Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ο αγιοβασίλης!!!


 της σωσώ ζερό

Ο αγιοβασίλης μας ήρθε τελικά
σε κάρο με ταράνδους που μύριζαν φρικτά
παράνομα το πάρκαρε στο πάρκο στη γωνιά
κι ανέβηκε απ'τις σκάλες
που καμινάδα πια;



Στης πόρτας το ματάκι
είδαμε καθαρά
ότι κρατούσε δώρα και σάκο με κουτιά
έκανε πως γελούσε γλυκά και στοργικά
και είπε: "χόχο χόχο  ΑΝΟΙΧΤΕ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΑΑΑ"



Έριξε την εξώπορτα με μια γερή κλωτσια
μπούκαρε στο σαλόνι μας με μάτια αστραφτερά
τρομάξαμε και τρέχαμε
δεξιά κι αριστερά
ούρλιαζε και φοβέριζε μεγάλους  και παιδιά



Μας έλεγε βρωμόλογα
έπιασε τη μαμά
και πάνω την ανέβασε
κατόπιν  τα παιδιά
το θείο το Μιχάλη
την έκπληκτη γιαγιά



Ο άγιος μου Βασίλης
είναι όλα τα λεφτά
πισθάγκωνα τους έδεσε
κι έκανε τη δουλειά
και τα λεφτά που βρήκε
έκρυψε στ'αχαμνά




Του ζήτησα να σπάσουμε
μαζί τα γυαλικά
το σκρίνιο, το σύνθετο
και τα φωτιστικά
τα πιάτα, τα ποτήρια
και τα κουζινικά



Όλη τη νύχτα σπάγαμε
πίναμε και ξανά
ώσπου στο σπίτι τίποτα
 δεν έμεινε παιδιά
ανάσκελα την πέσαμε
 με ξύδια και φαγιά



στο άγιο μας τραπέζι
δεν έμεινε μπουκιά
κι ως το πρωί ξερνούσαμε
ουίσκι αγκαλιά



Ο άγιος μου Βασίλης
ήρθε πραγματικά
και κρύφτηκε για πάντα
στην παιδική καρδιά
κανένας δε με έπαιξε
όπως αυτός ξανά



του χάρισα μια ΠΛΑζΜΑ
και άνθη πλαστικά
και του'πα πως δε λέω
τίποτα, πουθενά.
Κι οταν θα μεγαλώσω
θα μάθω τη δουλειααααααα




Σωσώ Ζερό © 2009

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

η εξαφάνιση του φεγγαριού

the_ Stranger


- Μαμά, γιατί δεν έχει φεγγάρι απόψε;
- Τι εννοείς; Έχει συννεφιά και δε φαίνεται;
- Όχι, δεν είναι πουθενά, δε βγήκε απόψε.
- Δε γίνεται αυτό, παιδί μου, κάπου θα είναι και δεν το είδες.
- Αλήθεια σου λέω, πάμε στη σκεπή να δεις και μόνη σου.

"Τι περίεργο που είναι ώρες-ώρες αυτό το παιδί. Από τον πατέρα του πρέπει να το πήρε αυτό", σκέφτηκε. Άκου "δε βγήκε το φεγγάρι". Είπε όμως να του κάνει το χατίρι και ανέβηκε μαζί του στη σκεπή. Κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό. Ήταν πεντακάθαρος, ούτε ένα μικρό σύννεφο. Όλα τα αστέρια ήταν στη θέση τους, όπως κάθε βράδυ. Το φεγγάρι όμως πουθενά. Λες και ένα αόρατο χέρι είχε πάρει μια γομολάστιχα και το είχε σβήσει.

- Είδες που σου τα 'λεγα; Πού είναι το φεγγάρι;

Ξεροκατάπιε και σκέφτηκε λίγο. Τι απαντάς σε ένα παιδί όταν δεν έχεις την παραμικρή ιδέα για την απάντηση; Και πώς διατηρείς την ψυχραιμία σου όταν είσαι πολύ πιο μπερδεμένη από αυτό;

- Δεν ξέρω. Άσε με τώρα, έχω δουλειά να κάνω.

Φυσικά, δεν ήταν οι μόνοι που παρατήρησαν την απουσία του φεγγαριού. Το πρόσεξαν κάποια ζευγαράκια που το αναζήτησαν και δεν το βρήκαν. Το πρόσεξαν μερικές νοικοκυρές που βγήκαν να απλώσουν και δεν το είδαν. Και βέβαια το πρόσεξαν στο Αστεροσκοπείο.

Εκεί επικράτησε πραγματικός πανικός. Άνθρωποι έτρεχαν αλλόφρονες δεξιά κι αριστερά, στα τηλεσκόπια, στα τηλέφωνα, στα γραφεία, στους διαδρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει. Το φεγγάρι δε φαινόταν καν στο τηλεσκόπιο, λες και είχε τσουλήσει από μόνο του ξαφνικά στην άλλη άκρη του γαλαξία.

Το θέμα πήρε έκταση την επόμενη μέρα, όταν τα τηλεοπτικά δελτία μετέφεραν την είδηση, κι έτσι όλοι έμαθαν για την ανεξήγητη εμφάνιση του φεγγαριού του. Στα παράθυρα των δελτίων, διακεκριμένοι αστρονόμοι διαφωνούσαν για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει κάτι τέτοιο στον πλανήτη, με κάποιους να σπέρνουν τον πανικό, τονίζοντας ότι θα μπορούσε να είναι η αρχή του τέλους για τον παγκόσμιο πληθυσμό.

Εκείνο το βράδυ, όλοι κοίταξαν στον ουρανό περιμένοντας να δουν ξανά το φεγγάρι εκεί που το είχαν αφήσει. Όμως αυτό δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν πουθενά.

Τις επόμενες μέρες ακούστηκαν αμέτρητες επιστημονικές και ψευδοεπιστημονικές απόψεις για το τι συνέβαινε. "Εξωγήινοι απήγαγαν το φεγγάρι", ανακοίνωνε στο πρωτοσέλιδό της μία μεγάλη εφημερίδα, ενώ ένας δημοσιογράφος υποστήριζε ότι επρόκειτο για ένα άκρως απόρρητο πείραμα μίας μυστικής υπηρεσίας που πήγε στραβά και έβγαλε το φεγγάρι από την τροχιά του. Άλλοι πάλι μιλούσαν για έναν νέο «ψυχρό πόλεμο», θύμα του οποίου έπεσε το φεγγάρι, ενώ πολλοί κατηγορούσαν τους επιστήμονες ότι «ξέρουν, αλλά δε μιλάνε».

Με την Επιστήμη να τα έχει τελείως χαμένα, πολλοί ήταν αυτοί που στράφηκαν στη μεταφυσική. Εκπρόσωποι της κάθε θρησκείας βρήκαν εδάφια των ιερών τους βιβλίων που ανέφεραν σαν προφητεία για το τέλος του κόσμου την εξαφάνιση του φεγγαριού από τον ουρανό, με αποτέλεσμα εκατομμύρια πιστοί να συρρέουν σε εκκλησίες, τζαμιά και συναγωγές, ελπίζοντας να εξασφαλίσουν μία καλή θέση στον Παράδεισο. «Ο Θεός πήρε το φεγγάρι για να μας τιμωρήσει, είναι απλώς ένα σημάδι, το επόμενο βήμα θα είναι να μας πάρει και τον ήλιο, και τότε θα εξαλειφθεί το είδος μας, μόνο όσοι εξ ημών πιστεύουν σε Αυτόν θα σωθούν», ήταν πάνω-κάτω η ρητορική των εκπροσώπων της κάθε θρησκείας.

Κάθε άνθρωπος και μία διαφορετική θεωρία. Τα οικολογικά κινήματα υποστήριζαν ότι για την εξαφάνιση του φεγγαριού ευθυνόταν η υπερθέρμανση του πλανήτη. Διάφορες ανθρωπιστικές οργανώσεις την εξελάμβαναν συμβολικά, σαν σημάδι των καιρών. Οι λαοί κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο. Υπήρχαν, από την άλλη, κι αυτοί που δεν τους ενδιέφερε καθόλου το όλο θέμα. «Χθες υπήρχε το φεγγάρι, σήμερα δεν υπάρχει, ε, χεστήκαμε, έτσι κι αλλιώς άχρηστο ήταν», έλεγαν. «Άλλωστε, άμα δεν το έλεγαν στις ειδήσεις, κανείς δε θα το είχε χαμπάρι».

Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Το φεγγάρι εξακολουθούσε να αγνοείται. Λίγοι ασχολούνταν πια, έτσι κι αλλιώς. Η ζωη συνεχιζόταν κανονικά, και οι περισσότεροι είχαν πιο σημαντικά προβλήματα από το αν θα έβγαινε το βράδυ το φεγγάρι ή όχι. Οι εκκλησίες άδειασαν ξανά και η υπόθεση ξεχάστηκε. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι που επέμεναν σε αυτό το θέμα. Κάποιοι που το είχαν βάλει σκοπό της ζωής τους να λύσουν το μυστήριο.Ή κάποιοι άλλοι που πίστευαν ότι το είχαν λύσει, και περίμεναν από μέρα σε μέρα να στείλουν ένα μήνυμα η εξωγήινοι, ζητώντας λύτρα για να μας παραδώσουν το φεγγάρι.

Και ήταν και κάποιοι που ανησυχούσαν μήπως ξαφνικά εξαφανιζόταν κάποιος άλλος πλανήτης και τι θα συνέβαινε σε αυτήν την περίπτωση, θα επηρεαζόταν η τροχιά του πλανήτη; Θα άλλαζε το κλίμα, η περιστροφή, η κλίση του άξονά του; Τι θα γινόταν τότε;

Οι περισσότεροι όμως ήταν απορροφημένοι στα καθημερινά τους προβλήματα. Κοιτούσαν μπροστά τους ή κάτω – ποτέ προς τα πάνω. Κι έτσι κανείς δεν πρόσεξε ότι κάθε βράδυ όχι μόνο δεν εμφανιζόταν το φεγγάρι, αλλά εξαφανίζονταν και μερικά αστέρια. Γι’αυτό και κανείς δεν περίμενε ότι μια μέρα θα εξαφανιζόταν έτσι αναπάντεχα και ο ήλιος, παγώνοντας τον πλανήτη και εξολοθρεύοντας το ανθρώπινο είδος.

Την ίδια στιγμή, σε μία μακρινή γωνιά του σύμπαντος, εμφανιζόταν από το πουθενά ένας ήλιος στο κέντρο μίας συστάδας από άλλους πλανήτες και έφτιαχνε ένα νέο ηλιακό σύστημα. Και κάπου εκεί γύρω ήταν και ένα φεγγάρι, που έκανε βόλτες γύρω από έναν άλλο, μεγαλύτερο πλανήτη...

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Το φεγγάρι εντός μου

της Σωσώ Ζερό

Όταν ήμουνα μικρός, ήμουν σίγουρος  πως πίσω από τη μαύρη νύχτα
κρυβόταν μια κανονική μέρα.

Μια μέρα-μεσημέρι επέπλεε πίσω από την ολόμαυρη νύχτα 
και το φεγγάρι ήταν φυσικά η απόδειξη, αφού αυτό ήταν η τρύπα που φαίνονταν
 η από πίσω μέρα.
  Η τρύπα προέκυψε από κανονιά ή σφαίρα χοντρή από λάστιχο
 και δείχνει αυτό 
που σας λέω τόση ώρα 
πως από πίσω είναι ολόλαμπρη αν και μακρινή, η μέρα.

Περπατώ στα σκοτεινά δρομάκια βιαστικά γυρνώντας σπίτι.
στην άκρη της ματιάς μου ένα φως ανοιχτό χοροπηδά ακριβώς
 στο ρυθμό των βημάτων μου.
 Πηγαίνω σπίτι αφού έχει νυχτώσει, επίτηδες. 
 διασχίζω σοκάκια με χώμα και χορτάρια, 
τα πιο ψηλά μπαίνουν μπροστά στο νοητό προβολέα 
και χοροπηδούν κι αυτά. 
Στην άκρη του ματιού μου.
 Τα πιο ψηλά είναι πιο ασημένια από τα άλλα, 
τα ακόμα πιο ψηλά φαίνονται λεπτομερώς 
μες  το ολόφωτο σκοτάδι..

Κουβαλάω τόσα χρόνια χωρίς λόγο στο κεφάλι μου,
ένα σκασμό παραμύθια με φεγγάρια και ήλιους.  
Πιο πολύ μου αρέσουν αυτά με τα φεγγάρια γιατί προϋποτίθεται 
και το σκοτάδι ολόγυρα.

 Ίσως τόσα χρόνια που τα κουβαλάω, 
 να ψάχνω αφορμή για να κρατώ μέσα μου τόση μα τόση νύχτα 
Δεν με τυφλώνει μα είναι εκεί:  το ασημένιο φως της.

 Μια στρογγυλή σελήνη ανοιχτή τέρμα στη μέση του κεφαλιού μου να αντανακλά 
το ίδιο το σκοτάδι ολόγυρα.

Το φεγγάρι του κεφαλιού μου έχει το ίδιο ακριβώς φως 
με το φεγγάρι του ουρανού σας 
αλλά είναι λίγο πιο μικρό 
και φαίνεται κι από πίσω αφού γυρίζει μαζί μου γύρω από τον εαυτό μου.

 Το φεγγάρι του κεφαλιού μου είναι συνεχώς ολόκληρο 
και δεν το δαγκώνει η αρκούδα όπως το άλλο, 
ούτε μπαίνει μπροστά κοτζάμ γη μια από τη μία και 
μιά από την άλλη για να το σκιάζει
Μόνο εκεί μπορεί και τα κάνει η γη, αλλού δεν τα καταφέρνει έτσι μικρή που είναι. 
 Όλα τα υπόλοιπα τεράστια και μεγαλοπρεπή ουράνια σώματα
 στο ηλιακό μας σύστημα,
 σχεδόν δεν ασχολούνται μαζί της λόγω απόστασης και όγκου, 
το φεγγάρι έχει μόνο του χεριού της.

Στον παράφορο εναγκαλισμό τους μέσα στο θόλο του ουρανού 
έτσι γοργά που τρέχουν,
το φεγγάρι τρέχει σχεδόν να την προφτάσει
 κι αυτή μπερδεύει τα νερένια μαλλιά της στην έλξη του. 
 Το παράξενο ζευγάρι στροβιλίζεται αέναα 
γύρω από τον πυρακτωμένο ήλιο σαν έντομο στη λάμπα, 
κανένα ζευγάρι τόση αγκαλιά..

Μέσα στο νερό, 
όταν βουτώ  τη νύχτα σε βραδιασμένες παραλίες, 
το φεγγάρι το ίδιο ρίχνει μεσʼ τη θάλασσα χιλιάδες  μικρά αστέρια
που αστράφτουν ζωηρότερα στην επιφάνεια
 και λιγότερο στο βυθό.  
Η κομματιασμένη αντανάκλαση διαχέεται 
σαν ιριδίζων χείμαρρος, 
 Τα δώρα του φεγγαριού τα χει κερδίσει τα πιο πολλά,
 η θάλασσα.

Από το μέσα σκότος των φωτεινών ημερών ως την έξω 
μαυρίλα της νύχτας, το φεγγάρι χάνεται ανά διαστήματα. 
Το φεγγάρι απουσιάζει από καιρό σε καιρό από τη γη 
κι από μέσα μου και το σεντόνι της νύχτας αδιάρραγο
μου πέφτει βαρύ κι ανελέητο..

 Το σκοτάδι το ξέρω, νικά το φως.
Το κλείνει σα μάτι και το ξανανοίγει..

Το φεγγάρι, ναι τα ʽχει όλα
και όσα δεν έχει, τα επινοεί.

