Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Αναμνήσεις ενός μελλοντικού εαυτού


ιστορία της Σωσώς Ζερό


Συνήθως με θυμάμαι να κάθομαι με μαξιλάρι στην καρέκλα του παππού, στο παλιό γραφείο του με τα πλαϊνά διπλά συρταράκια που έχουν μέσα πολλά από αυτά που δεν πρέπει να αγγίξω, μαζί με δικά μου παλιά μολύβια και κάτι ξυλομπογιές που έχω βαρεθεί..
Με θυμάμαι να κάθομαι φαρδύς πλατύς για να γεμίσω την καρέκλα όσο μπορώ.
Κορδωμένος και χορτάτος, καμαρωτός πάνω της με το μαξιλάρι που αφήνω τη μαμά με χίλια ζόρια να μου βάλει, κανακεύοντας με με την κελαρυστή φωνή της..
-Θυμάμαι να το σκάω αθόρυβα από το πίσω πορτάκι της αυλής και να γυρνάω αλαφιασμένος με το ποδήλατο μέσα στο άδειο, κατάξερο μεσημέρι.
Θυμάμαι να παίζω μόνος με μυρμήγκια,
τζιτζίκια,
σπασμένα αμάξια,
ποδήλατα,
τα χέρια μου και τα πόδια μου.
Και πάλι πίσω, με κύκλους ασταμάτητους στην παλιά εκκλησία
Και πάνω και κάτω
κι όλοι οι δρόμοι απέραντοι στο γκρί λιοπύρι..
#
Η δροσερή μαμά μου, το σπίτι του παππού, τα μεσημέρια μας.. Κάθε μέρα θυμάμαι την ησυχία να κόβει το σπίτι του παππού στα δύο: όλοι κοιμούνται, εγώ ζωγραφίζω..
Με θυμάμαι να σκάω από λαχτάρα για εκδρομή
πίσω από τις βαρειές κουρτίνες
με αναμμένο κι ολόφωτο τον κάμπο στον Ιούλιο..
Και ένα-ένα πάλι
εγώ και τα μολύβια στα συρταράκια του γραφείου.
Οι ξυλομπογιές μικραίνουν -εγώ μεγαλώνω..
#
Ατέλειωτα μεσημέρια
ζωγραφίζοντας σπίτια με κεραμίδια και λουλούδια και πουλιά.
Θυμάμαι πιο πολλά καλοκαίρια από χειμώνες, παράξενο..
-Κάνα δύο σκόρπια Φθινόπωρα και μια μόνο Άνοιξη σε φωτογραφία Πάσχα που τοποθετώ μέσα τον εαυτό μου σε διάφορες ηλικίες κρατώντας τη μια μαργαρίτα, την άλλη ένα κόκκινο αυγό, την άλλη ένα χαρταετό, μια μπάλα, μια μοτοσυκλέτα, ένα κορίτσι, ένα τσιγάρο..
Η ανάμνηση και η ελπίδα, ένα.
#
Δεν θυμάμαι τίποτα πια με το πραγματικό του χρώμα,
όμως είμαι ο ίδιος που ζωγραφίζω με τα μάτια αστραφτερά από τα μελλοντικά μου δάκρυα,
συγκινημένος από την ίδια τη δύναμη να ελπίσω σε μια τέτοια στιγμή που γεμίζω αναμνήσεις.
#
Σύριζα στο χαρτί και στο παλιό ξύλο, με το μάγουλο μου ακουμπισμένο στο αρχαίο γραφείο που γεμίζει αναμνήσεις το σπίτι του παππού ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πια..
Δεν θυμάμαι τίποτα πια απ’ το μέλλον μου, όλα άλλαξαν.
Το μέλλον ήρθε σιγά – σιγά και εντελώς ξαφνικά.
Το μέλλον με βρήκε ξαφνικά σαν σεισμός την ώρα που τα πόδια μου χτυπούσαν ρυθμικά την κάτω επιφάνεια του γραφείου και σκεφτόμουν πως ήμουν παιδί..
#
Πιο πολύ απ’όλα θυμάμαι πως βιαζόμουν να μάθω μέσω της ελπίδας το μέλλον μου, να αποκλείσω απέλπιδες παραδρόμους και να τους κλείσω αμετάκλητα.
Με θυμάμαι να νοσταλγώ μικρός το μέλλον που δεν ήξερα
και να οραματίζομαι με ζήλο τις ημέρες που φύγανε,
Μεγάλος,
πήγα και ξέχασα όσο πιο γρήγορα μπορούσα,
όλα όσα με εμπόδιζαν να θυμάμαι.
#
Έχει νόημα να θυμάσαι; Η ανάγκη στον άνθρωπο να κατασκευάσει αναμνήσεις είναι η ίδια η βαθειά πίστη του και στο μέλλον,
Το παραμύθι δυνατό και εύκολο..
Κι εγώ, δυνατός και εύκολος και παιδί, το καμάρι της μαμάς μου και της γης ολάκερης.
Το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να τρέχεις
και το αμέσως μετά να ζωγραφίζεις..
τώρα που έχω ζήσει το περισσότερο μέλλον μου
έχω βεβαιωθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου