Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Γής Μαδιάμ...


ιστορία του Κάρολου του Μαύρου Sκώληκα


Η Εισαγωγή

Δεν ξέρω τι γνώσεις και τι μεράκι έχει ο Σκουληκότρυπας με τα ταξίδια στο χρόνο. Απλά τον εμπιστεύομαι . Δεν είχα δει ποτέ τι μηχανή του μέχρι τώρα, πώς ταξιδεύει. Απλά τον πίστευα . Και την μηχανή του χρόνου, δεν την είδαμε, ούτε ´γω ,ούτε ο Νίκος . Ούτ´ ο Κλέων και η Ασπασία , η Σωσώ και οι υπόλοιποι ανταποκριτές. Ο Σκουληκότρυπας μας έβαλε όλους σε έναν προθάλαμο και πριν μας δώσει την υπνωτική κάψουλα μας εξήγησε τους όρους: Μην επέμβετε και μην αλλάξετε την χρονική ακολουθία!
Ξύπνησα με βαρύ και θολό κεφάλι μέσα σε μια φουσκάλα λίγο πιο μεγάλη από ´μένα .Ήταν δεμένη μπρος , με μια άλλη με έναν ιστό περίτεχνο , μέσα κοιμόταν ακόμα ο Θ.Π τσίτσιδος, όπως και γώ. Πίσω ήταν η Σωσώ γυμνή και αυτή , την χάζεψα για λίγη ώρα...πίσω της εκτείνονταν σε άλλες φουσκάλες οι υπόλοιποι ανταποκριτές και μπροστά από τον Θ.Π ο Σκουληκότρυπας σε μία μεγαλύτερη φούσκα-κεφαλή. Το πιλοτήριο! Πήγα να πω, άλλα αυτός χωρίς να με κοιτάξει με σταμάτησε κάνοντας μια απότομη κίνηση με το δεξί του το χέρι. Ξάφνου η φουσκάλα μου έσπασε και αντικαταστάθηκε από μία καινούρια κενή. Εγώ στο χώμα να κείτομαι. Ο Σκουληκότρυπας μου έκανε νόημα αντίο και με κοίταξε έντονα με τα βοϊδίσια του μάτια . Η μηχανή κουνήθηκε λίγο, ανεμιστά , και μπήκε σα σκουλήκι σε μια τρύπα που με μία περίεργη τεχνική ο Σκουληκότρυπας είχε ανοίξει στο χώρο. Με ένα αλλόκοτο ήχο,  Εξηφανίσθη!

Ο Βοσκός

Μάτι π´ ανοίγει λωλό βλέπει, δε ρωτά μα του λένε: Παιδί... παιδάκο... ε και τώρα να δεις σήκω, και ακούγετε γέρικο χέρι να τρίβει ένα πρόσωπο, πλύσου, χτενίσου , κούμπωσ´ τα ρουχαλάκια σου, ποδέσου και τράβα να βρεις τον βοσκό. Και επλύθηκε, ποδέθηκε και λίγο ψωμί στον κόρφο του έβαλε. Να πας ξέρεις; Να κατά ´κεί:
Ο Δρόμος, είναι πλατύς κατήφορος, τα λιόφυτα συναντάς πρώτα . Μετά ελαιώνες σε λόφους λαβύρινθους.
Στης δύο μεγάλες τις πέτρες , κάνε αριστερά! προσοχή μην πας στο σπίτι του παπά, όχι στα ζερβά σου παιδί μου στα ζερβά σου ποτές! Και όλο τον κατήφορο και όπως σε πάει θα τον πας. Θα περάσεις το χωράφι του Γιάννη ,το ξέρεις; Και του Κουφού του Κώστα παιδί μου και μετά θα τόνε βρεις το βοσκό. Θα σε περιμένει.
Και άμα δεις κάνα θεριό παιδάκο, κάνα σατανά , χάχανο κανά ζμερδάκι ουου δίνε του και τρέχα και ´λα πίσω στο χωριό.
Το δίχως άλλο τότε  φύγε ,στις πέτρες τις δυό τις μεγάλες εστάθη και έπαιξε. Και το Γιάννη στοίχημα τον έβαλε πως είναι πιο δυνατός και το νίκησε. Και του κουφού του Κώστα του έκανε θέατρα πως είναι τάχα τσέλιγκας που πληρώνει για το κοπάδι του βοσκού.
Μέχρι που τον αντίκρισε... Καθότανε μόνος. Εσταυρωμένος στη γκλίτσα του . Με να αμπέχονο ακουμπισμένο στις πλάτες του. Με κάτι αρβύλες βρόμικες. Με να πουκάμισο ανοιχτό και μια φανέλα ´πο μέσα. Κάπνιζε. Κάπνιζε με ρουφηξιές που του καίγανε τα μέσα του. Τα δάχτυλά του ήταν κίτρινα ,και μόλις τ´ αγρίκισε έβγαλε μια κραυγή. Ελέει! πού σε βρε κατσαπλιά! Πάνε κει στο πουρνάρι, έχω νερό απο τα χτε ,πάρ το και φερτό να πιούμε .Και καθήσαν κι δυό στ´ απάγκιο. Ανάψαν φωτιά κ´ αγνάντευαν τα χέρια τους που γυμνά χορεύανε μπροστά της, ο ένας κάπνιζε καπνό και ο πιο μικρός, θυμάρι. Τα πράματα βοσκάγανε, και βοσκάγανε .Αγναντεύανε και μετά σύννεφα στον ουρανό και τις ελιές στο χώμα. Το ρέμα και οι λεύκες , σπαρτά και λιβάδια. Ήσαν, σα μια γυναίκα να ξάπλωνε στη γη, μέσα, και μόνο τα στήθι της να φαίνονται στο βάθος του κάμπου και το δεξί ποδάρι. Και ξάφνου σαν ξύπνησε η γυναίκα και το χώμα σαν τίναξε απ το αρχαίο της κορμί τα μαλλιά ανακάτεψε, και συστήθηκε Δήμητρα.
Τέλος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου