχε πέσει το δειλινό. Δεν είχε πελατεία. Στεκόταν ακίνητος και χάιδευε το μουστάκι του αφηρημένος.
Πρώτα είδα το γρανιτά και μετά με πήρε ο ύπνος, ολοκλήρωσα τα συμπεράσματά μου. Πήρα κάτι ψιλά και τον πλησίασα.
«Μια γρανίτα λεμόνι» ξανάπα για δεύτερη φορά.
Χωρίς να μιλήσει γέμισε αργά ένα πλαστικό ποτήρι με κίτρινη γρανίτα. Του έτεινα το αντίτιμο. Σήκωσε το χέρι του. Déjà vu.
Αχ όχι… όχι πάλι, σκέφτηκα. Τώρα θα με αρπάξει στα αλήθεια και ποιος ξέρει πού θα με  πάει αυτή τη φορά.
Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Αντί γι’ αυτό έσπρωξε πέρα το χέρι μου με τα ψιλά.
«Τόχω πληρωθεί» είπε μόνο και μου ‘δωσε τη γρανίτα.
«Μα πώς…;» άρχισα, αλλά δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω γιατί είχε ήδη ανεβεί στο τρίκυκλο και γκρούπου… γκρου… εγκατέλειπε αργά την παραλία σηκώνοντας πίσω του σύννεφα άμμου.
Επέστρεψα συλλογισμένη στην πετσέτα κι άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου ρουφώντας τη γρανίτα.
Μμμμ… ήταν πολύ καλή!
Μάζεψα το βιβλίο που διάβαζα και σήκωσα τη μισοδιπλωμένη πετσέτα για να την τινάξω. Κάτι βαρύ έπεσε κάτω που δεν έμοιαζε με άμμο. Έσκυψα και το μάζεψα. Ήταν ένα άλλο βιβλίο, όχι αυτό που είχα μαζί μου. Διάβασα το εξώφυλλο: «Ο λύκος και οι εφτά κοκκινοσκουφίτσες» με πληροφόρησε ο τίτλος.
Δε θυμόμουν να είχα μαζί μου ένα βιβλίο με τόσο απίθανο τίτλο. Εκτός αν…
Κοίταξα προς τα πάνω, το στερέωμα. Τ’ αστέρια μόλις είχαν αρχίσει να αχνοφέγγουν. Τους χαμογέλασα συνωμοτικά. Ο τρικυκλάς άφαντος.
Κάλεσα στα γρήγορα ένα ταξί.
«Κι η καταγωγή σας, αν επιτρέπεται, είναι από δω;» με ρωτούσε αργότερα ο ταξιτζής.
«Α όχι, όχι, είναι από αλλού… το ίδιο κι απαγωγή μου» συμπλήρωσα σιγά και ρούφηξα με θόρυβο τα τελευταία απομεινάρια της γρανίτας στο ποτήρι.    






Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

ετοιμολογική ανάλυση του χωροχρόνου



του Κώστα Ταξιθέτη
το Skooliki καλωσορίζει στη παρέα του τον Κώστα, μέλος της πνευματικής κίνησης του Κβαντικού Ιμπρεσιονισμού, και του εύχεται ολόψυχα καλή σταδιοδρομία

Χώρος και Χρόνος: 
Βασικές a priori έννοιες κατά τον Kant, ψευδαισθήσεις κατά τον Βούδα, η αλήθεια κρύβεται παρακάτω. 
Είναι από το χω του Αι Βασίλη (θυμήσου: χω-χω-χω το γνώριμο επαναλαμβανόμενο γέλιο του και θυμήσου το γεγονός ότι χω-ράει στην καμινάδα(ωραία λέξη, θα σας την εξηγήσω άλλη μετά-φορά)) και τον Ρος απ’ τα φιλαράκια (μη μου πεις τώρα φίλτατε αναγνώστη ότι το Rosh προφέρεται με το h στο τέλος, ενώ το Ρος δεν ηχεί έτσι γιατί θα σου απαντήσω ότι εδώ κάνουμε τέχνη.) 
το χρόνος προέρχεται από το χρ-ήμα (εξού και «ο χρόνος είναι χρήμα»(το –ήμα εξαλείφεται σύμφωνα με το πασίγνωστο γραμματικό φαινόμενο της αμνησιακής αποκοπής) και το όνος δηλαδή γαϊδούρι, όχι γιατί κουβαλάει το χρήμα αλλά γιατί κουβαλάει το σαμάρι το οποίο καμπυλώνει επάνω στη ράχη του γαϊδουριού προσδίδοντας στο χρόνο τη σχετικότητά του. 
για το χωροχρόνο μπορείτε να κάνετε τη σύνδεση μόνοι σας. εξάλλου τα πράγματα είναι ολοφάνερα μετά από την παραπάνω ετυμολογία.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Συνάντησα τον εαυτό μου παιδί


