Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

To Nαυάγιο ( φινάλε)

της Σωσώς Ζερό



Εκεί,

Στο ολόιδιο σημείο κάθε πρωί.

Κάθε νύχτα, ακίνητο

Βαρύ,

Μόνο.

Άδικο..

 

Μαύρο και άραχλο

Μαύρο και  δύσκολο.

Γεμάτο θάνατο από αγωνία..

 ..σκουριασμένο από δάκρυα..

 

Καταφύγιο αλλόκοτων πλασμάτων,

Βαρύ,

Μόνο.

Άδικο..

 

Άδειο από φωνές κι ανάσες.

Άδειο πια-

κι αφημένο στην έμπιστη μοίρα  του σίδερου

όσο πάει,

 

Όσο αντέχει ο βυθός

Βαρύ,

Μόνο.

Άδικο..


Ξεχασμένο κάθε νύχτα εδώ και χρόνια

Ξεχασμένο κάθε νύχτα από το απόγευμα

 

Γεμάτο  νερό κρύο

Σαν εμένα:

Σαν εσένα:

Το ναυάγιο,

Το ναυάγιο.

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

H πόλη του Που μέρος 3

Βράδι: Το τέλος
 
του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα
 
Θα στο πώ Αντρέα μου, γιατί από όλα τα παιδιά εσύ μου χεις κάνει την καλύτερη εντύπωση, έχεις ότι χρειάζεται για τη δουλειά, είσαι νέος, έχεις ποιότητα(εκείνη τη στιγμή ευχαρίστησε πίσω τους γονείς του Αντρέα), είσαι δυνατός, αλλά πρέπει να ψηθείς να το πούμε έτσι λαϊκά, έτσι όπως το καταλαβαίνεις καλύτερα. Θες ακόμα δουλεία, βάλε το κεφάλι κάτω λοιπόν και δούλεψε. Όχι από μένα. Και κάτι τελευταίο(είπε προτείνοντας το δείκτη του) μην παίρνεις την ψήφο μου αρνητικά. Δες το σαν μια ευκαιρία να γίνεις καλύτερος. Το πλήθος χειροκρότησε νωθρά, δέν ήτο λίγοι οι θαυμαστές του Αντρέα απεναντίας κάποια στιγμή μες τη βδομάδα είχε ξεπεράσει και το 63% του βασικού ανταγωνιστή του. Του Άκη. Οι σπόνσορες γυάλισαν και οι ρεκλάμες κυλούσαν αργά. Αντρέα. Τι ταξίδι ε; Θα συμφωνήσω με τον πρώτο και εγώ και θα σου πω με τη σειρά μου, μη το βάζεις κάτω, συνέχισε την καλή δουλειά, να είσαι αυτός που είσαι και στα σίγουρα έχουμε να δούμε πολλά πράγματα από εσένα στο μέλλον, όχι μονό εδώ εμείς άλλα όλοι μας. Όχι και από μένα, είπε και με τα ανορεξικά της τα μάγουλα ρούφηξε τα σαρκώδη της χείλη. Τότε ο νεαρός άντρας μάγκωσε λίγο τα χείλη του και έσκυψε μονο λίγο το κεφάλι. Η μανα του που κρατούσε με το ζόρι τους λυγμούς στο σαγόνι της τόνε κοίταξε πονετικά και του κανε νόημα κουράγιο. Και ο πατέρας του δίπλα να κράτα το να χέρι της μάνας να τον κοιτά στα μάτια να του δώσει δύναμη. Τον θυμήθηκε μικρό που χανότανε στα χωράφια όλη μέρα και τραγουδούσε χορεύοντας, πέταγε πέτρες και έτρεχε στις κατηφόρες. Κοίτα τον τώρα κοτζάμ άντρας και πάρα τρίχα θα κέρδιζε. Φωνές ξεβλάσταρες ακούστηκαν δώ και κει -μαζί σου Αντρέα- κάποιος άλλος σφύριξε και μια ομάδα από φίλους του χειροκρότησαν όρθιοι. Η παρουσιάστρια έκανε νόημα ησυχία Τότε ο τρίτος από τους σοφούς, ο πιο παλιός, ένας παχουλούτσικος ιδρωμένος εξηντάρης με φωνή κοριτσίστικη και μαύρες τρίχες στα δάκτυλα σηκώθηκε από το σκαμπό του νωχελικός μες το αστραφτερό του κοστούμι. Σοβαρός με τα μάγουλά του να κρέμονται τα κάτω και το μάτι το να μισόκλειστο σιγοκούνησε το κεφάλι και τίναξε τα λιγδομένα του μαλλιά. Χειροκρότησε όρθιος. Πίσω του, το κοινό, ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Κάποιες κοπέλες έκλαψαν άλλοι πιο συγκρατημένοι ξεφούσκωσαν τον αέρα απ τα μέσα τους. Οι γονείς όρθιοι να τον κοιτούν στα μάτια. Δεν έχω να πω κάτι παρα μόνο αυτό, είπε ο τρίτος και έκατσε στο σκαμπό του, είναι πολύ υψηλό το επίπεδο στο σόου παιδιά και αυτό φαίνεται
 Ήταν πραγματικά μια πολύ δύσκολη απόφαση. Αντρικο μου μια συμβουλή αγόρι μου, αυτό είναι ανταγωνισμός και εσύ μόλις πήρες μια πρώτη γεύση από το τι σε περιμένει εκεί έξω, τράβα μπροστά! Η καλλίγραμμη παρουσιάστρια είπε: Μάζεψε τα πράγματά σου τώρα Αντρέα και φύγε από το σπίτι. Τώρα και οι τρεις ήτο όρθιοι και χειροκροτούσαν τον Αντρέα που φεύγει. Ο Νίκος Κοραής έκλεισε την τηλεόραση και κοίταξε έξω από το μπαλκόνι του. Τι γλυκιά νύχτα σκέφτηκε. Κάτι τον τράβηξε έξω στο μπαλκόνι και τη δροσερή ησυχία του. Από κει φαινότανε η πόλη του Πού χυμένη προς τη θάλασσα, πολύχρωμη και σκοτεινή μαζί, ήσυχη με τους ανθρώπους της και την πρωινή αγορά να περιμένει να στηθεί για το αύριο. Το δημαρχείο στα αριστερά και τρεις δρόμους πιο κάτω, και η οδός Ιλισίων φωτεινή πάντα της νύχτες με όλο τον κόσμο να περνά από κει. Κοίταξε το ρολόι του και άναψε τσιγάρο. Δώδεκα παρα πέντε. Ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι και κτύπησε τα δάκτυλά του ελαφρά, σα να τραγουδά κανείς με αυτά. Απορροφήθηκε έπειτα στη ερημία της νύχτας, μία οι ήχοι από της τζούρες του τσιγάρου του που 'ταν καφτές, και μια τα τριζόνια, ήταν σα να χάνει το χώρο γύρο του και οι ήχοι του γίνονταν όλο πιο πολύ και αδιάφοροι. Βυθίστηκε όλο και πιο πολύ σε σκέψεις κ’εικόνες, το βλέμμα του είχε χαθεί ανάμεσα στη λίγες γλάστρες που χε στο μπαλκόνι του και το στενό που περνούσε από κάτω. Έκανε μια αναδρομή της πρωινής κατάδυσης στο ναυάγιο και τη μεγάλη βοήθεια που πήρε από το μπάρμπα Κώστα που ήξερε τα νερά. Μάλλον από της τελευταίες σκέφτηκε αφού το έργο έχει ξεκινήσει δύο εβδομάδες τώρα. Τονε τρώγανε όμως τα μέσα του, θα ναι καλό; θα αρέσει; σκέφτηκε. Κάτσε ακόμα δεν άρχισες παρηγόρησε τον εαυτό του. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα, έβγαλε από το ψυγείο ένα παγούρι παγωμένο νερό και ήπιε με το στόμα. Σκουπίστηκε του και το πήρε μαζί του στο εργαστήρι. Στη μέση του και περικυκλωμένο από εργαλεία, καλέμια και σφυριά διαφορετικού μεγέθους και ένα σκαμνί βαμμένο με κάθε λογής χρώμα, ξαπλώνει ένα πλουτώνιο πέτρωμα κοκκοειδές. Παραλληλόγραμμο στη βάση του και λίγο πιο πάνω έχει ξεκινήσει να παίρνει μορφή. Δείχνει σα να ναι να σκαρί πλοίου που απ τη μία μεριά είναι τραχύ, και γλυφό λείο απ την άλλη. Ο Νίκος το κοίταξε και ξανά ήπιε νερό απ το παγούρι. Χτύπησε λίγο τη βάση της γροθιάς του στο πέτρωμα και ψιθύρισε: πάω μια βόλτα. Κατάλαβε οτι ήτανε κάπως φορτισμένος, λίγο βαρύς. Έτσι όπως όταν ένιωθε όταν ήτανε μικρός που αποτύχενε να κλωτσίσει τη μπάλα ευθεία. Πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Κατηφόρισε την πόλη του Που μασώντας ένα κλωνάρι βασιλικού και παίζοντας νευρικά τα τσιγάρα στο χέρι. Απέφυγε την οδό Ιλισίων, τα φώτα τον πέθαιναν και ήθελε να αποφύγει τους τυπικούς διαλόγους με κάποιον γνωστό που τυχόν συναντούσε, άλλωστε έβρισκε επίσης πιο του γούστου του τα άλλα δρομάκια που βγάζαν στη θάλασσα.
 
 
Τα λουλούδια δεν έλειπαν από πουθενά στην πόλη του Που κι ο κάθε δρόμος ήτανε διπλά ωραίος απ τον πρώτο και αυτό εις το άπειρο. Λάτρευε την μυρωδιά της νύχτας. Να δείς που όλα αυτα θα λειτουργούν σα παυσίπονο, είπε να παρηγορήσει τον εαυτό του. Τρόμαξε κάτι γάτες στο βιαστικό του το διάβα, και δύο αδελφές έφηβες που καπνίζαν κρυφά στα σκοτάδια παρα λίγο τσακίστηκαν να μήν της δεί. Και έμοιαζε τόσο απόκοσμη η μορφή του στην κάθοδο όπου και οι λίγοι που απάντησε του κρύψαν το βλέμμα. Πήγε κοντά στη θάλασσα και κοίταξε το σκοτεινό ορίζοντα, ο ελαφρύς ήχος του νερού πάνω στα βράχια τόνε τράβηξε έξω απ το σώμα του, δεν ήξερε για λίγο ποιος ήταν και γιατί, αν ήταν και πόσο. Ή μήπως ήτανε χρόνια σκέφτηκε μήπως λείπω για χρόνια απορρίθηκε και βυθίστηκε πάλι, τόσο που το κλωνάρι του βασιλικού έπεσε απο το στόμα του μέσα στο ελαφρύ της θάλασσας κύμα. Και εκεί στην άκρη το γυαλού αφαιρέθηκε για ώρα χωρίς να σκέφτεται. Μόνο κοιτούσε τον σκοτεινό τον ορίζοντα, κάπνιζε και όλο ξεχνιότανε. Δεν το βγάζω σταματάω εδώ, σκέφτηκε ξάφνου και ένιωσε σίγουρος, σε ποιόν θα αρέσει τώρα αυτοί δεν ξέρουν θα με χλευάσουν. Ίσως να έφευγα, να γύριζα πίσω για μια καινούρια αρχή, εκεί τουλάχιστο έχω και δυο τρείς ανθρώπους που εχτιμάνε τη φύση μου. Έχουν δεί τι δουλειά μου με ξέρουν! Δειλία, κότα που κακαρίζει στα μποστάνια είσαι και τίποτε αλλο, αυτό είσαι Νίκο, νικολάκι, αγοράκι. Σε λίγο κάτι μου λέει θα βάλω τα κλάματα κιόλα, ανθρωπάκο. Και έτσι σαστισμένος συνέχισε να καπνίζει και να αφαιρείται δίπλα στη θάλασσα, και ξάφνου σκέψεις: Το ωραιότερο έργο θα γίνει και οποιανού δεν του αρέσει να κοιτάει απ την άλλη, αύριο πρωί πρωί σφυρί και καλέμι και δεν βγαίνω ούτε για 'νάσα άμα δεν το τελειώσω. Α, πρέπει να βουτήξω αλλη μία τουλάχιστο, θα μπορεί ο Κώστας; ρώτησε ακόμη μια φορά τον εαυτό του τη σύμερον. Φορές δεκαέξι. Ο κυρ Κώστας τι άθρωπος τι βοήθεια! Που να μοιάσω εγώ σα κι αυτόνε; άξιος άθρωπος, τέσσερα παιδιά και δουλειά σα να τανε άλογο και όλο κέφι και όλο όρεξη. Μυαλό καθαρότατο! Και χανότανε εκ νέου στο πλατς πλούτς της θάλασσας. Ξαφνικά βρέθηκε χωρίς να το ξέρει απο την πρώτη του θέση δεκατέσσερα μέτρα πιο πέρα. Σά να τρόμαξε, αλλα πιο πολύ σαν ψάρι που κολυμπάει λάθος έδειχνε να 'μοιαζε. Ανακάλυψε μετά, λιγο αργότερα οτι δεν πατάει καλά και είπε να φύγει. Τι ταραχή αναπάντεχη. Τι νύχτα και τούτη. Ανέβηκε βιαστικός την οδό Ιλισίων, ιδρωμένος και ταραγμένος ώσπου έφτασε δίπλα στο καφενείο του ξένου. Είδε το Μήτσο και τον καφετζή έξω να πίνουνε τα τελευταία πριν πάνε για σπίτι. Φέσι ίσως, ποτέ τους δεν δείχνονταν. Καλώς τον καλλιτέχνη! είπε ο Μήτσος και κλώτσησε μια καρέκλα να κάτσει ο Νίκος. Κύριε Κοραή απορίθηκε ο καφετζής και σκούπισε με μια πετσέτα την καρέκλα απ την υγρασία που είχε αρχίσει να πέφτει. Καλησπέρα είπε ο Νίκος και έκατσε κάτω. Και όλα τα είναι του έδειξαν να σβήνουνε στου καφετζή την ερώτηση: Ουζάκι καλιτέχνας; θα πγιούμε; Και ο Νίκος του απαντά κι αυτός εύθυμα, ουζάκι με πάγο γλυκιέ μου άθρωπε, και να ποτηράκι νερό που μου είναι απαραίτητο.

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

H πόλη του Που μέρος 2ο

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

αφιερωμένο στο γράφοντα απο τη διεύθυνση
Απόγεμα: Η Οδός Ιλισσίων

Ο ήλιος λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα (τόσο που μπορεί κανείς να τεντώσει το χέρι του εμπρός απ τα μάτια του και να χωρέσει τα τρία του δάκτυλα ανάμεσα στον ορίζοντα και τι διάμετρο του ήλιου παράλληλα) έχει πάρει ένα χρώμα κόκκινο και χει γίνει μεγάλος, διπλός απ τα πριν. Η ζέστη διαπερνάει παχιά όλους τους πολίτες της πόλης στεργιά και θάλασσα. Ο Αντώνης Φράγκος έχει πγει τον καφέ του τον φίνο και τρία ποτήρια νερό και στο άσπρο φλιτζάνι του έχουν ξεραθεί τα κατακάθια από ώρα. Τα ρέστα από την πληρωμή του είν' ακόμα παρατημένα στο τσίγκινο τραπεζάκι απάνω. Μια άσπρη χαρτοπετσέτα παρασέρνεται. Σεντόνια κρέμονται απ τα μπαλκόνια τον πολύχρωμων σπιτιών σχεδόν ακίνητα, και οι σταγόνες τους κάνουν τη γη να μυρίζει απότομα. Μάλιστα ένα μέρος από αυτά, τα νερά τα κυλούμενα, μένουνε στάσιμα σε μια κακοτεχνία του δρόμου. Τα τζιτζίκια δίνουν ρεσιτάλ, τραγουδάνε σα χορωδία σε εκκλησία Αφρικάνικη, σε όλα τα μήκη και πλάτη της πόλης του Που. Ζέστη αδιάκριτη. Αύγουστος. Το απόγεμα είναι αργό. Η πόλη μοιάζει άδεια και η κίνηση, ακόμα και τον φύλον τον δέντρον, αργή. Μόνο κάτι ψώνια καθυστερημένα κάνουν κάτι ξεχασιάρηδες και κάτι γάτες αλανιάρες ψευτοτεντώνονται δίπλα απ τους σκουπιδοτενεκέδες. Η πόλη του Που είναι αμφιθεατρικά χτισμένη επάνω σε ένα μεγάλο λόφο, μόνο στη θέση του δημαρχείου κάνει η γη μια εξαίρεση και η υποτείνουσα της παράλληλη γίνεται για να χτιστούν εκεί τα γύρο τα κτίρια και η κεντρική η πλατεία. Πίσω της η πόλη του Που καλύπτετε από βουνά. Μοιάζει σαν μια χούφτα ενός γίγαντα να προστατεύει την πλάτη της ή κάποιου αρχαίου στρατηγού έμπνευση να μην βάλλονται εύκολα η θέσης της. Κοιτάζει, όπως όλες οι μυστήριες πόλεις τη θάλασσα. Την απέραντη, που από πάνω της ο θεός, έχει σπείρει πουλιά και αστέρια. Και τον ήλιο όταν δύει για να γαληνεύει ο άνθρωπος τη νύχτα. Το δημαρχείο δεσπόζει στη μέση της. Ένα χτίριο που το κεντρικό του μπαλκόνι βλέπει εκατόν ογδόντα μοίρες δεξιά αριστερά. Το μόνο άσπρο κτίριο της πόλης χτισμένο από πέτρα και ξύλο. Ένας τέλειος κύβος που από επάνω σκέφτονται να φυτέψουν ένα κήπο με λουλούδια και δέντρα μικρά. Η πόλη απαρτίζετε από στενά και πεζόδρομους και ένας από τους πιο μεγάλους είναι η οδός Ιλισίων. Μια κάθετη που ξεκίνα δεξιά από το δημαρχείο και εμπρός από το καφενείο του ξένου και φτάνει μέχρι την θάλασσα. Μαζί θα πάμε την οδό Ιλισίων τα κάτω, και να με συγχωράτε που στα λόγια είμαι φτωχός να περιγράψω το όλο μα δεν είμαι από δω, με βρήκανε κάπου μακριά και με φέρανε δω για καλύτερα. Αφήστε με όμως πρώτα να σηκωθώ να τεντώσω τα μπρος και τα πίσω μου πόδια να πιώ λίγο νερό απ την κακοτεχνία του δρόμου πριν πάρω μαζί με το αφεντικό τον κατήφορο της οδού Ιλισίων. Αυτός εμπρός και εγώ παραπόδα. Φύγαμε. Το αφεντικό μου είναι ο καλύτερος άνθρωπος που χω δει ποτέ και τόνε αγαπάω πολύ. Συνήθως φοράει ρούχα καλά και σιδερωμένα, μυρίζει ουδέτερα προς όμορφα και καπνίζει πάντα με τον καφέ του τα πιο καλοστριμένα τσιγάρα. Δεν περπατάει αργά ούτε και γρήγορα μάλλον τέλεια περπατάει για δίποδος. Ω! το χασάπικο! κρέας κύριοι κρέας! αν κι είμαστε από την αντίθετη του δρόμου μάλλον θα πλαγιοκοπίσω γοργά μη τυχόν και μου πετάξει κάνα κομματάκι ο χοντρούλης ο κύριος με τα ερυθρόλευκα ρούχα. Για να δούμε τι θα δούμε. Μπήκα μέσα στο μαγαζί λίγο διστακτικά μυρίζοντας πρώτα στο κεφαλόσκαλο κάτι σταγόνες μικρές, σχεδόν αδιάκριτες κόκκινες. Πρώτα το αριστερό μετά το δεξί και μπήκα. Έκανα μια κίνηση με το κεφάλι μου και μύρισα τον αέρα τριγύρω. Γλύφτηκα λίγο και κοίταξα της γουρουνοκεφαλες που κρέμονταν από κάτι τσιγκέλια απέναντι, μετά τη βιτρίνα με της συκωταριές τα φιλέτα και τα κοτόπουλα. Ευθύμησα. Μέτα κοίταξα τον κύριο με τα ερυθρόλευκα ρούχα στα μάτια. Αυτός έστριψε τα μουστάκια του και αφού μάσησε κάνα δυο φορές με το στόμα ανοιχτό και ξεροβηξε μου πέταξε μια γωνία από ένα λουκάνικο καπνιστό παραγωγής του. Το κατάπια σχεδόν αμάσητο και βγήκα χαρούμενος με την ουρά μου κουνόμενη. Το αφεντικό είχε προχωρήσει στην οδό Ιλισίων. Τρέχω τώρα ξωπίσω του να τόνε φτάσω μη φύγει και πριν πει κανείς κύμινο να με ξανά παραπόδα. Περπατάμε μαζί λίγο ανάμεσα από μυρουδιές και από ήχους. Μυρίζουν πατάτες τηγανητές απ το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και μια μάνα ακούω να καλεί το παιδί της να φάει. Ένας πατέρας πιο κάτω με μια λεκάνη
πλαστική(καθισμένος στο πεζούλι του δρόμου) γεμισμένη με νερό ψάχνει να βρει στην σαμπρέλα την τρύπα, ένα ποδήλατο έχει κοντά του γυρισμένο ανάσκελα και επιχειρεί. Ο γιος τον κοιτά αγωνίος. Κάποιος άλλος έχει βρέξει την αυλή να δροσίσει και η μυρωδιά από νερό και από χώμα αγιάζει την οδό Ιλισίων αιώνες, γειας τα χέρια τ’ ανθρώπου ανάσανα. Μα νάτονε, νάτος ο ένοχος νάτος, είναι ο γέρος στη βεράντα, ο καθισμένος με το καφεδάκι του πλάι που χει τα μαλλιά του περασμένα με μια βρεμένη τσατσάρα επίσημα και χαιρετά τη ζωή. Γεια σου αγάπη μου, να λέει σε όποιον περνάει. Όσο πιο νέος, πιο αγνός ο περαστικός δίπλα απ τη βεράντα του γέρου, τόσο πιο ζωηρά ξεστομίζει το γεια σου αγάπη μου αυτός. Και η γυναίκα του δίπλα, αυτή που του σέρβιρε τον καφέ του γυρτή, φορώντας ποδιά, κουνά τα χέρια προς τον ουρανό και σταυροκοπιέται κατάνοιχτα, και εκείνος σαν περάσει από μπρος του ο ξένος και προχωρήσει το βάθος στην οδό Ιλισίων κολλά τα μάτια του σε να βασιλικό φουντωμένο, ζωηρό, που είναι δίπλα στου απέναντι σπιτιού την αυλόπορτα, εκεί δίπλα στο λούκι. Αναρωτήθηκα ποιο είναι αυτό τόργανο το βαρύ με το δοξάρι που χει για μικρο αδελφό το βιολί; Δεν ξέρω. Όπως και νάχει είναι τόσο βαρύηχο που τακώ με το στήθος μου. Όπως ακούν οι άνθρωποι της ορχήστρες ντε, με το όλο τους. Μια φορά είχανε έρθει και στην πλατεία, τους είχανε φέρει από κάπου αλλόκοτα. Μια ορχήστρα συμφωνική είπανε, και σώπασα για ώρα ακούνητος και γώ και οι όλοι που ήταν εκεί και μετά ήξερα πως μαγαπούνε οι άνθρωποι. Κατηφορίσαμε εν τη συνεχεία την οδό Ιλισίων το αφεντικό μου εμπρός και γώ παραπόδα. Ακούσαμε 'να τενόρο να προπονεί της χορδές του και να πλουσιόπαιδο λίγο πιο κάτω να κάνει ασκήσεις για πιάνο. Μέτα καθώς προσπερνάγαμε ενα σπίτι ισόγειο, κοντοστάθηκα στα αρώματα μιας γυναίκας παράξενης. Είχε την πόρτα μισάνοιχτη και είχε ριχτή πάνω της μια ρόμπα καλοκαιρινή κόκκινη. Γυμνή από κάτω, τσίτσιδη ξυπόλυτη με λίγα νερά να τρέχουν πάνω απ το ακριβό της κορμί μουσκέβοντας το μωσαϊκό του σπιτιού. Η Σ. η κόλαση επί της γης άκουσα να λένε γιαυτή πριν στο καφενείο και κουνούσαν όλοι μαζί το κεφάλι. Έβαλε στο ράδιο να παίζει μουσική, άναψε τσιγάρο και έκατσε μπρος στον καθρέφτη. Κι εγώ όπως πάντα περίεργος ζύγωσα να τηνε βλέπω καλύτερα να την μυρίζω να ξέρω. Ρούφηξε δυο τζούρες ζωηρές και καπνό δε φύσηξε, έξυσε λίγο το κεφάλι της και άνοιξε ενα κουτί πολύχρωμο που φίλαγε μέσα τα ρουζ και τα βαφικά της. Πλησίασα κι άλλο και μύρισα λίγο την ξύλινη πόρτα και βάδισα μέσα σα να χω ξανάρθει εδώ πολλές φορές, κι άλλες τόσες θα έρθω ξανά. Εκείνη έκανε λίγο το κεφάλι να δει, κατάλαβε βλέπεις την κίνηση, μα γύρισε μόλις με είδε ξανά στον καθρέφτη. Κούνησε λίγο το κεφάλι της και τα κόκκινα μαλλιά της χόρεψαν σα νύφες το άγριο χάραμα. Επικίνδυνα πράματα σκέφτηκα και είπα να φύγω, μα δεν κούνισα. Κάτι σα μαγνήτης με κράτησε. Έβγαλε ένα μπαμπάκι μέσα απ το πολύχρωμο κουτί και το πάτησε μια φορά μες το ρουζ, τέντωσε τα μαγουλά της και το πρόσωπό της πήρε μια γκριμάτσα περίεργη. Δείχτηκε μετά να ενοχλήθηκε και αφού ψαχούλεψε το κουτί το αγαπημένο της, μένα στεκάκι μαύρο έπιασε τα μαλλιά της σαν κότσο και συνέχισε να πασπαλίζετε και πάλι εκ νέου. Πέταξε μετά το μπαμπάκι με μία ελαφριά κίνηση πάνω στο τραπέζι που ήτανε στηριγμένος ο καθρέφτης και πέρασε τα χείλια της με λίγο κραγιόν. Ξεφούσκωσε και αερίστικε λίγο με το χέρι της -τι ζέστη ρε πούστη-μουρμούρισε. Άρχισα να χάνω τη μυρωδιά του αφεντικού μου και πραγματικά ανησύχησα. Βγήκα από το σπίτι της Σ και τον είδα στο τέλος του δρόμου λίγο πριν βγει για τα καλά στο λιμάνι, εκεί σε μία από τς μικρές πλατείες της πόλης, εκεί που ναι η “Αφροδίτη” περίπου. Έτρεξα γρήγορα όσο μπορούσα και ο αέρας μου κολλούσε προς τα πίσω ταφτια, μου τραβιώταν έξω η γλώσσα και αυτός όλο χαμήλωνε και μου φώναζε τρέχα.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Βαρυχειμωνιά

της Dark Chocolate

Ήταν νύχτα, το κρύο μόλις που άρχιζε να ανασκουμπώνεται – ο χειμώνας ήταν πλέον γεγονός – και οι λιγοστοί περαστικοί περπατούσαν αργά στους δρόμους. Εκείνος περίμενε το λεωφορείο. Άφαντο. Κόντευε να περάσει ένα μισάωρο αναμονής, όταν σταμάτησε το πολλοστό ταξί που βρέθηκε μπροστά του, έχοντας τόσα νεύρα που άνετα πλάκωνε κάποιον στο ξύλο.  Τέσσερα λεπτά αργότερα ήταν στον προορισμό του. Έδωσε τα τελευταία του κέρματα στον οδηγό και πλησίασε βιαστικός την είσοδο. Δεν έπρεπε ν’ αργήσει πλέον ούτε λεπτό.
 
 

«Μην αναρωτιέστε τόσο κύριε, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ένα μάτσο από απελπισμένα κορόιδα που πιάνονται απ’ τα ίδια τους τα περιττώματα για να γλιτώσουν από έναν αόρατο εχθρό, που ακόμα κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει, που να σας πω, υπάρχει, δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον εαυτό».

Ο ηλικιωμένος την κοίταξε έκπληκτος. Πράγματι, παρόλο που δεν του άρεσε ιδιαίτερα αυτό που μόλις άκουσε, ήξερε πως επρόκειτο για τη φρικτή αλήθεια. Μόνο με παρωπίδες θα μπορούσε να το αγνοήσει κανείς.

«Πάλι απεργία» σκέφτηκε. «Πάλι ταξί. Τρεις μισθούς απλήρωτη. Και το ταξί, ταξί. Θα τα τινάξω όλα στον αέρα, θα παραιτηθώ, αύριο κιόλας».

«Με τα πόδια ήρθες πάλι; Μες στη νύχτα; Μόνη; Πάρε και κανά ταξί καημένη!» Η μικρή έγνεψε καταφατικά, φυσικά και βαριόταν ν’ ασχοληθεί περαιτέρω με το θέμα και χάθηκε στον σκοτεινό διάδρομο. Η άλλη κοίταξε τότε προς τα εκεί και είπε: «Άλλος τα ‘χει με τους μετρατζήδες κι άλλος με τους ταξιτζήδες…»

Μπήκε λαχανιασμένος μέσα, κρέμασε το μουσκεμένο του παλτό στον τοίχο, και με βήματα σαν της γάτας, πλησίασε το γραφείο. Από τη διπλανή πόρτα, ακούστηκε μια στριγκή φωνή: «Καλώς τονα κι ας άργησε…». Νευριασμένος κι αμήχανος, έκανε να μπει στο διπλανό γραφείο. «Άσε, δε χρειάζεται…» . Την κοίταξε απορημένος. «Τι εννοείς;» «Εννοώ δε χρειάζεται να μπεις. Από το πρωί είσαι ελεύθερος. Τελευταία σου βάρδια». Εκείνος πήγε στο σκοτεινό σαλονάκι κι έμεινε ένα λεπτό. Ώστε είχε έρθει η σειρά του… Αμήχανος και ηττημένος, προχώρησε προς το γραφείο.

Περνώντας το άλλο πρωί το κατώφλι, αποφασισμένη αυτή τη φορά για όλα, βρήκε κάτι το παράξενο. Θόρυβοι επίπλων την υποδέχτηκαν. Προχώρησε στο εσωτερικό του χώρου, μα δεν είδε κανέναν. Δεν άργησε να φανεί η μαγείρισσα μ’ ένα επιτελείο μεταφορέων. Την προσπέρασαν χωρίς να δώσουν σημασία και συνέχισαν το κουβάλημα. «Μα τι έγινε;» ρώτησε, μην αντέχοντας άλλο την αναμονή. Η μαγείρισσα τότε μόνο της είπε με την σπαστή προφορά της: «Κλείνουμε. Οριστικά αυτή τη φορά».

            Εκείνη έμεινε ακίνητη, σαν να της ήρθε κεραυνός εν αιθρία, να κοιτάζει έξω από το παράθυρο, την εδώ και λίγων μόλις ωρών, ανθισμένη αμυγδαλιά καθώς οι πρωινές ακτίνες ήλιου έμπαιναν κλεφτά από το ραγισμένο, σε πρόσφατη απόπειρα διάρρηξης, τζάμι…

 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

H πόλη του Που ( Μέρος 1ο)

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

δεν ταίριαζε τίποτα άλλο για φώτο...


Πρωί: Το ναυάγιο


Στης δημόσιες τουαλέτες της πόλης του Που, που βρίσκονται στην πλατεία απέναντι από το δημαρχείο κάνουνε πιάτσα πουτάνες. Έτσι λέει ο Μήτσος ο περιπτεράς που έχει το περίπτερο του στη γωνία της πλατείας, Κυπαρισσίας κι Αυλώνης. Η καλύτερη πιάτσα να πουλάς τσιγάρα και καπότες, λέει και κακαρίζει σα σπαστικός τόσο ώστε τα σημαιάκια που είναι στερεωμένα έξω στης γωνίες του περιπτέρου να πέφτουν. Γιαυτό, ο Μήτσος, κατηγορεί τον πατέρα του και εκείνη την κωλοεξέδρα που πήγε και έφτιαξε. Την έκανε όλη λάθος και τώρα κουνάει.
Η πόλη του Που είναι συνήθως ηλιόλουστη και φωτεινή και μάλιστα παίδες πολλοί παίζουν στους δρόμους τα απογεύματα μέχρι αργά τα βράδια. Το κρυφτοκυνηγητο στης οικοδομές και ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα και το ποδόσφαιρο σε κάτι χωματόδρομους της 1ης παρόδου της Αγίας μονής δίνει και παίρνει. Είναι συχνή η εικόνα κάποιου πιτσιρίκου που κλαίει και ουρλιάζει λόγο οτι έφαγε τα γόνατά του στο χώμα ή κάποιας μάνας, να περιμένει σαστισμένη στην εξώπορτα της αυλής τον αιμόφυρτο κούρο. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι από αυτούς της τρώνε από πάνω επειδή ήταν απρόσεκτοι.
Κάθε Τρίτη και Παρασκευή έχει λαϊκή αγορά και οι δρόμοι στο κέντρο και γύρω του γεμίζουν με κόσμο. Φωνές από τους πάγκους- Πάρε, πάρε κυρία μου! Ορίστε!- μυρωδιές από φρούτα, ρούχα και ψάρια, παιδιά που ζητάνε επίμονα μαλλί της γριάς και μανάδες να σπρώχνουνε καροτσάκια που χουνε δυο δυο της τσάντες κρεμασμένες στα πλάγια. Βεβαίως και οι πολλών της μετρητοίς με το ένα χέρι στην τσέπη καπνίζουν επιβλέποντας την τιμή της μαρίδας. Η αγορά -όπως είναι συμφωνημένο- στήνετε στην οδό Κυπαρισσίας κι Αυλώνης εκεί δηλαδή που στήνετε τα τελευταία 36 χρόνια. Άλλοι λένε οτι είναι πραχτικό άλλοι πως όχι. Άλλοι δέ νοιάζονται.
Στη μέση της πλατείας είναι να γλυπτό από ένα πλουτώνιο πέτρωμα κοκκοειδές! Ο προμηθευτής το είπε γρανίτη. Είναι μια μικρογραφία του ναυαγίου που ναι βυθισμένο στο λιμάνι της πόλης του Που, μια γαλέρα πειρατική που στην αριστερή της πλευρά έχει ένα άνοιγμα όπως έχει ενα καράβι που έχει βρει σ' έναν ύφαλο, το μεσαίο κατάρτι ακέραιο και τα παράπλευρα τσακισμένα. Το πρώτο πιο πολύ απ' το τρίτο. Τα πανιά, αν κι απο πέτρα, δείχνουν να σαλεύουν ακόμα μουσκεμένα και βρώμικα. Είχε μάλιστα ο καλλιτέχνης τόσο κέφι, που έφτιαξε και τα πρόσωπα τα θρηνούντα . Τους ναυαγούς. Αυτούς, τους μαύρους, που τα μάτια τους είδαν το πώς, αυτούς που τα μάτια τους αστράψαν γιατί και μετά στο άδικο χύθηκαν. Άλλοι ξεσκίστηκαν από λυσσασμένα θηρία της θάλασσας, καρχαρίες και γιγάντια σαλάχια ή πνιγήκανε στα κρύα νερά από γοργόνες αιμοσταγείς ή δολοφόνοι γίναν στα ύστερα πνίγοντας άλλους για να ζήσουν αυτοί. Μα τελικά, όλοι χαθήκανε μέσα στη μαύρη τη λυσομανούσα τη θύελλα.

Το όνομα του καλλιτέχνη, (γιατί τέτοιοι άνθρωποι αξίζει να αναφέρονται όπως λέει ο πρώτος άντρας της πόλης) Νικόλαος Κοραής το γένος Καλκούτα. Στην πόλη του Που, ο Νικόλας, όπως τόνε φωνάζουν οι ντόπιοι, είχε έρθει πριν από δεκατέσσερα χρόνια (Οι φήμες λένε ότι έρχεται από την πόλη της θάλασσας) και είχε φιλοτεχνήσει από τότε πέντε ακόμη έργα εκτός από το ναυάγιο(Τον αδέσποτο σκύλο, μία μικρογραφία τις πόλης του Που από χαλκό και από ξύλο,την προτομή, την Αφροδίτη και ένα ψηφιδωτό 4x8 μέτρα στο εσωτερικό του δημαρχείου που απεικονίζει ένα δελφίνι και την αφρισμένη θάλασσα. Ανώνυμο) . Ο Νίκος τώρα ζει δίπλα από το σχολείο της πόλης που είναι τρις δρόμους πάνω από το δημαρχείο και βγαίνει από το σπίτι του μόνο για βραδινούς περιπάτους.

Ξέχασα δε να σας πω για το μικρό καφενείο "του ξένου" ,έτσι το λένε, που είναι από την άλλη μεριά της πλατείας, δεξιά του δημαρχείου και απέναντι από το περίπτερο του κυρίου περιπτεριάρχη όπως τονε φωνάζει ο καφετζής. Είν' ένα καφενείο με 5-6 τσίγκινα τραπεζάκια και καρέκλες απ' έξω  με πελάτες φίλους η γνωστούς η ακόμα και αγνώστους, που απολαμβάνουν πριν το μεσημέρι το ουζάκι τους και το απαραίτητο δροσιστικό νεράκι. Ο ξένος ήταν ένα παλιό χαμόσπιτο που το ανακαίνισε μόνος του ο ιδιοκτήτης τότε που γύρισε πίσω στη γενέτηρά του. Την πόλη του Πού. Τα κουφώματα της πόρτας και τον παραθύρων, ένα τα δεξιά και ένα τα αριστερά, είναι πράσινα-κυπαρισσί και οι τοίχοι πουναι κόκκινοι ξεθωριασμένη έχουνε βιδωμένα επάνω τους κάτι μαύρα παλιά σιδερένια πιαστράκια για να μαγκώνουνε τα παντζούρια. Μέσα ο ξένος χωρά  περίπου 20 άτομα, έχει ένα μαρμάρινο ασπρόμαυρο πάτωμα και μαρμάρινα τραπεζάκια. Ο μπουφές του είναι ξύλινος και το επάνω μέρος του είναι μαρμάρινο και χει λεκέδες από ξεχασμένα τσιγάρα και γδαρσίματα από τα σιδερένια τασάκια. Στο ταβάνι πίσω πίσω στο βάθος κρέμεται μια παλιά σημαία μιας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο ιδιοκτήτης δε ένας βαρύς σκύλος. Έτσι τονε λέει ο Μήτσος γιατί είναι λιγομίλητος και σοβαρός.

Ο καφετζής είναι έξω από τον ξένο και καπνίζει, έχει ότι ανοίξει το μαγαζί και τα μάτια του και ρουφάει της πρώτες τζούρες καφέ και τσιγάρου όταν  από την άλλη μεριά της πλατείας έρχεται φουριόζος ο Μήτσος. Εκείνο το πουστόπεδο του Γιάννη, λέει, άκου να δεις τι μου έκανε. Μα ας μη σας τα μεταφέρω εγώ ακούτε πως τα λέει ο ίδιος:
-Έρχεται ρε παιδί μου κείντο  παιδί του Γιάννη. Το πουστόπεδο , κάτσε να ανάψω τσιγάρο να σου πω, του Γιάννη του Μπιζίση ρε, με την γυναίκα την όμορφη αυτή ρε ξέρεις με τα μεγάλα τα χείλιααα αυτή ρε που μας έλεγε ο λογιστής πως τηνε πιάσανε καβάλα με κάτι Μεγαλοπολίτες πριν από κάνα δύο χρόνια , ξέρεις 'κέινου που χει τον πάγκο με τα μαρούλια και ταυτά μωρέ. Από δώ είναι, τονε ξέρεις το Γιάννη. Του Γιάννη του κέρατά ντε. Τέλος πάντων. Έρχεται μη στα πολυλογώ και μου αρπάζει τΙς σοκολάτες, τονε πιάνω προχτές να χει στης τσέπες του δυο τρις απ αυτές τις καλές ξέρεις αυτές με τα μύγδαλο (λέει και κάνει πως τρίβει τα μύγδαλα ο ίδιος, και κλείνει το μάτι). Του λέω: ακούς δω παιδί μου- Κώστα; ξέρω 'γω πώς το λένε; μην ξανά απλώσεις χέρι γιατί στό 'κοψα από τη ρίζα, ούτε τους μπάτσους θα φέρω, ούτε στον πατέρα σου θα το πω ακούς; θα σου κόψω τα πόδια άπαξ και σε ξαναπιάσω, αλήτη. και κάνει φίλε να μπράφ και εξαφανίζεται απο την πλατεία. Αλλά τι; σιγά μη βάλλει μυαλό το τσογλάνι. Ο καφετζής δεν έδωσε και πολύ σημασία μόνο κούνησε το κεφάλι κατακριτέα και άβολα. Χασμουρίθηκε βαθιά και κοίταξε το ναυάγιο, θες καφέ; τονε ρώτησε.

Κατά την εν δεκάτη την πρωινή και ενώ η ζωή κυλάει καλά πια,  μια φασαρία μιας ζάντας στραβής και ενός ποδηλάτη αλλόκοτου που φωνάζει σχεδόν χαμηλότονα, ταράζει το γύρω κυλούν.Εφημερίδεεεεε. Τα μάτια όλα στρέφονται πάνω του. Και απ τον “ξένο” και από τους περαστικούς η ακόμα και από αυτούς τους βιαστικούς, που χουν έρθει για δουλειές στο δημαρχείο. Ο Μήτσος θα βγει απ το περίπτερο και θα κάτσει στην καρέκλα που χει στημένη τα καλοκαίρια κάτω από μια απ της πορτοκαλιές της πλατείας, την καβαλάει ανάποδα και χειροκροτάει καπνίζοντας. Κάνει έπειτα σήμα στον καφετζή να παρατήσει το δίσκο και να ρθει να δει τον Αντώνη το Φράγκο. Ο τρελός καβάλησε το πλακόστρωτο της πλατείας με το ποδήλατο το σαράβαλο και το βαμμένο με σπρέι άσπρο. Η πίσω ρόδα του έτριζε και έμοιαζε να ξεβιδώνει από στιγμή σε στιγμή μα ο Αντώνης ακλόνητος εφημερίδεεεε φώναζε χαμηλότονα. Κι όλο έκανε το τιμόνι αριστερά δεξιά να κρατά ισορροπία. Χαιρέτισε το Μήτσο στρατιωτικά και έκανε κοντά να έπεφτε, αλλά τό σωσε αφού έβαλε κάτω το πόδι. Συνέχισε χαμογελαστός και ακάθεκτος προς το ναυάγιο ιδρωμένος, κατάκοπος όπου σταμάτησε, πέταξε το ποδήλατο κάτω αδίσταχτα και σταυροκοπήθηκε τρεις φορές γρήγορα. Προσκύνησε μετά φιλώντας το σκαρί δίπλα στο ρήγμα-ζωή σε μας- αναφώνησε, καβάλησε και βούρ για τον “ξένο”. Έκανε πετάλι αργά πια και το τιμόνι δεξιά αριστερά να κρατά ισορροπία. Η ζάντα πίσω έτριζε. Το μοιραίο δεν άργησε. Σωριάστηκε ευθεία προς τα  μπρος και φαγε τα χείλια του τα παχιά στο πλακόστρωτο. Ο καφετζής έκανε να τον βοηθήσει μα ο Αντώνης αντέδρασε ορθοπατώντας στα γρήγορα, τράβηξε μια καρέκλα ατσούμπαλα κ’εκατσε. Σκούπισε το λίγο αίμα απ τα χείλια του αλλα μάλλον χειρότερα έγινε. Δεν πτοήθηκε όμως, χαμογέλασε έξυσε την ιδρωμένη του μασχάλη επίμονα μετά σήκωσε το χέρι του στο ύψος του κροτάφου και με τον δείκτη επισήμανε: Έναν καφέ Ελληνικό πολλά βαρύ και όχι, αφού κάρφωσε τον δείκτη στο τραπεζάκι είπε με στόμφο κοιτάζοντας τον καφετζή στα μάτια βαθιά και με νόημα: και 'να νεράκι σε παρακαλώ δροσιστικό, που μου είναι απαραίτητο!

 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Ναυάγιο και συνέχεια

του Διάκενου Καλλιπολίτη

Αέναο ηλιοβασίλεμα
αρχαία συννεφιά
βουνά βουνά
και θάλασσα.

Χέρια βροχής στα μαλλιά των αγοριών
στάλες αστρόσκονης στα χείλη των κοριτσιών
μ’ αέρα, ηχώ στο δρόμο, σκανταλιές
έτσι ξυπνούν οι πεθαμένοι.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Ready to drink

