Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

Ονειρομαν(τε)ία

της Λογοτεχνικής Πιπίτσας



Αγαπητέ μου ψυχίατρε
ή αγαπητέ ψυχίατρέ μου,

Θα ήθελα να σας ψυχαναλύσω. Για την ακρίβεια όχι εσάς αλλά τα όνειρα που βλέπω. Λοιπόν δεν θα το πιστέψετε, αλλά αυτά τα όνειρα νομίζω ότι για πρώτη φορά θα τα ζήσω. Είμαι πολύ χαρούμενη, για να μη σας πω συγκινημένη, που επιτέλους όνειρά μου θα βγουν αληθινά γιατί δεν θυμάμαι να μου έχει ξανασυμβεί. Δηλαδή να μου έχουν ξανασυμβεί! Δεν είναι υπέροχο, σχεδόν ουράνιο;

1)      Τα μάτια της ανοίγουν σαν πόρτες αλλά δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανέναν. Κοιτάει πίσω από μένα, περνώντας τα μέσα μου. Αυτά με τρυπάνε, φτάνουν στην πλάτη μου, γυρνάνε προς τα έξω και κοιτάνε. Όσο τα μάτια της ταξιδεύουν στα σωθικά μου, χορεύει απαλά, όχι όπως παλιά, αλλά με πόδια αδύναμα που σχεδόν δεν την κρατούν. Και μιλάει για κόσμους που δεν έχει ξαναδεί, και κάνει αυτιστικούς υπολογισμούς με αριθμούς που δεν υπάρχουν, για αντικείμενα φανταστικά με πολλά χερούλια, με αυτιά σκυλίσια και φτερά εντομίσια. Κοιτάζω την κοιλιά μου και στη θέση της έχει αφήσει μια τρύπα. Την τρύπα που έφτιαξαν τα μάτια της.
2)     Εκείνη έχει φύγει πια κι έχει ενωθεί με τους αριθμούς και τα αντικείμενα, τα μάτια της μπορεί να είναι πολύ κοντά ή και πολύ μακριά, αλλά δεν έχω αίσθηση γιατί η τρύπα που ήταν η κοιλιά μου έχει αρχίσει να γεμίζει. Συχνά αναρωτιέμαι αν κατοικεί σε κάποιο σύννεφο κι αν τα χέρια της ζωγραφίζουν στον αέρα όπως ζωγράφιζαν όταν ήταν εδώ. Όταν η κοιλιά μου γεμίσει εντελώς δεν θα αναρωτιέμαι πια αλλά ούτε και θα θυμάμαι.   
3)     Κατοικώ στον κάδο νούμερο 3033. Δεξιά μου υπάρχει μία τρύπα μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι του σώματός μου αλλά του μετάλλου. Από εκεί παρατηρώ τι γίνεται στο δρόμο μου. Δεν βλέπω και πολλά πράγματα μόνο άλλα μάτια που κοιτούν από παρόμοιες τρύπες. Η υγρασία, τα κάτουρα και τα σκατά με ανάγκασαν να βουλώσω τα ρουθούνια μου και έτσι είμαι μία αίσθηση μείον. Βγαίνω μόνο τα βράδια, για να μαζέψω ότι βρω στο δρόμο να το φέρω πίσω στον κάδο και να το φάω. Μετά κοιμάμαι δίπλα στην τρύπα μέχρι το επόμενο πρωί που θα ξανακοιτάξω από αυτήν για να πάρουν λίγο φως τα μάτια μου.
4)     Προσπαθώ με το μυαλό μου να μυρίσω κόκκους από καφέ που έψηνα κάποτε, ψωμί που έκαιγε, κομμάτια από μπισκότο. Δεν μου λείπει η γεύση τους, τα σκουπίδια που τρώω δεν είναι άσχημα. Αλλά η μυρωδιά, αυτή είναι που δεν με αφήνει να σκεφτώ καθαρά, μπερδεύει το μυαλό μου και το μπλέκει στο παρελθόν, φέρνει την αύρα της φωτιάς που τότε έκαψε τα πάντα εκτός από τα μέταλλα.
5)     Καμιά φορά αυτό το σπίτι από μέταλλο δεν είναι αρκετό. Ξέρω ότι δεν μπορώ να βγω παρά μόνο τη νύχτα και δεν μπορώ να κοιτάξω παρά μόνο από την τρύπα. Μακάρι αυτή η τρύπα να ήταν στρογγυλότερη, μεγαλύτερη, να έμπαινε λίγο ακόμα φως. Ακούω. Ακούω τα σκυλιά που άφησε πίσω η φωτιά να βγάζουν κραυγές. Η φωτιά που τα έθρεψε και τα έκανε τόσο πελώρια που μόνο η σάρκα τα χορταίνει.
6)     Τα βράδια έχει παντού ομίχλη και τα σκυλιά κοιμούνται. Κρατάω τα ρουθούνια μου κλειστά ακόμα και όταν βγαίνω από τον κάδο γιατί παντού γύρω έχει σάρκα και απομεινάρια φλόγας. Όλα είναι σαν από κάρβουνο. Δέρμα, ύφασμα, γρασίδι, διαλύονται όταν τα ακουμπώ και αφήνουν μόνο στάχτη να πέσει. Όταν έχω τύχη, βρίσκω κάποια φλούδα φρούτου που κάηκε κι έχει παραμείνει σχεδόν στο χρώμα της. Δεν την καταπίνω ούτε τη μασάω. Στύβω το εσωτερικό της στο δέρμα μου και μετά μασάω το λεπτό φυλλαράκι που απομένει.
7)     Χθες το βράδυ ξαναείδα το όνειρο. Η τρύπα στην κοιλιά μου άνοιγε πάλι. Αυτό σημαίνει ότι μετά από πολύ καιρό θα ξαναγυρίσουν τα μάτια της. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να την συναντήσω. Σήμερα το βράδυ θα ψάξω να βρω κάτι που να κόβει καλά, θα ψάξω πολύ καλά, κι όταν το βρω θα αρχίσω να σκάβω την κοιλιά μου μέχρι εκείνη να έρθει να με πάρει.  

ένα μουνάκι όνειρο

του Καρόλου του μαύρου Σκώληκα


Πίσω απ τα μάτια της μοσχοβόλαε μια θάλασσα.
Ένας καθρέφτης ντράπηκε στο περασμά της
Και κείνη, σήκωσε τα φουστάνια της μέχρι το γόνατο
Έγυρε μπρος και χαμογέλασε

Ήτανε σα νά βλεπες τα σφάλαχτρα ν ανθίζουνε
Και τα πουρνάρια ναρνιούντε να δείξουν της ρίζες τους
Ήταν άπνοια και νηνεμίες

Έπειτα έκατσε πλάι στις πέτρες
Κοντά τους ανθίσανε τσάγια
Χάδεψε λίγο τη γή με το χέρι της, και ό,τι ζωή ξεθάρεψε


Δεν είχε πρόσωπο, ήταν καπνός τσιγάρου λιγερή
Μια νεράιδα πού χε φτερά στης πλάτες
Μελισογύριζε στην κόψη της ημέρας
Ένα μουνάκι, όνειρο.



Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ο σοφός


του Τραχανά


-Κοίτα μέσα σου και θα βρεις τις απαντήσεις που ζητάς, είπε ο σοφός και με μια κίνηση του χεριού του τον έριξε σε βαθύ ύπνο.
            Ένας ύπνος πολυτάραχος, γεμάτος φριχτά όνειρα που οδηγούσαν σε κρυφούς φόβους και πόθους που θύμιζαν χαρές που είχε ζήσει ή που νόμιζε ότι έζησε, που δημιουργούσαν απέραντη ευφορία, μόνο και μόνο για να καταπλακωθούν από την σκοτεινότερη απόγνωση, που δεν είναι μέρος της πιο μουντής νύχτας, αλλά των βαθύτερων σπηλαίων της γης. μιας απόγνωσης που έπεφτε σαν βράχος στην ψυχή του συνθλίβοντάς την.
            Άνοιξε τα μάτια έντρομος θέλοντας να ουρλιάξει για να διώξει μακριά ό,τι μόλις είχε βιώσει, αλλά η φωνή του σκάλωσε και απλώς έμεινε να ξεφυσάει ιδρωμένος. Περιεργάστηκε το σκοτεινό δωμάτιο κι αφουγκράστηκε, αλλά δε συνέβη τίποτα αξιοπερίεργο. Υπήρχε όμως ένα βάρος στην καρδιά του και μέσα στο δωμάτιο ένιωθε να υλοποιούνται υπάρξεις εξωπραγματικές, χθόνιας προέλευσης γεμάτες αρχέγονη κακία που τον παρακολουθούσαν με τα άυλα μοχθηρά μάτια τους, χασκογελώντας με ήχους που θα τρέλαιναν τον καθένα αν μπορούσε να τους ακούσει. Είναι παράλογο σκέφτηκε, τέτοια όντα δεν υπάρχουν, επιστημονικά αν το δει κανείς δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Προσκολλήθηκε σ’αυτή τη σκέψη, γύρισε πλευρό και αποκοιμήθηκε.

-Φοβήθηκες! Είπε ο σοφός χαμογελώντας με ύφος δασκάλου που ο μαθητής του μόλις είχε πάρει ένα δύσκολο μάθημα.
            Κοιμήθηκε κι ο ύπνος του γεμάτος με μια μαυρίλα που δεν μπόρεσε να διώξει όσο κι αν στριφογύρισε στο κρεβάτι του.
            Άνοιξε κουρασμένα τα μάτια του κι είδε το ζεστό φως του ηλίου να περνάει ανάμεσα από τις γρίλιες. Έμεινε λίγο ξαπλωμένος να κοιτάει το ταβάνι, άνοιξε στα τυφλά το κινητό του, που ήταν δίπλα στο κρεβάτι του και αφού άκουσε το χαρακτηριστικό ήχο κάποιου μηνύματος, ανασηκώθηκε κι έκατσε στην άκρη του κρεβατιού του. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια για να ξεθολώσουν από την τσίμπλα, έφερε το κινητό του μπροστά του για να διαβάσει το μήνυμα. Ήταν ένα αδιάφορο διαφημιστικό μήνυμα της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας για κάποια προσφορά που θα είχε σαν σκοπό να περάσει κανά – δυο βδομάδες συνεχούς ομιλίας με κάποιον εξίσου βαριεστημένο. Τεντώθηκε, άνοιξε τα παντζούρια και κοίταξε έξω. Σκέφτηκε ότι άλλη μια μέρα είχε ξημερώσει και όπως κάθε φορά ήλπιζε να ήταν καλύτερη από την προηγούμενη. Άφησε τον ήλιο να μπαίνει ανεμπόδιστος στο δωμάτιο, ενώ οι κουρτίνες θρόιζαν απαλά στο πρωινό αεράκι και πήγε στην κουζίνα. Πήρε ένα κρουασάν και το μασούλησε αργά αλλάζοντας κανάλια ανάμεσα σε ανούσιες εκπομπές μαγειρικής ή κουτσομπολιού και βίντεο κλιπ τραγουδιών που μέσος χρόνος ζωής τους κυμαίνονταν στον ένα μήνα. Μόλις τέλειωσε, έκλεισε την τηλεόραση, πλύθηκε, τακτοποίησε το δωμάτιό του κι έφυγε από το σπίτι του.
            Παρόλο που ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, το απαλό βοριαδάκι την έκανε δροσερή κι ευχάριστη. Κόσμος πηγαινοέρχονταν παντού κι αυτό τον εκνεύρισε γιατί χαλούσε τη γαλήνη της ημέρας. Στάθηκε στη στάση, περιμένοντας το λεωφορείο του. Ανάπνευσε το καυσαέριο του δρόμου, άκουσε το παιδάκι που στρίγκλιζε παραδίπλα γιατί προφανώς δεν του είχε γίνει κάποιο χατίρι, κοίταξε κάτι φτιασιδωμένα κορίτσια που μασούσαν μαστίχα νευρικά, αρνήθηκε να δώσει ευρώ σε κάποιον που ήθελε να πάρει μια τυρόπιτα, συμφώνησε απολύτως με την αθλητική ανάλυση που είχε κάνει ο από δίπλα του, αλλά διαφώνησε με τους λόγους που η από πίσω του χώρισε τον Κώστα ώσπου τελικά ήρθε το λεωφορείο του. Το σκηνικό μέσα στο λεωφορείο δεν άλλαξε ιδιαίτερα, μόνο που ο χώρος μειώθηκε δραματικά μ’αποτέλεσμα κάποιος να χουφτώνει τα οπίσθια του, αλλά όσο δεν έκλεβε το πορτοφόλι του δεν υπήρχε πρόβλημα.
            Θα ήταν μια καλύτερη μέρα σκέφτηκε. Δεν είχε βελτιωθεί και τίποτα βεβαίως. Ήξερε ότι δε θα βελτιωνόταν τίποτα. Μπορούσε όμως να ελπίζει, αλλά δεν ήξερε αν αυτό είχε κάποιο νόημα. Αλλά όπως έλεγαν και οι αρχαίοι «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», οπότε κι αυτός έκανε ό,τι μπορούσε. Αν και όσο και να είχε κουνήσει τα χέρια του η Αθηνά δε φαίνονταν να συγκινούνταν ιδιαίτερα. Ξεφύσηξε αργά. Σε λίγη ώρα θα έφτανε στο πανεπιστήμιο. Άλλη μια μέρα ανάμεσα σε ως επί το πλείστον βαρετούς καθηγητές που είχαν πάρει τη θέση κυρίως κολακεύοντας τους προηγούμενους καθηγητές και συκοφαντώντας τους υπόλοιπους της σειράς τους. Ήταν όμως η επιλογή του. Η σχολή που ήθελε πάνω από όλα και που είχε προσπαθήσει τόσο για αυτό. Το αντικείμενό της τον συνάρπαζε και ήθελε να βυθιστεί μέσα του, μια αίσθηση τόσο υπνωτιστική που θα καταστρέφονταν στο πρώτο άκουσμα της μονότονης φωνής του καθηγητή.
            Δεν έχασε καθόλου χρόνο, κατέβηκε από το λεωφορείο, πήγε στη σχολή του, χαιρέτησε τυπικά μερικούς συμφοιτητές του, μπήκε στο αμφιθέατρο, έκατσε στο άβολο ξύλινο κάθισμα, κοίταξε το χοντρό, φαλακρό καθηγητή με τα γυαλιά και το μπλε κοστούμι, κοίταξε παρακλητικά προς τα πάνω κι άρχισε να σκαλίζει με το στυλό του το έδρανο. Έγραψε μερικές ακατάληπτες φράσεις και στίχους από τραγούδια πάνω του σε διάφορες γλώσσες, συμπληρώνοντας αυτά που είχαν γράψει οι προηγούμενοι κι απλά περίμενε να περάσει η ώρα.

-Αυτό είναι που θέλεις; Είπε ο σοφός μέσα στο κεφάλι του.
Τον ξάφνιασε η σκέψη του. Οδηγήθηκε σε περίεργα στενά που ήταν τα γεγονότα και οι επιλογές της ζωής του, τα οποία πάντα κατέληγαν σε μια διχάλα με μια μισοσβησμένη κάθε φορά πινακίδα να δείχνει το δρόμο. Τα βήματα του ήταν αργά και φοβισμένα, καθώς τα ελικοειδή δρομάκια ήταν λίγο φωτισμένα, αλλά είχε τα μάτια του πάντα ανοιχτά και βρίσκονταν σε εγρήγορση. Τα αφτιά του αφουγκράζονταν. Είχε πάρει το σωστό δρόμο; Φόβος... Αλλά ακόμα κι αν φοβόταν δεν μπορούσε παρά να συνεχίσει. Επιλογές, επιλογές, επιλογές... Η ζωή είναι γεμάτη από αυτές. Ξαφνικά μια βαβούρα από ανθρώπους που μιλούσαν, σηκώνονταν και μάζευαν τα πράγματά τους τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Τους μιμήθηκε και πήγε κάτι να τσιμπήσει στο κυλικείο.
            Στο κυλικείο χαζολόγησε με διάφορους γνωστούς του και παράλληλα κανόνισε να πάει για καφέ με κάποιον φίλο του. Δεν υπήρχε κάτι το αξιόλογο στη σχολή του κι επιτέλους θα είχε κάτι ενδιαφέρον να πει. Έτσι δεν έχασε χρόνο, παρακολούθησε άλλη μια ώρα μαθήματος, έκανε σκασιαρχείο την τελευταία και έφυγε για το ραντεβού του.
            Ήπιανε τον καφέ τους με την ησυχία τους, μιλώντας για διάφορα θέματα και πηδώντας συχνά από το ένα στο άλλο χωρίς καμιά ιδιαίτερη λογική συνέχεια. Το καλύτερο με τους φίλους είναι ότι πολλά πράματα μπορούν να μείνουν ανείπωτα, αλλά να καταλάβουν και οι δυο πολύ καλά τι θέλει να πει ο άλλος. Με τις γυναίκες όταν μπορούν να επικοινωνήσουν οι άντρες γίνεται σε διαφορετικό επίπεδο, γίνεται συναισθηματικά. Αν και ίσως τότε να χρειαστεί να ειπωθούν περισσότερα από όσα χρειάζονται. Υπάρχουν και τα μάτια φυσικά. Τα μάτια λένε πιο πολλά από τα λόγια, δίνουν περισσότερη χαρά από οτιδήποτε άλλο κι όμως πληγώνουν όσο και χίλια μαχαίρια. Τα μάτια μπορούν να παίξουν ένα παιχνίδι στην επικοινωνία των ανθρώπων. Ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, που ακολουθώντας το νόμο της ζούγκλας νικάει ο πιο έμπειρος κι ο ισχυρότερος.