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Συμβουλές παλιού ναυτικού


του Διάκενου Καλλιπολίτη


Patrick Kemal Pryor "Music Scetch #11"

 Οι παρακάτω στίχοι βρέθηκαν χαραγμένοι στο κύτος ξύλινου καραβιού:


Ένα μονάχα θα σου πω και κράτα το στο νου σου
καθώς τ’ αστέρια πλάγιασαν κοντά του τιμονιού σου,
πάντα ψυχή και θέληση να κυβερνάνε πρίμα
σα φεγγαρίσιες μάγισσες που λεν γητειές  στο κύμα. 

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

(Κλειδί του Σολ)

του Dalikeri


ο ήλιος το φεγγάρι και η γη
μια συγχορδία διαστημάτων
στην παρτιτούρα τ’ ουρανού.
(πανσέληνη νότα ο ήλιος) 

μια ύφεση αρκεί
για να τραβήξει η σελήνη τα νερά απ’ τα μαλλιά
και να δείξει η άμπωτη τις λύπες που κρύβει κατ’ απ’ το φουστάνι της η θάλασσα.
ένα ημιτόνιο πιο πέρα
το φεγγάρι λύνει σαν ποτάμι τα μαλλιά του πάνω στα νερά της πλημμυρίδας χαράς
που προκαλεί μια δίεση.

από την έλλειψη στην υπερβολή και πίσω.
με τομές κωνικές στο κορμί του χρόνου
σχηματίζει η μουσική παλίρροια
το κυματόμορφο πρόσωπό της:

το ένα της μάτι σαν τη σελήνη
τ’ άλλο της μάτι σαν το φεγγάρι.


Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

σύντομη ιστορία του Φεγγαριού μέχρι σήμερα


του Δόκτωρ Wormhole


Παιδί της Γαίας και του Αγνώστου Θεού με το πέτρινο σπέρμα, το Φεγγάρι  γεννήθηκε την εποχή της Φωτιάς. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε διασκορπισμένο και ανέμελο στον αέρα υπό τους ήχους μουσικοχορευτικού βαρυτικού βάλς. Η εφηβεία του, γεμάτη ανασφάλειες και συγκρούσεις, το ανάγκαζε να κλείνεται ολοένα και περισσότερο στον εαυτό του, μέχρι που μια μέρα, μέσα σε μια κίτρινη τρύπα τ’ ουρανού, το φεγγάρι μάζεψε όλα του τα κομμάτια  και μεταμορφώθηκε σε θεότητα.
Πήρε γυναικεία μορφή, αιθέρια, και κυκλοφορούσε τις νύχτες ανάμεσα στους θνητούς. Οι θνητοί ένιωθαν δέος και φόβο κάθε φορά που την αντίκριζαν κι αυτή, πότε χρυσή και πότε κόκκινη, πότε μισή και πότε ολόκληρη, καθόριζε τις βουλές και τις αποφάσεις τους.  
Μετά την πτώση των πρώτων θεών, η Σελήνη μη μπορώντας εκ φύσεως να παραμείνει στην αφάνεια ντύθηκε φαντασία και ταξίδευε τις νύχτες τα χρόνια των ανθρώπων. Η κυρία με το μισοσκόταδο πέπλο άλλαξε χιλιάδες μορφές στη πορεία των αιώνων όσες και οι σκέψεις αυτών που τη γνώρισαν.
 Κάποιοι την είδαν σαν ξεχασμένο βράχο από το παράδεισο. Σαν μέρος ειδυλλιακό, γεμάτο ευκαιρίες και εσωτερική ολοκλήρωση. Ένα παρατημένο κομμάτι της Εδέμ, το τελευταίο δώρο του Θεού. Άλλοι είδαν στα μάτια της τη κόλαση. Τόπο ξερό, απόβλητο. Κατοικημένο από μνησίκακα πλάσματα. Πνεύματα και χτικιά. Οι πιο ενθουσιώδεις και μάλλον αχόρταγοι έβλεπαν ένα στρογγυλό και γιγάντιο τόπι φτιαγμένο εξ’ ολοκλήρου από κίτρινο τυρί ενώ κάποιοι τυχεροί ταξιδευτές το επισκέφθηκαν κιόλας.
Οι πρώτες επισκέψεις πραγματοποιήθηκαν στα σύνορα των ονείρων και των επιστημών και θύμιζαν εν πολλοίς τεχνολογικές ονειρώξεις. Το κόστος τους για εκείνη την εποχή ήταν ελάχιστο. Τότε, το υλικό και η τεχνολογία των διαστημικών λεωφορείων, η σκέψη,  κυκλοφορούσε άφθονη και  κυρίως ελεύθερη, δηλαδή μη εμπορεύσιμη.
Η πρώτη επίσκεψη ισοδυναμούσε με μελλοντική κατάκτηση. Η Σελήνη δέχονταν για αιώνες το πλατωνικό φλερτ του ανθρώπινου είδους και κολακεύονταν σε τέτοιο βαθμό  που άρχιζε να μοιάζει  όλο και περισσότερο μ’ ένα καλά κρυμμένο θησαυρό που πρόκειται σύντομα ν’ αποκαλυφθεί.
Στις 20 Ιουλίου του 1969 δυο ασπρόμαυροι κοσμοναύτες της τελευταίας σαρκικής αυτοκρατορίας κατάφεραν να περπατήσουν τις ερωτογενείς ζώνες της Πανσελήνου σε κοινή θέα. Η γοητεία του μυστηρίου της είχε πια χαθεί. Από τότε η Σελήνη περιφερόταν για χρόνια σαν πόρνη, κρυμμένη στις φωτεινές γωνιές των δρόμων και των λιμανιών,  προκαλώντας απανωτούς αυνανισμούς και ηδονές. Η ίδια όμως, όντας μια κοινή, άδειαζε μέσα της ολοένα και περισσότερο μέχρι που κατάντησε άδειος τόπος. Ή για να το πούμε καλύτερα οικόπεδο προς πώληση.
Σήμερα πάντως δεν βρίσκεις εύκολα οικόπεδο στη Σελήνη. Θες το φτηνό εργατικό δυναμικό που ζήτησαν οι βιομηχανίες, θες η λαχτάρα των ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή, πάντως η Σελήνη στις μέρες μας θεωρείται ο πιο πυκνοκατοικημένος δορυφόρος του γαλαξία. Οι τιμές των αντικειμενικών αξιών έχουν φτάσει στα ύψη και υπολογίζεται πως σε καμιά πενηνταριά χρόνια από τώρα θα αντιστοιχούν 10 άνθρωποι σε κάθε τετραγωνικό μέτρο του εδάφους της και πως τα φώτα της κεντρικής πολιτείας θα λάμπουν μέχρι την άκρη του διαστήματος. Έτσι για να μας θυμίζουν λίγο κάτι από την ένδοξη ιστορία  της.