του Mario Kolopleni

Με συνάντησα για ψυχαναλυτικούς λόγους στο παιδικό μου δωμάτιο. Καθόμουν ως συνήθως στρουμπουλόκωλος πάνω στη κόκκινη, μισοκαμμένη φλοκάτη και ανάμεσα σε παιχνίδια που απλώνονταν χαοτικά στο χώρο. Μπήκα χωρίς να με χαιρετήσω και κάθισα στη γωνιά του κρεβατιού.
Και να με χαιρετούσα απάντηση δεν θα ‘παιρνα. Δεν μιλούσα ποτέ σε αγνώστους. Στάθηκα  λοιπόν σιωπηλός και σαστισμένος για κάμποσα λεπτά και η  πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο νου  ήταν να μου πω όλη την αλήθεια. Ευτυχώς δεν το έκανα. Φοβήθηκα πως θα φοβηθώ  και μάλλον είχα δίκιο. Αρκέστηκα να με χαζεύω αμήχανα προσπαθώντας για ώρα να μου αρθρώσω μια λέξη επικοινωνίας αλλά μάταια. Οτιδήποτε και να μου έλεγε αυτός ο γιγάντιος και τριχωτός κύριος θα με τρόμαζε και θα έφευγα. Το πήρα κι εγώ  απόφαση και χωρίς άλλους δισταγμούς σιώπησα . Μόνο κοιτούσα.
Το ίδιο έκανα κι εγώ. Σκέφτηκα πως δεν υπάρχω. Πως είμαι ένα μυστήριο παιχνίδι  της φαντασίας μου. Πως λίγος χρόνος ακόμη απομένει  για να εξαφανιστώ οριστικά απ’ τη ζωή μου. Μου είχε ξανασυμβεί άλλωστε.  Το καλύτερο που έχω να κάνω τώρα  είναι να προσποιηθώ πως δεν συμβαίνει τίποτα και να συνεχίσω αμέριμνος να παίζω τα lego μου. Δεν είναι ανάγκη να φτιάξω κάποια εξεζητημένη κατασκευή. Απλά να βάζω το ένα τουβλάκι πάνω στο άλλο για να κερδίσω λίγο χρόνο. Και με τίποτα, με τίποτα δεν πρέπει να κοιτάξω.
Δεν μπορώ να με κοιτάξω με τίποτα στα μάτια. Μου έχω γυρίσει τη πλάτη και περιμένω να φύγω. Να φύγω; Έχω πανικοβληθεί. Καλύτερα να φύγω. Να πιστέψω πως είμαι φάντασμα. Ένας φανταστικός άγνωστος. Μια σκιά.
Μα γιατί δεν φεύγω; Έχω αρχίσει και φοβάμαι πολύ. Μήπως δεν είμαι φάντασμα; Μήπως είμαι ο Σατανάς ο ίδιος; Ο Αντίχριστος; Ή μήπως κάποιος απαγωγέας ανήλικων ψυχών; Ή μήπως κάποιος άγιος; Θα κλείσω τα μάτια μου, θα μετρήσω μέχρι το δέκα και μόλις τ’ ανοίξω δεν θα υπάρχω πια.
.......................................................................

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Γής Μαδιάμ...