-Η γνώση δεν είναι δύναμη; Είπε ο σοφός μέσα στο κεφάλι του, καθώς γυρνούσε σπίτι του.
            Είχε συζητήσει για πολλά θέματα, είχε ανταλλάξει πολλές πληροφορίες, είχε μάθει και είχε διδάξει παράλληλα. Δεν ήταν λιγότερο μπερδεμένος από ότι όταν ξύπνησε το πρωί. Δεν ήταν περισσότερο σίγουρος για το βρίσκονταν μπροστά του στο μέλλον και για το πώς θα το αντιμετώπιζε. Είχε πάρει αποφάσεις λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, φρόντιζε να μαθαίνει για νέα πράματα, να πετυχαίνει τους στόχους που έβαζε κι όμως ένιωθε κενός κατά κάποιο τρόπο. Θα μπορούσε να μην είχε επιλέξει κάποια πράματα και να είχε συμβιβαστεί. Αλλά μήπως κι αυτά που είχε επιλέξει ήταν κι αυτά ένας συμβιβασμός; Ερωτήσεις, ερωτήσεις, ερωτήσεις... Η ζωή είναι γεμάτη από αυτές.

            Στο σπίτι του έκατσε με τους δικούς του, έφαγε μαζί τους σάντουιτς για βραδινό, είδανε όλοι μαζί το «Ράμπο: Πρώτο αίμα μέρος 3ο» και μετά από τόση κουλτούρα πήγαν όλοι να διαβάσουν κανένα βιβλίο στα κρεβάτια τους πριν κοιμηθούν. Ξεκίνησε να διαβάζει τον «Ερωτόκριτο» και η απότομη αλλαγή πολιτισμικού επιπέδου τον ζάλισε και γρήγορα αποκοιμήθηκε.

-Ποτέ δεν είναι αργά, είπε ο σοφός κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω.
            Ήταν ο Ερωτόκριτος που έπαιζε με το λαούτο του, κάτω από το παράθυρο της Αρετούσας ώσπου ο βασιλιάς Ηρακλής έστειλε τους φρουρούς του κι αυτός τράπηκε σε φυγή. «Δειλός!» σκέφτηκε, αλλά δεν ήταν δειλός γιατί στην επόμενη σκηνή είχε σκοτώσει δέκα στρατιώτες. Όμως είχε ένα φόβο μεγαλύτερο, την εξουσία και αυτό που ήταν αδύνατο να γίνει. Η σκηνή μπροστά του άλλαξε κι έγινε ένα γιγαντιαίο μαύρο τείχος που ήταν αδύνατο να το περάσει. Άκουσε ένα πνιχτό γέλιο πίσω του και γύρισε να δει από που προήλθε. Μια μαυροφορεμένη μορφή με άσπρα μαλλιά και μικρά κέρατα τον κοιτούσε, ενώ τα μάτια της ήταν κάρβουνα που έκαιγαν. Ένα βάρος γέμισε την ψυχή του και θέλησε να ουρλιάξει, αλλά κανείς ήχος δε βγήκε. Άρχισε να τρέχει μακριά όσο μπορούσε, όμως το έδαφος μπροστά του έγινε κινούμενη άμμος και δεν αδυνατούσε να κινηθεί. Ένιωσε τη μορφή πίσω του να του ακουμπάει τον ώμο και να του ψιθυρίζει στο αφτί: «Δεν μπορείς να κρυφτείς». Γύρισε να την κοιτάξει είχε όμως εξαφανιστεί. Τώρα βρίσκονταν σε έναν αυτοκινητόδρομο με ένα όχημα να έρχεται προς το μέρος του τρέχοντας και κορνάροντας. Τα πόδια του ήταν βαριά και δεν μπορούσε να κινηθεί. Σκέφτηκε να κινήσει το ένα πόδι και με πολύ δυσκολία το κατάφερε. Προσπάθησε το ίδιο με το άλλο, ενώ το αμάξι φαίνονταν να πλησιάζει. Κινήθηκε λίγο ακόμα ώσπου κατάφερε να φτάσει στο αυλάκι του νερού. Ποτέ δεν τον έφτασε γιατί ένα ρεύμα νερού τον παρέσυρε σα χείμαρρος κι ακούστηκε ένα μοχθηρό γέλιο. Νερό άρχισε να μπαίνει στο στόμα του και το κεφάλι του να χτυπάει στις πέτρες, ζαλίστηκε κι ένιωσε ανήμπορος. Ξεβράστηκε σε μια όχθη όπου τον περίμενε μια κοπέλα. Την είδε κι αγαλλίασε. Του προσέφερε ένα μήλο και χάρηκε. Με το που το δάγκωσε όμως, αυτή άρχισε να τρέχει μακριά. Την κυνήγησε αλλά δεν κατάφερε να τη φτάσει. Σκόνταψε σε μια πέτρα, κατρακύλησε πάνω σε κάτι βάτα και σηκώθηκε με πόνο. Κούρνιασε δίπλα σε ένα βράχο κι άρχισε να κλαίει σιγανά. Σκοτάδι γέμισε τα πάντα. Απογοήτευση. Απόγνωση. Πόθοι. Απώλεια. Πόνος. Καταστροφή. Δάκρυα. Δάκρυα. Δάκρυα. Η ζωή είναι γεμάτη από αυτά.

-Μπορείς και καλύτερα. Είπε ο σοφός και τον κλώτσησε στην κοιλιά. Δάκρυα.
            Σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Τα μάτια του ήταν υγρά κι αίμα έσταζε από τη μύτη του. Τα πόδια του έτρεμαν και τα ρούχα του είχαν σχιστεί έτσι ώστε να τον αφήνουν ημίγυμνο. Κλαψούρισε όταν η μαυροφορεμένη μορφή εμφανίστηκε ξανά μπροστά του.

-Είσαι ένα αδύναμο κουτάβι! Του είπε η μορφή και γέλασε χαιρέκακα.
            Ρουθούνισε ρουφώντας τη μύτη του που έσταζε.
-Θα είσαι ο υποτακτικός μου, είπε συνεχίζοντας το μονόλογό του.
            Ίσιωσε το σώμα του και σήκωσε το βλέμμα να κοιτάξει τη μορφή.
-Νόμιζες ότι είσαι ελεύθερος; Οι φλόγες στα μάτια του έφεξαν περισσότερο κοροϊδευτικά.
            Τράβηξε μερικές τρίχες που έπεφταν στα μάτια του και κάρφωσε εκείνο το μοχθηρό βλέμμα.
-Άνθρωποι... είπε με μια αβεβαιότητα στη φωνή του, τα θέλετε όλα!
            Το πρόσωπό του ήταν παγωμένο και γεμάτο θυμό καθώς συνέχισε να κοιτάζει τη μορφή.
-Και τελικά δεν ξέρετε... έκανε να πει.
-Πολλά λες, τον διέκοψε.
-Πώς;! Αποκρίθηκε με σπασμένη φωνή και τα σαν κάρβουνα μάτια του έπαιξαν.
-Εσύ είσαι δικός μου, δαίμονα! Της φώναξε. Υπάρχεις επειδή υπάρχω εγώ και δική μου δουλειά είναι να σε αφανίσω!!
            Η μορφή στρίγκλισε από πόνο καθώς κάτω από τα πόδια της εμφανίστηκε ένας πύργος που την ανύψωσε ψηλά. Το τείχος εμφανίστηκε ξανά και το κοίταξε όλο μίσος. Η μορφή κατέβηκε τα σκαλοπάτια του πύργου ουρλιάζοντας, αλλά την αγνόησε. Σήκωσε τη γροθιά του και το χτύπησε διαλύοντάς το σε εκατομμύρια κομμάτια. Η μορφή τσίριξε. Με τη δύναμη της σκέψης την τύλιξε σε ένα ζουρλομανδύα, της βούλωσε το στόμα και την εκσφενδόνισε στο διάστημα.
           
Μπροστά του στέκονταν ο σοφός και μια γυναίκα με μακριά πορφυρά μαλλιά και ντυμένη με άσπρο φόρεμα. Κανένας από τους δυο τους δε μίλησε.
            -Η ελευθερία τελειώνει όταν αμφιβάλλεις και συμβιβάζεσαι. Ο δαίμονας είναι που σε κρατάει πίσω. Θα ξαναγυρίσει, μετά από κάθε διχάλα θα γυρνάει. Θα πρέπει κάθε φορά να τον πολεμάς κι αν χρειαστεί να αλλάζεις πορεία.
            Ο σοφός έμεινε αμίλητος χαμογελώντας ικανοποιημένος. Η γυναίκα ήρθε κοντά του και πλησίασε το στόμα της στο αφτί του.
            -Μυρίζομαι τη γλύκα, του ψιθύρισε και μια αίσθηση απίστευτης ευφορίας τον πλημμύρισε.
            Άνοιξε τα μάτια του και νόμιζε ότι ένιωσε ζεστό το αφτί που του είχε ψιθυρίσει η γυναίκα, μια αίσθηση που εξανεμίστηκε αμέσως. Το φως του ηλίου έλουζε το δωμάτιο και το τηλέφωνό του, που είχε ξεχάσει να το κλείσει χτυπούσε. Κοίταξε ποιος τον καλούσε, έτριψε τα μάτια του και δίστασε λίγο να το απαντήσει. Επιλογές. Επιλογές. Επιλογές. Η ζωή είναι γεμάτη από αυτές.

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

απο μνήμης



του Διάκενου Καλλιπολίτη


Edgar Ende
Die zwei Köpfe (1946)


οι φόβοι ακόμα
κι όμως μια ευχή κυλά
φτάνει στο δέλτα ως ποτάμι
στον ωκεανό φτάνει
κοιτώ ένα παιδί που πετά στο πέλαγο
ευχές και μετά κοιμάμαι
αγκαλιά μαζί της και πλέουμε
φτάνουμε στο δέλτα ως ποτάμι
κάτω απ’ τα δέντρα και τις ρίζες
στον ωκεανό φτάνουμε
σ’ ένα κόσμο δίχως άκρα
σιωπηλά κύματα
ολοένα κυλάμε

ολοένα κυλάμε

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

ποτέ τη κυριακή



Είδος ταινίας: ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ
Σκηνοθεσία: ΖΥΛ ΝΤΑΣΣΕΝ
Ηθοποιοί: ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ , ΔΕΣΠΩ ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΟΥ , ΖΥΛ ΝΤΑΣΕΝ , ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΟΥΝΤΑΣ , ΤΙΤΟΣ ΒΑΝΔΗΣ , ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΕΓΓΟΣ
Διάρκεια: 90 λεπτά  --- Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 28.11.1960
Περίληψη
Σε αυτό το παγκοσμίως αναγνωρισμένο και πετυχημένο δράμα κωμωδίας, η εκκεντρική, φαινομενικά σκληρή και ξένοιαστη Ίλια (Μελίνα Μερκούρη) είναι ένας από αυτούς τους χαρακτήρες που αφήνουν για πάντα το αποτύπωμά τους στην Ιστορία του Σινεμά, και καθιέρωσε την Μελίνα σαν μια διεθνή Σταρ. Ταυτόχρονα ανέδειξε μια Ελλάδα άγνωστη και παρεξηγημένη και την κατέστησε παγκοσμίως γνωστή για την φιλοξενία της και τη ζεστασιά των ανθρώπων της. Αυτό ίσως ήταν και το δώρο του Ζιλ Ντασέν σε αυτή την χώρα που τόσο πολύ αγάπησε.
Η Ίλια είναι μια πόρνη στο λιμάνι του Πειραιά, που μοιάζει να μην έχει ιδιαίτερη αίσθηση της κοινωνικής και οικονομικής κρίσης γύρω της. Το όνομα του μέντορά της, Όμηρος (ερμηνεύεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, με μια αφοπλιστική σπιρτάδα). Πρόκειται για έναν αμερικανό τουρίστα που φτάνει στην Ελλάδα και όταν συναντά την ασυγκράτητη Ίλια, αποφασίζει ότι της χρειάζεται περισσότερη εκπαίδευση μέσω του παραδοσιακού ελληνικού πολιτισμού. Εκείνος προσπαθεί να τη διδάξει κι η Ίλια είναι πρόθυμη να παρατήσει το επάγγελμα της, μόνο για δύο εβδομάδες. Το ερώτημα είναι: τι θα συμβεί μόλις τελειώσουν οι δύο εβδομάδες και πόσα μπορούν να αλλάξουν σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα;
Χιλιάδες πράγματα θα μπορούσε να γράψει εδώ κανείς για μια ταινία, που τόσα χρόνια μετά εξακολουθεί να χαμογελά και να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του νεοελληνικού μας πολιτισμού. Ο Ντασέν, χρησιμοποιώντας το μοτίβο του ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ, αγγίζει πολλά θέματα, με έναν απαράμιλλα κομψό τρόπο. Μιλώντας γι αυτή τη ταινία, μιλάμε ίσως για ένα μεγάλο δώρο ενός μεγάλου φιλέλληνα (η μήπως θα πρέπει να λέμε δια παντός ενός μεγάλου σύγχρονου Έλληνα) Δημιουργού, στην χώρα μας και στον χαμογελαστό ήλιο της. Έναν χαμογελαστό ήλιο, που δανείστηκε και φόρεσε το πλατύ χαμόγελο της αιώνιας συμπατριώτισσας μας, Μελίνας.



Διακρίσεις:
Όσκαρ Καλύτερης Μουσικής 1961 Και Καλύτερου Τραγουδιού Στον Μάνο Χατζιδάκι
Υποψηφιότητα για Όσκαρ Καλύτερης Ηθοποιού: Μελίνα Μερκούρη
Υποψηφιότητα για Όσκαρ 1961 Καλύτερου σχεδιασμού Κουστουμιών: Θεώνη Βαχλιώτη - Όλντριτζ 
Υποψηφιότητα για Όσκαρ 1961 Καλύτερης Σκηνοθεσίας: Ζιλ Ντασέν
Υποψηφιότητα για Όσκαρ 1961, για αυθεντικό σενάριο: Ζιλ Ντασέν
Βραβεία BAFTA της Βρετανικής Ακαδημίας 1961: Υποψηφιότητα Καλύτερης ταινίας Ζιλ Ντασέν
Βραβεία BAFTA Της Βρετανικής Ακαδημίας 1961: Καλύτερης Ξένης Ηθοποιού Μελίνα Μερκούρη
Βραβείο Φεστιβάλ Καννών 1960 Καλύτερης Ηθοποιού: Μελίνα Μερκούρη (από κοινού με την Ζαν Μορώ)
ΧΡΥΣΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ, Αμερική 1961, Βραβείο Samuel Goldwyn Καλύτερης Ταινίας

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

ΌΝειρα



Πολύ το ήθελα να κάτσω να σου πω για τούτο το «ον» του ΟΝείρου και το άλλο το «αν» της ΑΝεργίας. Γιατί, βλέπεις, αυτό το «αν» ήρθε λέει και προσγειώθηκε σαν νέα τάξη πραγμάτων πάνω από την «καλημέρα μας». Και κάνει κάτι σαν νάζια σ’ εμάς και στο «ον» των ΟΝείρων μας. Στο «ον» των ΟΝείρων μας, που είναι ον όντως, και κάνει κι εμάς όντα. Γιατί, απ’ όσο με θυμάμαι,  μόνο ΟΝειρά - ένα πράγμα - έκανα. Όχι μόνο τα απατηλά… και τα άλλα, τα ουσιαστικά, αυτά που μετά με κάνανε αυτό που είμαι. Φαντάζομαι το ίδιο και με ‘σένα… Άσε που, μου επέτρεψε μεγαλόπνοα χρονικοϋποθετικά ταξίδια που ανάλογα με τη διάθεση ή το στόχο, κοιτούσαν άλλοτε ίσια μπροστά και άλλοτε ίσια πίσω. Κάτι σαν το «όταν»…
«Όταν ήμουνα μικρούλα κι αγάπησα την ποίηση και μ’ αγάπησε κι εκείνη πίσω. Όταν λίγο πιο μετά, πέρασα το λούκι των πανελλήνιων για να τη διδάξω – και την ποίηση και την αγάπη μου».
Κι επειδή, ξέρεις, το «ον» των ΟΝείρων μας σταματάει μόνο όταν σταματήσει το ντράμινγκ η καρδιά, δεν ξέρει άλλο τι παρά να συνεχίζει το χαβά του:
«Όταν θα αποκτήσω το δικό μου σπίτι – οικογένεια. Όταν θα κάνω το μεταπτυχιακό μου. Όταν θα μάθω και Ισπανικά και Τσέχικα – γιατί όχι. Όταν θα πάω Ινδία, Αργεντινή, Κούβα, μια ακόμα φορά Βερολίνο…»
ΟΝειρο σου λέει τα ΟΝειρα! Όμορφα, τόσο κοντά σου που έχουν γεύση, κάνουν μουσική, πάντα έτοιμα να γεννήσουν τα επόμενα.


Ώσπου …ντριιιιιιιιιιιιιιιιιιιν… το «ον» των ΟΝείρων μας συνάντησε κάπως άτσαλα το «αν» και την ΑΝεργία του.
«ΑΝ δεν κάνουμε απολύσεις φέτος, ευχαρίστως να σας προσλάβουμε. ΑΝ πάρουμε καινούργιους πελάτες, αμέ. ΑΝ πάρεις λιγότερα απ’ όσα αξίζεις, θα το σκεφτούμε. ΑΝ μας κάνεις γενικώς. ΑΝ θα μπορούσες να δουλέψεις τσάμπα, ΑΝ υπάρχει και καμιά θέση ελεύθερη δηλαδή… ΑΝ τελειώσει ο ΟΑΕΔ και δεν έχεις βρει δουλειά ακόμα, ε να πας να πνιγείς τέλος πάντως».
Το «αν» και την ΑΝεργία του, που τα θέτει όλα υπό προϋποθέσεις. Πιο πολλές απ’ όσες και το ίδιο μπορεί να κρατήσει. Πιο σαχλοκούδουνες κι από τη μεγαλύτερη φαντασία. Πουχού…
«ΑΝ δεν έχεις παιδαγωγική κατάρτιση δεν είσαι Φιλόλογος, είσαι για την έρευνα εσύ(;). Άλλο πράγμα βρε παιδί μου, πώς να διδάξεις;»
Ή «ΑΝ», λέει, «θες δουλειά, σου δίνω εγώ: θα πας να πουλάς μπι2μπι και θα παίρνεις προμήθεια 15 τσι 100 επί των πωλήσεων». «Κάτι σε μισθό, οτιδήποτε ρε παιδί μου;», λες εσύ. «ΌΟοοοοχι, προμήθεια για να έχεις το κίνητρο να πουλήσεις. Κατάλαβες; ΑΝ όχι, δεν θα μπορέσουμε».
Ή «ΑΝ περάσεις 3 εβδομάδες δοκιμαστικό και ΑΝ μας κάνεις θα σε προσλάβουμε. Αλλά δεν θα δηλώσουμε όλο το μισθό σου στο ΙΚΑ. Όχι μωρέ, που να τρέχεις τώρα… θα δηλώσουμε τα μισά και τα άλλα μαύρα, στο χέρι». Και λέω εγώ τώρα, ΑΝ – αν ρε παιδί μου… - κλείσω τα μάτια μου και δεν θεωρήσω ότι όλο αυτό που μου προσφέρεις είναι παράνομο και δεχτώ. Και ΑΝ – λέμε τώρα… - μου αρχίσεις τα δεν μπορώ αυτόν το μήνα να σου δώσω τα μαυράκια σου, γιατί έχει πυρετό το φρύδι μου πουχού. Εγώ λέω – ΑΝ γίνουν όλα αυτά - τι θ΄απογίνω;

Με κείνα και με τ’ άλλα, πες ότι όλα τα ΟΝειρα, προγενέστερα και τωρινά, για την ώρα απλά σιωπούν. Και πες ότι για κάποιους – καθόλου λίγους – σιωπούν μετρώντας χρόνια τώρα.

Τόσο που ξυπνάμε το πρωί και βλέπουμε μόνο τον ύπνο μας.
Τόσο που «κοιμόμαστε» πια.
Μόνο.
Και οι μέρες περνάνε ομαλά από τη μια στην άλλη.
Κόπι πέιστ.
Περιμένοντας ΑΝ θα θελήσει η ΑΝεργία, ΑΝ θα μπορέσει...
Και το μόνο ΟΝειρο είναι η επιβίωση, να πλερώσουμε το νοίκι του επόμενου μήνα. Και μετά, χωρίς πια ΟΝειρα, μόνο αναγκαστικές λύσεις. Η επιστροφή στο πατρικό. Η επιστροφή σε μια ιδιόμορφη εφηβεία. Την εφηβεία της συνταξιοδότησης, χωρίς σύνταξη, χωρίς το σωστό ηλικιακό όριο. Η επιστροφή στη φύση του αφύσικου, του αΟΝειρου, του αέναου – ή που μοιάζει έτσι…

Πες, λέω, ότι γι’ αυτούς τους καθόλου λίγους και τους επόμενους που θα ‘ρθούν - γιατί θα ‘ρθουν - το ΟΝειρο δεν λέει να σιωπήσει γιατί, δεν ξέρω, καλύτερα να ονειρευόμαστε παρά να «κοιμόμαστε» λέω εγώ…, εσύ, «αν» της ΑΝεργίας, θα χάσεις τον ύπνο σου; Άραγε;…
Κι αν τελικά και με κάποιο μαγικό τρόπο τα ΟΝειρα μάς κρατήσουν «ξύπνιους» και ζωντανούς, πώς θα μπορέσεις εσύ, «αν» της ΑΝεργίας, να μας τα υλοποιήσεις;

Γιατί κάποια στιγμή, η κρίση θα τελειώσει… και το παραμύθι της μαζί. Θα μείνουν μόνο τα ΟΝειρα σκέτα και ξυπνητά, χωρίς καμιά διάθεση ή ανάγκη από τα ΑΝ σου. Αυτό, λέω, το έχεις υπολογίσει;
Γιατί να ξέρεις, «αν», όσοι ΟΝειρεύονται είναι ΟΝτα πραγματικά, με ποιότητα, ουσία. Όχι σκουπίδια του ΑΝ σου, όχι σκουπίδια. Κι ότΑΝ θα σου κάνουν ε, παίζει πολύ απλά να μην τους κάνεις εσύ… Αυτό, λέω, το έχεις υπολογίσει; 


                                                                              έργο των


Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

ονειρεμένες ζωές

the_Stranger



- Πού είμαι; Τι κάνω εδώ; Πώς βρέθηκα εδώ;

Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν ή πώς είχε βρεθεί εκεί. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι δεν είχε ξαναδεί ποτέ αυτό το μέρος. Κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε τον τρομοκρατούσε όλο και περισσότερο. Γύρω του έβλεπε άγνωστους δρόμους με παράξενα ονόματα. Ήταν βράδυ, και το μόνο φως που ράγιζε το σκοτάδι ήταν αυτό μίας παλιάς νέον επιγραφής. Έκανε ένα βήμα μπροστά, και παραλίγο να πέσει μέσα σε έναν ανοιχτό λάκκο. Τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω, και έπεσε με δύναμη στο πεζοδρόμιο. Σηκώθηκε και αναζήτησε κάποια ανθρώπινη μορφή, κάποιον να τον βοηθήσει. Κανείς, πουθενά. Ξαφνικά ένιωσε ένα χέρι να του σφίγγει τον λαιμό από πίσω. Προσπάθησε να φωνάξει, αλλά από το στόμα του δεν έβγαινε κανένας ήχος. Συνέχιζε να προσπαθεί, και να προσπαθεί, αλλά μάταια...
*ΓΚΑΑΑΑΧ-ΓΚΟΥΧ*
Ξύπνησε απότομα, βήχοντας και λαχανιάζοντας.. Ποιος ήταν αυτός που είδε στον ύπνο του; Και τι μπορεί να σήμαινε αυτό το όνειρο; Σηκώθηκε με δυσκολία και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Όμως η κουζίνα δεν ήταν πια εκεί που θυμόταν. Στη θέση της ήταν ένας τεράστιος κήπος, με χορτάρι απλωμένο παντού, με φανταχτερά λουλούδια και ανθισμένα δέντρα. Εκεί που μέχρι χθες βρισκόταν η καφετιέρα, τώρα καθόταν ένα παγώνι με ανοιγμένη την ουρά του. Πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε, ένα αεράκι φύσηξε από το πουθενά και τον σήκωσε στον αέρα. Ενστικτωδώς άνοιξε τα χέρια του και άρχισε να πετάει. Και πετούσε, ανάμεσα στα σύννεφα, πάνω από τον μαγικό κήπο που ήταν κάποτε η κουζίνα του...
*ΝΤΡΙΝΝΝΝΝΝΝ*
Το ξυπνητήρι χτύπησε, και ήταν η πρώτη φορά μετά από καιρό που δεν την ενοχλούσε καθόλου. Χαμογελούσε.

- Μωρό μου, είδα ένα φοβερό όνειρο! Ήταν λέει κάποιος  σε έναν καταπράσινο κήπο, και πετούσε κουνώντας τα χέρια του! Φοβερό όνειρο σου λέω! Σήκω, υπναρά!

Και τότε, σηκώνοντας το πάπλωμα, συνειδητοποίησε ότι δίπλα της δεν βρισκόταν ο σύζυγός της, αλλά ένα άγαλμα του Ιουλίου Καίσαρα. Και κοιτάζοντας γύρω της, κατάλαβε ότι δεν βρισκόταν στην κρεβατοκάμαρά της, αλλά σε ένα τεράστιο κλουβί καναρινιού. Οι ταΐστρες του είχαν μέσα χρυσαφικά και χαρτονομίσματα, ενώ οι ποτίστρες ήταν γεμάτες από ένα μαύρο υγρό που μύριζε απαίσια, μάλλον πετρέλαιο. Και έξω από το κλουβί πετούσαν κοράκια, που προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να διαρρήξουν το κλουβί. Και τότε...
*ΞΥΠΝΑ!*
- Πάλι κοιμάσαι εν ώρα εργασίας ρε; Τι θα γίνει με την πάρτη σου; Κανόνισε, τελευταία φορά που το ανέχομαι.

Σήκωσε απότομα το κεφάλι του από το πληκτρολόγιο. Το μέτωπό του είχε σημάδια από τα πλήκτρα. Κοίταξε στην οθόνη. Έπαιζε ένα παιχνίδι Pac Man. Έπιασε αμέσως το πληκτρολόγιο και άρχισε να παίζει, κατευθύνοντας τον κίτρινο φαταούλα προς τα θύματά του, καταπίνοντας τελίτσες στη διαδρομή. Ούτε που πρόσεξε πάνω στη φούρια του κάτι παράξενες τελίτσες που είχαν ξεφυτρώσει ξαφνικά στο πάτωμα του γραφείου. Όταν άκουσε τον θόρυβο ήταν πια πολύ αργά. Γυρίζοντας είδε τον κίτρινο φαταούλα με τη μορφή του αφεντικού του έτοιμο να τον κατασπαράξει...
*ΑΟΥΤΣ*
- Τι κάνεις εκεί;!;
- Σε τσιμπάω, αφού δεν ξυπνάς με τίποτα, μία ώρα σου φωνάζω.

Ήταν έτοιμη να αρχίσει να βρίζει την άγνωστη που της διέκοπτε απότομα τον ύπνο, όταν κοίταξε το πρόσωπό της και είδε τον εαυτό της. "Μα εσύ είσαι εγώ!", της είπε έκπληκτη. "Είσαι τρελή;", της απάντησε ο εαυτός της. "Μάλλον ξύπνησες από τη λάθος μεριά του κρεβατιού". Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Άνοιξε την τηλεόραση. Έπαιζε ένα πρωινό ψυχαγωγικό πρόγραμμα, που παρουσίαζε η ίδια, και είχε καλεσμένο τον εαυτό της. Άλλαξε κανάλι. Εκεί έπαιζε μία ταινία, στην οποία όλοι οι πρωταγωνιστές είχαν τη μορφή της. Ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται. Έτρεξε στην τουαλέτα και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είδε ένα πρόσωπο άδειο, χωρίς μάτια, χωρίς μύτη, χωρίς στόμα. Ούρλιαξε δυνατά, τόσο που το τζάμι του καθρέφτη ράγισε.
*ΚΡΑΣ*
- Και τότε ξύπνησα από έναν θόρυβο, γιατρέ. Είχε σπάσει μία από τις σανίδες του κρεβατιού. Σηκώθηκα και ήρθα αμέσως σε σας. Τι λέτε να σημαίνει αυτό το όνειρο; Το βλέπω εδώ και δύο βδομάδες.
- Ξέρετε, σύμφωνα με μία θεωρία υπάρχουν άνθρωποι που ζουν τη ζωή τους μόνο στα όνειρα άλλων ανθρώπων, και όχι στον εξωτερικό κόσμο.
- Θέλετε να πείτε ότι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν μόνο στο μυαλό μου;
- Προφανώς μεταφέρονται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω των ονείρων. Υποθέτω ότι πρόσφατα κοιμηθήκατε μαζί με κάποιον ή κάποια, από τα όνειρα του οποίου ή της οποίας οι άνθρωποι αυτοί πήδηξαν κατά κάποιον τρόπο στα δικά σας.
- Οπότε η λύση είναι να κοιμηθώ μαζί με κάποιον άλλο;
- Ναι, δεν μπορώ να σας συμβουλεύσω κάτι άλλο.
- Γιατρέ...
- Πείτε μου.
- Πώς μπορώ να ξέρω ότι δε ζω κι εγώ μόνο στα όνειρα κάποιων άλλων;
- Δοκιμάσατε να τσιμπηθείτε;
- Καλή ιδέα. *ΑΟΥΤΣ* Εντάξει, τσιμπήθηκα. Γιατρέ, που είστε; Γιατρέ;

Αλλά ο γιατρός είχε μεταμορφωθεί σε προϊστορικό πουλί και είχε φύγει από το ανοιχτό παράθυρο, που πλέον ήταν φινιστρίνι πλοίου.

Όνειρα....όνειρα.

το ξεχασμένο σημείωμα του Νοεμβρίου


Τα όνειρα είναι μια απάτη. Μια αυταπάτη, μια ψευδαίσθηση ότι στο μέλλον όλα θα έρθουν όπως τα θέλουμε και θα είναι ιδανικά. Βλέπεις όνειρα όταν κοιμάσαι και ξυπνάς και προσπαθείς να δεις τι σημαίνουν, αν είναι διορατικά. Σε τρομάζουν, σε συγκινούν, σε κάνουν να χαίρεσαι. Αλλά δεν είναι τίποτα άλλο παρά παιχνίδια-εικόνες του μυαλού σου, του υποσυνείδητού σου. Προβολές όσων γεγονότων και συναισθημάτων στριμώχνονται στο κεφάλι σου, που τα βράδια βρίσκουν μια σχισμή και ξεπετάγονται παίζοντας μαζί σου. Και τα άλλα τα όνειρα; Αυτά που κάνεις όταν δεν κοιμάσαι; Αυτά που επιθυμείς να γίνεις και να σου συμβούν; Φαντασία πλασμένη από τα θέλω σου. Ένα τίποτα για να προχωράς, να προσπαθείς και να μην τα παρατήσεις. Και το χειρότερο είδος ονείρων; Αυτά που μοιράζεσαι με κάποιον άλλο. Κοινά όνειρα, κοινές ελπίδες. Γκρεμοτσακίζονται σχεδόν πάντα. Όνειρα για το μέλλον, όνειρα για το κοινό μέλλον, σχέδια και άλλα σχέδια που σε οδηγούν σε ένα κόσμο πολύ διαφορετικό από τον πραγματικό. Που ύπουλα σου ζωγραφίζουν ένα χαμόγελο ικανοποίησης και ευτυχίας στα χείλη αλλά θα σου το πάρουν πίσω αργά ή γρήγορα με τρόπο άσχημο. Όνειρα με τον άλλο, όνειρα για τον άλλο, αυτόν τον άλλο που θέλεις να τα συντροφεύει και που όμως δεν τον ρωτάς. Μόνο φαντασιώνεσαι ένα κόσμο γεμάτο από σένα και κείνον. Κι όταν εκείνος αρνείται να μπει, ο κόσμος σου διαλύεται όπως τα σύννεφα μετά την καταιγίδα. Και τι μένει; Εσύ να προσπαθείς να συνέλθεις και να ξαναπατήσεις στα πόδια σου. Δε θέλω πια να κάνω όνειρα, αλλά η φύση μου δε θα μου το επιτρέψει ποτέ. Γιατί αυτά με τρέφουν και τελικά με κάνουν αυτό που είμαι.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Η Κοιλιά και ο Τροχός.



  του νίκου πάκου


Χθες, αργά το βράδυ, είδα έναν εφιάλτη. Σκοτεινό σκηνικό, αυτοκτονικό το στόρυ. Ανασηκώθηκα ιδρωμένος στο κρεβάτι και κοίταξα στο κενό σκοτάδι, εντελώς αποπροσανατόλιστος  για λίγο. Μια ιστορία δυσοίωνη κι αλλόκοτη. Αν και στο ξεκίνημα, όλα έμοιαζαν παραμυθένια…
Η ομίχλη ανοίγει και ο ήρωας μας κάθεται αραχτός, καπνίζει και πίνει τον πρωινό του καφέ στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Το σπίτι του βρίσκεται στο κέντρο μιας από τις πόλεις του ονείρου. Από το εσωτερικό του σπιτιού ακούγεται μουσική, η μέρα είναι ηλιόλουστη, δηλαδή όσο πιο φωτεινή μπορεί να είναι μέσα σ’ ένα όνειρο, στο νου του κυλάνε όμορφες σκέψεις. Η κοπέλα του που μένει λίγο παρακάτω είναι φουλ ερωτευμένη μαζί του, θα γυρνούσε τον κόσμο όλο μαζί του, θα κύκλωνε ολόκληρο το σύμπαν. Είναι σίγουρος γι’ αυτό. Σίγουρα πιο μετά, αφού τελειώσει το καφέ του, θα περάσει από το σπίτι της να τη δει. Εκείνη θα τον υποδεχτεί μ’ ένα φιλί και ένα τεράστιο παιδικό χαμόγελο. Μετά θα βολτάρουν στο αγαπημένο τους λιβάδι λίγο έξω από την πολιτεία. Στρωμένο με γρασίδι, μικρά λουλούδια και ευπρόσδεκτα δέντρα, τους περιμένει να βαδίσουν, να βολτάρουν, να ερωτευτούν ξανά και ξανά. Ο ήρωας μας δεν νιώθει την ξέφρενη κι ίσως επιπόλαια χαρά, που σίγουρα κάποια στιγμή θα πετάξει μακριά, αλλά βιώνει τη βέβαιη και ήρεμη ευτυχία. Θα μπορούσε να ζει για πάντα έτσι…
Ξαφνικά από πάνω του, από τον ουρανό, ακούει έναν πολύ έντονο θόρυβο. Ένας εκκωφαντικός βόμβος, λες και, για κάποιο λόγο, πολλά αεροπλάνα μαζί πετάνε πολύ χαμηλά. Ταυτόχρονα όλα γύρω του σκοτεινιάζουν, τον πλακώνει μια πελώρια σκιά, η σκιά ενός αντικειμένου που ίπταται με τεράστιο μέγεθος. Μηχανικά σηκώνει το κεφάλι του προς τον ουρανό. Γεμάτος έκπληξη βλέπει ένα μοναδικό τεράστιο αεροπλάνο να πετάει πάνω από την πόλη. Όλη η καλή του διάθεση τον εγκαταλείπει. Το τεράστιο αεροπλάνο φτιαγμένο από ένα ψυχρό λευκό μέταλλο, καλύπτει ένα μεγάλο κομμάτι του ουρανού. Και παρόλο που είναι μια πάρα πολύ μεγάλη ιπτάμενη μηχανή, μοιάζει έχει χώρο για έναν άνθρωπο, τον πιλότο της. Αυτό ο ήρωας μας το καταλαβαίνει, επειδή το μεταλλικό σώμα είναι αμείλικτα κλειστό, ούτε παράθυρα, ούτε τίποτα… εκτός από την κορυφή του. Ακριβώς στο κέντρο του πάνω μέρους του σκάφους ίσα που διακρίνει ένα κουβούκλιο με μαύρα φιμέ τζάμια.
Το τερατώδες αεροπλάνο δεν του προκαλεί μονάχα έκπληξη, ούτε καν δέος, άλλα για κάποια ανεξιχνίαστη αιτία, απέχθεια και έντονο φόβο. Εντωμεταξύ, στα γύρω σπίτια και στις ταράτσες άνθρωποι έχουν βγει και κοιτάνε. Με τα κεφάλια ριγμένα πίσω σε μια στάση αφύσικη και το στόμα ορθάνοιχτο οι κάτοικοι της ονειρικής πόλης κοιτούν το αλλόκοτο όχημα με την ίδια έκφραση μίσους και φόβου. Όλοι το νιώθουν, δεν έχει έρθει για καλό.
Τότε το αεροπλάνο ακινητοποιείται στην μέση του ουρανού, ακριβώς κάτω από τον δυνατό φθινοπωρινό ήλιο, σκεπάζοντας με τη σκιά του ένα μεγάλο κομμάτι των σπιτιών και των ανθρώπων. Ταυτόχρονα οι μηχανές του κλείνουν και ο απαίσιος θόρυβος εξαφανίζεται.  Μια φωνή ακούγεται από κει μέσα, μια μπάσα αντρική φωνή, σταθερή και σίγουρη κι απλώνεται σ’ όλη την πόλη:

