Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Η Θέμις

του Dr.Wormhole




Γειά σας! Ονομάζομαι Θεμιστοκλής Σκουληκότρυπας. Οι περισσότεροι θα με γνωρίζουν με το όνομα Dr. Wormhole. Είμαι 32 ετών, ψηλός, όμορφος, γεροδεμένος,  με θεληματικό πηγούνι και λεπτά συναισθήματα. Έχω σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες στην Ελλάδα και έχω πραγματοποιήσει  μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στο εξωτερικό πάνω στη σύγχρονη Φυσική και τα ζητήματα τις χωροχρονικής καμπυλότητας. Εδώ και κάμποσα χρόνια, επέστρεψα στα πάτρια εδάφη, γεμάτος όρεξη για προσφορά τόσο στο κοινωνικό σύνολο όσο και στην επιστήμη. Ως εκ τούτου, εργάζομαι ως ανασφάλιστος ντελιβεράς και κατά περιόδους, για να αυξήσω τον επιούσιο, πραγματοποιώ κατ’οίκον διανομές παράνομου πορνογραφικού υλικού σε ευυπόληπτους πολίτες.
Ζώντας επομένως από κοντά τη μεγάλη περιπέτεια που λέγεται Ελλάδα, ήταν φυσικό επακόλουθο να εκδηλώσω σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα τάσεις φυγής, κατατονικής μανιοκατάθλιψης, αγοραφοβίας, τάσεις ενοχικών συνδρόμων και σεξουαλικής αυνανοποίησης. Επειδή όμως είμαι άνθρωπος πρακτικός και κυρίως ρεαλιστής, φρόντισα να αντιμετωπίσω όσο πιο έγκαιρα μπορούσα όλα τα εν τη γενέση τους σύνδρομα συλλαμβάνοντας και κατασκευάζοντας τη μυστική μου χρονομηχανή. Το όνομα αυτής Θέμις.
Η Θέμις σχεδιάστηκε και δημιουργήθηκε αποκλειστικά από υλικά ντόπια. Το παρθενικό της ταξίδι πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο περίπου πριν, τον Αύγουστο του 2010, με προορισμό τα δύσβατα  βουνά της αρχαίας Ιεριχούς και από τότε έχει κατακτήσει τον χρονικό ορίζοντα γεγονότων ολόκληρου του παρελθόντος και του μέλλοντος.
Η Θέμις είναι κατά κύριο λόγο προιόν μιας αυθαίρετης  εναντίωσης απέναντι στο δυνάστη χρόνο, στην καταπίεση και στον ψυχικό εγκλεισμό της νεοελληνικής πραγματικότητας, μα πρωτίστως αποτελεί μια ματαιόπονη προσπάθεια αθανασίας.
Τα υλικά της δεν είναι όπως θα έλεγε ένας ρομαντικός στοχαστής τα υλικά που φτιάχνονται τα όνειρα. Αντιθέτως. Είναι τα υλικά των πιο αρχέγονων και αυτομάτων σκέψεων. Την ταχύτητα αυτών των σκέψεων έκλεψα. Με τη ταχύτητα αυτών των σκέψεων ξεπέρασα το φράγμα του φωτός και ταξίδεψα συντροφιά της.
Η Θέμις με οδήγησε στα πέρατα του χρόνου και του σιαμαίου αδελφού του, του χώρου. Γνώρισα πολιτισμούς μακρινούς, ανθρώπους του μέλλοντος να μετακομίζουν σε ξένους γαλαξίες, να μεταμορφώνονται σε πληροφορία και καθαρή ενέργεια, να πολεμούν αδυσώπητα για όλο και περισσότερη νοημοσύνη και εν τέλει να αφανίζονται από ανώτερες συμπαντικές φυλές.
Ύστερα γύρισα πίσω. Είδα από κοντά όλα τα μεγάλα και καθοριστικά γεγονότα του παρελθόντος. Τις μάχες και τις προσωπικότητες. Την ανακάλυψη του τροχού. Το περπάτημα του πιθηκανθρώπου στο έδαφος. Το τέλος των δεινοσαύρων. Την γέννηση του φεγγαριού. Την αστρική σκόνη και τη μεγάλη έκρηξη.
Η Θέμις μου παρουσίασε τον κόσμο όλο, σαν μπίλια στα χέρια κάποιου αόρατου γίγαντα. Ενός Τιτάνα για παράδειγμα. Μέσα σε αυτή τη μπίλια, όλα τα γεγονότα, μεγάλα και μικρά, ιστορικά και καθημερινά, τα άστρα και οι γαλαξίες, οι πόνοι κι χαρές μας, τα παιδιά και οι παππούδες μας, οι θάνατοι και οι γεννήσεις μας, όλα, τα πάντα,  συμβαίνουν τώρα, την ίδια στιγμή. Μέσα σε μια ανεπαίσθητη ηλεκτρική εκκένωση.
Ο χρόνος όλος παρουσιάστηκε σαν ψέμα. Μια διάσταση που κρύβει καλά μέσα στον απέραντο χώρο της την ίδια της την ανυπαρξία. Μια δύστυχη ψυχή που χτίζει συνεχώς δικαιολογίες κοροιδεύοντας εμάς και τον ίδιο της τον εαυτό. Ένα κομπλεξικό όν που συνεχώς διογκώνεται για να πιστέψει πως ζει. Φουσκώνει και κομπορρημονεί. Γεννάει και σκοτώνει ενώ την επόμενη στιγμή, στην επόμενη ηλεκτρική εκκένωση, ούτε το ίδιο δεν θα υπάρχει. Όπως ακριβώς και η Ελλάδα..