Δεκέμβρης του 4985

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

La lune

της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


Ημισέληνος. Αμάξι. Αυτόματο. Εκείνη. Ξεκινάει. Χρώμα. Φεγγαριού. Ξεβαμμένο. Κίτρινο. Μουσική. Παρακαλώ.

Πόλη. Πόρνη. Τείχη. Ολόγυρα. Παρακμάζει. Στυλ. Χωρίς. Συνθήματα. Τοίχοι. Radiohead. Creep. Ταιριάζει. Γύρνα. Μην. Οδήγησε. Σταμάτα. Μην. Ταχύτητες. Όχι. Άνοια. Κοντά. Μοιάζει. Παράνοια. Οδήγησε.

Λάμπει. Αμυδρά. Ξεδιάντροπα. Αναίτια. Μάταια. Σταμάτα. Ξεκίνα. Φανάρι. Άστεγος. Κουρέλια. Παλεύει. ‘Ορθιος. Ακόμη. Σύριγγες. Τριγύρω.

Σκύλος. Αδέσποτος. Kasabian. Days. Forgotten. Νύχτες. Φεγγάρι. Παρμπρίζ. Αντανάκλαση. Άρρωστη. Κίτρινο. Χλωμάδα. Οδήγησε. Γύρνα. Μην. Σταμάτα. Φανάρι. Πράσινο. Πάλι.

Κύκλοι. Τείχη. Διαφυγή. Κοπέλα. Καλσόν. Πολύχρωμο. Ριγωτό. Τόξο. Ουράνιο. Πανσέληνος. Ποτέ. Κόλαση. Καίει. Πόλη. Καζάνι. Φλόγες. Φεγγάρι. Κιτρινίλα. Αντανάκλαση. Οδήγησε. Γύρνα. Μην.

Ευθεία. Μεγάλη. Ταχύτητα. Sting. Κεντρί. Roxanne. Φως. Κόκκινο. Μπουρδέλο. Φανάρι. Κόκκινο. Σταμάτα. Κίτρινο. Κόκκινο. Κόλαση. Έτσι. Φλόγες. Λάμψη.

Κάδοι. Καμένοι. Εξάρχεια. Τοίχοι. Συνθήματα. Βρωμιά. Παραίτηση. Οδήγησε. Κύκλος. Ευθεία. Κύκλος. Ευθεία. Μαρασμός. Ρούφηγμα. Φραπές. Νυχτιάτικος. Καλαμάκι. Σταγόνες. Στριφτά. Κάφτρες. Οδήγησε. Σταμάτα. Ξεκίνα. Οδήγησε. Τρέξε. Γύρνα. Μην.

Κάτουρα. Γωνία. Κόλαση. Άνοια. Παντού. Προβιβασμός. Παράνοια. Γκραφίτι. Πρόσωπα. Κουκούλες. Δακρυγόνα. Δάκρυα. Γκλομπ. Μηδέν. Τρύπες. Γιορτή. Παράνοια. Έξω. Όχι. Μέσα. Μείνε. Μέσα. Φύγε. Μετά. Αύριο. Ποτέ.

Βρώμικο. Συγγρού. Περούκα. Τακούνι. Τραβεστί. Τσιγάρο. Μακρύ. Τασάκι. Στριφτά. Στρίψε. Οδήγησε. Προχώρα. Κόρνα. Ξύπνα. Οδήγησε. Γύρνα. Μην. Επιστροφή. Όχι. Φύγε.

Στροφή. Παλιά. Τώρα. Μετά. Αύριο. Χάσιμο. Στροφές. Φώτα. Φεγγάρι. Σκοτεινό. Σύννεφο. Μπροστά. Θαμπάδα. Παραζάλη. Καπνός. Ομίχλη. Κάφτρες. Παντού. Φωτιά. Καμένο. Μυρωδιά. Φεγγάρι. Τζάμι. Αντανάκλαση. Τύφλωση. Ράδιο. Ουρλιάζει. Λέει. Τραγουδάει. Κάτι. Στροφές. Adele. Rolling. Deep. Τρέχα. Γρήγορα.

Οδήγησε. Σταμάτα. Μην. Κόκκινο. Μπουρδέλο. Συνέχισε. Γρήγορα. Θολούρα. Καμένο. Τζάμι. Κλειστό. Φεγγάρι. Πάνω. Κάτω. Μπροστά. Πίσω. Παντού. Γρήγορα. Σταμάτα. Γύρνα. Μην.

