Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Ο Θάνατος Μου


της σωσώς ζερό




(..Βαριόμουν απίστευτα τις ερωτήσεις τους, την ταπεινωτική τους αδιακρισία, τις στατιστικές σημειώσεις τους…)


-‘Όχι, δεν είχα καμία προδιάθεση. Είχα προορισμό ηλίθιοι!
Της αφιερώθηκα πριν από κάθε απογοήτευση, πριν από κάθε εμπειρία. Και μάθετε πως δε με έσπρωξε η δυστυχία αλλά η ευτυχία. ( με κοίταζαν καλά καλά, κοιτάχτηκαν και μεταξύ τους)
κι όμως: αυτή η ευτυχία η άμορφη
η απίθανη
αυτή η εξαντλητική προσπάθεια επανάληψης της,
αυτή ευθύνεται και όχι η δυστυχία.
Νοσταλγώ συχνά την καθαρή και αδυσώπητη δυστυχία: την ζεστή της ασφάλεια, το αυστηρό της τυπικό. Αλήθεια.


-Σας είπα μαζεύτηκαν νύχτες πολλές από αυτές που το μέλλον καταργείται και ήθελα να κρατήσω τυχαία απ’ όλες μου τις επιθυμίες, αυτήν που δεν θα υπάρχω μέσα της πια.


-Εξάλλου βαρέθηκα να μπαινοβγαίνω στον ίδιο εαυτό, μια «να ξεφύγω» και μια τον «ξαναβρίσκω». Δεν κατάφερα να αποφασίσω τελικά..


-Όσο περισσότερο προχωρώ, τόσο περισσότερο βλέπω να μειώνονται οι πιθανότητες μου να σέρνομαι από τη μια μέρα ίσαμε την άλλη με τόσο μικρή απόδοση, καταλάβετε το παρακαλώ! Έζησα πάντα στο αλλόκοτο και στο απίθανο, ποτέ στο δικό σας πιθανό,
Η μνήμη μου σωριάζει αμέτρητους βυθισμένους ορίζοντες που αντέχω μόνο εγώ.


-Όχι, ούτε μια στιγμή δεν ήταν πειρασμός. Ήταν πάντοτε θέληση.
Κάθε φορά λαμπρή η ίδια επιθυμία σαν καινούρια, μια πράξη δίχως προηγούμενο. Μια αιφνίδια εκπλήρωση, μια κεραυνοβόλος απελευθέρωση. Η Νιρβάνα μέσω της βίας εναντίον μου. Αφήστε με…


-Η ιδέα του τέλους απλώνεται μπροστά μου σαν μια τεράστια γιορτινή σάλα κάθε που νυχτώνει. Έξω από το χρόνο και τον τόπο σας με περιμένει εύκολη η αιωνιότητα, ένα χάσμα που φέρνει ίλιγγο η ελπίδα να πεθάνω πέρα απ’ το θάνατο, κρυφά σας.. Με το τέλος ολόκληρου του κορμιού μου από το ένα χέρι μου, θα νικήσω τον ίδιο το θάνατο αφού μπορώ να δράσω καλύτερα από Εκείνον και να με αποκαταστήσω στα μάτια μου. Καταστρέφοντας τον ίδιο μου τον εαυτό, καταστρέφω με μιας κάθε λόγο που είχα να τον περιφρονώ. Ξανακερδίζω την εμπιστοσύνη μου, γίνομαι για πάντα «Ένα».


-Εξοργίζομαι με τις ίδιες μου τις αισθήσεις καιρό τώρα, πιστέψτε το. Κάθε αίσθηση στην αρχή και στο τέλος είναι Πόνος. Στη μέση, είναι Σύμπαν.


-Έγινα πολλές φορές η οργή της νύχτας, η ανάγκη της τελειωτικής εξήγησης με την πάρτη μου, με τα στοιχειά μου όλα. Να βρεθώ έξω απ’ τη ζωή, να γαληνέψω. Έχω ζήσει τη χαρά που υποκατέστησε την οργή ότι έφτασα στο τέρμα, ότι συρρίκνωσα ολόκληρο το αχανές και αμφίβολο μέλλον μου σε μερικά λεπτά, το πολύ-πολύ καμιά ωρίτσα. Δαφνοστεφανωμένος και πεντακάθαρος, θα τρυγήσω τον τελευταίο θαυμασμό σας, το κουράγιο που δεν θα αποκτήσετε ποτέ.
Για τέλος θα σας πω πως όσο περισσότερο βρίσκομαι στο περιθώριο των στιγμών, τόσο η προοπτική να εκλείψω για πάντα με ξαναενσωματώνει στην ύπαρξη, με βάζει στο ίδιο επίπεδο με τους ζωντανούς, με γεμίζει ζωή. Καθώς ποτέ δεν συνέπεσα με τις εποχές, διάλεξα το Μάιο για το μήνα αποχώρησης. Σ’ ένα τοπίο που το εκμηδενίζει το φως, καταφέρνω να είμαι ήρεμος όσο ποτέ δε θα καταφέρετε να εννοήσετε. Ο ήλιος ήταν πάντα ο προμηθευτής μου σε κατάμαυρες σκέψεις και δεν τολμώ να φανταστώ μαζί σας τον Ιούλιο.
Δεν ανήκω πια στη συμμορία των θνητών, είμαι εγώ,, ο Θάνατος μου.

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Ανοιχτή Γραμμή Αυτοκτονίας... Suicide Assistance

the Stranger


-          «Καλωσήρθατε στην Ανοιχτή Γραμμή Αυτοκτονίας. Σας ενημερώνουμε ότι οι κλήσεις μαγνητοφωνούνται για λόγους ασφαλείας. Για να μιλήσετε με κάποιον ειδικό, πιέστε 1. Για να ακούσετε το μανιφέστο της οργάνωσής μας, πιέστε 2. -          Χμμμ.....2. -           «Η Suicide Assistance ιδρύθηκε το 2011, μία χρονιά κατά την οποία παρατηρήθκε κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών, λόγω της οικονομικής κρίσης. Η εταιρεία μας γνωρίζει πολύ καλά ότι η ζωή είναι δύσκολη και συχνά πολλοί από εμάς βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση να θέλουμε να αυτοκτονήσουμε, αλλά να μην μπορούμε να το κάνουμε. Οι εξειδικευμένοι υπάλληλοι της Suicide Assistance θα σας συμβουλεύσουν για τον τρόπο αυτοκτονίας που σας ταιριάζει, και αν χρειαστεί θα αναλάβουν να τη φέρουν εις πέρας οι ίδιοι, για να αποφευχθεί το οδυνηρό ενδεχόμενο μίας αποτυχημένης απόπειρας. Εγγυώμαστε 100% εχεμύθεια και 100% αποτελεσματικότητα.» «Για να μιλήσετε με κάποιον ειδικό, πιέστε 1. Για να ακούσετε το μανιφέστο της οργάνωσής μας, πιέστε 2.» -          1. -          Είστε σε γραμμή προτεραιότητας. Σύντομα, κάποιος εξειδικευμένος συνεργάτης μας θα είναι μαζί σας. Παρακαλώ περιμένετε»... «Το τελευταίιιιιιιοοοο βράααααδυ μουυυυυυυυυ απόοοοοοοψε το περνάααααωωωωωωωωωωω...»........ Γραμμή αυτοκτονίας, πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;-          Καλησπέρα σας... -          Καλησπέρα. -          Θα ήθελα να αυτοκτονήσω. -          Και πολύ καλά κάνετε. Χρέη; -          Ναι, πολλά χρέη. -          Καταλαβαίνω...Στην Suicide Assistance ξέρουμε πολύ καλά πώς νιώθετε και θα κάνουμε τα πάντα για να σας βοηθήσουμε. Αρκεί, φυσικά, να είστε σίγουρος.-          Ναι, είμαι σίγουρος, το σκέφτομαι εδώ και μήνες. -          Άνεργος, ε; -          Ναι, έναν χρόνο τώρα. Πέθανε και η μάνα μου πριν από μερικούς μήνες, και δεν έχω πια κανένα εισόδημα. -          Μη σας απασχολεί καθόλου, οι υπηρεσίες μας παρέχονται εντελώς δωρεάν, δεν υπάρχει καμία χρέωση.-          Αλήθεια; Πώς κι έτσι; -          Είμαστε Μη Κυβερνητική Οργάνωση, επιδοτούμαστε από τους υποστηρικτές μας. -          Υποστηρικτές; -          Ναι, συνεργαζόμαστε με νεκροταφεία, γραφεία τελετών, προμηθευτές όπλων και άλλες εταιρείες που μας χρηματοδοτούν. Εσείς δε θα επιβαρυνθείτε καθόλου. -          Α, ωραία, γιατί το’χα άγχος... -          Πείτε μου, τώρα: Έχετε συγγενείς εν ζωή;-          Έναν αδερφό και την πρώην σύζυγό μου. -          Α, είστε χωρισμένος; -          Ναι, εδώ και 4 χρόνια. -          Παιδιά; -          Δεν έχω, ευτυχώς. -          Πράγματι, ευτυχώς, δεν είναι κόσμος αυτός να φέρνει κανείς παιδιά. Θα θέλατε να σας βοηθήσω να γράψετε ένα σημείωμα προς τον αδελφό και τη σύζυγό σας; -          Τι σημείωμα; -          Ε, δεν μπορείτε να αυτοκτονήσετε χωρίς να αφήσετε πίσω ένα σημείωμα που να εξηγεί για ποιον λόγο το κάνατε. Θα σας περάσουν για τρελό. Ξέρετε, εμείς καταλαβαίνουμε την ανάγκη που νιώθει κανείς να ησυχάσει από τα προβλήματά του, αλλά αυτό το θέμα είναι ακόμα ταμπού για την κοινωνία. Ο αυτόχειρας θεωρείται τρελός. Γι’αυτό και είναι απαραίτητο να αφήσετε ένα σημείωμα, όπου θα εξηγείτε για ποιον λόγο πήρατε αυτήν την απόφαση. -          Ναι, έχετε δίκιο, δεν το είχα σκεφτεί αυτό. -          Θέλετε λοιπόν βοήθεια με αυτό; Να σας στείλω σε κάποιο e-mail ένα προσχέδιο να το εκτυπώσετε; -          Όχι, αφήστε το, θα το κάνω μόνος μου. -          Πολύ ωραία, όπως θέλετε. Τώρα, έχετε σκεφτεί με ποιον τρόπο θα θέλατε να αυτοκτονήσετε; -         Σκεφτόμουν τα χάπια... -          Α, δε σας τα συνιστώ. Αυτές οι απόπειρες συνήθως αποτυγχάνουν, υπάρχουν πολύ πιο σίγουροι τρόποι. -          Τι μου προτείνετε; -          Το κρέμασμα είναι αρκετά αποτελεσματικό και καθαρό, ο θάνατος επέρχεται γρήγορα, καθώς η αγχόνη τσακίζει τον σβέρκο σας και... -          Θεέ μου, δεν μπορώ, δεν μπορώ ούτε να το σκέφτομαι. Κάτι άλλο; -          Μένετε σε πολυκατοικία; -          Ναι, είναι μία τριώροφη πολυκατοικία. -          Α, δε μας κάνει, ακόμα κι αν πέσετε από την ταράτσα υπάρχει η πιθανότητα να επιζήσετε, και μάλιστα με σπασμένα πόδια, διαλυμένη σπλήνα, πιθανόν με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες... -          Αχ σας παρακαλώ, δεν μπορώ να τα ακούω αυτά. -          Μα νόμιζα ότι το έχετε πάρει απόφαση. -          Το έχω πάρει, αλλά δε θέλω να υποφέρω. -          Καταλαβαίνετε, όμως, ότι αν η αυτοκτονία ήταν κάτι το υποφερτό, δε θα χρειαζόταν να είμαι εδώ να σας συμβουλεύω, θα το κάνατε και μόνος σας. -          Δεν υπάρχει κάτι άλλο; Ξέρω’γω, έχω ακούσει ότι η ηλεκτρική καρέκλα ας πούμε δεν πονάει τόσο πολύ. -          Λυπάμαι, η ηλεκτρική καρέκλα είναι ρεζερβέ απόψε, θα είναι ξανά διαθέσιμη την ερχόμενη Δευτέρα, αν είστε διατεθειμένος να περιμένετε. -          Τι άλλο έχετε; -          Υπάρχει πάντα η λύση του πιστολιού. -         Πιστόλι, ε; Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τα όπλα. -          Αν έχετε πρόβλημα, μπορούμε να στείλουμε κάποιον από το σπίτι σας να το κάνει αυτός. -          Αλήθεια; Αυτό θα ήταν καλό. -          Φυσικά. Προτιμάτε 38άρι; Καλάσνικοφ; Κοντόκανη καραμπίνα; Ούζι; -          Δεν ξέρω καθόλου από αυτά, ό,τι να’ναι. -          Ξέρετε, έχει σημασία, ας πούμε η καραμπίνα και το καλάσνικοφ θα γεμίσουν το σπίτι με αίματα και εντόσθια, θα είναι δύσκολο να καθαριστούν μετά, είναι κρίμα δηλαδή γι’αυτόν που θα το αναλάβει, γι’αυτό σας πρότεινα τον απαγχονισμό αρχικά... -          Όχι, όχι, να λείπει. 38άρι. -         38άρι, καλή επιλογή. Να ξέρετε, οι πιστολέρο μας είναι οι καλύτεροι της αγοράς. -          Το ελπίζω.-          Κάτι άλλο, τώρα: Έχετε κάποιον γνωστό σε γραφείο τελετών; Να σας συστήσω κάποιο; -         Α, θα το κανονίσει ο αδελφός μου αυτό. -          Ναι, αλλά εμείς έχουμε την τεχνογνωσία και τις διασυνδέσεις, μπορώ να σας προσφέρω ένα πακέτο με φέρετρο από μαόνι, θέση στην άκρη του νεκροταφείου, να μην είστε ανάμεσα σε όλους τους άλλους νεκρούς, και δωρεάν μακιγιέρ. -         Μακιγιέρ; -          Φυσικά, θα πρέπει κάποιος να φροντίσει το πρόσωπό σας για να μπορεί να είναι ανοιχτό το φέρετρο. Ξέρετε, οι σφαίρες του όπλου θα σας κάνουν το κεφάλι σαν έμμενταλ από τις τρύπες, και... -          ΜΗΝ ΤΟ ΛΕΤΕ ΑΥΤΟ, σας παρακαλώ δηλαδή, δεν μπορώ να σκέφτομαι τέτοια πράγματα! -          Μα δεν καταλαβαίνω, εσείς δε μου είπατε ότι θέλετε να αυτοκτονήσετε; Όλα αυτά δεν τα είχατε σκεφτεί; -          Δε θέλω να τα σκέφτομαι, θέλω απλά να αυτοκτονήσω και να τελειώσουν τα βάσανά μου! -          Μα θα τελειώσουν τα βάσανά σας, απλά όταν τελειώσουν θα είστε σαν σουρωτήρι από τις σφαίρες και κατάχλωμος από την αιμορραγία. -          Μα επιτέλους, γιατί μου τα λέτε αυτά; -          Προσπαθώ νας σας κάνω να εγκλιματιστείτε στη νέα σας κατάσταση, μην ξεχνάτε ότι σε λίγες ώρες θα είστε νεκρός, αιμόφυρτος, στο πάτωμα του σπιτιού σας, με τριάντα τρύπες από 38άρι σε όλο σας το σώμα... -          Άι σιχτίρ μωρή, που να φας τη γλώσσα σου, προτιμώ να ζήσω-          Όπως θέλετε κύριε, εμείς πάντως είμαστε στη διάθεσή σας αν μας χρειαστείτε. -          Δε θα σας χρειαστώ. *ΚΛΙΚ* -          Λοιπόν; -          Άλλος ένας χέστης. -          Ήταν πολύ έξυπνη η ιδέα της «Γραμμής Αυτοκτονίας». -          Πράγματι, από τότε που την ξεκινήσαμε δεν έχει καταγραφεί ούτε μία αυτοκτονία σε ολόκληρη την πόλη. Όλοι λένε «καλύτερα να πεθάνω, να μην υποφέρω», αλλά όταν τους εξηγείς τι θα τους συμβεί πεθαίνοντας, προτιμούν να ζήσουν. -          Νομίζω ότι είναι στην ανθρώπινη φύση αυτό. -          Μα αυτό τους κάνουμε, στην ουσία: Ξυπνάμε το κοιμισμένο τους ένστικτο αυτοσυντήρησης. -          Ήταν πολύ έξυπνη ιδέα. -          Χαίρομαι που μου το αναγνωρίζεις *ΝΤΡΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝ* -          Άλλος ένας χέστης...