ιστορία του Κάρολου του Μαύρου Sκώληκα


Η Εισαγωγή

Δεν ξέρω τι γνώσεις και τι μεράκι έχει ο Σκουληκότρυπας με τα ταξίδια στο χρόνο. Απλά τον εμπιστεύομαι . Δεν είχα δει ποτέ τι μηχανή του μέχρι τώρα, πώς ταξιδεύει. Απλά τον πίστευα . Και την μηχανή του χρόνου, δεν την είδαμε, ούτε ´γω ,ούτε ο Νίκος . Ούτ´ ο Κλέων και η Ασπασία , η Σωσώ και οι υπόλοιποι ανταποκριτές. Ο Σκουληκότρυπας μας έβαλε όλους σε έναν προθάλαμο και πριν μας δώσει την υπνωτική κάψουλα μας εξήγησε τους όρους: Μην επέμβετε και μην αλλάξετε την χρονική ακολουθία!
Ξύπνησα με βαρύ και θολό κεφάλι μέσα σε μια φουσκάλα λίγο πιο μεγάλη από ´μένα .Ήταν δεμένη μπρος , με μια άλλη με έναν ιστό περίτεχνο , μέσα κοιμόταν ακόμα ο Θ.Π τσίτσιδος, όπως και γώ. Πίσω ήταν η Σωσώ γυμνή και αυτή , την χάζεψα για λίγη ώρα...πίσω της εκτείνονταν σε άλλες φουσκάλες οι υπόλοιποι ανταποκριτές και μπροστά από τον Θ.Π ο Σκουληκότρυπας σε μία μεγαλύτερη φούσκα-κεφαλή. Το πιλοτήριο! Πήγα να πω, άλλα αυτός χωρίς να με κοιτάξει με σταμάτησε κάνοντας μια απότομη κίνηση με το δεξί του το χέρι. Ξάφνου η φουσκάλα μου έσπασε και αντικαταστάθηκε από μία καινούρια κενή. Εγώ στο χώμα να κείτομαι. Ο Σκουληκότρυπας μου έκανε νόημα αντίο και με κοίταξε έντονα με τα βοϊδίσια του μάτια . Η μηχανή κουνήθηκε λίγο, ανεμιστά , και μπήκε σα σκουλήκι σε μια τρύπα που με μία περίεργη τεχνική ο Σκουληκότρυπας είχε ανοίξει στο χώρο. Με ένα αλλόκοτο ήχο,  Εξηφανίσθη!