Ασθενοφόρο. 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Το απομακρυσμένο

της Dark Chocolate


Η νυχτερίδα έβγαλε τον ανατριχιαστικό της ήχο, σκίζοντας την ησυχία της νύχτας. Πανσέληνος απόψε. Τόσες μέρες φερμένη σ’ αυτό το απομακρυσμένο χωριό και δεν είχε ξανακούσει τέτοιο πράγμα. Άλλαξε πλευρό και προσπάθησε να κοιμηθεί.
            Το χωριό σκαρφαλωμένο στο βουνό. Είχε θέα σε όλη την πεδιάδα και στα γύρω βουνά. Για να φτάσει κανείς, ανέβαινε γκρεμούς και χωματόδρομους που προορίζονταν μάλλον για τρακτέρ. Όμως, σαν από θαύμα, ανέβηκαν μέχρι και λεωφορεία. Σε λίγο.
            Η σιγαλιά της νύχτας ήταν απολαυστική και ηρεμούσε κάθε κουρασμένη ψυχή. Όμως όχι και τη δική της. Ένας τραχύς ήχος διαπερνούσε το ξύλινο χώρισμα των δύο σπιτιών. Δίπλα κοιμόντουσαν οι προπονητές. Ένας από αυτούς (αχ και να ‘ξερε ποιος!) ροχάλιζε ασταμάτητα. Κάθε βράδυ τα ίδια. Συζητήσεις και γέλια μέχρι τις δώδεκα και μετά το γνωστό βιολί. Ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα στο νευρικό σύστημα όποιου άτυχου ανθρώπου ήταν ακόμα ξύπνιος. Πανσέληνος απόψε.
            Όταν επιτέλους κατάφερε να βυθιστεί σε έναν ήσυχο ύπνο, ο οποίος διήρκεσε απροσδιόριστο χρόνο, ένα γρατζούνισμα στην πόρτα την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Έλα γρήγορα!» ψιθύρισε ο γιατρός επιτακτικά.
            Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τον καταπράσινο λόφο. Οι λιγοστές λάμπες είχαν σβήσει. Μόνο ο έναστρος ουρανός και το φεγγάρι φώτιζαν το μονοπάτι. Έφτασαν στην άκρη του χωριού και κοίταξαν το σπιτάκι με τις γεννήτριες. Όλοι οι διακόπτες στη θέση τους.
«Μόνο στου αρχηγού έχει φως» είπε ο γιατρός σκεφτικός.
«Μυστήριο...» σχολίασε εκείνη.
~
Η κοινοτάρχισσα, αφού διέσχισε όλα τα μονοπάτια, ελέγχοντας κάθε κοινότητα, δίστασε ν’ ανέβει το δρομάκι δίπλα από τη λίμνη. Όμως αποφάσισε να συνεχίσει. Μόλις έφτασε στην πόρτα του φράχτη της λίμνης, ένα ρίγος τη διαπέρασε. Και τότε όλα τα φώτα έσβησαν μεμιάς. Όλα εκτός από ένα. Εκείνο στου αρχηγού. Πράγμα όχι και τόσο ανώδυνο, σε ένα μέρος που είχε βεβαρυμένο παρελθόν μεταφυσικών φαινομένων.
~
Μπήκε μέσα και έκλεισε απότομα την πόρτα. Κλείδωσε. Φορούσε ακόμα το ψάθινο καπέλο. Του είχε μείνει από το μεσημέρι στη θάλασσα. Ο πρόεδρος ήταν, δε θα έχανε μια τέτοια βόλτα για να μείνει εγκλωβισμένος στο χωριό, όπως όλοι οι υπόλοιποι. «Αυτούς άσ’ τους. Είναι κορόιδα» σκέφτηκε περιχαρής. Όμως επικράτησε η νευρικότητά του. «Λοιπόν, τι κάνουμε;» ρώτησε τον αδύνατο ξανθό απέναντί του. Εκείνος ασάλευτος, κοίταζε το πάτωμα. «Τα έκανες σκατά!» τού ούρλιαξε. Ο ξανθός κοίταζε τώρα το γραφείο με χαμηλωμένο το βλέμμα. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια, είπε: «Ας τους τρομάξουμε. Θα φοβηθούν και θα φύγουν. Και θα μας μείνουν τα λεφτά. Τι λες;»