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο ( φινάλε )

του νίκου πάκου



Κοίταξε αποσβολωμένα γύρω του, η διάθεσή του κατέρρεε όπως τα περιγράμματα σε έναν σουρεαλιστικό πίνακα. Στηρίχτηκε με τη ράχη του στη γωνιά του δωματίου, άναψε ακόμα ένα τσιγάρο και έριξε το βλέμμα του σε πρόσωπα κι άλλα πρόσωπα. Το πάρτυ είχε ανάψει, όλοι έμοιαζαν να περνάνε καλά. Χόρευαν, μιλούσαν και χασκογελούσαν. Αλλά στον Χ. Λ. φανήκαν σαν ζώα που χοροπηδούσαν μέσα στο ροντέο ή σαν ταύροι ερεθισμένοι από το κόκκινο πανί. Η νέα γενιά καλλιτεχνών, εικαστικών και λογοτεχνών της πόλης. Κοιτώντας αυτά τα αλαζονικά πρόσωπα, ήξερε ότι οι περισσότεροι είχαν τέτοιου είδους όνειρα και φιλοδοξίες, άλλωστε ήξερε πως κάποιοι είχαν ήδη δώσει δείγματα γραφής, είχαν ξεχωρίσει, αναγνωριστεί κάπως˙ ποιητές και συγγραφείς, σκηνοθέτες και ηθοποιοί, ζωγράφοι και φωτογράφοι. Ακόμα μια φουρνιά των υπέροχων πνευματικών ανθρώπων που κατάφερε να γεννήσει αυτή η χώρα από τη μεταπολίτευση και μετά. Ψεύτικοι και δήθεν, γλείφτρες και μοδάτοι, από κάθε άποψη άθλιοι τύποι. “Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι”, αλλά δεν χρειάζεται οι βλάκες αυτού του κόσμου να μας επιβάλλουν το πνεύμα τους. Αλλά τι άλλο να περιμένεις; Ποια άλλη κουλτούρα θα ταίριαζε σε μια κοινωνία που για τόσα χρόνια κυριαρχεί η διαφθορά, το κλέψιμο και η ανεντιμότητα; Η πιο παρασιτική και εκφυλισμένη που θα μπορούσε να υπάρχει.
Και πάνω απ’ όλα, να θρονιάζεται η πιο κίβδηλη θλίψη. Ο καλλιτέχνης για να δημιουργήσει πρέπει να είναι μελαγχολικός, να ενατενίζει τον κόσμο μέσα από ένα πρίσμα πεσιμισμού και νοσταλγίας. Το να είσαι ένας απλά αισιόδοξος, έστω και ένας συγκρατημένα αισιόδοξος χαρακτήρας, στην κλίκα την καλλιτεχνική απαγορεύεται διά ροπάλου. Ακόμα δηλαδή και να είσαι, πρέπει να το παριστάνεις ιδιαίτερος, προβληματισμένος, μηδενιστής. Ένα ακόμα κακέκτυπο των δαφνοστεφανομένων αυτοχείρων ποιητών… Και τώρα να, το έβλεπε στα πρόσωπα τους. Τα χαρούμενα και χαλαρά βλέμματά τους έμοιαζαν σκαμμένες μάσκες, από πίσω κρυβόταν αυτή η σνομπιστική, εγωκεντρική μελαγχολία. Άιντε αυτοκτονήστε να ησυχάσουμε!
Μα που να είναι η Κατερίνα; Έμοιαζε η μόνη αφορμή απόδρασης από αυτό το ασφυκτικό γλέντι. Ένιωθε διψασμένος να τη δει, να βουτήξει, έστω και ως θεατής, στην ομορφιά της. Που είχε χαθεί; Σε αυτές τις άθλιες στιγμές, μέσα του ομολόγησε το πόσο ερωτευμένος ήταν μαζί της. Πόσο απλά, παιδικά, ατόφια ήταν τα συναισθήματά του γι’ αυτή. Ας μην έκαναν σεξ ποτέ. Προφανώς και την είχε σκεφτεί σεξουαλικά κάμποσες φορές, αλλά τώρα ένιωσε ευάλωτος, χτυπημένος από ένα απρόσμενο αίσθημα ήττας. Λες και όλη του η πορεία έμοιαζε ένα κενό, ένα μηδέν. Και μόνο η Κατερίνα του έδινε κάποιο φως, κάποιο νόημα. Ας την έβλεπε έστω για λίγο, ας της έλεγε ένα καληνύχτα κι ας έφευγε.
Αλλά, που να ήταν; μάλλον επάνω. Σφράγιζε τα μάτια του και έστρεψε τυφλά το πρόσωπο προς το ταβάνι, παρόλο που από την ώρα που ήρθε είχε πιει ένα ποτό, ένιωθε μεθυσμένος. Που είχε πάει ο κυνισμός του; ξαφνικά ο θυμός του τουμπάρισε, αναποδογύρισε σε έναν άκρατο συναισθηματισμό.
Πήρε την απόφασή του: θα πήγαινε στον πάνω όροφο. Ναι αμέ! Και καλά ότι ανέβαινε για κατούρημα και θα έψαχνε, διακριτικά βέβαια, αλλά θα το έκανε. Για να δει την Κατερίνα, όαση στην οργή, την κακεντρέχεια, τη στεναχώρια του, ας ξεδιψούσε με ένα μονάχα φευγαλέο χαμόγελό της. Ίσως το ελάχιστο ποσοστό ενός χάπυ εντ αυτής της ελεεινής βραδιάς θα το κατόρθωνε. Μετά θα έφευγε μόνος και ηττημένος.
Δε σκέφτηκε τίποτ’ άλλο. Τα στόρια είχαν ριχτεί ξανά και δεν σηκωνόταν με τίποτα. Μόνος στο δικό του σκοτάδι. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, πέρασε για ακόμη μια φορά μέσα από το συνονθύλευμα σωμάτων, που ανέδυαν ιδρωτίλα, καπνό και αλκοόλ, ανέχτηκε κάμποσα μεθυσμένα χαζόγελα, και εξαντλώντας τα όρια της υπομονής του έφτασε στην σκάλα. Έπιασε το κρύο χερούλι και πατώντας στο πρώτο σκαλί, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε στην κορυφή. Ήταν θεοσκότεινα εκεί πάνω, τον έπιασε ένα φόβος, μια περιέργεια, ένα συναίσθημα σχεδόν μυστηριακό. Μεγάλο θέμα έκανε αυτό το ανέβασμα. Πέταξε το τσιγάρο στο πάτωμα, ξεφύσησε καπνό κι άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια, η στριφογυριστή σκάλα τρανταζόταν σε κάθε του βήμα.
Καθώς ανέβαινε, ο αέρας κάπως άρχισε να καθαρίζει, η θερμοκρασία να πέφτει κι όλος αυτός ο αχταρμάς από εκκωφαντική μουσική, κραυγές και σούσουρο απομακρύνθηκε. Βυθιζόταν στο σκοτάδι, το οποίο έβρισκε ευεργετικό, λες και η διάθεσή του είχε ξεχυθεί στο εξωτερικό περιβάλλον και τον καλωσόριζε. Έφτασε στο τελευταίο σκαλί, παντού σκοτάδι. Κλέφτης, καλυμμένος από την νύχτα, μπανιστιρτζής. Δεν τον ένοιαζε πλέον, ήθελε να δει την Κατερίνα. Κι αν έβγαζε τα μάτια της με κάποιον άλλο; Τι θα έκανε τότε;
Έχοντας ακόμα την ιδρωμένη πλέον παλάμη του στο χερούλι της σκάλας, έριξε μια ματιά αριστερά και δεξιά: ένα χολ. Μισάνοιχτες πόρτες στους τοίχους, από μέσα έχασκε ένα σκοτάδι πιο πυκνό. Στα δεξιά του ο διάδρομος τέλειωνε και… ένα ελάχιστο φως έβγαινε από μια σχεδόν εντελώς κλεισμένη πόρτα. Αχνοπατώντας και, χωρίς να το παίρνει καλά καλά χαμπάρι, με κομμένη την ανάσα, πλησίασε προς την πόρτα. Λογικά το δωμάτιο πίσω από την πόρτα θα πρέπει να είναι η τουαλέτα. Λες η Κατερίνα να ήταν μέσα; Στάθηκε πλάι στην πόρτα και έστησε αυτί. Η καρδιά του χτυπούσε όχι απλά γρήγορα, αλλά δαιμονισμένα. Οι ήχοι του πάρτυ έφταναν στα αυτιά του από ένα άλλο σύμπαν, τόσο αλλόκοτοι. Κοίταξε προς την σκάλα και αφουγκράστηκε για βήματα που ανεβαίνουν. Ε ρε και να ανέβαινε κάποιος και να τον έβλεπε μέσα στα σκοτάδια, όχι μόνο θα τον περνούσε για ανώμαλο, αλλά θα έτρωγε και ξύλο. Φοβήθηκε και έκανε να φύγει.
Μα ξαφνικά έπιασε έναν ήχο μέσα από την τουαλέτα. Κάποιος, ή μάλλον, κάποια έκλαιγε. Έκλαιγε ψιθυριστά μα το κλάμα της έβγαζε απόγνωση και πόνο. Έντονο κλάμα, βίαιο. Έστρεψε ακόμα περισσότερο την προσοχή του. Μα ήταν η Κατερίνα, στους λυγμούς αναγνώρισε τη φωνή της! Γιατί έκλαιγε; Πριν προλάβει να κάνει οποιαδήποτε συνειδητή σκέψη, έριξε άθελά του μια γρήγορη ματιά στο εσωτερικό της τουαλέτας. Αυτό που είδε έμοιαζε με εφιάλτη, μια εικόνα φρικτή και αλλόκοσμη…
Έκανε πίσω, έκλεισε τα μάτια του σφιχτά, τα άνοιξε ξανά και κοίταξε πάλι. Δεν ήταν στη φαντασία του. Πάνω στο κλειστό καπάκι της λεκάνης καθόταν η Κατερίνα. Τα πόδια της ήταν κλειστά και τα τακούνια που φορούσε φαινόταν γιγάντια. Τα μπλουκλωτά μαλλιά της έπεφταν άχαρα μπροστά, ενώ τα χέρια της ήταν ακουμπισμένα, εγκαταλελειμμένα στα γόνατα με τις παλάμες γυρισμένες προς τα πάνω. Δίπλα της ο νιπτήρας λερωμένος. Πιτσιλισμένος, όπως και τα πόδια της, οι τούφες από τα μαλλιά της, το ολόλευκο γυαλιστερό πάτωμα. Ο πιο διεστραμμένος, βίαιος πίνακας που είχε δει ποτέ του: κλινικό λευκό και κόκκινο˙ βαθύ κόκκινο, προς το μαύρο. Στον νιπτήρα ένα αντρικό ξυραφάκι, οι καρποί της πνιγμένοι στο μαυροκόκκινο αίμα. Πιτσιλιές αίματος παντού. Εκείνη έκλαιγε σιωπηρά, ήταν χλωμή κι άψυχη σαν κούκλα βιτρίνας. Ο Χ. Λ . μπήκε μέσα
-      Μα ήξερα, με σένα κάτι δεν πήγαινε καλά… ρε Κατερίνα, κάτι δεν πήγαινε καλά.
Μονολογούσε ασταμάτητα, εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Το βλέμμα της, εντελώς ανέκφραστο, τον έκανε να νιώσει φόβο και οίκτο. Έσκυψε μπροστά της, ακούμπησε τα δάχτυλά του πρώτα στα μπράτσα, παραμέρισε τα βρεγμένα - από το αίμα, από το νερό;-  μαλλιά της, μετά χάιδεψε με τα ακροδάχτυλα τα χέρια της. Λες και θα την έγδερνε, όπως έκανε πριν το ξυράφι.
-      Γιατί το έκανες, ρώτησε ζαλισμένος… Γιατί;
Τον κοίταξε στα μάτια, κάρφωσε τα δικά της μάτια εκεί και του είπε άτονα, την ίδια στιγμή τόσο έντονα:
-      Η ζωή δεν έχει νόημα, άδεια, ασπρόμαυρη…
Απομάκρυνε το βλέμμα του από το δικό της και έκοψε χαρτί υγείας να καθαρίσει… τι να καθαρίσει; Ένιωσε ζαλάδα και τάση για εμετό, μια τεράστια, παρανοϊκά βαριά πέτρα έκατσε για τα καλά στο στήθος του. Παραπατώντας σχεδόν, βγήκε από την τουαλέτα και κατέβηκε γοργά να ειδοποιήσει τους άλλους.

“Φίλε, το είχα κάπως υποψιαστεί εγώ. Είχε έρθει τις προάλλες για καφέ στο σπίτι και μου έδειχνε τα ποιήματα που είχε γράψει τελευταία. Ναι, με εμπιστευόταν τουλάχιστον ως προς αυτό, μου έφερνε να δω κείμενά της. Σε πιο προσωπικά ήταν πολύ κλειστή… Τι έλεγα; Α, ναι. Μού ‘φερε, που λες, τρία τέσσερα ποιήματα που είχε γράψει τελευταία. Τι να σου πω; Πολύ μαυρίλα φίλε, απογοήτευση, αδιέξοδο… Μέσα μου είπα πως φταίει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα που λέμε, η όλη πεσμένη ψυχολογία με την κρίση και τα σχετικά. Εντάξει δεν είχε η Κατερίνα και φράγκα, δεν είχε δουλειά. Έψαχνε, όπως όλοι μας άλλωστε… και ποιος δεν είναι στη γύρα αυτόν τον καιρό; Αλλά, άλλο να γράφεις από κανένα θλιμμένο ποιηματάκι εκεί, άλλο να κόβεις τις φλέβες σου…” Σώπασε για λίγο και τις έριξε μια σκυμμένη ματιά, έτσι όπως ήταν πάνω στο κρεβάτι με τα λευκά σεντόνια, διασωληνωμένη και συνέχισε: “Εντάξει ρε κοπελιά, αγαπάς τον Καρυωτάκη, από την εφηβεία σου έχεις ενθουσιασμό, κόλλημα. Επηρεάσου όσο θες από το έργο του, όχι κι από τη ζωή του…”.
Τελικά ο τύπος που του μιλούσε δεν ήταν και τόσο αντιπαθητικός, όσο φαινόταν στην αρχή. Ένας από εκείνους τους μαντράχαλους που του είχε γνωρίσει η Κατερίνα στο πάρτυ. Τότε, μέσα στην όλη περίεργη και δύσκολη φάση, δεν τον είχε πάρει με καλό μάτι. Τώρα όμως που τον βρήκε να κάθεται σε μια ξεκοιλιασμένη παλιά καρέκλα, δίπλα στο κρεβάτι της Κατερίνας στο νοσοκομείο, ο Χ. Λ. άλλαξε γνώμη.
 Ήταν ξενυχτισμένος με κάτι ολοσκότεινους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια και ένα νες μηχανής στο χέρι. Ξαναγνωριστήκανε, σιγά ο καθένας να μη θυμόταν από το πάρτυ τ’ όνομα του άλλου, και ανταλλάξανε τα τυπικά. Τον έλεγαν Αντώνη και ήταν φίλος της Κατερίνας από το σχολείο ακόμη. Πέρα από την αϋπνία και την κούραση που ολοφάνερα τον είχε διαλύσει, η διάθεσή του, και λογικό δηλαδή, ήταν άθλια. Μετά από το όνομά του και ένα μουρμουρηστό “χάρηκα” βυθίστηκε στη σιωπή. Ο Χ. Λ. κοίταξε την Κατερίνα. Κοιμόταν βαθιά στο κρεβάτι, ενώ τα σγουρά μαλλιά της πλημμύριζαν το μαξιλάρι. Της είχαν τιγκάρει στα χάπια, γιατί έδειχνε βυθισμένη σε τέλειο ύπνο. Οι καρποί της ήταν τυλιγμένοι σε γάζες και από το αριστερό της μπράτσο ξεκινούσε το σωληνάκι με τον ορό. Ακόμη κι έτσι ήταν όμορφη. Χλωμή και όμορφη. Μια παράταιρη σαρκαστική διάθεση ξύπνησε στον Χ.Λ. Τι σκέψεις είναι αυτές, κολλητός του Πόε είσαι, ή του Μπωντλαίρ;
Χωρίς να το πολυσκεφτεί, με μια κίνηση ασύνειδη, έριξε το χέρι του πάνω στον ώμο του Αντώνη που καθόταν δίπλα του. Έπιασε φιλικά την άκρη του ώμου και τον κοίταξε με συμπάθεια. Εκείνος το ίδιο αυθόρμητα ανταπόδωσε με ένα βαθύ βλέμμα που αναμίγνυε στεναχώρια, ματαιότητα, αλλά και ελπίδα. Όλα αυτά με ένα κοίταγμα λίγων δευτερολέπτων. Μετά προφανώς ένιωσε μια εμπιστοσύνη κι έκανε νόημα στον Χ.Λ. να βγούνε έξω, στον διάδρομο, να πούνε πιο άνετα καμιά κουβέντα.
Ευτυχώς η Κατερίνα γλίτωσε από την απόπειρα αυτοκτονίας στο πάρτυ. Ο Χ.Λ. μέσα σε όλη εκείνη την μουρλή κατάσταση έτρεξε και ειδοποίησε τους συνδαιτυμόνες και αμέσως μετέφεραν την λιπόθυμη ήδη κοπέλα στο νοσοκομείο. Εκεί, την έστειλαν κατευθείαν στην εντατική. Μετά από λίγο τα νέα ήταν θετικά, θα την έβγαζε καθαρή. Είχαν περάσει δυο μέρες κι ακόμα ήταν στο νοσοκομείο, την είχαν με φάρμακα όρους κι όλα τα σχετικά. θα περνούσα κάμποσες ακόμα μέρες μέχρι να πάρει για τα καλά τα πάνω της.  
Ο Χ.Λ. έφυγε από το μοιραίο πάρτυ σαν να τον κυνηγούσε κάνα φάντασμα και έτρεξε προς την πιο κοντινή πιάτσα ταξί. Κυριολεκτικά έτρεχε, λαχάνιασε, έκλαιγε και το στομάχι του ανακατευόταν φρικτά. Τελικά ξέρασε στην μέση του δρόμου και, όντας κάπως ανακουφισμένος, πήρε το πρώτο ταξί που βρήκε για το σπίτι του.
Οι πρώτες μέρες μετά το πάρτυ ήταν τυλιγμένες με μια ψυχολογία βαριά κι ασήκωτη, στη μια άκρη συναισθήματα και σκέψεις καταθλιπτικές, στην άλλη ατέλειωτο άγχος και ένταση. Οι νύχτες ήταν οι χειρότερες, έκλεινε τα μάτια και μπροστά του ένα αόρατο χέρι ζωγράφιζε τον ίδιο παρανοϊκό πίνακα σε λευκό και κόκκινο. Κατάφερνε να κοιμηθεί με το πρώτο φως της ημέρας, γιατί μαζί με το σκοτάδι κάπως καταλάγιαζαν και οι φόβοι του.
Κάποια στιγμή του ήρθε η ιδέα να απεικονίσει στον καμβά αυτή τη βίαιη και μακάβρια εικόνα της απόπειρας αυτοκτονίας της Κατερίνας. Άλλωστε τι καλλιτέχνης ήταν, αν δεν είχε την ικανότητα να μεταμορφώνει την θλίψη σε έμπνευση, το αδιέξοδο σε δημιουργία; Πως τόσοι και τόσοι το κατάφερναν; Τις ατέλειωτες νυχτερινές ώρες που παρέμενε κολλημένος στο κρεβάτι του με τα μάτια ορθάνοιχτα, περιπλανιόταν νοερά σε αυτή τη δυνατότητα, σε ένα πίνακα που θα τον ξεκολλούσε από την καλλιτεχνική απραξία των τελευταίων μηνών. Με τη φαντασία του σχεδίαζε τις γραμμές, τις σκιάσεις, τα χρώματα. Αρχικά πιο ταιριαστό στο ακραίο θέμα του, βρήκε ένα στιλ σκληρό, ρεαλιστικό. Φυσικά κυρίαρχα χρώματα θα ήταν το λευκό και το κόκκινο. Ανασηκώθηκε από το μαξιλάρι του και κοίταξε τρομαγμένος μέσα στο σχεδόν απόλυτο σκοτάδι του δωματίου του. Πολύ αγριευτικά όλα αυτά, αισθάνθηκε λες και κανένας μπαμπούλας των παιδικών του χρόνων, πριν καν αντικρίσει συνειδητά την κλίση του για την τέχνη, τον πλησίαζε και του χαμογελούσε μακάβρια. Αλίμονο, θα απέφευγε το ρεαλιστικό στιλ, σε αυτό τον πίνακα ίσως κάτι πιο ονειρικό και θολό θα ήταν καλύτερο. Ας πούμε μια προσέγγιση ιμπρεσσιονιστική… λες; Τότε ήταν όμως που ένιωσε πιο νευρικός: όλες αυτές οι αινιγματικές μορφές, τα απότομα χρώματα απλωμένα χαοτικά πάνω στον καμβά του δημιουργούσαν έναν φόβο πιο υποσυνείδητο, πιο αρχέγονο. Ήξερε πως τουλάχιστο για το συγκεκριμένο βράδυ στα σίγουρα θα έχανε τον ύπνο του, καταλήγοντας να πίνει ελληνικό καφέ και να βλέπει πρωινάδικα στην τηλεόραση, προκειμένου να ηρεμήσει.
Μετά από λίγο άρχισε πράγματι να ξημερώνει, οι πρώτες δειλές ακτίνες πέρασαν μέσα από τις γρίλιες του κλειστού παράθυρου, φωτίζοντας μικροσκοπικά σωματίδια σκόνης. Ο Χ.Λ. ένιωσε μια ανακούφιση, με το απλό γεγονός πως μια νέα μέρα ξεκινούσε κι ακόμα μια άγρια νύχτα έκλεινε τις θύρες. Άσε τις θανατηφόρες καλλιτεχνίες για το επόμενο ξενύχτι. 
Το ίδιο απόγευμα πήγε στο νοσοκομείο, να δει την Κατερίνα ως άγγελο ντυμένο στα λευκά. Λευκό και κόκκινο, λευκό και κόκκινο. Πάσχιζε να απαλλάξει τη σκέψη του από αυτόν τον συσχετισμό. Τελικά την είδε, η θλίψη που τον αιχμαλώτισε δεν ήταν τόσο έντονη όσο περίμενε. Άσε που, βλέποντάς την να κοιμάται τόσο μειλίχια, σαν τόσο δα κορίτσι, ένιωσε και ο ίδιος μια ηρεμία. Ειδικά από τη στιγμή που έπιασε την κουβέντα με τον φίλο της τον Αντώνη κι ανάμεσα στα δυσάρεστα του πάρτυ κι όσων επακολούθησαν, είπανε και κάνα εντελώς χαζό, αλλά ανάλαφρο αστείο – σε τέτοιες περιπτώσεις κάτι τέτοια αναπάντεχα αστεία, ακόμα και γέλια, σου ξεφεύγουν – αισθάνθηκε αρκετά καλύτερα.
Μετά από λίγο βγήκε από τη μεγάλη κεντρική πόρτα του νοσοκομείου. Ήταν ακόμα απόγευμα, ένα μουντό και στεγνό απόγευμα του Νοέμβρη. Έκανε κρύο, ο ουρανός συνοφρυωμένος, έτοιμος για βροχή. Κούμπωσε τα κουμπιά του παλτού του και προχώρησε γοργά προς το αυτοκίνητο. 