Ο Βοσκός

Μάτι π´ ανοίγει λωλό βλέπει, δε ρωτά μα του λένε: Παιδί... παιδάκο... ε και τώρα να δεις σήκω, και ακούγετε γέρικο χέρι να τρίβει ένα πρόσωπο, πλύσου, χτενίσου , κούμπωσ´ τα ρουχαλάκια σου, ποδέσου και τράβα να βρεις τον βοσκό. Και επλύθηκε, ποδέθηκε και λίγο ψωμί στον κόρφο του έβαλε. Να πας ξέρεις; Να κατά ´κεί:
Ο Δρόμος, είναι πλατύς κατήφορος, τα λιόφυτα συναντάς πρώτα . Μετά ελαιώνες σε λόφους λαβύρινθους.
Στης δύο μεγάλες τις πέτρες , κάνε αριστερά! προσοχή μην πας στο σπίτι του παπά, όχι στα ζερβά σου παιδί μου στα ζερβά σου ποτές! Και όλο τον κατήφορο και όπως σε πάει θα τον πας. Θα περάσεις το χωράφι του Γιάννη ,το ξέρεις; Και του Κουφού του Κώστα παιδί μου και μετά θα τόνε βρεις το βοσκό. Θα σε περιμένει.
Και άμα δεις κάνα θεριό παιδάκο, κάνα σατανά , χάχανο κανά ζμερδάκι ουου δίνε του και τρέχα και ´λα πίσω στο χωριό.
Το δίχως άλλο τότε  φύγε ,στις πέτρες τις δυό τις μεγάλες εστάθη και έπαιξε. Και το Γιάννη στοίχημα τον έβαλε πως είναι πιο δυνατός και το νίκησε. Και του κουφού του Κώστα του έκανε θέατρα πως είναι τάχα τσέλιγκας που πληρώνει για το κοπάδι του βοσκού.
Μέχρι που τον αντίκρισε... Καθότανε μόνος. Εσταυρωμένος στη γκλίτσα του . Με να αμπέχονο ακουμπισμένο στις πλάτες του. Με κάτι αρβύλες βρόμικες. Με να πουκάμισο ανοιχτό και μια φανέλα ´πο μέσα. Κάπνιζε. Κάπνιζε με ρουφηξιές που του καίγανε τα μέσα του. Τα δάχτυλά του ήταν κίτρινα ,και μόλις τ´ αγρίκισε έβγαλε μια κραυγή. Ελέει! πού σε βρε κατσαπλιά! Πάνε κει στο πουρνάρι, έχω νερό απο τα χτε ,πάρ το και φερτό να πιούμε .Και καθήσαν κι δυό στ´ απάγκιο. Ανάψαν φωτιά κ´ αγνάντευαν τα χέρια τους που γυμνά χορεύανε μπροστά της, ο ένας κάπνιζε καπνό και ο πιο μικρός, θυμάρι. Τα πράματα βοσκάγανε, και βοσκάγανε .Αγναντεύανε και μετά σύννεφα στον ουρανό και τις ελιές στο χώμα. Το ρέμα και οι λεύκες , σπαρτά και λιβάδια. Ήσαν, σα μια γυναίκα να ξάπλωνε στη γη, μέσα, και μόνο τα στήθι της να φαίνονται στο βάθος του κάμπου και το δεξί ποδάρι. Και ξάφνου σαν ξύπνησε η γυναίκα και το χώμα σαν τίναξε απ το αρχαίο της κορμί τα μαλλιά ανακάτεψε, και συστήθηκε Δήμητρα.
Τέλος.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Purgatory


διήγημα της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


2080. Το μέλλον έφτασε νωρίτερα απ’ ότι το περιμέναμε. Απαχθήκαμε από τη στυγερή φυλή των σκουληκιών και χωριστήκαμε ο καθένας σε έναν τομέα. Στην ομάδα μου ήμασταν εννέα αλλά δεν γνωρίζω σε ποιο τομέα τοποθετήθηκε καθένας. Γνωρίζω μόνο να μιλήσω για τον δικό μου τομέα.
Αναπνέω, τρώω, χέζω και κοιμάμαι σ’ ένα κτίριο που εσωτερικά θα το έλεγες τιρκουάζ. Πολλοί, μικροί θάλαμοι σε πολλούς, μεγάλους ορόφους. Δεξιά ζουν οι φροντιζόμενοι και αριστερά οι φροντιστές όπως εγώ. Κάθε φροντιστής έχει αναλάβει έναν φροντιζόμενο ανά εβδομάδα. Και κάθε εβδομάδα αλλάζουμε. Ξεκίνησα με τον τέρμα δεξιά και έχω φτάσει στη μέση του διαδρόμου, στον θάλαμο 2017. Έτσι μπορώ να υπολογίσω και τον χρόνο. Αλλά ο χρόνος εδώ καθυστερεί. Υπολογίζω ότι μια ώρα διαρκεί πολύ περισσότερο για τα σκουλήκια απ’ ότι για τους γήινους. Αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για το πόσο περισσότερο αφού ρολόγια δεν υπάρχουν.
Οι φροντιζόμενοι έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους φροντιστές. Γενικά εμείς οι φροντιστές δεν μιλάμε πολύ. Πέφτουμε από την κούραση σε κρεβάτια με νεροστρώματα και τα όνειρά μας – το ίδιο νομίζω θα πουν κι οι άλλοι – απαρτίζονται από πελώριες μπουρμπουλήθρες, σαπουνάδες και αφρούς. Ίσως είναι σκόπιμο, ίσως δεν είναι.
Οι φροντιζόμενοι είναι όλοι μέρα ξαπλωμένοι και κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει την ηλικία τους. Γύρω από τα κρεβάτια τους κάγκελα, αριστερά τους καθετήρες, δεξιά τους οροί με υγρά διαφορετικών χρωμάτων. Κάποιων οι οροί έχουν υγρό πολύχρωμο αλλά κανείς δεν γνωρίζει γιατί και όλοι είναι πολύ κουρασμένοι για να ρωτήσουν.
Κοιμούνται συνεχώς και ξυπνούν μόνο για μία ώρα την ημέρα. Αν τύχει στη βάρδια του φροντιστή η ώρα αυτή, τότε είναι τυχερός. Γιατί την ώρα αυτή οι φροντιζόμενοι λένε ή κάνουν τα πιο απίθανα πράγματα. Στη δική μου βάρδια για παράδειγμα ο φροντιζόμενος του θαλάμου 254 ανέβαινε ένα φανταστικό σκοινί με τα χέρια του, εκείνος του 1163 ανακάλυψε τον τετραγωνισμό του κύκλου, ενώ αυτός του θαλάμου 2001 συνομίλησε με τον Φρόϋντ και κατέρριψε τη θεωρία του οιδιπόδειου συμπλέγματος.
Από τα λίγα που έχω ακούσει από άλλους φροντιστές, υπήρξε φροντιζόμενος που έφτιαξε τη θεωρία του καπιταλοκομμουνισμού, άλλος γράφοντας ασταμάτητα δημιούργησε συνθήκες για να κατοικήσει κανείς το φεγγάρι, κι ένας τρίτος ακόμα, βρήκε τη φόρμουλα για κάψουλες τροφής λύνοντας το πρόβλημα της πείνας.
Το πρόβλημα είναι ότι κανείς ποτέ δεν τους ξαναείδε. Αλλά και πάλι μπορώ να πιστέψω ακόμα κι ότι κάποιος τους είδε ή τους άκουσε την πρώτη φορά; Το μόνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι είδα με τα δικά μου μάτια. Ακόμα πιο σίγουρο είναι ότι οι φροντιζόμενοι χρειάζονται αλλαγή ορών και καθετήρων με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πολλές φορές δεν προλαβαίνω να ξεκουραστώ ούτε 5 λεπτά. Άλλες φορές ορός και καθετήρας πρέπει να αλλαχθούν ταυτόχρονα και αν οι φροντιζόμενοι μείνουν χωρίς παροχή για παραπάνω από ένα λεπτό, πνίγονται.
Υπήρξαν τρεις τέτοιες περιπτώσεις πνιγμού. Έμαθα ότι οι φροντιστές που είχαν υπηρεσία εκείνη την στιγμή μεταφέρθηκαν σε άλλους ορόφους. Δεν αποκλείω όμως την πιθανότητα να έγιναν τροφή των σκουληκιών.
Από τότε που είμαι εδώ κανένα σκουλήκι δεν εμφανίστηκε να καταγράψει τους φροντιζόμενους ή να πάρει συνέντευξη από κάποιον φροντιστή. Φαντάζομαι ότι δεν είναι απαραίτητο γιατί στην γωνία του ταβανιού κάθε θαλάμου υπάρχει μια αμπούλα στο χρώμα της διάρροιας. Τι άλλο μπορεί να είναι μια τέτοια αμπούλα παρά μια κάμερα; Ίσως έτσι, αν κάνουμε την δουλειά μας όπως πρέπει, να μην χρειαστεί ποτέ η παρουσία κάποιου σκουληκιού για να επιβάλλει την τάξη.
Ξέχασα να αναφέρω την μία ώρα την ημέρα – τόσο πρέπει να είναι – που οι φροντιστές πηγαίνουν βόλτα στους διαδρόμους τους φροντιζόμενους. Τους ανασηκώνουμε, και τους δένουμε ένα λουρί στη μέση. Με το δεξί χέρι δένουμε το λουρί στον καρπό του χεριού μας που κρατάει τον ορό ενώ το άλλο χέρι κρατάει τον καθετήρα. Κάθε ζευγάρι φροντιζόμενου-φροντιστή πίσω από το άλλο ανάλογα με τον αριθμό του θαλάμου, κάνουμε τον γύρο του διαδρόμου που παρεμβάλλεται μεταξύ θαλάμων φροντιζόμενων και θαλάμων φροντιστών.
Είναι η μόνη στιγμή της ημέρας ή της νύχτας που όλοι οι κάτοικοι των θαλάμων συντονίζονται και ψέλνουν. Αυτό που ψέλνουμε μας το έδωσαν τα σκουλήκια πριν μας εισάγουν στους ορόφους. Είναι τρεις λέξεις. ‘Repression-submission-absolution’. Ο διάδρομος γεμίζει φωνές που σπάνια συντονίζονται. Γιατί μπορεί όταν εγώ με τον φροντιζόμενό μου ψέλνουμε το submission, ενώ το μπροστινό μου ζευγάρι να βρίσκεται στο absolution ή τότε να ξεκινάει με το repression.
Μία φορά την εβδομάδα – εβδομάδα πρέπει να είναι – οι φροντιστές απολαμβάνουν την φροντίδα άλλων. Βγάζουμε τις στολές ασορτί με τους τοίχους, και κάποιοι άλλοι σαν εμάς αλλά με ροζ στολές, μας κάνουν μπάνιο, μας λούζουν, μας κόβουν νύχια και μαλλιά και μας δίνουν καινούριες στολές πάντα στο ίδιο χρώμα. Είναι τόσο ξεκούραστα όλα αυτά, που έχω φτάσει στο σημείο να κοιμηθώ όρθιος στα ντουζ.
Αν κάποιος εκεί έξω ακούει τη φωνή στο μυαλό μου θέλω να μου πει αν θα τελειώσει η θητεία μου εδώ ή αν θα πάρω προαγωγή που νομίζω ότι την δικαιούμαι. Κανένας φροντιζόμενος δεν έχει πνιγεί στις βάρδιες μου και είμαι από τους φροντιστές που μιλάνε λιγότερο. Επίσης θα ήταν ωραία να ξέρω αν μπορώ να πάρω άδεια και να ξαναγυρίσω. Όχι μεγάλη άδεια, μερικές μέρες μόνο. Έστω και μετρημένες σε χρόνο σκουληκιών.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