του El hombre solo

-Αν θυμηθείς, φέρε τον δίσκο των Migala.
- Θα τον φέρω. Θα χρειαστούμε τίποτε άλλο;
- Όχι.
Άπαντες οι καλεσμένοι, ήταν ακριβείς στην ώρα έναρξης του σεμιναρίου. Ο Καταλανός σεφ, αφού μίλησε λίγο για την καριέρα του και την εμπειρία του στην κουζίνα, πήρε βαθιά ανάσα και προετοίμασε το κοινό για την προβολή ενός ολιγόλεπτου βίντεο που αφορούσε την εξέλιξη της μοριακής γαστρονομίας.
Κατά την διάρκεια που στην οθόνη περνούσαν εικόνες με σεφ να κρατούν σύριγγες αντί για κουτάλες και από παντού να κυματίζουν ατμοί αλλά όχι σαν τους συνηθισμένους που βγαίνουν από βρασμό αλλά σαν από ναργιλέ ή από εφέ συναυλίας, ο πολύδιαφημισμένος σεφ…, έλυνε τον κόμπο της γραβάτας του κι έδενε την μπλούζα με την χρυσή ραφή.
- Όπως θα είδατε και στο βίντεο, η μοριακή γαστρονομία έχει κάνει τεράστια άλματα προόδου. Βλέπω στις πρώτες θέσεις να κάθονται κάποιοι συνάδελφοί μου, συμπατριώτες σας, που πέρασαν από το εστιατόριο μου, εκπαιδεύτηκαν κι όταν επέστρεψαν στην Αθήνα, εφάρμοσαν στις κουζίνες τους τις τεχνικές της μοριακής γαστρονομίας.
Χειροκροτήσαμε και συνέχισε…
-Σήμερα θα σας παρουσιάσω το τελευταίο μου δημιούργημα που λέγετε «μαγείρεμα στο βυθό». Η τροφή που έχω μαζί μου, θα μαγειρευτεί και θα σερβιριστεί σε αυτό το κωνικού σχήματος ποτήρι. Οι παράλληλες οριζόντιες γραμμές που βλέπετε χαραγμένες στο γυαλί να μοιάζουν με μεζούρα θερμομέτρου είναι… αυτό ακριβώς που βλέπετε και τίποτε άλλο.
Οι θεατές απόρησαν.
-Στον πάτο του ποτηριού θα βάλω προσεκτικά το σώμα του μικροσκοπικού οστρακόδερμου. Έχω από νωρίς αφαιρέσει το κέλυφός του, αλλά όπως βλέπετε είναι ακόμα ζωντανό. Προσέξτε τώρα…, που θα σερβίρω τον πρώτο ζωμό…, τον ζωμό που θα μαγειρευτεί το οστρακόδερμο. Θα προσέξω να μην ξεπεράσω την γραμμή των 45 βαθμών κελσίου. Το μόνο υγρό που μπορώ να σας αποκαλύψω είναι το θαλασσινό νερό. Αμέσως θα σερβίρω το επόμενο και συνάμα ελαφρύτερο υγρό με τον ίδιο τρόπο. Προσέχω να μην ξεπεράσω την γραμμή των 40βαθμών κελσίου. Το δεύτερο υγρό είναι αυτό που θα δώσει την οξύτητα. Το τρίτο την γεύση στην οποία θα καταλήξει και το πρώτο απλά ένα αλκοολούχο διάλυμα για την προετοιμασία της στοματικής κοιλότητας. Όπως καταλάβατε το κάθε υγρό είναι βαρύτερο από το άλλο κι έτσι δεν αναμειγνύονται μέσα στο ποτήρι. Το σημαντικό όμως…, κι εδώ σας θέλω όλους συγκεντρωμένους…, είναι πως όπως θα πάρετε το ποτήρι και θα στρέψετε το χείλος του στο στόμα σας, να πίνετε σιγά-σιγά το πρώτο υγρό πριν φτάσετε στο δεύτερο και μετά στο τρίτο και τέλος στο τέταρτο που θα βρείτε το
ψημένο οστρακόδερμο. Αν δεν το κάνετε τότε θα καείτε. Το πρώτο υγρό κι ελαφρύτερο από όλα έχει θερμανθεί στους 30 βαθμούς κελσίου. Όσο θα βρέχει την γλώσσα σας θα την προετοιμάζει για το επόμενο που είναι στους 35 κι αυτό με την σειρά του για το επόμενο που είναι στους 40, μέχρι το τελευταίο που είναι στους 45. Ποίος εθελοντής θα δοκιμάσει πρώτος;
Ο γνωστός τηλεοπτικός σεφ με τα πολλά τατουάζ πετάχτηκε από την καρέκλα του κι έπιασε το ποτήρι…
- Όχι…, όχι αυτό. Φώναξε αγχωμένος ο Καταλανός Σεφ.
- Γιατί;
- Έχουν περάσει πέντε λεπτά από την στιγμή που στο οστρακόδερμο έβαλα το διάλυμα με το θαλασσινό νερό.
- Και;
- Μετά τα πέντε λεπτά, το σώμα του παράγει τοξίνες. Είναι η φυσική του άμυνα όταν κατασπαράζετε στους ωκεανούς από χταπόδια κι άλλα αρπακτικά. Θα σου ετοιμάσω άλλο…!
- Ευχαριστώ…, νιώθω πως μου έσωσες την ζωή.
Οι θεατές γέλασαν.
- Μην γελάτε…! Όντως το έκανα. Το στομάχι του σε μια ώρα θα ήταν τρύπιο και θα πέθαινε από εσωτερική αιμορραγία. Είναι ελάχιστα τα θαλάσσια είδη που μπορούν να φάνε αυτό το οστρακόδερμο. Κι η ιδιότητα του δικού μου διαλύματος- μαγειρέματος είναι να το μαγειρέψει, άρα σκοτώσει χωρίς να του επιτρέψει να βγάλει την θανατηφόρα τοξίνη για πέντε λεπτά.
Το δεύτερο ποτήρι ήταν έτοιμο. Ο δοκιμαστής είπε την εξυπνάδα του…
… «Πίνω με δική μου ευθύνη. Αν δεν τα καταφέρω και με φάει αυτό το μικροσκοπικό πλασματάκι, να γράψετε στο μνήμα μου πως πέθανα στο καθήκον»…,



και το κατέβασε μονορούφι, ο φοβητσιάρης…
… «Ααα! Κάηκα… κάηκα ο μαλάκας…!!! Σεφ!!!Αυτό δεν είναι στους 45 βαθμούς όπως έλεγες είναι παραπάνω… Με έκαψες… που να σε πάρει… κάηκα … η γλώσσα μου…»

Η μουσική των Migala ακουγόταν από τα ηχεία κι ένας-ένας οι καλεσμένοι περνούσαν από τον σεφ, έπαιρναν το ποτήρι και δοκίμαζαν. Δεν κάηκε κανείς. Δεν πέθανε κανείς.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Kατάδυση

της Πανδώρας

Παρότι τα ναυάγια ανακαλούν στη μνήμη θησαυρούς, παλιούς πειρατικούς χάρτες και βυθισμένα σκαριά που τα σιγοροκανίζουν τα ψάρια για να περνούν την ώρα τους, στην πεζή στεριανή καθημερινότητα άλλου είδους ναυάγια συναντάμε. Και μάλιστα με τέτοια συχνότητα που πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον ένα μουσείο στεριανών ναυαγίων.
«Ναυάγησαν τα σχέδιά μας», «Οι ελπίδες μου έχουν καταποντιστεί», «Τα όνειρά μου βούλιαξαν», «Έρωτας ναυαγός!», «Αυτός έχει καταντήσει ναυάγιο της ζωής», «Βυθίστηκε η οικονομία μας», «Ο πολιτισμός μας έχει πατώσει», «Το σύστημα μπάζει νερά από παντού», ή… «Το κείμενό μου είναι σωστό ναυάγιο».


Όλα αυτά τα…ένδοξα ναυάγια που δεν καταδέχονται να τα τσιμπολογήσουν οι σαρδέλες και να τα ροκανίσουν οι ροφοί, που τα φύκια κι η αρμύρα δεν τα κάλυψαν στοργικά με την απόκοσμη γοητεία τους, που οι συντεταγμένες τους δεν αναφέρονται σε κανένα πειρατικό χάρτη και που – τι κρίμα! – κανένα μυθικό θησαυρό δεν κρύβουν, θα εύρισκαν τη θέση τους σ’ ένα ωραίο μουσείο πολιτισμικών ατυχημάτων.
Στην κεντρική αίθουσα και σε περίοπτη θέση θα τοποθετούσαμε το ναυάγιο της οικονομίας. Κλεισμένο σε τεράστιο ενυδρείο, με σκουριές, οστρακόδερμα, καρχαρίες να το περιτριγυρίζουν κι όλα τα…αξεσουάρ που συνοδεύουν ένα αξιοπρεπές ναυάγιο, θα πρόσφερε ένα αξέχαστο θέαμα σε επισκέπτες – ναυαγούς που με αρρωστημένη περιέργεια ψάχνουμε ακόμη το πώς και το γιατί βουλιάξαμε σ’ ένα πολιτισμό κι ένα σύστημα που έχουν πιάσει πάτο προ πολλού.
Ύστερα με ελεγχόμενη απελπισία θα επιστρέφαμε στα σπίτια μας, όπου οι πιο τολμηροί θα επιχειρούσαμε μια κατάδυση στον προσωπικό μας βυθό προκειμένου ν’ ανιχνεύσουμε ναυάγια και θησαυρούς στ’ αδιαπέραστα σκοτάδια της ύπαρξής μας. Κατάδυση επικίνδυνη, δίχως φιάλες κι οξυγόνο, με κάθε λογής τέρατα να παραμονεύουν, δεν έχει πάντα σπουδαία αποτελέσματα για τους δύτες. Έχοντας όλοι τη βαθιά πεποίθηση ότι κρύβουμε μέσα μας πολύτιμα πετράδια που δε φτάνουν ποτέ στην επιφάνεια, συνήθως απογοητευόμαστε απ’ αυτό που αντικρίζουμε και βιαζόμαστε να ξαναβγούμε πάνω για να πάρουμε αέρα. Συντρίμμια, σπασμένα ξάρτια και κουπαστές ρημαγμένες, σκουριά κι αλάτι, κουκουλωμένα όλα απ’ τα φύκια της λήθης κι αγκαλιά με τις προσωπικές μας μέδουσες, σαλεύουν απόκοσμα παρατημένα στις διαθέσεις των κυμάτων.
Κι άλλοτε πάλι, τίποτα απ’ όλ’ αυτά. Μόνο βαρκούλες χάρτινες που μπάταραν στα ρηχά πριν αρμενίσουν, διαψεύδοντας με χλευασμό την παιδιάστικη πίστη μας ότι καθώς μπρατσέρες τρικάταρτες θα όργωναν τα πέλαγα βάζοντας πλώρη για ταξίδια μακρινά.
Κι έπειτα είναι κι ο φόβος, στην κατάδυσή μας αυτή μην αντικρίσουμε την «κεφαλή της μέδουσας» και μείνουμε για πάντα μαρμαρωμένοι στ’ άγρια βάθη!
Λίγοι τραβάνε καμιά φορά θησαυρούς στην επιφάνεια. Οι πιο πολλοί, ακόμη κι αν τύχει να πετύχουμε κάτι πολύτιμο ( κάνα περιδέραιο, κάνα βραχιόλι ή κάνα κύπελλο χρυσό, στολισμένο με πετράδια, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες με το Τζόνι Ντεπ), δεν έχουμε τη δύναμη να το ξεκολλήσουμε απ’ τ’ ασβεστοποιημένα όστρακα και το σφιχταγκάλιασμα των θαλάσσιων φυτών, έτσι προτιμάμε να τ’ αφήσουμε στην ησυχία του.
Και για τα μαργαριτάρια, είναι καλά κλεισμένα μες στα στρείδια τους.
Κι όμως, μερικοί… επαγγελματίες ναυαγοί μπαρκάρουμε αμετανόητοι ξανά και ξανά για μακρινά ταξίδια και τόπους μυθικούς. Σωρός τα συντρίμμια στους βυθούς μας, οι άνεμοι όλοι κόντρα και τα κύματα θεριά. Ακυβέρνητα σκαριά, στο έλεος των καιρών, καταποντιζόμαστε τις περισσότερες φορές πριν καλά, καλά βγούμε στ’ ανοιχτά. Όσο αντέχουμε κολυμπάμε, ξαναβγαίνουμε στη στεριά, υψώνουμε στεγνή σημαία και πεισματικά σαλπάρουμε για καινούριο ταξίδι. Για πόσο; Δεν ξέρω.

Πρόσω ολοταχώς!

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Ναυάγιο

το ξεχασμένο σημείωμα

Το ξεχασμένο σημείωμα το βρήκε κάποιος, το διάβασε και το φύλαξε στην τσέπη του στο μέρος της καρδιάς του. Ερωτοχτυπήθηκε και αν και βολοδέρνει που και που σε τρικυμίες δε σκοπεύει να ναυαγήσει.


Σε σένα πάλι η σκέψη μου, τι κρίμα
πήγε κι απόψε μια στιγμή
σε σένα που με πλήγωσες, τι κρίμα
εγώ που σ’αγαπούσα μια ζωή.

Δε θέλησα ποτέ μόνο σου να σ’αφήσω
Εσύ γιατί μου το ‘κανες αυτό;
Καινούργιες περιπέτειες δε θέλω να γνωρίσω
Εκεί που μ’άφησες θα μείνω για να ζω.