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο ( μέρος τρίτο )


του νίκου πάκου



“Δεκατέσσερις θέσεις Μουσικών, Χορογράφων και Καλλιτεχνών ενέκρινε το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης…”

   Η προσοχή του έπεσε κατευθείαν πάνω στην αγγελία, μέσα στο άχαρο ασπρόμαυρο πλαίσιο. Την ξαναδιάβασε με ξαναμμένο ενδιαφέρον:

“Δώδεκα θέσεις Μουσικών, Χορογράφων και Καλλιτεχνών ενέκρινε το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης για το Πνευματικό Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης. Εκτός από την ειδικότητα Καθηγητών Κλασικού Πιάνου, όπου εγκρίθηκαν δύο θέσεις, στις υπόλοιπες αντιστοιχεί από μία. Πρόκειται για τις ακόλουθες:

Καθηγητές: Μπουζουκιού, Κλαρινέτου, Τρομπέτας, Αλτικόρνου, Φλάουτου, Κρουστών Οργάνων, Βιολοντσέλου, Τρομπονιού, Αρμονίας και Βιολιού.”

   Μα  ζητάνε θέση καθηγητή αλτικόρνου; Τι στο διάολο είναι αυτό το όργανο; Να μου πεις, τώρα το τρομπόνι είναι όργανο; Τους παίχτες τρομπονιού πάντα τους φανταζόταν άνω των εκατό κιλών.

   Αλλά, η τελικά αλλόκοτη αγγελία συνεχιζόταν. Για να δούμε:

Άλλες ειδικότητες: μία θέση Χορογράφου Μαζορετών και μία θέση Δασκάλου για Λαούτο…

   Αν έχεις τον θεό σου! Ένιωσε σαν τον πιο θυμωμένο Ντόναλντ του κόσμου, από του οποίου το στόμα έβγαιναν, αντί για λέξεις, σάλια παρέα με κόκαλα, καπνούς και νεκροκεφαλές. Προφανώς ένας χορογράφος μαζορετών και ένα δάσκαλος του λαούτου είναι πολύ πιο χρήσιμοι από ένα καθηγητή εικαστικών! Ένιωσε μια απέχθεια ταυτόχρονα για τις αμερικάνικες χαζοταινίες και για τη φημισμένη μουσική παράδοση της Ανατολής.
   Πέταξε την εφημερίδα και σηκώθηκε από την πολυθρόνα σιχτιρίζοντας. Ευτυχώς που δεν ήταν οι γονείς του σπίτι, για να τον καμαρώσουν και να προβληματιστούν ακόμα περισσότερο: χωρίς δουλειά εν μέσω κρίσης. Άρπαξε το μπουφάν του και τράβηξε για το μάθημα φωτογραφίας, που ξεκινούσε σε λίγο.
   Σε εκείνο ακριβώς το μάθημα ο Χ. Λ. μίλησε για πρώτη φορά στην Κατερίνα. Την είχε σταμπάρει από τότε που τα μαθήματα είχαν ξεκινήσει, εδώ και περίπου ένα μήνα. Την υπολόγισε περίπου στην ηλικία του, αν και έδειχνε φανερά μικρότερη. Αναμφίβολα ήταν όμορφη και είχε αυτό το σοφιστικέ στιλ που τον τραβούσε. Αλλά, τίποτα από τα δύο δεν την έκανε να ξεχωρίζει από μια από τις πολλές τύπισσες που ίσως θα ενδιαφέρονταν για το εβδομαδιαίο μάθημα φωτογραφίας του Δήμου. Κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή του Χ. Λ. Κάτι απροσδιόριστο, λες και η Κατερίνα ήταν ολόκληρη βυθισμένη σε μια θολή λάμψη, ένα σύννεφο που την ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε, μια ομίχλη δική της, προσωπική. Αργότερα, ρίχνοντάς της κλεφτές ματιές μέσα στο μάθημα φωτογραφίας, καθόρισε τι ήταν αυτό που του άρεσε τόσο πάνω της. Ήταν η μελαγχολία της.  Όταν το συνειδητοποίησε, έμεινε έκπληκτος με τον εαυτό του. Πάντα, σε όλες τις σχέσεις με το άλλο φύλο, από τις πιο μικρές και φευγαλέες, ως τις πιο σοβαρές και δύσκολες, εκείνος έπαιρνε τον ρόλο του μελαγχολικού, του κακοδιάθετου, του κυκλοθυμικού. Τον τραβούσαν πάντα γυναίκες χαρούμενες, με φωτεινά, χαμογελαστά πρόσωπα. Έβρισκε ένα καταφύγιο εκεί, παρόμοιο με αυτό που έβρισκε στην αισιοδοξία της ζωγραφικής.
   Αλλά, η Κατερίνα μπορούσες να πεις πως βρισκόταν στο άλλο άκρο. Ντυμένη πάντα με μουντά χρώματα, με απλανές βλέμμα και μια εύθραυστη εσωστρέφεια. Δεν την έλεγες και ακοινώνητη, μιλούσε με κάποια παιδιά από το μάθημα, που προφανώς συμπαθούσε. Αλλά, πάντα με τα ίδια άτομα. Ίσως, σκέφτηκε ο Χ. Λ., θα είναι και εκλεκτική ως προς τις συμπάθειες και τα γούστα της.
   Αλλά το πιο έκδηλο στοιχείο πάνω της, και το πιο γοητευτικό για τον Χ. Λ., ήταν η διάχυτη μελαγχολία της. Την παρατηρούσε στο μάθημα. Συχνά παρίστανε πως παρακολουθούσε τις σχολαστικές αναλύσεις του δασκάλου, αλλά, αν την πρόσεχες λίγο και ο Χ. Λ. το έκανε στα κρυφά, καταλάβαινες πως το βλέμμα της ταξίδευε. Και τα ταξίδια της φαινόταν νοσταλγικά και θλιμμένα. Στην εφηβεία Καρυωτάκης, στα πρώτα φοιτητικά χρόνια Joy Division και τα ρέστα μου! Στον καλλιτέχνη μας, που πάντα άρεσαν οι πολύχρωμες εικόνες και τα χαμογελαστά κορίτσια, πιάστηκε στην φάκα της ομορφιάς που μπλέκεται, στη περίπτωσή μας πράγματι αριστοτεχνικά, με την θλίψη. Στο τέλος”, σκέφτηκε κάποια φάση, κάμποσο αυτοσαρκαστικά, “με έχω ικανό να κάθομαι να της λύνω τα ψυχολογικά”.
   Έτσι χάζευε την Κατερίνα για κάνα μήνα, χωρίς να τολμήσει να της πιάσει την κουβέντα. Κάμποσο εσωστρεφής ο ίδιος, μαζεμένη και εκείνη, οπότε άιντε να βγάλεις άκρη. Πάντως δεν ερχόταν κάνας μαντραχαλαίος να την μαζέψει μετά το μάθημα. Καλό αυτό. Παρόλα αυτά, απέμεινε να τη χαζεύει, να πιθανολογεί για την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και τη ζωή της κι από κανένα βράδυ, να κουβαλά την εικόνα της στο νου του ως το ίδιο το κατώφλι του ύπνου.
   Αλλά, εκείνη τη νύχτα, μετά από την μικρή αλλά ενδεικτική κατραπακιά της ελεεινής αγγελίας στην εφημερίδα, αισθάνθηκε ότι πράγματι δεν έχει στον ήλιο μοίρα, την ίδια όμως στιγμή ένιωσε κι ένα περίεργο αίσθημα απελευθέρωσης, έναν τόσο δα τυχοδιωκτισμό. Έτσι, αφού τέλειωσε το μάθημα και ενώ ήταν στο προαύλιο του δημοτικού πολιτιστικού κέντρου την πλησίασε θαρραλέα, της έριξε ένα ζεστό χαμόγελο και ψέλλισε ένα “γεια” . Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε, ανταποδίδοντάς του απρόσμενα το χαμόγελο. Η αλήθεια ήταν πως δεν την έβλεπε να χαμογελά και συχνά, μα αυτό το βλέμμα ήταν τόσο όμορφο, όπως και η ίδια. Ένα σκούρο μπλε σκουφί κάλυπτε το κεφάλι της, ενώ μακριά μπλουκλωτά μαλλιά περιτριγύριζαν ατίθασα σκουφί, πρόσωπο, ακόμα και ώμους. Τον κοίταξε με μια έκφραση που του ‘βγαλε λίγο συμπάθεια και λίγο αμηχανία. Αυτό το μίγμα τον ξετρέλανε, της πρότεινε να περπατήσουν επιστρέφοντας στα σπίτια τους.
   Έκανε κρύο, πολύ κρύο για να κάνεις χαλαρές βόλτες έξω, αλλά η Κατερίνα δέχτηκε. Άλλωστε ο γκρίζος χειμωνιάτικος καιρός ταίριαζε στην ψυχολογία που από την αρχή του έβγαζε. Η νυχτερινή πόλη ήταν άδεια και μακρινοί ήχοι αυτοκινήτων έρχονταν από τον αυτοκινητόδρομο λίγο παρακάτω. Ενώ περπατούσαν αργά και μιλούσαν, την κοιτούσε και όχι πλέον στα κλεφτά: τυλιγμένη σε ένα κυπαρρισσί παλτό που τις έφτανε ως τα γόνατα, με τις μπότες της έξω από το τζιν, ήταν τόσο όμορφη.
   Βόλταραν για κανένα εικοσάλεπτο και μιλούσαν περί ανέμων και υδάτων, για φωτογραφία στην αρχή, μετά για  μουσική, σινεμά... Πάντως ήταν ενημερωμένη, αισθάνθηκε πως θα μπορούσε να συζητάει μαζί της για ώρες. Και το καλύτερο ήταν πως δεν μίλησαν καθόλου για την οικονομική κρίση και για τις χαμένες ευκαιρίες, την ανεργία, τη μιζέρια και όλα τα σχετικά. Βέβαια, από την άλλη, δεν έπεσε και καμιά συγκλονιστική ατάκα, ούτε κάποιο υπονοούμενο ερωτικού περιεχομένου, ούτε καν κάποιο κομπλιμέντο. Ο Χ. Λ. συλλογίστηκε “εντάξει, δεν μου ταιριάζουν τέτοια. Χαμογελάμε, περπατάμε, κουβεντιάζουμε ωραία και καλά…”. Και μετά από λίγο, για να ντοπάρει τον φροϋδικό νεάντερνταλ που κρυβόταν μέσα του: “την κατάλληλη στιγμή και με ένα τόνο συγκρατημένου βέβαια ενδιαφέροντος, θα της προτείνω να ανταλλάξουμε τηλέφωνα και…”

- …. το Σάββατο το βράδυ.

- Ε; την ρώτησε.

- Το Σάββατο το βράδυ, του είπε χαμογελώντας. Στα μάτια της μια λάμψη, που έβλεπε για πρώτη φορά. Ήταν λάμψη μιας διάθεσης ξεκάθαρα φωτεινής. Άραγε ήταν επειδή της άρεσε ή μήπως επειδή τον έπιασε στα πράσα να έχει κατεβάσει ρολά και να έχει χαθεί στις σκέψεις του;

- Αυτό το σαββατόβραδο θα μου φτιάξει τρελά τη διάθεση! Και η λάμψη στα μάτια της μεταμορφώθηκε σε ένα μικρό ουράνιο τόξο.

- Και τι θα γίνει το σαββατόβραδο;

- Ένας φίλος έχει πάρτυ… Θα πάω εκεί με την παρέα και θα περάσουμε τέλεια.

Μπράβο το πάρτυ… Τόσο καλό θα είναι, ώστε να φτιάξει τόσο τη διάθεση σε μια κοπέλα όπως η Κατερίνα; Μακάρι να… Η φωνή της για ακόμα μια φορά διέκοψε τις σκέψεις του, αλλά αυτή τη φορά έπεσε διάνα:

- Θες να έρθεις;

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο (μέρος δεύτερο)


του νίκου πάκου


 Όπως και να ‘χει, άλλο να αισθάνεσαι καλλιτέχνης και άλλο πράγματι να είσαι. Να έχεις ένα αληθινό καλλιτεχνικό συναισθηματισμό, ένα αληθινό καλλιτεχνικό πνεύμα. Κι όλα αυτά πηγαία, εκ γενετής.
Πάντως ο Χ. Λ. σχεδόν από παιδί αισθανόταν καλλιτέχνης. Αν θέλουμε να είμαστε πιο συγκεκριμένοι σε εκείνη τη φάση που από την παιδική περνούσε στην εφηβική ηλικία, δηλαδή όταν άρχισε να έχει μια πρώτη θολή κι απροσδιόριστη αίσθηση των σκέψεων και των πράξεων του, η καρδιά του Χ. Λ. είχε το πρώτο σκίρτημα της τέχνης. Ακριβώς έτσι το ένιωσε, παρά τη μικρή του ηλικία, ως ένα μεγάλο έρωτα. Προχωρημένο απόγευμα και μια τυχαία στραβή ματιά σ’ έναν αραχνοϊστό στο παλιό μηχανουργείο του παππού του, τον έκανε να παρατήσει όλες τις βίδες και τα μπιχλιμπίδια με τα οποία έπαιζε μέχρι εκείνη την ώρα και να αφοσιωθεί εκεί. Πλησίασε με τα μεγάλα του μάτια τον ιστό. Οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν ανάμεσά του, ενώ κάποιες άλλες, αιχμάλωτες, δεν μπορούσαν παρά να ρίξουν τη σκιά τους. Εκπληκτικό…  Ο τυχαίος ιστός στη γωνιά του τοίχου, του προξένησε ένα λαβυρινθώδες συναίσθημα γεμάτο με τους πιο αντιφατικούς συνειρμούς, από γυναικείους μηρούς ως τον ταύρο που είχε δει στην τηλεόραση να πετάει βίαια στον αέρα τον ταυρομάχο. Σε μια κρίση αυτοσυνειδησίας, έμεινε έκπληκτος με τον εαυτό του, που σκεφτόταν σε κλάσματα δευτερολέπτου τόσο άσχετα μεταξύ τους πράγματα. Παρέμεινε καρφωμένος στον ιστό, αναζητώντας την αρχή και το τέλος του, λες κι ήταν νήμα μπλεγμένο τρελά. Μετά από λίγο, δεν μπορούσε να υπολογίσει τον χρόνο με ακρίβεια, άσε που δεν θυμόταν πλέον, επέστρεψε στο σπίτι και έπιασε τα πολύχρωμα μολύβια του. Στην αρχή πήρε χρώμα μαύρο, μετά γκρι για να κάνει τις σκιές, μετά πορτοκαλί και κίτρινο να ζωγραφίσει τις ακτίνες, μετά γαλάζιο, επειδή –έτσι του ‘ρθε- να βάλει και κομμάτια του ουρανού ανάμεσα στους ιστούς. Έσφιγγε τα δόντια, γούρλωνε τα μάτια, δάγκωνε τα χείλη και τα χέρια του έτρεχαν άπληστα πάνω στο χαρτί. Ίδρωσε, τα μαλλιά που έπεφταν στο μέτωπό του έγιναν υγρά, μα συνέχιζε ακάθεκτα.  
Αυτές οι εικόνες κρατήθηκαν ολοζώντανες στην μνήμη του χρόνια μετά. Μπορούσε να τις παίξει σαν έγχρωμη, αλλά κομμάτι θολή η αλήθεια είναι, ταινία, ένα παλιό φιλμ στο νου του.
Έτσι, μέχρι περίπου τα εικοσιπέντε είχε μια βαθειά αισιόδοξη αίσθηση ότι είναι γεννημένος καλλιτέχνης. Ως μαθητής ζωγράφιζε, σχεδίαζε, έγραφε ποιήματα, τραβούσε φωτογραφίες. Πρώτο τσίμπημα με γκόμενα; να σου ένα ποιημάτιον ερωτικόν. Πρώτο μεθύσι; την άλλη μέρα, κατά την ιεροτελεστία του hangover, σκάρωνε κάτι σκίτσα γκροτέσκα και σουρεαλιστικά.  Έτσι, πήγε στο Επιστημών της Τέχνης, στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπάθησε να απωθήσει την σκληρή αλήθεια: εκεί έμπαιναν όσοι δεν είχαν τα κότσια (ή το βύσμα) να χωθούν στην Καλών Τεχνών. Δε πειράζει, κάτι θα μάθαινε κι εκεί.
Ως φοιτητής, το καλλιτεχνικό του γαϊτανάκι συνεχίστηκε. Μάλιστα συμμετείχε και σε κάτι εκθέσεις φοιτητικών ομάδων με πίνακες και σκίτσα, ενώ ένα τοπικό λογοτεχνικό περιοδικό δημοσίευσε κάποια ποιήματά του. Παράλληλα χώθηκε σε παρέες ποικίλες, από αναρχικούς που έτρωγαν τα λεφτά του μπαμπά, μέχρι νέο-χίππιδες με αγάπη για οτιδήποτε ρετρό και σκονισμένο. Είχε εμπειρίες, κατάπιε εικόνες, άκουσε μουσικές, διάβασε βιβλία κι είδε σινεμά. Αλλά και γνώρισε ανθρώπους, τελικά είχε λίγους φίλους κι ακόμα λιγότερες γκόμενες, όπως και να ‘χει συνειδητοποιήθηκε όσο μπορούσε. Όμως, ενώ τα φοιτητικά του χρόνια έφταναν στο τέρμα τους, καταλάβαινε ότι όσο αναφορά τη συνολική εικόνα του κόσμου και του εαυτού του, θα έμενε εν πολλοίς παιδί προς έφηβος: μια πρώτη θολή κι απροσδιόριστη αίσθηση, ένα παλιό φιλμ.  Αρχικά αυτό το θεώρησε ζωτικό στοιχείο της καλλιτεχνικής του φύσης, αργότερα όμως άλλαξε γνώμη.
Η γνώμη του Χ. Λ. άλλαξε, όταν, τελειώνοντας τη σχολή του, επέστρεψε στη πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Ως φοιτητής είχε μια ελευθερία, που στην πόλη του την έχασε. Είχε μια αίσθηση γαλάζιου ανοιχτού ουρανού, που τώρα ένιωθε να στενεύει, να παίρνει αποχρώσεις ασπρόμαυρες. Πήγε και στρατό, ήταν μια δοκιμασία που φτώχυνε κι άλλο την παλέτα των χρωμάτων του,  κι αυτή η αλλόκοτη αίσθηση του κλουβιού ολοένα και μεγάλωνε. Ποτέ δεν ήταν το παράδειγμα του αισιόδοξου ανθρώπου, αλλά μ΄ όλα αυτά, το πράγμα παράγινε. Βγαίνεις από το σχολείο και το πανεπιστήμιο, πας κι ένα στρατό και μετά βγαίνεις έτοιμος για κονσερβοποίηση! Με το πτυχίο της σχολής του, μπορούσε να διδάξει εικαστικά, άιντε βαριά να γράψει καμιά ακαταλαβίστικη κριτική σε κάνα σοφιστικέ περιοδικό τέχνης και πολιτισμού. Βέβαια, για όλα αυτά έπρεπε να γλείψει, να ψάξει για βύσμα… στην Ελλάδα ζεις, τι πιο αυτονόητο;  Παρόλα αυτά προσπάθησε, καθώς οι τελευταίες σταγόνες αισιοδοξίας του παρέμεναν συνδεδεμένες στενά με πείσμα κι αγωνιστικότητα. Έπιασε και μίλησε σ’ ανθρώπους, έφτιαξε ένα πορτφόλιο και έδειξε έργα του σε διάφορους τύπους, από υπέργηρους γκέι ζωγράφους ως γκαλερίστες της κακιάς ώρας. Αλλά τίποτα δεν προχωρούσε. Με μια απογοήτευση ολοένα βαθύτερη, μια μίζερη διάθεση για τη χώρα του, για τη ζωή του και για τον ίδιο του τον εαυτό, συλλογιζόταν το σκηνικό που θεωρούσε πάντα ότι τον αφύπνισε ως καλλιτέχνη: ο ιστός και η τελετουργία του πρώτου εκείνου μισού συνειδητού μισού ασύνειδου ζωγραφίσματος.  Πως θα ήθελε να γίνει ζωγράφος... Εδώ που τα λέμε, έστω κι επαγγελματίας σχεδιαστής, δεν τον χαλούσε. Στα πιο μεγάλα του όνειρα, σκεφτόταν να δημιουργήσει μια σειρά σχεδίων και ποιητικών κειμένων στα οποία θα έβαζε όλη του την τέχνη, όλες του τις επιρροές και εμπειρίες, όλο του τον εαυτό. Ένα αληθινό μαγικό βιβλίο…
Είμαι σίγουρος πως θα συμφωνείτε ότι ο Χ. Λ. δεν είχε ούτε τρομερά αυτάρεσκες, ούτε εν γένει υπερβολικές φιλοδοξίες. Δεν ήταν εγωιστής, δεν ήταν κακός άνθρωπος, αλλά ένας καλλιτέχνης που ήθελε να επανασχεδιάσει και να χρωματίσει με τον δικό του τρόπο την πραγματικότητα. Μα, η άτιμη του πήγαινε συνεχώς κόντρα. Έτσι, καθώς ο καιρός κυλούσε, άρχισε να αλλάζει όχι την πραγματικότητα, αλλά την εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Μπορεί να ένιωθε καλλιτέχνης, αλλά αυτό δε σήμαινε πως ήταν. 