Το ξεχασμένο σημείωμα του Αυγούστου



Το ξεχασμένο σημείωμα του Αυγούστου το βρήκαν πάνω σε ένα μπαούλο, σε μια σκοτεινή, σκονισμένη, 
ξεχασμένη σοφίτα. Έγραφε τα εξής:

Άφησε την τελευταία της πνοή μήνες μετά
αφού απήχθη από ανθρώπους ανήθικους, διαβολικούς και επικίνδυνους
τη στέρησαν από όσους τη χρειάζονταν, βασανίζοντάς την
κρατώντας την μακρυά από τη φύση της
από την καρδιά, το νου και τα όνειρα.
Εδώ βρίσκονται οι στάχτες
της μονάκριβής μου ελπίδας.


Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

δέντρο robot


 έργο του Dalikeri


στην ηλεκτρονική βροχή σιωπής 
ανάμεσα σε φύλλα φλύαρα πληροφορίας 
συνεστραμμένα κλαδιά φωσφορίζουν
μεταφέροντας θρόισμα γλώσσας 
σιωπηλά ριζωμένης στο φως. 

ο σκληρός δίσκος 
της σπονδυλικής ψυχής
καταγράφει το χρόνο 

σε ομόκεντρους πόνους.

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

..Ωδή Της Μετεμψύχωσης..‏


έργο του εικών 



.. το Αθώο..
..Αλλάζει..
..και το Νεογνό  παραμορφώνεται..
..στο Τούνελ της Λύπης..
..Όταν η Ψυχή Μετακινείται..
..κ μαραζώνει με τα χρόνια..
..Ολα Γεννιούνται...σαν ""παραμιλητά""
..Όλα Νοσταλγούν..
..Για την Ζωή που Ξέχασε..