Η Θέμις μπαίνει σε λίγες μέρες, αρχές φθινοπώρου, στο δεύτερο χρόνο της ζωής της και με τη βοήθεια της θα σας παρουσιάσω αποσπάσματα από  «Τα προσωπικά ημερολόγια του Θεμιστοκλή Σκουληκότρυπα». Καλό χειμώνα σε όλους. Πίτσα κανείς;

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Αναμνήσεις ενός μελλοντικού εαυτού


ιστορία της Σωσώς Ζερό


Συνήθως με θυμάμαι να κάθομαι με μαξιλάρι στην καρέκλα του παππού, στο παλιό γραφείο του με τα πλαϊνά διπλά συρταράκια που έχουν μέσα πολλά από αυτά που δεν πρέπει να αγγίξω, μαζί με δικά μου παλιά μολύβια και κάτι ξυλομπογιές που έχω βαρεθεί..
Με θυμάμαι να κάθομαι φαρδύς πλατύς για να γεμίσω την καρέκλα όσο μπορώ.
Κορδωμένος και χορτάτος, καμαρωτός πάνω της με το μαξιλάρι που αφήνω τη μαμά με χίλια ζόρια να μου βάλει, κανακεύοντας με με την κελαρυστή φωνή της..
-Θυμάμαι να το σκάω αθόρυβα από το πίσω πορτάκι της αυλής και να γυρνάω αλαφιασμένος με το ποδήλατο μέσα στο άδειο, κατάξερο μεσημέρι.
Θυμάμαι να παίζω μόνος με μυρμήγκια,
τζιτζίκια,
σπασμένα αμάξια,
ποδήλατα,
τα χέρια μου και τα πόδια μου.
Και πάλι πίσω, με κύκλους ασταμάτητους στην παλιά εκκλησία
Και πάνω και κάτω
κι όλοι οι δρόμοι απέραντοι στο γκρί λιοπύρι..
#
Η δροσερή μαμά μου, το σπίτι του παππού, τα μεσημέρια μας.. Κάθε μέρα θυμάμαι την ησυχία να κόβει το σπίτι του παππού στα δύο: όλοι κοιμούνται, εγώ ζωγραφίζω..
Με θυμάμαι να σκάω από λαχτάρα για εκδρομή
πίσω από τις βαρειές κουρτίνες
με αναμμένο κι ολόφωτο τον κάμπο στον Ιούλιο..
Και ένα-ένα πάλι
εγώ και τα μολύβια στα συρταράκια του γραφείου.
Οι ξυλομπογιές μικραίνουν -εγώ μεγαλώνω..
#
Ατέλειωτα μεσημέρια
ζωγραφίζοντας σπίτια με κεραμίδια και λουλούδια και πουλιά.
Θυμάμαι πιο πολλά καλοκαίρια από χειμώνες, παράξενο..
-Κάνα δύο σκόρπια Φθινόπωρα και μια μόνο Άνοιξη σε φωτογραφία Πάσχα που τοποθετώ μέσα τον εαυτό μου σε διάφορες ηλικίες κρατώντας τη μια μαργαρίτα, την άλλη ένα κόκκινο αυγό, την άλλη ένα χαρταετό, μια μπάλα, μια μοτοσυκλέτα, ένα κορίτσι, ένα τσιγάρο..
Η ανάμνηση και η ελπίδα, ένα.
#
Δεν θυμάμαι τίποτα πια με το πραγματικό του χρώμα,
όμως είμαι ο ίδιος που ζωγραφίζω με τα μάτια αστραφτερά από τα μελλοντικά μου δάκρυα,
συγκινημένος από την ίδια τη δύναμη να ελπίσω σε μια τέτοια στιγμή που γεμίζω αναμνήσεις.
#
Σύριζα στο χαρτί και στο παλιό ξύλο, με το μάγουλο μου ακουμπισμένο στο αρχαίο γραφείο που γεμίζει αναμνήσεις το σπίτι του παππού ούτε θυμάμαι πόσα χρόνια πια..
Δεν θυμάμαι τίποτα πια απ’ το μέλλον μου, όλα άλλαξαν.
Το μέλλον ήρθε σιγά – σιγά και εντελώς ξαφνικά.
Το μέλλον με βρήκε ξαφνικά σαν σεισμός την ώρα που τα πόδια μου χτυπούσαν ρυθμικά την κάτω επιφάνεια του γραφείου και σκεφτόμουν πως ήμουν παιδί..
#
Πιο πολύ απ’όλα θυμάμαι πως βιαζόμουν να μάθω μέσω της ελπίδας το μέλλον μου, να αποκλείσω απέλπιδες παραδρόμους και να τους κλείσω αμετάκλητα.
Με θυμάμαι να νοσταλγώ μικρός το μέλλον που δεν ήξερα
και να οραματίζομαι με ζήλο τις ημέρες που φύγανε,
Μεγάλος,
πήγα και ξέχασα όσο πιο γρήγορα μπορούσα,
όλα όσα με εμπόδιζαν να θυμάμαι.
#
Έχει νόημα να θυμάσαι; Η ανάγκη στον άνθρωπο να κατασκευάσει αναμνήσεις είναι η ίδια η βαθειά πίστη του και στο μέλλον,
Το παραμύθι δυνατό και εύκολο..
Κι εγώ, δυνατός και εύκολος και παιδί, το καμάρι της μαμάς μου και της γης ολάκερης.
Το καλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι να τρέχεις
και το αμέσως μετά να ζωγραφίζεις..
τώρα που έχω ζήσει το περισσότερο μέλλον μου
έχω βεβαιωθεί.