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

η αυτοκτονία ως αρνητική αυτοσυνειδησία


του Κώστα Ταξιθέτη

Αυτοκτονία, καθώς γυρνάς προς τον εαυτό σου μέσω του ψυχολογικού πρίσματος του θανάτου. Με μια οπτική συνώνυμη, η αυτοκτονία αποτελεί το αυτοσυνειδησιακό ζενίθ, μέσα από μια ενδελέχεια αρνητικού πρόσημου. Δηλαδή, στα πλαίσια μιας ελεύθερης μεταφοράς του φροϋδικού σχήματος σε παραλληλία με το αρχαιοελληνικό θρησκευτικό και μυθολογικό σύστημα, εκεί όπου το κέρας της Αμάλθειας δεν έχει παραδοθεί αμαχητί στους νέους θεούς μιας κατά βάση σοφιστικής έλλογης προσέγγισης, η απεικόνιση του εαυτού στον καθρέφτη της συνείδησης μπορεί να έχει τρία επίπεδα: την πραγματικότητα, η οποία αναλογεί στο εγώ˙ τον επουράνιο κόσμο των Θεών, ο οποίος μυθοποιεί το υπερεγώ˙ τέλος ο Κάτω Κόσμος, που βέβαια δεν μπορεί παρά να βρίσκει το ψυχαναλυτικό του ισοδύναμο στο ασύνειδο. Με αυτήν την αντιστοιχία, καταλύουμε τις δομιστικές, αλλά και αποδομιστικές προσεγγίσεις του φροϋδικού μοντέλου, απογυμνώνοντας έτσι, θα λέγαμε, την ίδια του την ψυχή και αναδεικνύοντας μια νέα, μεταμοντέρνα ρητορική του εαυτού.
Ως μύστες λοιπόν μια ουσιαστικά προ-ορθολογιστικής προσέγγισης της αυτοκτονικής πράξης και κατάστασης, θεωρούμε την τελευταία ως μια κατάβαση στο σύμπαν των πνευμάτων και των νεκρών ψυχών. Εκεί το πνεύμα ως φάντασμα, δηλαδή ως ένα πλάσμα κυριολεκτικά διαμπερές, το οποίο μπορεί να κοιτάξει αβίαστα και να επεξεργαστεί την ίδια του την υφή, την ίδια του την ουσία, αλλά την ίδια στιγμή απογυμνωμένο σε ομόνοες, ομόψυχους θεατές, αναβαπτίζεται διαμέσω της αμετάκλητης αλήθειας του θανάτου. Φυσικά εδώ παρουσιάζεται μια εικόνα που αναπαράγεται σε κάθε πανανθρώπινη δημιουργία, αρκεί να σκεφτούμε τον ορφικό μύθο, την ομηρική κατάβαση του Οδυσσέα, την Κόλαση του Δάντη, αλλά και ένα πλήθος λαϊκών ασμάτων με προέλευση αρχαιότατη.
Το πιο σημαντικό, το σημείο που πρέπει να προσεχτεί: ο Οδυσσέας, το αρχέτυπο του μεταθανάτιου για αυτό και αυτοκτονικού ήρωα, μετά από την κατάβαση στον Άδη επιστρέφει σώος, για να συνεχίσει το ταξίδι του. Αυτό το ελεύθερο πέρασμα ανάμεσα στους δυο κόσμους, ανάμεσα στους συμβολικούς και ανορθολογικούς όρους του ορατού και του αόρατου, του απτού και άπιαστου, του αληθινού και του πλαστού και βέβαια του εγώ και του μη-εγώ σηματοδοτεί την αναβάπτιση και επανοηματοδότηση της αυτοκτονίας ως την υπέρτατη στιγμή αντεστραμμένης αυτοσυνειδησίας. Εδώ δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε τη καντιανή θεώρηση για το Υψηλό, αν και σε αυτή τη σύντομη ανάλυση προσπαθήσαμε να αποφύγουμε τον σκόπελο της ρομαντικής, άρα και ριζικά νεωτερικής, προσέγγισης του αρχαιοελληνικού κοσμοειδώλου της ζωής και του θανάτου. 

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

21 Ιουλίου 1928, Πρέβεζα


του Dr. Wormhole


Κυρίες και κύριοι, φίλες και φίλοι, καλησπέρα από την όμορφη Πρέβεζα. Βρίσκομαι εδώ απόψε μαζί σας για να σας παρουσιάσω ένα θέαμα που όμοιο του δεν έχετε ξαναδεί. Ένας  γνωστός σε όλους μας ποιητής,  που σημάδεψε γενιές και γενιές ελλήνων δημιουργών, που τα έργα του συντρόφευαν κάθε πικρή και στενάχωρη στιγμή της ζωής μας, πρόκειται να πεθάνει ζωντανά και σε απευθείας μετάδοση μπροστά στα μάτια μας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες ο θάνατος του θα επέλθει σε διάστημα λίγων λεπτών από τώρα οπότε μείνετε συντονισμένοι γιατί η ροή των γεγονότων είναι συνεχής και κάθε δευτερόλεπτο μπορεί ν’ αποβεί και το μοιραίο.
Ελάτε όμως τώρα να γνωρίσουμε μαζί το σκηνικό στο οποίο θα διαδραματιστεί το νεκρικό θέαμα. Μπροστά μας, όπως ήδη έχετε παρατηρήσει, έχει στηθεί ένα ολόκληρο δάσος  ευκαλύπτων, κατάλληλα τοποθετημένων για παρόμοιες αποστολές. Είναι μεσημεράκι και πάνω στο ξερό χώμα,  ανάμεσα σε δυο παγκοσμίους πολέμους, μια ξαπλωμένη πατρίδα χτίζει ανεπαίσθητα την αστική της ακινησία. Ο ήλιος Ιούλιος και στο βάθος η αφιλόξενη θάλασσα. Τη μουσική επιμελείται ο ήχος  των  μακρινών κυμάτων με συνοδεία τζιτζικιών. Τέλος, την απευθείας μετάδοση προσφέρει το γραφείο κηδειών «Υπέροχο Τίποτα Πια».
Ας επιστρέψουμε πίσω στα δικά μας τώρα γιατί έφθασε η στιγμή της μεγάλης αποκάλυψης. Έφθασε η ώρα να σας φανερώσω τον πρωταγωνιστή του δράματος. Είναι μόλις 32 ετών, μελαχρινός, μετρίου αναστήματος, σχετικά όμορφος και πάντα καλοντυμένος.  Άτομο εξαιρετικής ανατροφής, με πτυχίο νομικής στα χέρια και την διόλου ευκαταφρόνητη θέση μονίμου διοικητικού υπαλλήλου στο δεύτερο βαθμό τοπικής αυτοδιοίκησης. Μισθός ικανοποιητικός.
Κυρίες και κύριοι! Λέιντις εντ τζέντλεμαν! Υποδεχτείτε τον ποιητή Κωνσταντίνοοοοοοοοο  Καρυωτάακηηηη!
Ο ποιητής, για όσους δεν τον γνωρίζουν, αποτελεί ένα ζωντανό μύθο στο χώρο της νεοελληνικής αυτοχειρίας. Άνθρωπος δυστυχώς εύστροφος με περίσσειες ευαισθησίες, συνέθετε από μικρός φαντασιακά οράματα με τον εαυτό του στο επίκεντρο των εξελίξεων. Ένας λυρικός εγωμανής αντιμέτωπος με το Εγώ της λάθος εποχής του. Μια μάχη άδικη μα κυρίως άνιση. Σε κάθε αναμέτρηση ,  ο Καρυωτάκης κατέληγε να πετάει αιμόφυρτος στο χαρτί ολόκληρα κομμάτια του εαυτού του, χωρίς ποτέ να τα παίρνει πίσω. Ζώντας ολοένα και λιγότερος, αποφάσισε τελικά να ντύσει το χαρτί με το τελευταίο του κομμάτι. Τη σάρκα του.
Το δάχτυλο του πάνω στη σκανδάλη τρεμοπαίζει την αγωνία των πρώτων μας ραντεβού. Ο χρόνος που του απομένει είναι ελάχιστος. Ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση. Ας μετρήσουμε όλοι μαζί! 109…8…7…6…5…4…3…2…1…

Ο ποιητής Καρυωτάκης είναι και επισήμως νεκρός. Όπως θα αναφέρουν και λίγο αργότερα τα έγγραφα, ο ποιητής απεβίωσε πάνω στη παράλογη του προσπάθεια να χωρέσει  ντε και καλά μια σφαίρα στη καρδιά. Αίσθηση βέβαια θα προκαλέσει στους αρμοδίους που θα εξετάσουν το περιστατικό, ένα μικρό απαξιωτικό μειδίαμα ταιριασμένο σαν χαμόγελο πάνω στη νεκρική του ακαμψία. Έμοιαζε, πράγμα αδιανόητο, σαν κάποια ικανοποίηση.

Να έχετε όλοι ένα ήσυχο βράδυ.

Η Παραφιλολογία Της Αποτυχίας

του Θ.Π




το χέρι μου θα δώσω σ' αυτήν την ανομία
που γιατρεύει την ψυχή των ανώμαλων ανθρώπων
για σκέψου αδερφέ μου το λογικό αυτής της σκέψης
για μήπως δεν υπάρχει, για μήπως δεν υπάρχει

μήπως είμαι άρρωστος; πονάνε τα μυαλά μου! είναι αυτό που λένε και οι παοκτσίδες: “πονάνε τα μυαλά μας με τη μπάλα που βλέπουμε ρεεεεεε!”. παράλληλες σκέψεις! θα φύγω μια μέρα μακρυά από δω, δε  αντέχω άλλο! λες να φύγω τώρα; μπα φοβάμαι!


απέτυχε ακόμη και σε τούτο τον τομέα
πως να μην το σκέφτεται πως να μην στροφάρει
γράφει δυο ποιήματα της μαύρης της ιδέας
σάλτο ρίχνει τρομερό και πέφτει απ' το κρεβάτι

Μα Τι Ανίκανος!

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο ( μέρος πρώτο )

Το σπονδυλωτό  έργο του Νίκου Πάκου «Πίνακας σε λευκό και κόκκινο» θα παρουσιαστεί σε 4 μέρη. Αποτελεί το πρώτο λογοτεχνικό σήριαλ του blog και πραγματώνει σε μικρογραφία  τη μελλοντική  φαντασίωση και επιδίωξή μας να μετατραπεί ολόκληρο το Skooliki σε ένα μηνιαίο λογοτεχνικό  έργο με ενιαία υπόθεση. Ας είμαστε πρώτα καλά και βλέπουμε πότε θα τα καταφέρουμε. Ίσως του χρόνου.