“Φίλες και φίλοι, αγαπημένοι άνθρωποι, κάτοικοι του ονειρικού αυτού τόπου. Σας έχω τα πιο δυσάρεστα νέα και δε σκοπεύω να μασήσω τα λόγια μου: το όνειρο τελείωσε. Δυστυχώς το όνειρο πέθανε, έληξε, τα τίναξε. Και είναι δύσκολο να ξανάρθει στη ζωή. Να ξέρετε πως σας περιμένουν μέρες εξορίας, μέρες δυστυχίας. Το καλύτερο που έχετε να κάνετε, είναι να απογοητευτείτε.
Αλλά, γνωρίζετε καλά, πως δεν φταίει κανένας άλλος, φταίτε εσείς! Η ευθύνη για τον θάνατο του ονείρου είναι δικιά σας. Κι αυτό επειδή καλομάθατε: τρέχατε με θράσος στο χλοερό λιβάδι, χουχουλιάζατε στα σύννεφα όλη μέρα, παίζατε σε παιδικές χαρές˙ κούνια μπέλα, κούνια μπέλα… παλιμπαιδίζατε ακατάπαυστα! Και το χειρότερο: εκμεταλλευόσασταν την ώρα του σούρουπου, που στα όνειρα δεν τελειώνει ποτέ, και χαζεύατε παρέα με τους αγαπημένους σας τον ήλιο να δύει αιώνια. Και μετά σοροπιάζατε και πετούσατε και μερικά κουτσούβελα. Αλλά, πάρτε το χαμπάρι: άνθρωποι, το όνειρο τερμάτισε, εσείς το σκοτώσατε”

Η φωνή που έλεγε αυτά τα φρικτά λόγια ήταν αυστηρή, κατηγορηματική, μα τόσο αληθινή. Έλεγε την αλήθεια, όσο εξωφρενική κι αν τυχόν ακουγόταν. Όταν την άκουγες, για κάποιο μαγικό λόγο, δεν έψαχνες για εξήγηση. Στο μυαλό όλων ήρθαν τα αράγματα στα λιβάδια και στα σύννεφα, οι σαχλαμάρες, τα παιχνίδια. Και περισσότερο απ’ όλα, εκείνα τα πανάθλια δειλινά, που όλα μοιάζουν καλυμμένα από μια γκρίζα σκόνη. Τι το ωραίο πια έχουν αυτά τα δειλινά; “και οι έρωτες είναι καλύτεροι;”  συμπλήρωσε μέσα του γεμάτος τύψεις ο ήρωας μας.

Λες το τέλος του ονείρου να τους άξιζε τελικά;

Ξαφνικά η φωνή ακούστηκε και πάλι. Αυτή τη φορά, είχε αλλάξει ελαφρά τόνο:

“Όμως, φίλες και φίλοι, πολίτες της ονειρικής πολιτείας, μπορεί το όνειρο να πέθανε, αλλά όχι για πάντα. Μπορεί να είναι δύσκολο ν’ αναστηθεί, να στυλωθεί ξανά στα πόδια του, αλλά όχι κι ακατόρθωτο. Το όνειρο μπορεί να γυρίσει απ’ τους νεκρούς. Ωστόσο, για να γίνει κάτι τέτοιο, για να αντικρύσετε ξανά την ευτυχία, πρέπει να αναλάβετε της ευθύνες σας. Σας το ανακοινώνω ωμά:  είναι αναγκαίο επιτέλους να εισβάλει και στον κόσμο σας η πραγματικότητα. Και δεν πρέπει απλά να την αφήσετε να εισβάλει και να βασιλέψει˙ θα πρέπει να βοηθήσετε και να έρθει. Για αυτό από δω και πέρα παιχνίδια, δειλινά κι έρωτες κομμένα μαχαίρι! Ας ελπίσουμε βέβαια, πως η κυριαρχία της πραγματικότητας στην όμορφη πολιτεία σας θα είναι προσωρινή.
Το εσωτερικό του στρατιωτικού αεροπλάνου που βλέπετε, ονομάζεται Κοιλιά. Βλέπετε πόσο μεγάλη είναι, μοιάζει να χωράει σχεδόν όλους σας. Είναι η μητρική Κοιλιά που θα διασώσει το όνειρο και θα το ξεγεννήσει. Αλλά κάθε νέα γέννα έρχεται με πόνο…
 Θα μπείτε λοιπόν όλοι σας μέσα στην Κοιλιά, όλοι οι κάτοικοι της πόλης του ονείρου. Και  θα κλειστείτε μέσα στα σκοτάδια. Με το στανιό. Εκεί θα γυρίζετε τον Τροχό της αλλαγής...”

Στο νου του ήρωα μας ήρθαν φρικτές εικόνες, λες και με ακτίνες Χ έβλεπε μέσα απ’ το απόρθητο περίβλημα. Μια αχανής αίθουσα, ψηλοτάβανη, μεταλλική, κάνει κρύο εκεί μέσα, έχει σκοτάδι. Στο κέντρο της ένας τιτάνιος τροχός, κατασκευασμένος από το ίδιο μέταλλο με όλου του σκάφους, είναι έτοιμος να γυρίσει γύρω από έναν άξονα καρφωμένο στο πάτωμα. Ο Τροχός σαν υπερμεγέθης ρόδα κάρου έχει πάρα πολλές ακτίνες, κάθε μια από τις οποίες καταλήγει σε ένα στεφάνι με διάμετρο τον κορμό ενός μέσου σε όγκου ανθρώπου, ενώ ένα πέτσινο λουρί μπορεί να αλλάξει τη διάμετρο του στεφανιού…

Η φωνή συνεχίζει να ακούγεται λες από παντού:

“Εσείς θα γίνετε οι μαίες αυτής της γέννας, οι γεννήτορες της νέας εποχής του ονείρου. Αλλά τα δύσκολα χρόνια θα είναι πολλά. Κι αν είσαστε άτακτοι και τεμπέληδες, θα κρατήσει για δεκαετίες, για εκατονταετίες… Στον νέο σας εφιάλτη ξεχάστε τον χρόνο, όλη σας η ζωή θα είναι η Κοιλιά και ο Τροχός. Η θέλησή σας υποταγμένη, η ευτυχία σας ποδοπατημένη”. 

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

το όνειρο του Dali


του Dalikeri

dream caused by the flight of bee around a pomegranate, one second before awakening

στη μια πλευρά της δισδιάστατης ονειρικής πραγματικότητας ένα ρόδι, απαλλαγμένο από τη βαρύτητα, περιτριγυρίζεται από μια μέλισσα δορυφόρο που ανιχνεύει το μελλούμενο μέλι της.

στην άλλη πλευρά, καθώς ο απειροστικός ψυχισμός προσεύχεται στο ελάχιστο, ο μεγεθυντικός καθρέφτης της χαλαρότητας,  εμφανίζει τα εσώψυχα του δευτερόλεπτου: ένα υποατομικό ρόδι πλανήτης, λύνοντας την νύξη, εκρήγνυται, εκπέμποντας τους πυρήνες του στο κλειστό σύμπαν του μέγα επιταχυντή σκέψεων: το φόβο. εκεί μέσα, τροχιοδεικτικά συνειρμών κινούνται απ’ τη σιωπή ιχθύος, διαμέσου επιτάχυνσης τίγρης, στην πρόωρη εκπυρσοκρότηση κάνης που γεννά καρέ καρέ μια πραγματικότητα. ένας ελέφαντας συμπεραίνει πάνω σε μακροσκελείς συνειρμούς: η χαλαρότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη της βαρύτητας της σκέψης και ανάλογη της επιτάχυνσης της φαντασίας.