Ναυάγια τα όνειρά μου όλα
συντρίμμια κι οι ελπίδες μου σωρός
αν δε σ’αγαπούν δεν έγινε και τίποτα
αν δεν αγαπάς έμεινες μισός.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Το ναυάγιο των Αντικυθήρων

Ήταν Μάιος του 1900 και οι σφουγγαράδες από τη Σύμη, λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής κάνουν μια υποχρεωτική στάση στα Αντικύθηρα. Οταν η θάλασσα ηρεμεί, Μεγάλη Τρίτη ανήμερα, ένας από αυτούς, ο Ηλίας Λυκοπάντης, θα βουτήξει στα νερά, όπου όμως αντί για σφουγγάρια θα αντικρίσει σε βάθος περίπου 50 μ. το ναυάγιο ενός πλοίου με σπαρμένα γύρω του αγάλματα από χαλκό και μάρμαρο. Ετσι, όταν θα ξανανεβεί στην επιφάνεια, θα κρατά έναν χάλκινο βραχίονα ως απόδειξη!
Χρειάστηκε να περάσουν όμως έξι μήνες από τότε ώσπου οι σφουγγαράδες να έρθουν σε επαφή με τον αρχαιολόγο και υπουργό Παιδείας εκείνη την εποχή Σπυρίδωνα Στάη για να αρχίσει η οργάνωση της επιχείρησης ανέλκυσης του πολύτιμου φορτίου του πλοίου με τη συνδρομή και του Βασιλικού Ναυτικού.
 
 
Εναν και πλέον αιώνα μετά και αφού εν τω μεταξύ το ναυάγιο έχει γίνει διάσημο όχι μόνο για τα έργα τέχνης που μετέφερε, αλλά και για τον μυστηριώδη Μηχανισμό των Αντικυθήρων, «το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται ως σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία», όπως έχει πει ο πρώτος μελετητής του, ο φυσικός, μαθηματικός και ιστορικός των Επιστημών Ντέρεκ Ντε Σόλα Πράις, τα ευρήματα από αυτό το ρωμαϊκό πλοίο παρουσιάζονται για πρώτη φορά μαζί.
 
 
 
Πρόκειται συνολικά για 378 αντικείμενα που βρίσκουν τη θέση τους στην έκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου «Το ναυάγιο των Αντικυθήρων. Το πλοίο – Οι θησαυροί – Ο μηχανισμός», που θα εγκαινιαστεί τον Απρίλιο και θα διαρκέσει ένα έτος. Ανάμεσά τους και τα ευρήματα της δεύτερης αρχαιολογικής έρευνας στο ναυάγιο που πραγματοποιήθηκε το 1976 με τη βοήθεια του ωκεανογραφικού πλοίου του Κουστό, του περίφημου Καλυψώ. Γλυπτά και σκεύη πολυτελείας, γυάλινα, κεραμικά και χάλκινα αγγεία, κοσμήματα, νομίσματα, τμήματα μιας κλίνης, κομμάτια και από το ίδιο το πλοίο,κατάλοιπα ακόμη και τροφών, και φυσικά ο Μηχανισμός, στον οποίο αφιερώνεται μία ολόκληρη αίθουσα, ανασυνθέτουν το ταξίδι αυτού του άτυχου σκάφους που ναυάγησε γύρω στο 60-50 π.Χ. Μια εποχή που η εμπορική ναυσιπλοΐα και οι θαλάσσιες μεταφορές έργων τέχνης από την Ανατολή προς τη Δύση είχαν φθάσει στο απόγειό τους. Το φορτίο ωστόσο χρονολογείται κυρίως στην Ελληνιστική Εποχή (τέλη 2ου – αρχές 1ου αιώνα π.Χ.), με μία εξαίρεση: το εξαιρετικής τέχνης χάλκινο άγαλμα του λεγόμενου Εφήβου των Αντικυθήρων, που ανήκει στον 4ο αιώνα π.Χ.
 
Τα ευρήματα μαρτυρούν τις αισθητικές προτιμήσεις των παραγγελιοδοτών ή των υποψήφιων αγοραστών, παράλληλα όμως σηματοδοτούν για πρώτη φορά το φαινόμενο της εμπορίας των έργων τέχνης, το οποίο στη συνέχεια θα πάρει μεγάλες διαστάσεις στον δυτικό πολιτισμό».
Εξι μαρμάρινα γλυπτά, έξι χάλκινα αγαλμάτια ανδρικών μορφών και αθλητών (είναι αυτά που ήρθαν στο φως από τη νεότερη έρευνα στο ναυάγιο) και πολλά μέλη από μεγάλα χάλκινα αγάλματα θα πλαισιώσουν τον Εφηβο των Αντικυθήρων. Πρόκειται για το άγαλμα ενός νέου παλαιστή και τα αγάλματα του Οδυσσέα και του Αχιλλέα, τα οποία προορίζονταν να τοποθετηθούν μαζί σε μια σύνθεση εμπνευσμένη από τον Τρωικό κύκλο, ο οποίος στους κύκλους των φιλοτέχνων της εποχής ήταν πολύ της μόδας! Συνταρακτική είναι ωστόσο η εντύπωση που αφήνουν τα γλυπτά τα οποία βγήκαν από τις αποθήκες ειδικά για την έκθεση, λόγω του τρόπου διατήρησής τους μέσα στη θάλασσα. Ενας Απόλλωνας, ένας Ερμής, ο κορμός αλόγου που προερχόταν από κάποιο τέθριππο, όλα από παριανό μάρμαρο, μισοφαγωμένα όμως από μικροοργανισμούς – αντίθετα με το τμήμα τους που ήταν βυθισμένο στη λάσπη και γι’ αυτό διατηρήθηκε ατόφιο.
 
Στην έκθεση γίνεται και η αναπαράσταση μιας αρχαίας κλίνης από πλεξιγκλάς πάνω στο οποίο θα τοποθετηθούν τα χάλκινα διακοσμητικά στοιχεία της αλλά και κομμάτια από το ξύλο, που επίσης διασώθηκε.
Διάφορα εξαρτήματα από χρυσά περιδέραια και τρία σκουλαρίκια – τα δύο ζευγάρι – με ένθετα πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια ανοίγουν το εύρος των εμπορευμάτων του πλοίου ή μπορεί να σημαίνουν ότι σε αυτό επέβαιναν και γυναίκες.


Τρόφιμα και εξαρτήματα.

Συντηριμένοι καρποί ελιάς
Η μεγάλη ποσότητα ερυθροβαφούς κεραμικής εξάλλου, αλλά και η ποιότητά της, υποδηλώνει ότι προοριζόταν για πώληση. Στην έκθεση παρουσιάζονται 20 πινάκια, 30 λαγήνοι αλλά και μερικοί οξυπύθμενοι αμφορείς, που χρησίμευαν για τη μεταφορά νερού, λαδιού, κρασιού και παστών τροφών, που ήταν απαραίτητα για το ταξίδι. Καρποί ελιάς και σαλιγκάρια δείχνουν τι έτρωγαν οι ταξιδιώτες και το πλήρωμα. Χωρητικότητας 300 τόνων ήταν, σύμφωνα με τους μελετητές, αυτό το πλοίο (ολκάς για τους αρχαίους), το οποίο ξεκίνησε από το Ανατολικό Αιγαίο για να χαθεί στη θάλασσα των Αντικυθήρων, ανοιχτά από τα Κύθηρα.
Κομμάτια ξύλου από το κύτος του, πολλά καρφιά χάλκινα και σιδερένια, αλλά και εξαρτήματα από τον εξοπλισμό του, όπως το σύστημα παροχέτευσης νερού, μετρητές – ανιχνευτές βυθού κ.ά. παρουσιάζονται επίσης στην έκθεση συμπληρώνοντας την εικόνα του ναυαγίου.
Τι άλλο όμως μπορεί να βρίσκεται στον βυθό; «Από τα βίντεο του Κουστό βλέπει κανείς τεράστιους σωρούς κεραμικών που δεν έχουν ανελκυσθεί. Υπάρχει επίσης η πληροφορία από την πρώτη έρευνα ότι προσπαθούσαν ξανά και ξανά να δέσουν ένα μαρμάρινο άγαλμα για να το ανασύρουν στην επιφάνεια, όμως γλιστρούσε και τελικώς έπεσε στο βάραθρο που βρίσκεται δίπλα από το ναυάγιο και προφανώς χάθηκε διά παντός. Ποιος ξέρει τι μπορεί ακόμη να έχει διασωθεί;

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η νύφη

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα


Κήπος με τριαντάφυλλα και ρόδια, τα χώματα μυρίζανε Σεπτέμβρη
Ο δρόμος για την Ελλάδα,το γλέντι, για τη θεία αγρυπνία και της μικρής Αντιγόνης τα άσπρα δάκτυλα που έπαιζε σαν μια μικρή νύμφη ανάμεσα στα στασίδια, σπαρμένος με λούλουδα και άνθη, μέσα σε λεμονόδεντρα και σύννεφα μπλεγμένος.

Ήρθε η ώρα κύριοι. Χειροκροτείτε.
Όσοι ήταν γύρω της, κοντά της, μόνο χαρά αισθάνονταν.
Ήταν κουφή στο κακό κείνη ʽμέρα. Σταματήσαν πολέμοι και έχτρες.
Ο κόσμος διάλυσε και τον ξανά έχτισε εκείνη.
Κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά της μια νέα ζωή γινόταν.
Κόσμοι παράλληλοι τέμνονταν και μεις στη στρόφιγγα του κέντρου τους σταματάμε να βλέπουμε, να κούμε, να λέμε.
Μόνο που νοιώθαμε με στα στήθη μας όλοι παλμούς που εκείνη μας έδινε.
Φτωχοί και ταπεινοί σαν όνοι γκαρίζαμε και βγάζαμε από μέσα μας χαρά παρθένα.

Φερόταν λευκή, αγνή σαν την πρώτη φορά που αγγίχτηκε
Ακτινοβολούσε λάμψης αλλιώτικες, αστέρια και ασκούς του Αιόλου πίσω της έσερνε
Και όπου περπατούσε το διάβα της, διαμάντια γίνονταν το χώμα πολύχρωμα
Λόχοι από άντρες δυνατούς με χέρια από σίδερο και βλέμματα σαν τοξότες αρχαίοι
Και γυναίκες με καμπύλες βγαλμένες από πίνακες ερωτικούς που η μυρουδιά της ήβης τους χαλούσε στρατούς και αρμάδες
Υποκλιθήκαμε όλοι στο πρώτο του φουστανιού της το κούνημα.
΄Ηρθε κοντά μας η νύφη. Μας μάζεψε όλους τους χαρούμενους γύρω από μια πορτοκαλιά και άντρες και γυναίκες και μʼ ένα φύσημα της μικρύναμε όσου γίναμε μια σπιθαμή

Στήσαμε χορό γύρω της για ώρες πολλές. γελούσαμε και αγαπούσαμε
Και αφού εκείνη κουράστηκε έκατσε χάμω φροντίζοντας το νυφικό της το άσπρο
Βγάζοντας τα γοβάκια της, τα φτιαγμένα 'πο γυαλί και απ τον ήλιο.
Με ευχαρίστηση τρίψαμε τα πρησμένα της πόδια και της είπαμε αστεία πολλά και γλυκόλογα, ώσπου το βλέμμα της γλάρωσε.
Ξεφούσκωσε μετά από λίγο και γέλασε παιδικά. Μετά, αφού άνοιξε τα χέρια της πέρα για πέρα μας φώναξε:
Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Το δέντρο που ζούμε από κάτω και το κρασί που πίνουμε και ο χορός και η φύση Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Η  νύχτα και η αγρυπνία της και τα τραπέζια με τα φαγιά και οι οινοχόοι οι χαρούμενοι! Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! οι συγγενείς και τα ʽδέλφια και οι φίλοι και τα σκυλιά στο σπίτι Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Ο έρωτας και το φως και το σκοτάδι!
Ούτε φάτνη ούτε παλάτι ήταν το μέρος που είμαστε μόνο κόσμοι παράλληλοι που αποφασίσαν να τέμνονται.