Κοίταξε στωικά το μικροσκοπικό ρολόι πάνω δεξιά στην οθόνη του κινητού του. Είχε πάει μία και μισή. Έπειτα σήκωσε μ’ ακόμα μεγαλύτερη στωικότητα το βλέμμα του προς το δωμάτιο κι όλο τον κόσμο που τον περιτριγύριζε. Από τη γωνιά που στεκόταν έβλεπε καλύτερα, παρατηρούσε ακριβέστερα αυτόν τον συφερτό. Χωμένοι στον καπνό από τσιγάρα και μπάφους, κρυμμένοι σε χαμηλό φωτισμό νέοι και νέες που σε σύντομο χρονικό διάστημα θα έδιναν, αν δεν προσέφεραν ήδη απλόχερα, πνοή στην πνευματική ζωή αυτής της πόλης, ή ακόμα κα της χώρας, διασκέδαζαν. Κάποιους τους ήξερε, είτε φατσικά, είτε είχε ένα γεια. Μα πως κατάφερε να βρεθεί σε ένα πάρτυ τόσο ανούσιο, τόσο δήθεν, στο οποίο είχαν μαζευτεί όλοι οι κουλτουριάρηδες και όλοι οι εναλλακτικοί της πόλης; Σίγουρα, αν ζωγράφιζε έναν πίνακα γι’ αυτό το μεταμεσονύκτιο και κάμποσο μεταμοντέρνο γλέντι θα διάλεγε ένα στιλ κοντά σε αυτό του Τουλούζ-Λωτρέκ. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη εποχή ζούμε μια νέα μπελ επόκ; Βρήκε σαρκαστική ως και γελοία αυτή την αναλογία… Ξανακοίταξε γύρω του. Οι περισσότεροι με ποτάκι στο χέρι, τσιγάρο στριφτό κατά κύριο λόγο, χαλαρή έκφραση, αλλά και υφέρπουσα σοφιστικέ σοβαρότητα. Αν είσαι αρσενικό, γυαλάκι κοκάλινο μαύρο ή και σε πιο ξέφρενα χρώματα, μαλλί επιμελημένα ακούρευτο ή και σε κοτσίδα στην κορυφή του κεφαλιού ή και ξυρισμένο, οπωσδήποτε μούσι σε κάθε μήκος και πλάτος. Αν είσαι θηλυκό, μισό λάγνο, μισό αθώο χαμόγελο, κουπ συνήθως ασύμμετρη, και επιλεκτικά ξέκωλο ντύσιμο…
ΟΚ, αυτό δεν ισχύει και 100% , σκέφτηκε ο Χ. Λ. ρουφώντας μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο του. Δεν είναι και όλες ξέκωλες, ούτε καν επιλεκτικά. Αλλά, αυτό το ασύμμετρο κούρεμα πολύ σούπα ρε φίλε! Σε κάποιες ομολογώ, μονολόγησε μέσα του, πάει. Όπως μια φορά και ένα καιρό, στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια πήγαινε η ευρέως τότε διαδεδομένη σε κορίτσια πάνω κάτω της ηλικίας του μόδα του σκουλαρικιού στη μύτη.
Μα τι άσχετες αναμνήσεις παλιών εποχών είναι αυτές; Το τσαλακωμένο πακέτο Prince στην τσέπη του παντελονιού του λες και τον επιβεβαίωνε, είχε να καπνίσει αυτή τη μάρκα πλάκα πλάκα δέκα χρόνια. Επ’ ευκαιρία του πάρτυ, είπε να πάρει ένα πακέτο.
Στην Κατερίνα πάντως το σκουλαρίκι στην μύτη σίγουρα θα πήγαινε. Δεν φορούσε, αλλά θα της πήγαινε. Αλλά και ένα κλιπάκι γύρω από τα χείλια, ένα ασημένιο κλιπάκι, έτσι πως κάνουν τα εικοσάχρονα, άιντε εικοσιπεντάχρονα κορίτσια. Ήταν μεγαλύτερη, συνομήλικη του περίπου αλλά έμοιαζε μικρότερη, τόσο φρέσκια... Λίγο ακόμα ήθελε και θα έκλεινε τα μάτια του, θα κατέβαζε ρολά, ξεφεύγοντας σε μια ερωτική ονειροπόληση με την Κατερίνα. Άθελά του έσφιξε τα δόντια και συνειδητοποίησε πως εδώ και κανένα εικοσάλεπτο την είχε χάσει από τα μάτια του.
 Από την μια είχε σε δυο πνιγερά δωμάτια μαζεμένη  όλη την εναλλακτική κουλτούρα της πόλης, από την άλλη, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, ο βασικός σκοπός για τον οποίο είχε έρθει λες κι όλη τη βραδιά έτρεχε ολοένα και μακρύτερα. Όταν πρωτομπήκε μέσα στο σπίτι η Κατερίνα τον υποδέχτηκε με ένα λαμπρό χαμόγελο και ένα ποτό χαλαρά στο χέρι. Μάλλον είχε φτιάξει ένα κεφάλι, επειδή ήταν πολύ περισσότερο καλοδιάθετη και χαλαρή απ’ ότι συνήθως. Αυτό ο Χ. Λ. το πήρε ως καλό οιωνό. Της χαμογέλασε και κείνος, πλησίασαν, τη φίλησε. Ε… μα ήταν πανέμορφη, όχι με τα μάλλινα φορέματα, τους σκούφους ή τα φθαρμένα τζιν παντελόνια που φορούσε όταν ερχόταν στο μάθημα φωτογραφίας. Τώρα ήταν ντυμένη πολύ πιο θηλυκά κι ερωτικά. Ένα απλό μαύρο αμάνικο φόρεμα λίγο πάνω απ΄ το γόνατο, μαλλιά πιασμένα σε κότσο με λίγες αινιγματικές (έτσι του φάνηκαν) κυματιστές τούφες αφημένες να ακολουθούν ανεπαίσθητα και το παραμικρότερο κούνημα του κεφαλιού της. Ένα ζευγάρι ασημένια κρεμαστά σκουλαρίκια στόλιζαν το γλυκό και μεθυσμένο της πρόσωπο. Εντάξει, την Κατερίνα δεν την έλεγες με τίποτα ξέκωλο, τόσο χαριτωμένη, τόσο αληθινά ερωτική…
Έκατσε για λίγο μαζί του, είπαν κάποια τυπικά νέα και σχόλια, του γνώρισε κάτι μαντραχαλάδες από την παρέα της. Προφανώς οι μαντραχαλαίοι δεν τον ένοιαζαν καθόλου, άσε που του φανήκαν εντελώς δήθεν καλλιτέχνες, φιλόμουσοι, σινεφίλ και τα τοιαύτα. Στα λίγα λόγια που αντάλλαξαν, ο Χ. Λ. προσπαθούσε να βρει την βασική αιτία που τόση ψεύτικη κουλτούρα έχει κατακλύσει την Ελλάδα. Από τα 80s μεγαλώσαμε με αυτή, μας έθρεψε, θέλοντας και μη, μας επηρέασε… Μετά όμως από λίγο, έριξε τα μάτια του στην Κατερίνα, η οποία χαμογέλασε γοητευτικότατα, έτσι ο ήρωας μας αποφάσισε ότι γούσταρε πολύ, όποτε και ζήλευε αρκετά ώστε, τη συγκεκριμένη στιγμή να κρίνεται ως ο πλέον ακατάλληλος για μια εμβριθής κοινωνική ανάλυση.
Δυστυχώς όμως, μετά από λίγο, η Κατερίνα  έφυγε από κοντά του. Βέβαια, ευτυχώς που πήρε κι όλους τους μαντραχαλάδες μαζί. Ο Χ. Λ. λιγάκι ξενέρωσε, αλλά άναψε ένα prince και ήπιε μια γουλιά από το τζιν τόνικ. Δεν πειράζει, από υπομονή ξέρει, ας περιμένει και η κοπέλα, αν στη τελική ενδιαφέρεται, θα έρθει πλάι του. Το πολύ πολύ, αν δεν έρθει εκείνη, ας ξεκουνηθεί να πάει εκείνος να  τη βρει.
Και πράγματι, αφού τέλειωσε το τσιγάρο του, άναψε ακόμα ένα και έφτασε ξανά στη γόπα, την πέταξε στο λερωμένο πάτωμα κι αποφάσισε να την ψάξει. Ρούφηξε και το πότο του, τσαλάκωσε στη χούφτα του το πλαστικό ποτήρι, το πέταξε επίσης κάτω, στολίζοντας το πάτωμα με ακόμα ένα σκουπίδι. Οπλίστηκε με υπομονή και θάρρος. Άιντε να περάσεις τόσα σώματα, μέσα στο ημίφως, την κάπνα και τα σχετικά. Εντάξει σκέφτηκε, αν περάσει κολλητά από καμιά γυναίκα, δεν θα είναι κι άσχημα. Ήταν χαζογκόμενες, ήταν ψεύτο-κουλτουριάρες με ασύμμετρα κουρέματα και υπερβολικά βαμμένα κόκκινα χείλη, αλλά κάποιες αναμφίβολα  ήταν ωραίες˙ δεν τον ενδιέφεραν πραγματικά, εκείνος είχε ξετρελαθεί με την Κατερίνα, αλλά σε ένα τυχαίο ακούμπημα, σε ένα χαμογελαστό συγνώμη δεν θα έλεγε όχι. Από την άλλη θα ήταν την ίδια στιγμή αναγκασμένος να περάσει και από ιδρωμένες μασχάλες που θα ευωδίαζαν ψόφιο αντρικό αποσμητικό. Μια προοπτική καταπληκτική… Βασικά ποτέ δεν του άρεσαν τα πάρτυ, από μαθητής, ειδικά εκείνα στα οποία αισθανόταν με κάθε δυνατό τρόπο παρείσακτος.  Παρόλα αυτά, ξεκίνησε τον άθλο του.
Μετά από λίγο είχε γυρίσει και τα δυο δωμάτια του σπιτιού στο οποίο γινόταν το πάρτυ και τίποτα! Όλες οι προφητικές του σκέψεις είχαν εκπληρωθεί˙ με λιγότερα πάντως και τυπικότατα χαμόγελα από φουλ βαμμένα κόκκινα χείλη και περισσότερες ευωδιαστές αντρικές μασχάλες (βασικός κανόνας ενός πάρτυ: πάντα πλειοψηφούν οι άντρες). Όλα κατά τας γραφάς, αλλά η Κατερίνα πουθενά! Μα που να είχε πάει; Με τους μαντραχαλαίους δεν την είδε, ήταν μαζεμένοι στο μικρό κουζινάκι μαζί με κάτι τύπισσες και τις κερνούσανε σφηνάκια. Όταν αντίκρισε το νεοσύστατο κουζινικό παρεάκι, “Ο καθένας την πάρτη του εδώ μέσα”, αναλογίστηκε. Όπως και να ‘χει, η Κατερίνα δεν βρισκόταν πουθενά. Έτσι επέστρεψε στη κλασική του γωνιά και η σκέψη του άρχισε να μαρσάρει επικίνδυνα.
Ξέρετε είναι οι στιγμές που ο εξωτερικός, αντικειμενικός χρόνος τσαλακώνεται όπως ένα πλαστικό ποτήρι και ο νους δέχεται μια πλημμυρίδα εικόνων, φαντασιώσεων, σκέψεων, δυνατοτήτων. Στον ήρωα αυτής εδώ της ιστορίας αυτό δεν συνέβαινε και σπανίως. Έτσι ο Χ. Λ. έβγαλε από το τσαλακωμένο του πακέτο ένα τσιγάρο, μπουρλότο αναμνήσεων και όχι μόνο, και για ακόμα μια φορά έκλεισε τα ρολά, ούτε ο κόσμος, ούτε οι φωνές, ούτε η δυνατή μουσική μπορούσαν να χωθούν εκεί μέσα, ένας αφηρημένος πίνακας μουντών χρωμάτων. Που να ήταν η Κατερίνα; μήπως στην τουαλέτα; Φυσικά! Είχε πάει στην τουαλέτα και αργά ή γρήγορα θα έβγαινε χαμογελαστή κι ολίγον τι μεθυσμένη, άρα κι έτοιμη για αγκαλιές. Πολύ το προχωράς φίλε….το σπίτι που διεξαγόταν το πάρτυ είχε και ένα ακόμα όροφο, μια μεταλλική στριφογυριστή σκάλα οδηγούσε εκεί. Λογικά πάνω θα ήταν οι κρεβατοκάμαρες. Αν ήταν πάνω με κάποιον άλλο; ξαπλωμένη στο κρεβάτι με κάνα γυαλαμπούκα, μουσάτο με ανάσα που βρώμαγε ; Σκατά! Έτσι του ‘ρχοταν να γυρίσει σ’ όποιον να ‘ναι, να πιάσει π.χ. από τον γιακά τον πανηλίθιο που ήταν δίπλα του και λικνιζόμενος στη μουσική, η οποία πλέον είχε γίνει κατά το τι χορευτικότερη, ψιθύριζε στο αυτί μιας κοπέλας με σορτς και πολύχρωμο καλτσόν και ωραία μπούτια,  να τον έπιανε από το γιακά και να του έλεγε: “Έχω κουραστεί μέσα σε τόσα σκατά”! 
Κάπως έτσι ο Χ. Λ. επέστρεψε στην πραγματικότητα, μέσα από την παγερή ματιά σε ένα άγνωστο ζευγάρι δίπλα του. Οι άνθρωποι έφυγαν ενοχλημένοι. Έφερε το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του, μετάνιωσε για την κακεντρέχειά του, σε στιγμές δύσκολες, για κάποια επίσης άγνωστη αιτία έμοιαζε η μόνη αληθινή του φίλη, αλλά κακός άνθρωπος δεν ήταν, δεν μπορεί να είναι. Έβγαλε ένα σκεβρωμένο τσιγάρο και το άφησε σβηστό στην άκρη των χειλιών του. Αισθάνθηκε τον λαιμό χάλια από τα απανωτά βαριά τσιγάρα που είχε πια ξεσυνηθίσει