στη μέση, ο ύπνος ενσαρκωμένος σε μια γυμνή γυναίκα, έχει ορίσει το όνειρο ως φρουρό της ύπαρξής του, όπως η πραγματικότητα ορίζει τη σκέψη ως φύλακα της ψευδαίσθησής της. η θάλασσα λάδι σε μουσαμά.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

me and my monkey

του El Hombre solo



Μας πιάσανε. Αργά ή γρήγορα θα γινόταν. Το περιμέναμε.
Τα πόδια μας, είχαν κοντύνει. Βολτάραμε μέχρι το Άλσος κι επιστρέφαμε.
Μας περίμεναν στην είσοδο του σπιτιού. Πέρασαν βραχιολάκια και στους δυο μας.
Αρνηθήκαμε υπεράσπιση στην δίκη.
- Ορκίζεστε;
- Ορκιζόμαστε.
- Κατηγορήστε για παράβαση του νόμου περί ονείρων.
- Είχαμε ένα όνειρο…
«Ένσταση», φώναξε η πολιτική αγωγή. «Ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, πέθανε από αυτό».
- Δεκτή. Συνεχίστε κατηγορούμενοι.
- Είναι όλα όσα βλέπουμε σ' αυτόν εδώ τον κόσμο, ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα σ' άλλο;
«Ένσταση. Ο Έντγαρ Άλλαν Πόε, ήταν ελεύθερος».
- Δεκτή. Έχετε ακόμα δύο ευκαιρίες να πείσετε τους ενόρκους.
- Αθώος…., είπαμε με μια φωνή.
«Ένσταση. Ο Τομ Γουέιτς είναι τρελός. Κανείς δεν είναι αθώος στα όνειρα του».
- Δεκτή. Last chance, Billy the Kid.
- Ok! Dream is over.
«Βλάσφημε ! Ιερόσυλε ! Κουμουνιστή! Άθεε! Ένσταση κύριε πρόεδρε. Επικαλούνται τον Τζον Λέννον μέσα σε αυτή την ιερή αίθουσα»;

Καθίσαμε στο παγκάκι μέχρι ο πρόεδρος κι ο εισαγγελέας να αποφασίσουν.
Μουρμουρούσαμε το «Deep in a dream», του Τσετ Μπέικερ.
- Είκοσι χρόνια θα φας, μωρό μου.
- Κι η μαϊμού;
- Θα σας χωρίσουμε. Θα αθωώσουμε την μαϊμού λόγω R.E.M. (*) Έχεις μια τελευταία ευκαιρία να σώσεις το τομάρι σου.
- Αυτή φταίει. Αυτή με παρέσυρε. Γι’αυτήν είναι όλα μου τα ποιήματα.

(*)Rapid Eye Movement sleep

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Αν μπουτάρει ο εγκέφαλος θα χαθεί το σέιβ

του Mario Kolopleni


Στη παιδική μου ηλικία είχα την ατυχία να μην παρακολουθήσω ποτέ βραδινή προβολή σινεμά γεγονός που μου κόστισε περίπου το μισό εαυτό μου. Γεννήθηκα την εποχή που η τηλεόραση, ως μέσο πλουτισμού, επίπλου και κοινωνικής ανόδου, είχε κυριαρχήσει στο μικροαστικό κόσμο της επαρχίας και το μοναδικό σινεμά της μικρής μου πόλης έπνεε τα λοίσθια. Για να τα βγάλει πέρα, έβαζε τις Παρασκευές το βράδυ μοναδικές προβολές ελληνικών πορνό μπας και τσιμπήσει κάνα εξοδούχο φαντάρο ή κάνα ντόπιο ανώμαλο(!) και τα πρωινά του Σαββάτου καλούσε τους μαθητές όλων των σχολείων να παρακολουθήσουν χιλιοπαιγμένες και ταλαίπωρες κόπιες κινουμένων σχεδίων, με υποθέσεις πάντοτε μισές, άλλοτε χωρίς ήχο και άλλοτε χωρίς υπότιτλο.
  Αυτό το βάναυσο για τη παιδική μου φαντασία περιβάλλον καθώς και το σύνδρομο στέρησης που ανέπτυξε το σώμα μου εξαιτίας της απώλειας ουσιαστικών φαντασιακών εικόνων με οδήγησαν δυστυχή και μόνο στο μαγικό κόσμο των ονείρων. Έγινα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ένας υπναράς, ένας κοιμίσης, ένας τεμπέλης περιπλανώμενος της ονειρικής πραγματικότητας προκειμένου να την μετατρέψω σε προσωπική μου ταινιοθήκη.
   Κάθε βράδυ έπεφτα για ύπνο χαρούμενος, περιμένοντας με ανυπομονησία την καινούρια προβολή της νύχτας, τις αναπάντεχες αναποδιές, τα παράλογα σύνδρομα, τις παράξενες συναντήσεις, τις ανάλαφρες μετακινήσεις, τα κατασκοπευτικά έργα, τις μαζικές καταστροφές, τα θρίλερ και τις ερωτικές περιπέτειες. Ένας ολόκληρος οσκαρικός κόσμος έτρεχε ταυτόχρονα με τη καθημερινή μου ζωή και διεκδικούσε συνεχώς όλο και περισσότερο μερίδιο της προσοχής μου. 
    Και δυστυχώς το κέρδιζε. Παρασυρμένος από τη αστείρευτη γοητεία των ονείρων έβρισκα παντού αφορμές και τόπους για να κοιμηθώ και περιχαρής να περιπλανηθώ στα αχανή τους δωμάτια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το άγχος μου όταν κατουριόμουν, να προλάβω να επιστρέψω στο κρεβάτι μου προτού ο εγκέφαλος μπουτάρει και χαθεί το σέιβ της κάθε ιστορίας. Θυμάμαι επίσης να πιέζω συχνά το σώμα μου να μείνει κοιμισμένο και ζεστό για να προλάβω το φινάλε. Είχα γίνει τόσο επιδέξιος υπναράς που κατάφερνα να τοποθετώ μέσα στην ασταθή φάση του γλαρώματος την πρώτη σκηνή του ονειρικού φιλμ που επιθυμούσα να ξαναδώ και αυτό να ξετυλίγεται απαλά στο νού μου.
    Έτσι τα χρόνια πέρναγαν ειδυλλιακά κι εγώ συνέχιζα να κοιμάμαι και να ονειρεύομαι σε κάθε ευκαιρία της ζωής μου. Ένιωθα πως στη καθημερινότητά μου ζούσα σε random κατάσταση, στον αυτόματο που λένε. Είχα random αισθήματα, random συμπεριφορές και κινήσεις μα κυρίως random σκέψεις. Αν μπορούσα τώρα να περιγράψω με λίγα λόγια πώς ήμουνα, θα έλεγα πως η φράση «το παιδάκι κατευθείαν από το κουτάκι» είναι εξαιρετικά αντιπροσωπευτική.
  Από την άλλη όμως μεριά, στην αντίπερα όχθη, στα μυστικά δώματα της ονειροχώρας, πρωταγωνιστούσα. Και δικαίως βέβαια. Αφού ήμουν ο γρηγορότερος, ο εξυπνότερος και ο πιο τυχερός. Κάθε ιστορία, κάθε παράξενη περιπέτεια είχε εμένα για επίκεντρο. Όταν ο ήλιος κατέρρεε και ο πλανήτης ζούσε τις τελευταίες του στιγμές, οι εξωγήινοι εμένα βρήκαν για να σώσουν. Επίσης εμένα κυνήγαγε διαρκώς στην κατηφόρα το πυροσβεστικό όχημα και το σπίτι μου, έπεφτε επανειλημμένα θύμα πλημμύρας και επίθεσης πρασίνων καρχαριών.

   Λένε πως η παιδική ηλικία είναι το πρώτο κουστούμι που φόρεσες και δεν θα πετάξεις ποτέ από πάνω σου. Όσο και να προσπαθήσεις να το κρύψεις, αυτό θα βρει τρόπο να εμφανιστεί. Έστω και καμουφλαρισμένο. Μέσα σε πολύχρωμα  πουκάμισα και ιδρωμένα φανελάκια. 
   Λένε επίσης πως με τον καιρό συμβιβάζεσαι. Πως τα βρίσκεις με τον εαυτό σου. Τον κατανοείς και του γνέφεις συγκαταβατικά σε κάθε δυσκολία. Απολαμβάνεις τις τυχόν δεξιότητές σου και αποδέχεσαι αδιαμαρτύρητα τις όποιες αδυναμίες σου.
    Διάβασα τις προάλλες στο κυριακάτικο τύπο ένα εξαιρετικό άρθρο ενός αμερικάνου ψυχολόγου που εξηγούσε την προέλευση των ονείρων και το υλικό από το οποίο κατασκευάζονται. Είναι σχεδόν σίγουροι οι επιστήμονες δήλωσε ότι τα όνειρα αποτελούν το σύνολο των πληροφοριών που συλλέγει ασυνείδητα ο εγκέφαλος κατά τη διάρκεια της ημέρας και επιλέγει να αποβάλει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τα όνειρα επομένως αποτελούν τις προβολές των πληροφοριών αυτών λίγο πριν εξαφανιστούν εντελώς από την ανθρώπινη σκέψη. 
     Με απλά λόγια το όνειρο είναι μια βιολογική διαδικασία πνευματικής αφόδευσης του οργανισμού. Σαν το χέσιμο. Και το υλικό που είναι φτιαγμένο είναι κάτι αντίστοιχο του σκατού. Μόνο που αυτό είναι πνευματικό σκατό. Για να το πούμε επιστημονικότερα κάθε όνειρο είναι ένα σύνολο άυλων κουράδων. Ή μήπως  κάτουρων;
     Και σας ρωτώ.. γαμιέται τώρα η επιστήμη ή δεν γαμιέται;