Άνοιξα τα μάτια μου και τέντωσα τον πιασμένο μου αυχένα. Το αεροπλάνο τραντάχτηκε λίγο και έπειτα μπήκε σε πορεία προσγείωσης. Έτριψα μετά τα μάτια μου και σκούπισα γρήγορα το πρόσωπο μου. Το σήμα προσδεθείτε άναψε. Τι είχε γίνει αυτές της τρεις μέρες; σκέφτηκα. Καταστροφή. Κοίταξα το διπλανό μου που κοιμόταν, το κεφάλι του έμοιαζε παράλυτο και παραδομένο σε κάθε κλήση του αεροσκάφους. Μια ξυπνούσε μια κοιμόταν αλλά δεν έμοιαζε να έχει συνείδηση. Λες να έδειχνα και γώ τόσο γελοίος όσο κοιμόμουν; Δέκα λεπτά ακόμα. Μετά βαλίτσα και δρόμο, θα κάνω και να τσιγαράκι πριν έρθει το τρένο και μετά σπίτι. Χειμώνας.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η Ομορφιά των Ανθρωπίνων ή Τραγούδι του Θανάτου

του Θ.Π
 
 
Όλα μου τα φώτα εδώ τριγύρω περιστρέφονται
κάθε μέρα αστράφτει η ομορφιά των ανθρωπίνων
κάποτε στα εννιάμισι του φίλησα το χέρι
τώρα στα δεκάξι μου του σχίζω τα βιβλία

θάνατο στο θάνατο θα γίνουμε συμμέτοχοι
εύκολα οι στόχοι μας ν' αλλάξουν μια για πάντα

σε θέλω τόσο, σε ζητώ, αγωνιώ για σένα όσο ποτέ – μετά ζωή μετά, μετά τι γίνεται μετά
κάθισε στα ήσυχα και θα σου ψιθυρίζω – ποτέ δε θα πεθάνουμε μαζί οι δυο θα υπάρχουμε
φαντάστηκες ποτέ σου έναν κόσμο όλο δικό μας – τότε θα ξυπνήσει η αναρχική μας φύση
να σου γεμίζω το κεφάλι με ιδέες περί αγάπης – μετά από την καταστροφή ο κόσμος θα αλλάξει πια μορφή

θάνατο στο θάνατο να γίνουμε συμμέτοχοι
επιτέλους όλοι οι στόχοι μας να αλλάξουν μια για πάντα

κλείνω μάτια, σκέφτομαι τη θάλασσα γαλήνια και φωτεινή
το καλοκαίρι φάνηκε τη βγάλαμε και φέτος
ευτυχώς
γιατί όλο θα μου γκρίνιαζες τα σκάγια θα με παίρναν
ευτυχώς
ο έρωτάς μας θα χε τραυματίες μέχρι θάνατο

Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

δαίδαλος και ίκαρος

the Stranger


- Σκέφτεσαι ποτέ τον παλιό κόσμο;
- Δε θα ήταν ηλίθιο να τον σκέφτομαι;
- Γιατί;
- Γιατί να σκέφτομαι κάτι που δεν υπάρχει;
- Μα αν δε μάθουμε από τα λάθη του παλιού κόσμου, πώς θα δημιουργήσουμε τον νέο;
- Καλά, εσύ πιστεύεις αλήθεια ότι από όλα αυτά τα ερείπια θα βγει ποτέ κάτι καλό;
- Αν δεν το πίστευα αληθινά, τι λόγο θα είχα να συνεχίσω να ζω;
- Δηλαδή τι μου λες, ότι όλα αυτά ήταν ένα ανώτερο σχέδιο για να γίνει τελικά ο κόσμος καλύτερος;
- Μπορείς να πεις εσύ με βεβαιότητα ότι δεν ήταν;
- Μα σοβαρά, τις πιστεύεις τις βλακείες που λες;
- Γιατί είναι βλακείες;
- Δεν καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά έγιναν επειδή τον κόσμο τον κυβερνούσαν πάντα ηλίθιοι;
- Α, ώστε έτσι; Τότε γιατί δεν κατέβαινες εσύ στις εκλογές, αφού είσαι τόσο έξυπνος;
- Γιατί, θα με ψήφιζε κανείς; Είχα εγώ νομίζεις να προσφέρω ρουσφέτια; Ή σου φαίνομαι καλός στα ψέματα;
- Οπότε για όλα φταίνε οι άλλοι κι εσύ τα έκανες όλα σωστά;
- Τι να έκανα δηλαδή; Να έβγαινα στους δρόμους με την ντουντούκα ή να έπιανα τις μολότωφ;
- Σκέφτηκες ποτέ ότι άνθρωποι σαν εσένα, εγωιστές και ανεύθυνοι, έχουν μεγαλύτερη ευθύνη από τους πολιτικούς για ό,τι συνέβη; Έκανες ποτέ την αυτοκριτική σου;
- Εγώ θα κάνω την αυτοκριτική μου για μαλακίες που έκαναν άλλοι;
- Λοιπόν, τελικά ξέρεις γιατί δε σκέφτεσαι καθόλου τον παλιό κόσμο;
- Γιατί;
- Γιατί τον κουβαλάς ακόμα μέσα σου - ή μήπως κάνω λάθος;
- Δεν κατάλαβα, είναι κακό αυτό;
- Μα πώς θα φτιάξουμε έναν νέο, καλύτερο κόσμο αν μείνουμε προσκολλημένοι στις παλιές ιδέες;
- Πάλι τα ίδια; Από αυτά τα ερείπια περιμένεις να βγει ένας καλύτερος κόσμος;
- Δηλαδή εσύ τι πιστεύεις; Ότι όλα θα τελειώσουν εδώ; Θα εξαφανιστεί η ανθρωπότητα;
- Είπα εγώ τέτοιο πράγμα; Δε σου έχω εξηγήσει τη θεωρία μου;
- Μήπως ήταν τότε που είχες μεθύσει και δεν ήξερες τι έλεγες;
- Ρε δε σου έλεγα ότι όσοι γλιτώσαμε θα επιστρέψουμε στις σπηλιές, μετά από αιώνες θα φτιάξουμε χωριά και πόλεις και μεγαλουπόλεις, μετά θα σκοτωθούμε πάλι σε μία τέτοια καταστροφή και φτου κι απ'την αρχή;
- Γιατί είσαι τόσο απαισιόδοξος; Δε νομίζεις ότι είμαστε κάτι παραπάνω από πρωτόγονοι νεάντερνταλ;
- Ακόμα και οι νεάντερνταλ θα είχαν το μυαλό να αποφύγουν μια τέτοια καταστροφή, όχι;
- Θες να ακούσεις και τη δική μου θεωρία;
- Μπορώ να κάνω αλλιώς;
- Άκου λοιπόν: Θυμάσαι την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου; Που έφτιαξαν κέρινα φτερά και πέταξαν, όμως ο Ίκαρος πέταξε πολύ κοντά στον ήλιο, τα φτερά έλιωσαν και πέθανε;
- Ναι, και λοιπόν;
- Θυμάσαι ότι είχαν δώσει το όνομα του Ίκαρου σε ένα νησί και ένα πέλαγος; Ικαρία; Ικάριο Πέλαγος; Θυμάσαι που έδωσαν ακόμα και το όνομα του στη σχολή Πολεμικής Αεροπορίας τους; Σχολή Ικάρων;
- Ε, και τι μ’αυτό;
- Σχολή αεροπόρων με το όνομα ενός τόσο επιπόλαιου ανθρώπου; Γιατί να μην την έλεγαν «Σχολή Δαιδάλων»;
- Πού θες να καταλήξεις;
- Θυμάσαι να ονόμασαν ποτέ οτιδήποτε προς τιμήν του Δαίδαλου, του σοφού ανθρώπου που κατάφερε να πετάξει; Θυμάσαι οποιαδήποτε αναφορά στον Δαίδαλο, πέρα από τη λέξη «δαιδαλώδης», που χρησιμοποιούσαν για να αναφερθούν σε κάτι πολύπλοκο και μπερδεμένο;
- ...;
- Μα δεν καταλαβαίνεις; Ο παλιός κόσμος εκτιμούσε περισσότερο τον επιπόλαιο Ίκαρο, παρά τον σοφό Δαίδαλο, δε βλέπεις το λάθος; Δεν πρέπει να αλλάξει αυτό στον νέο κόσμο;
- Αυτό ήταν το πρόβλημα του παλιού κόσμου; Ο Ίκαρος και ο Δαίδαλος;
- ...
- ...
- Φοβάμαι πως δεν καταλαβαινόμαστε.
- Φοβάμαι πως η δική μου θεωρία θα επιβεβαιωθεί.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Aνθρώπινες σχέσεις "Πριν και μετά τη καταστροφή"

της Σωσώς Ζερό


--Μαμά μου!!!!!!
--Τι είναι αυτό;;;

Ο Γκουξ κι ο Κα, δύο γερασμένα βατράχια της παλιάς τεχνητής λιμνούλας που δέσποζε στο βόρειο τμήμα της άλλοτε πόλης, είχαν από νωρίς πιάσει πόστο για να δούνε ξανά αυτή την αλλόκοτη φιγούρα που πλησίαζε και σήμερα την όχθη.
Μετρούσαν νούφαρα ως συνήθως.

--Αυτό είναι μια ανθρώπινη θηλυκιά απάντησε με σοφία ο Κα.

-- Και τι είναι αυτό που κάνει; Την πονάει;
-- Όχι, αφαιρεί τα ενδύματα της, αυτό δεν είναι δέρμα.

--Τι είναι τα ενδύματα; Ρώτησε ο Γκουξ. Τα βατραχίσια μάτια του ήταν γεμάτα απορίες.
--Είναι ένα πρόσθετο δέρμα που φορούν οι άνθρώπινοι για να αποκρύψουν τον εαυτό τους από το βλέμμα των ξένων.

--Μα τότε γιατί αφαιρεί το πρόσθετο δέρμα της;
--Διότι θέλει να πλύνει το βασικό της δέρμα, είπε ο Κα, «Δες πόσο κομψά στοιβάζει τα ενδύματα της πλάι στην όχθη και πόσο όμορφα μπαίνει στο νερό».

--Είναι αλλόκοτη. Πάντως ωραία, το βασικό της δέρμα είναι αδιάβροχο!
--Για ανθρώπινο θηλυκό, όχι δεν είναι αλλόκοτη. Αυτό το σχήμα έχουν όλες.

--Κι αυτά τα δύο εξογκώματα στο πρόσθιο μέρος της; Τι είναι αυτά; Άνοιξε διάπλατα τα μάτια του ο Γκουξ.
–Στοχάστηκα πολλές φορές πάνω σ’αυτή την ερώτηση, είπε ο Κα.
Όπως οι δυό μας γνωρίζουμε, η λειτουργία ακολουθεί τη μορφή και αντιστρόφως.
Συχνά είδα ανθρώπινους αρσενικούς, να σφίγγουν τις θηλυκές με τα χέρια τους πάνω τους πάρα πολύ δυνατά. Αυτά τα δύο εξογκώματα είναι για προστασία, κι έτσι δεν παθαίνουν τίποτα.

--Πρόσεξες, ρώτησε ο Γκουξ, ότι υπάρχει ένας ανθρώπινος αρσενικός που την παρακολουθεί κρυμμένος τόση ώρα πίσω από τα ερείπια;
--Α, είναι συνηθισμένο αυτό! Έτσι γίνεται συνήθως. Οι αρσενικοί ανθρώπινοι τις κοιτάζουν από μακρυά, το κάνανε έτσι από πάντα. Και πιο πριν, πριν καταστραφούν οι πόλεις τους.

--Μπορείς όμως να το εξηγήσεις; Ο Γκουξ δεν καταλάβαινε τίποτα.
--Α, ναι! Η θηλυκιά επιζητεί σύντροφο,, αυτός είναι ο λόγος που δείχνει κάθε λίγο και λιγάκι το βασικό της δέρμα. Γι’ αυτό είναι συνεχώς στη λίμνη. Δεν μπορεί να βγάλει αλλού τα ενδύματα.