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Παράλογες σκέψεις στο σκοτάδι του ύπνου!



«Κάποιοι υποστηρίζουν πως για ό,τι κακό συμβαίνει σε αυτόν τον κόσμο ευθύνονται οι γυναίκες και οι κακόβουλες σκέψεις και πράξεις τους. Αυτό το αντιλαμβάνεται κανείς από τους διαφόρους χαρακτηρισμούς που τις προσάπτουν κάθε φορά. Τις λέξεις αυτές δεν μπορώ να τις προφέρω καν γιατί είναι πολύ σκληρές και μερικές φορές άδικες. Πόσες φορές άλλωστε δεν ήταν εκείνες που κατηγορούσα για την αποτυχία μιας σχέσης μου. Το λεγόμενο γουστάρισμα που δεν οδήγησε πουθενά; Ήταν σχεδόν αποκλειστικά δικό μου λάθος μάλλον μπόλικες φορές! Αλλά μια η παρέα, μια η προσπάθεια να αυτοπαρηγορηθώ με οδήγησε σε λάθος συμπεράσματα. Αυτοχειρία! Ποιός είναι ο αυτόχειρας; Μάλλον αυτός που ηθελημένα οδηγείται σε λάθος συμπεράσματα, εκείνος που χάνεται, δε βρίσκει την αλήθεια, την αιτία μιας αποτυχίας. Είναι μάλλον εκείνος που δε θέλει να την αναζητήσει. Τί κάθομαι και σκέφτομαι όμως! Αφού αν τα κουβεντιάσω με κάποιον άλλον μπορεί να αναιρέσει τούτη τη σκέψη μου! Εν τω μεταξύ, αυτό που μου φαίνεται πολύ περίεργο είναι ότι τις σκέψεις μου αυτές τις εκφράζω λες και γράφω ένα κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα, λες και κάποιος θα κάτσει να το διαβάσει μετά και θα σχολιάσει τον τρόπο γραφής μου! Μήπως και κοροϊδέψει ένας τη σύνταξη μου; Σε λίγο θα σκέφτομαι μήπως και σκεφτώ και κάνω ορθογραφικά λάθη!»

Τι παράλογες σκέψεις! Δε βγάζω κανένα λογικό συμπέρασμα! Αυτά τα περίεργα όμως σκεφτόταν λίγο πριν πέσει για ύπνο. Το ράδιο συνέχιζε να παίζει τις αθλητικές του ειδήσεις μέχρι το επόμενο πρωί. Το σπαστικό για τον ήρωά μας είναι ότι είχε καεί η λάμπα του δωματίου και δυσκολεύεται να κοιμηθεί. Βλέπετε, τη νύχτα πρέπει να υπάρχει κάποιο φως, όχι από φόβο αλλά από συνήθεια!    

(απόσπασμα από  το δημιούργημα του Θ.Π. «Οι Φαντασιώσεις»)

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

..απρόσωπη εξάλειψη...

έργο του Εικών


http://browse.deviantart.com/?qh=&section=&q=self+disaster#/d3918ft
. Πολλά κινούμενα πρόσωπα μαζί..
.. Σ ένα ξένο σώμα..

.. Υπάρχει ομορφιά στην αγνότητα των Μοναξιάς ...
.. Υπάρχει ένα ρομαντικό Μαύρο στη Αύρα του χρώματος του ... 
.. Αυτοκαταστροφή στη τέχνη του φωτός ...

..Μου θυμίζει Εμένα..
..Και την Σιωπή μου..
..Στον θανάσιμο τρόπο να αποκαλύπτει την αληθινή σκληρότητα.. 
..Με απομονώνει από την ''πραγματικότητα
''..

..Κράτησα το μαχαίρι τόσο κοντά ..
..Όπως τα δάκρυα, που αναμιγνύονται με το κρασί..
 
..Δεν θέλω να συνυπάρχω με αυτό το αδύναμο ανθρώπινο γένος..
..Δεν αισθάνομαι την ανάγκη της μόλυνσης με την ασθένεια που ονομάζεται "ζωή"..
..Μια κατάσταση ψυχικής οδύνης.. 
..Μου προκαλεί μεγάλο πόνο..

..Yποτάσσομαι στις παραισθήσεις μου..

..Αφήνω Εμένα....Και την Σιωπή μου..
..Στην Έκπτωτη Άρνηση..

..Τέλος..
..Παρατηρούσα..
..να χαρακώνεις το κορμί μου..
..Μήπως και πάψουν Τα Ουρλιαχτά που αντηχούν στα αυτιά σου..

..Ενώ πέθαινες ....κρεμόντας σε..
..Πέθαινες....δηλητηριαριάζοντάς σε..
..και..Πέθαινες .....καίγοντας σε..

..ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΣΟΥ..
..Διαγράφοντάς με...

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Η αυτοκτονία, είναι επιλογή


του El hombre solo 


Μου πήρε αρκετά χρόνια, να δεχτώ την άποψη του Μπωντλαίρ, η οποία διαχωρίζει τον «αυτοκτονικό» από τον αυτόχειρα. Επίσης, πως εκτός από μια πράξη ας δεχτούμε, «εν βρασμό ψυχής», είναι κι ένα συναίσθημα ή μια παραδοχή αποτυχίας που βιώνουν εκτός από τον άνθρωπο κι άλλα ζώα…, θηλαστικά και μη.
Αφήνοντας πίσω τις απόπειρες και λαμβάνοντας υπ’όψιν τις προπαρασκευαστικές σκέψεις ή ζυμώσεις της αυτοκτονίας, συναντώ και γνωρίζω αρκετούς ανθρώπους που νιώθω να βρίσκονται ένα βήμα πριν απ’ αυτήν. Χωρίς να θέλω να εκθέσω κανέναν πλην του εαυτού μου, θα αναφέρω μόνο το παράδειγμα του Μπουκόφσκι, ο οποίος όπως εξομολογήθηκε στο τελευταίο του έργο…, «Δεν υπάρχει γέφυρα που να περάσω και να μην σκεφτώ να πέσω από κάτω».(*1) Επίσης, όλοι γνωρίζουμε για τον θάνατο του Χέμινγουεϊ και του Καρυωτάκη.
Αν δεχτούμε πως ο «αυτοκτονικός» κι ο αυτόχειρας είναι δύο διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις και πως η μια δεν θα αντικαταστήσει την άλλη, τότε γιατί δεν δεχόμαστε επίσης πως η ιδέα του «μπαμ και κάτω» δεν συνυπάρχει σε κάθε ανθρώπινο εγκέφαλο; Ο αυτοκτονικός είναι ο σκληροπυρηνικά αυτοκαταστροφικός. Είναι αναγκασμένος να εξαρτάται από ερεθίσματα ή ουσίες. Θέτει τον εαυτό του σε προκλήσεις και σε κίνδυνο. Όμως όσο ατρόμητος και δυνατός δείχνει μπροστά σε μια απεξάρτηση ή σε ένα χωρισμό άλλο τόσο φοβάται στο χείλος του γκρεμού με τα χέρια ανοιχτά. Δεν θα αυτοκτονήσει. Θα τρέφει την μελαγχολία του με νέες περιπέτειες και θα πείθει τον εαυτό του πως…, «μπορώ να τα τινάξω αλλά δεν το κάνω, γιατί θέλω να ζήσω πολλούς θανάτους πριν πεθάνω για τα καλά».
Στην αντίπερα όχθη της γαλήνης της ζωής, υπάρχει ο αυτόχειρας. Το είδος αυτής της συγκεκριμένης ανθρώπινης συμπεριφοράς διαιρείται  σε δύο ίσα μέρη. Στο πρώτο χωρούν όλοι όσοι έχουν φίλο την απαισιοδοξία κι απλά δένουν ένα κόμπο στο λαιμό και σπρώχνουν την καρέκλα για να κρεμαστούν, ενώ στο δεύτερο καταχωρούνται όλοι όσοι το αποφάσισαν και το έκαναν πράξη μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα.
Ο αυτοκτονικός ή ας τον λέμε πιο όμορφα…, ο αυτοκαταστροφικός, ποτέ δεν θα δεχτεί πως κάνει κακό στην ψυχική και παράλληλα στην σωματική του υγεία. Όπως κανείς τρελός δεν  δίνει το χέρι και σου λέει…, « Γιάννης χάρηκα…, είμαι τρελός».
Συμπτώματα και θεωρίες υπάρχουν πολλές. Ακόμα και σημάδια από αποτυχημένες αυτοκτονίες.(*2) Θεραπείες από ψυχιάτρους κι ακόμα όσο απάνθρωπο κι αν ακούγετε…, προφάσεις ή φυγή. Πόσοι δεν έχουν αυτοκτονήσει για να γλυτώσουν από χρέη ή από κοινωνική κατακραυγή;
Σίγουρος, είμαι μόνο στην σκέψη πως η αυτοκτονία είναι ελεύθερη βούληση. Όπως κι αν έχει. Όπως λες, πηγαίνω να φτιάξω ένα καφέ, έτσι κρέμεσαι από το μπαλκόνι κι αφήνεσαι.
 Σε πολλά βιβλία και ποιήματα και κινηματογραφικές ταινίες αναβοσβήνει η ατάκα…, « η ζωή είναι το δύσκολο κομμάτι, η αυτοκτονία το εύκολο».  Όσοι το αναπαραγάγουν μάλλον δεν έχουν ακουστά το Αιγαίο Πέλαγος ή δεν έχουν νιώσει την απώλεια στο πετσί τους. Χρησιμοποιούν την τιμητική λέξη χαρακίρι, με τόση άνεση. 
Κι εγώ μένω να παραπονιέμαι στον Αίαντα…, «Γιατί ψηλέ μου γίγαντα έπεσες στην πλεκτάνη τους»;



(*1) Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ο Καπετάνιος έχει κόψει αλυσίδα και το πλοίο είναι στα χέρια των ναυτών.
I can never drive my car over a bridge without thinking of suicide. I can never look at a lake or an ocean without thinking of suicide

(*2) Όταν ενώνω τα χέρια μου, από αγκώνα σε αγκώνα κι από καρπό σε καρπό, οι δύο ουλές γίνονται μία. Το κόψιμο ήταν σχεδόν τέλειο. Αργότερα παραμύθιαζα όποιον με ρωτούσε, πως ήταν έγκαυμα.