«Τι να πω μωρέ... Κάν’ το».
«Θα χρειαστώ και τον μπούρδα. Είναι λεπτοδουλειά» πρόσθεσε ο ξανθός.
«Τον έχεις. Έφυγες!» είπε ο πρόεδρος και ξεκλειδώνοντας, τον ξαπόστειλε.
~
«Έτοιμο!» είπε ο μπούρδας στον ξανθό με την αστεία φωνή του. «Οι διακόπτες εντάξει και το μικρό καλώδιο αποσυνδεδεμένο. Για να το κανονίσουμε αύριο βράδυ, μην το χαλάσουμε και τελείως».
«Άψογα», απάντησε ο ξανθός.
Ο γιατρός κι η εκπαιδεύτρια δεν μπόρεσαν να βρουν τη λεπτή παρέμβαση του μπούρδα κι έτσι επέστρεψαν απογοητευμένοι στο κρεβάτι τους. Όμως το επόμενο βράδυ...
~
Η εκπαιδεύτρια, ως συνήθως, ήταν το τελευταίο άτομο στα μπάνια. Ο μπούρδας πρόσεχε, ώστε όλοι να κάνουν γρήγορα. Τους φώναζε κιόλας. Όχι όμως σε αυτή. Η αλήθεια είναι πως εκείνο το βράδυ, δεν πρόσεξε πως εκείνη δεν είχε φύγει ακόμα. Έσπευσε να τακτοποιήσει την παρέμβαση της χτεσινής βραδιάς στο ηλεκτρικό ρεύμα. Έχοντας μπει μες στο σπιτάκι με τις γεννήτριες και φωτίζοντας με το φακό, άρχισε να ψαχουλεύει τα καλωδιάκια.
Η εκπαιδεύτρια έκανε το βραδινό της μπάνιο και κατηφόρισε προς τα σπίτια. Στην κορυφή του υψώματος, είδε την πόρτα στο σπιτάκι ηλεκτροδότησης ανοιχτή. Απ’ έξω τον ξανθό, να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του νευρικά. Πριν προλάβει να πλησιάσει, ακούστηκε ένα ΤΤΤΖΖΖΖΤΤΤΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ και είδε τον μπούρδα να εκτοξεύεται σε απόσταση μερικών μέτρων. Μαύροι καπνοί έβγαιναν από το εσωτερικό του σπιτιού. «Πάω να καλέσω το ασθενοφόρο!» ούρλιαξε η εκπαιδεύτρια και, περνώντας μπροστά από τον ξανθό, τού πάτησε τον κάλο. Τότε αυτός τής έριξε μία καλαμιά κι εκείνη βρέθηκε φαρδιά πλατιά στο έδαφος. «Γελοίο ζώον!» τού φώναξε. «Τρέχα να καλέσεις ασθενοφόρο!»
~
Το φως του φεγγαριού έπεφτε στον κήπο του νοσοκομείου. Αυτός κοίταζε αφηρημένα έξω από το παράθυρο.  Το τηλέφωνο χτύπησε και πλησίασε βαριεστημένα για ν’ απαντήσει.
Μία ώρα αργότερα, οι δύο ασθενείς βρίσκονταν στο θάλαμο. Ο ένας με ηλεκτροπληξία κι η όμορφη νεαρή γυναίκα με κάταγμα στην κνήμη. «Κρίμα να πάθει τέτοιο πράγμα το κορίτσι...» σκέφτηκε, καθώς έξυνε τα γένια του, φανερά προβληματισμένος. Κάλεσε άλλον ένα γιατρό, μαζί το γιατρό του χωριού και τους νοσοκόμους για να περιποιηθούν όλοι μαζί τους ανήμπορους αυτούς ασθενείς.
~
«Μα πώς;» ρώτησε την εκπαιδεύτρια, όταν κάποιες ώρες αργότερα, αφού είχε τελειώσει τη βάρδιά του, έπιναν καφέ σ’ ένα καφενεδάκι της επαρχιακής πόλης.
«Ο ξανθός με χτύπησε. Αυτός που είδες να περιμένει δήθεν αγωνιωδώς στο διάδρομο. Θα τους κάνω μήνυση. Και να δεις που δε θα τη βγάλουν καθαρή».
Αφού έφαγαν ένα προφιτερόλ, μπήκαν στο αμάξι του γιατρού κι έβαλαν μπρος. Είχε πάρει από ώρα να ξημερώνει...