..Η διαταραχή της Μελαγχολίας..
..Πηγάζει Αιώνια..
..Σέρνεται.. στα σκοτεινά παλάτια 
.. Παραπονιέται ότι δεν μπορεί να προσευχηθεί...
..Ενώ Ήδη έχει Γονατίσει..
..

..Μένει Ακίνητο..
..και χαζεύει την ''παρουσία'' της αλλαγής πάνω του
..Ίσως Ελπίζει..
..Αλλά η Κρίση Της Φοβίας..
..Μαρτυρά στις Πληγές ..
..Όλου Του παρελθόντος..

..Όλα Μεταλλάσσονται..
..κ ο Πρίγκιπας Της Φθοράς..
..ξαναφυτεύει.. τα Άοσμα Άνθη του..

..Η σκέψη μένει παγωμένη..
..στα όρια της εξαθλίωσης...
..
..Στα Μονοπάτια των Αφθάρτων  Υστεριών
..

..ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΠΟΤΡΑΒΗΧΤΕΙ ΣΤΙΣ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ..
..ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟΣ..

..η Ύπαρξη Είναι Κατάρα.. Στις πεδιάδες του ''Παραδείσου''

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2011

6ος π.Χ

γράφει η Sakura

''Ο Άνθρωπος ακολουθεί τη Γη.
Η Γη ακολουθεί τον Ουρανό.
Ο Ουρανός ακολουθεί το Ταό.
Το Ταό ακολουθεί μόνο τη φύση του''. (Τάο Τε Τσινγκ, 25)





μέταλλο νερό
γη, αέρας και φωτιά
στο ταό ένα.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Ενός λεπτού απαγωγή


έργο του Θ.Π.

«Κάποιος με απήγαγε! Ποιος να είναι άραγε αυτός ο κακούργος. Έχω εκνευριστεί πάρα πολύ με την κατάσταση. Δεν είναι ότι φοβάμαι αλλά... Ποιος είναι ο λόγος δεν τον έχω καταλάβει ακόμη. Ούτε λεφτά έχω ούτε κανένα σπουδαίο πρόσωπο είμαι. Μου άφησαν ένα μολύβι χαρτί δυο ξεροκόμματα ψωμί ένα κομμάτι φέτα και λίγο σκόρδο. Α! και μια ξύστρα και μια σβήστρα. Αν δε με καταλαβαίνουν οι νότιοι αυτού του κωλότοπου εννοώ τη γόμα. Ό,τι και να μου συμβεί δεν πρόκειται να αποκαλύψω τα ενδότερα της ψυχής μου! Που να σκάσετε! Είστε πολύ μικροί για κάτι τέτοιο. Εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να το αντέξω. Εσείς θα τρομάξετε από το αρρωστημένο μου μυαλό. Τί σιωπή! Φοβιστική! Τελικά μου αρέσει ο θόρυβος. Όχι απαραίτητα της πόλης. Και το χωριό καλό είναι. Εν τω μεταξύ, δε βλέπω και τίποτα. Δε φοβάμαι όμως. Αυτό και μόνο με τρομάζει!»


- Τελείωσε ο χρόνος σας! Ώρα να πάτε στο σπίτι σας! σας ευχαριστούμε πολύ. Την Πέμπτη θα παραλάβετε την επιταγή!

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2011

μαύρη τρύπα


έργο του Dalikeri
στο πάνω δεξιά μέρος του ορίζοντα γεγονότων διακρίνεται ο μισός Dalikeris  κερδίζοντας μια  σχετική αιωνιότητα. ενώ ο άλλος μισός εισέβαλλε δυστυχώς στη λήθη.

αναμεταδότες μηνυμάτων απολιθωμένης μνήμης
με ταχύτητα αλήθειας
προμηνύουν
τη λήθη.

της σιωπής
τον αντίλαλο
αφήνουν βυζαίνοντας ήχο
μακρόστενα στροβιλιζόμενα λεπτεπίλεπτα κοχύλια.


κάθε σταλαγμίτης τον σταλακτίτη του.