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Του φεγγαριού το Φι

της Πανδώρας




Απ’ όλα τα γράμματα του αλφάβητου το φι είναι το πιο υπερφίαλο, το πιο φορτικό και το πιο φλύαρο.
            Το κατάλαβα αμέσως απ’ την πρώτη συνάντηση που είχα μαζί του. Σαν το φακίρη ξετρύπωνε λέξεις που περιείχαν την αφεντιά του. Απίστευτα φαφλατάς και φιγουρατζής, δεν άφηνε ευκαιρία να πάει χαμένη φροντίζοντας για τη φήμη του, ώστε τα φώτα της δημοσιότητας να στρέφονται επάνω του.
            Φως φανάρι ότι είχα να κάνω μ’ έναν τύπο πολύ φαντασμένο. Γι’ αυτό αποφάσισα να το αποφεύγω όσο μπορώ, εφόσον η φιλαυτία του και η φασαρία που συνόδευαν την κάθε εμφάνισή του μ’ έκαναν έξω φρενών.
            «Άφησέ με ήσυχη», του φώναξα μια νύχτα με φεγγάρι που ήρθε και με βρήκε αιφνίδια. «Στο φεγγαρόφωτο δεν ταιριάζουν οι φάλτσες παραφωνίες σου».
            Τι ήθελα να το πω αυτό; Ήταν σα να πυροδοτούσα ένα φυτίλι, σα να ‘ριξα λάδι στη φωτιά.
            Με κοίταξε δήθεν ξαφνιασμένο.
            «Μπορείς να φανταστείς το φεγγαρόφωτο χωρίς τα δυο του φι; Δεν υπάρχει αναφορά στο φεγγάρι χωρίς εμένα. Είμαι η άφευκτη έκφραση της φεγγαρίσιας φύσης!»
            Το φιλοδώρησα με μια φονική ματιά.
            «Και οι φανφάρες δύο φι έχουν επίσης».
            Έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε φανατικά το μονόλογό του.
            «Γιατί, τι είναι το φεγγάρι; Ένας δορυ-φόρος, δηλαδή φύλακας, φρουρός που φέρει δόρυ. Και εκτός από δόρυ φέρει και φαρέτρα με φεγγαραχτίδες που πέφτουν στη γη και φωτίζουν, φεγγοβολούν, φωσφορίζουν… Είναι ο φάρος τ’ ουρανού μέσα στη νύχτα, ένας φυσικός φωστήρας που χρόνια τώρα φορτίζει τη φαντασία των ανθρώπων. Φαντάσματα ξεφυτρώνουν στο φως του φεγγαριού, οι λυκάνθρωποι φρενιάζουν ενώ φασματικές μορφές διαφαίνονται…»
            Η κατάσταση οδηγούνταν σε φιάσκο. Με τη φόρα που είχε πάρει δε θα μπορούσα να το φιμώσω εύκολα.
            «Η φήμη του φεγγαριού δεν οφείλεται μόνο σ’ αυτά», διαφώνησα προσπαθώντας να βάλω ένα φρένο στις παραφιλολογίες του.
            Μα φυσικά, είναι και οι φάσεις του φεγγαριού, όταν κόβεται σε φέτες. Μια διάφανη λεπίδα φωτός! Κι εμφανίζεται άλλοτε σαν κοίλος κι άλλοτε σαν κυρτός φακός. Είναι η φαντασμαγορία της φωτοχυσίας του, όταν είναι στη φέξη του. Είναι που τροφοδοτεί τις ερωτικές φαντασιώσεις των ανθρώπων, είναι …»
            «Είναι που είσαι φαντασιόπληκτο και νομίζεις ότι όλα περιστρέφονται γύρω από το … σύμφωνό σου».
            «Κι όμως οφείλεις να παραδεχτείς ότι η υπόσταση του φεγγαριού εκφράζεται σαφέστερα με το φθόγγο φι».
            «Ουφφφ…», ξεφύσηξα φουρκισμένη. «Εμένα εκείνο που με γοητεύει είναι η παντελής έλλειψη βαρύτητας που το χαρακτηρίζει».
            Τόνισα σκόπιμα την τελευταία φράση διαλέγοντας προσεκτικά τις λέξεις, ώστε να μην περιέχουν ούτε ένα φι. Μάταιος κόπος!
            «Η ελαφρότητα είναι το φόρτε μου! Δεν είναι φανταστική  η ανάλαφρη κίνησή του, καθώς γλιστρά φευγαλέα ανάμεσα στα νέφη; Είναι σα να φτερουγίζει πάλλαφρο στο φύσημα του ανέμου και στο φλοίσβο των κυμάτων. Ένα φεγγάρι φορητό  στον αφρό των νεφελών! Μια φτερούγα φωτός στο φίλντισι των αστριών! Μια φαιδρή φωταψία στη φενάκη της φθοράς! Ένας φεγγίτης στο φαιό του σύμπαντος που μας περιβάλλει!...»
             Οι λυρικές εξάρσεις αυτού του είδους δεν είναι απολύτως του γούστου μου.
            «Ναι, κι ένα φαλακρό φεγγάρι με φέσι!», είπα ειρωνικά προσπαθώντας να δώσω ένα τέλος στα ευφυολογήματά του.
            «Κι όμως», είπε χαμηλόφωνα. «Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όλες οι ανάλαφρες εκφράσεις έχουν αναπόφευκτα φι».
              «Πράγματι, πάρε για παράδειγμα το φελλό ή τον ελαφρόμυαλο», είπα με φαρμακερό ύφος.
«Είναι πολλές οι λέξεις που έχουν φι, δε λέω. Νόμιζα όμως ότι μιλούσαμε για το φεγγάρι».
«Αλήθεια; Δεν είχα προσέξει ότι μιλούσαμε. Είχα την εντύπωση ότι μιλούσες… και μάλιστα όχι για το φεγγάρι, αλλά για την αφεντιά σου».
«Φαινομενικά έχεις δίκιο, αλλά ας μη φιλονικήσουμε γι’ αυτό. Έλεγα απλώς για τη συμμετοχή μου σ’ ότι σχετίζεται με το φεγγάρι και το φως εν γένει. Είμαι ένα φωτεινό σύμφωνο, πώς να το κάνουμε! Ακόμα κι η γραφή μου δε θυμίζει φανάρι; Ή μάλλον…φανοστάτη;»
«Εγώ άμα σε βλέπω μου έρχονται στο νου τα φούμαρα». 
«Εντάξει!» είπε αποφασιστικά. «Προσπάθησε λοιπόν να μιλήσεις για το φεγγάρι χωρίς εμένα, γιατί εγώ λέω να φεύγω. Δε χρειάζεται να θίγεις την υπερηφάνειά μου».
«Να μας γράφεις…» είπα αδιάφορα και σήκωσα το βλέμμα στο νυχτερινό στερέωμα. Ένα ολόφρεσκο φεγγάρι σκαρφάλωνε στο φθινοπωρινό ουρανό. Το φι ήταν πάντα εκεί.
«Στο φινάλε δεν είναι παρά ένα φυσικό φαινόμενο», είπα συμφιλιωτικά.
Συμφώνησε ανακουφισμένο που φάνηκα ν’ αναγνωρίζω την προσφορά του.
«Είναι ένα φιλί στα βλέφαρα της γης», είπε φιλοσοφικά κι επί τέλους στράφηκε να φύγει, φροντίζοντας να έχει αυτό την τελευταία φράση.