-- Κι αυτός γιατί κρύβεται;
-- Ο αρσενικός είναι πιθανός σύντροφος της, αλλά δεν βγαίνει μπροστά της. Πρέπει να παρακολουθεί κρυμμένος . Αν εμφανιζόταν μπροστά της, η θηλυκιά είναι αναγκασμένη να τσιρίξει και αυτό θα παρεμποδίσει τελικά το ζευγάρωμα. Αυτή πρέπει να κάνει πως δεν θέλει κι αυτός πρέπει να κρύβεται.

--Πσσσσσς… Πως ξέρεις τόσα πράγματα για τους ανθρώπινους; Ρωτά ο Γκουξ.
--Επειδή σαν πρότυπο της ζωής μου έχω τον πιο αξιοθαύμαστο από όλους τους ανθρώπινους. Τον επιστήμονα!

--Τι θα πει επιστήμονας;;
--Επιστήμονας είναι κάποιος που παρατηρεί συνεχώς αλλά δεν παρεμβαίνει. Απλώς και μόνο με την παρατήρηση, τα πάντα φανερώνονται στα μάτια επιστήμονα.

--Αυτό μόνο;
--Αυτό.

--Ουφ, έλα, φτάνει.
Δεν μπορούμε να πάμε έτσι κι αλλιώς να τους αποκαλύψουμε τίποτα! Είπαμε, ο επιστήμονας δεν επιτρέπεται να παρέμβει.
-- Ας συνεχίσουμε με τα νούφαρα. Πού ήμασταν πριν έρθει η θηλυκιά;

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Στον αστερισμό του Ποδηλάτη (Στο Γιώργο Χ. 22/7/2012, ώρα 15:30 μ.Κ.)

 της Πανδώρας

Έχω ένα κόκκινο φουστάνι καλοκαιρινό. Εδώ και χρόνια το ρίχνω βιαστικά στη βαλίτσα καθώς ξεκινάω για διακοπές. Σπανίως το φοράω. Κάθε φορά λέω δε μπορεί, θα πάρω λίγο χρώμα απ’ τον ήλιο της θάλασσας και φέτος θα το βάλλω. Κι ύστερα, στη μέση του καλοκαιριού, όλο και κάποιος μου τ’ απαγορεύει. Κάποιος συγγενής, κάποιος φίλος, κάποιος γνωστός. Ή ακόμα και κάποιος μαθητής μου. Τωρινός ή περασμένος, δεν έχει σημασία. Άμα κάποιος είναι μαθητής σου μια φορά, κρατάει την ιδιότητα για πάντα.

    Κι όμως, η απαγόρευση αυτή είναι σκληρή και άδικη. Γιατί εμένα οι απαγορεύσεις δε μου πολυαρέσουν, γι’ αυτό και σπανίως τις επιβάλλω στους μαθητές μου. Θέλω να ‘ναι ελεύθεροι κι υπεύθυνοι σ’ ό,τι κάνουν κι όχι να υπακούνε από φόβο. Αν όμως ήταν στο χέρι μου, αν είχα την εξουσία, θα επέβαλα με κάθε αυστηρότητα τη μία και μοναδική απαγόρευση που χρόνια τώρα θέλω να επιβάλλω. Όχι στην Απουσία. Όχι, όχι την απουσία απ’ την ώρα του μαθήματος, αλλά την άλλη, τη μία και μοναδική Απουσία. Γιατί αυτή δεν είναι απουσία από την τάξη, είναι Απουσία απ’ τη φυσική τάξη των πραγμάτων.

    Κι εσένα, τώρα πάλι πώς σου ‘ρθε ν’ Απουσιάσεις Ιούλιο μήνα, εικοσιδυό χρονών, στα μέσα του καλοκαιριού; Ο Ιούλιος είναι μήνας διακοπών, δεν περνάω εγώ απουσίες καλοκαιριάτικα, ούτε κρατάω απουσιολόγια. Πάνε μερικά χρόνια από τότε που μετρούσα τις απουσίες σου, δεν ήταν και πολλές. Φέτος νομίζω θα ‘παιρνες το πτυχίο σου. Και ξαφνικά, στη μέση του καλοκαιριού, στη μέση των διακοπών, βρέθηκες Αδικαιολογήτως Απών. Ήρθε το μαύρο φτερουγίζοντας μες απ’ τα σκοτάδια της κινητής τηλεφωνίας, μέσα στο μεσημέρι, λίγες ώρες μετά την καταστροφή΄ Και το κόκκινο το πήρες μαζί σου και μου τ’ απαγόρευσες. Γιατί; Εγώ σε σένα ποτέ δε χρειάστηκε να επιβάλλω απαγορεύσεις. Ούτε παρατήρηση δε σου έκανα ποτέ. Τι σου ‘ρθε να φύγεις έτσι αναπάντεχα; Κι εγώ να ‘μαι υποχρεωμένη να κρατήσω αυτό το άχαρο απουσιολόγιο Ιούλιο μήνα. Ο Ιούλιος είναι μήνας θερμός και άγουρος, δεν είναι για τέτοια. Δεν είναι καιν μήνας θερισμού.

    Κι ύστερα, πράγμα περίεργο, ενώ εσύ έφυγες, εγώ γέμισα απ’ την παρουσία σου. Πότε περνάς από μπρος μου μ’ εκείνο το χαμόγελο, κουνώντας το χέρι από μακριά και τρέχοντας να με συναντήσεις στα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια κι άλλοτε πάλι στη μέση της μέρας, στη μέση του χρόνου, μια κίνηση φευγαλέα. Το αναπάντεχο άγγιγμα απ’ το φτερό του ποδηλάτου σου, καθώς έρχεσαι και φεύγεις. Περνάς και φεύγεις. Κι εγώ απομένω εύθραυστη και διάφανη σαν το κρύσταλλο που ραγίζει από μια δυνατή μπαλιά που ξέφυγε απ’ την πορεία της. Κι έπειτα μ’ ένα άγγιγμα, μ’ ένα φύσημα πέφτει και σκορπάει σε χιλιάδες μικρά γυάλινα κομμάτια.

    Μετά εσύ συνεχίζεις αγνοώντας με εκείνη τη διαδρομή που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς βγήκες απ’ την πορεία σου, στο χάραγμα της μέρας, στο χάραγμα του χρόνου, μαγνητισμένος απ’ την έλξη της γης. Καβάλα σ’ ένα ποδήλατο αγωνιστικό, ξεφεύγεις απ’ το βλέμμα μου. Αδιαφορώντας για τους νόμους της βαρύτητας, ανηφορίζεις οδεύοντας προς τ’ άστρα. Πατώντας τα πετάλια όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα, φτάνεις και τερματίζεις. Πρώτος. Μπαίνεις σε άγνωστη τροχία μένοντας για πάντα στον Αστερισμό του Ποδηλάτη.
    Έχω ένα κόκκινο φουστάνι καλοκαιρινό. Κι όμως οι αποσκευές μου είναι γεμάτες πάντα μαύρα ρούχα.

(Αστέρι μου καλοκαιρινό να ‘σαι καλοτάξιδο στις ουράνιες διαδρομές σου. Καλή σου Νύχτα.)

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

μετά τη καταστροφή

 του Dalikeri

μετά την καταστροφή 
στον παθητικό στρατό που συνεχώς αυξάνει
έχουν αυτομολήσει τα κάτωθι:
ιδέες που δεν αγάπησαν την ύλη
φτερούγες παράλυτες απολυμένων αγγέλων
στάχτες αποτσίγαρα και χημικά
απόβλητα του κόσμου
η λιακάδα που εμφανίζεται μόλις κλειδώσεις τον ήλιο στο πρίσμα
σκέψεις που δεν επισκέφτηκαν
όνειρα που κοιμήθηκαν 
το βαθύτερο του ωκεανού εγώ
εσύ
ό,τι τέλος πάντων μεταφέρει  
η σιωπηλή χιονοστιβάδα της σκόνης.

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Κατατονία

 της Λογοτεχνικής Πιπίτσας

Πάνω στη σκηνή έχει τεράστια επιτυχία. Συρρέουν από όλες τις γωνιές του κόσμου – γνωστές και άγνωστες - για να παρακολουθήσουν το σόου του. Σε λίγο θα ακολουθήσουν για να παρακολουθήσουν παράγοντες γαλαξιακού και εξωσυμπαντικού τύπου. Είναι ένα οπωσδήποτε ζόρικο σόου με πολλά στοιχεία όπερας,  κάτι από καστράτο και μια πρέζα αυτοσχεδιασμού. Α, η πρέζα. Δύσκολο να καταχωρηθεί σε λίστες, να συμπεριληφθεί σε κατηγορίες ή να προστεθεί σε είδη. Το σόου, όχι η πρέζα. Το χειροκρότημα, καλά, το χειροκρότημα είναι χείμαρρος, καταιγισμός, πάταγος, χλαπαταγή… Δεν μετριέται, δεν συγκρίνεται, δεν ξεπερνιέται, δεν καταργείται. Δεν σταματά. Τι να πει ένας τίμιος πλην φτωχός κριτικός μπροστά σε αυτό το μεγαλείο ερμηνείας, αυτόν τον αδιαμφισβήτητο θρίαμβο του ταλέντου; Τα σκηνικά, οι συμπρωταγωνιστές, ο φωτισμός, η μουσική, α, όλα αυτά υπολείπονται δίπλα σ’ αυτό το σόου-κολοσσό γραμμένο για έναν και παιγμένο από έναν.

Οπωσδήποτε παιγμένο από έναν.

Η μαλακία είναι ατομική υπόθεση.

Και σ’ αυτό το σόου η μαλακία είναι παντού. Σαν χιονοθύελλα. Ο ήρωας παύλα πρωταγωνιστής παύλα σόουμαν παύλα ερμηνευτής κάνει ακριβώς αυτό. Τον μαλάκα. Απλά, με τεράστια επιτυχία, καθημερινά, χωρίς προφύλαξη και απουσία κάβλας. Καταλαβαίνετε βεβαίως τη δυσκολία του εγχειρήματος.

Γιατί πώς να αναπαραστήσει κανείς την μοναξιά ανάμεσα σε ορδές δυσκοίλιων και παρατρεχάμενων, την ποίηση ανάμεσα σε έναν οχετό από σκατά, ένα μυαλό που λιώνει από την εκτόξευσή τους, την όσφρηση που παραδίνεται στην αναβάθμιση της μπόχας, την όραση που σβήνει στη θέα μαριονετών που τους τρέχουν τα σάλια την ώρα που τραβούν τις σάρκες σου, τα φίδια που σε διεκδικούν, την αγκύλωση των χεριών όταν τελικά τα έχουν σκίσει όλα, την σαπίλα που είναι κολλητική, τα ερπετά της παραδίπλα πόρτας που γλείφουν εκεί που κατουρούσαν; Και σε λίγο θα μετακομίσουν δίπλα. Μέσα. Ναι, θέλει μεγάλη τέχνη η αναπαράσταση αυτή. Ειδικά την ώρα της κορύφωσης. Κρεσέντο. Σιωπή. Τότε, τότε είναι που έρχεται η δόξα. Η δόξα του μαλάκα που βουλιάζει χωρίς να φωνάζει. Ένας μαλάκας δεν φέρνει την άνοιξη.

And the Oscar goes to …

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η κραυγή για μια αιώνια ζωή

 του Θ.Π.


Είμαι γοητευμένος
από το φως της οικουμένης
στο φως αυτό θα ζήσω
πάντα σ’ αυτό θα  ελπίζω

ποιος αντέχει τη μιζέρια
και το κλάμα μιας κυρίας
στην κραυγή της αληθείας
και στα τρένα και στα πλοία

την κραυγή ενός παιδιού
ποιος αντέχει μια για πάντα
ποιος θέλει να χει μια ζωή
ένα γέλιο να τον τρέχει

την απλή ζωή της τρέλας
θα τη μάθω εγώ να ζήσω
θα μάθω εγώ για μια ζωή
να σταθώ στην οικουμένη

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Κυνηγημένος

 της Σωσώς Ζερό


Έτρεχα γρήγορα, γεμάτος ανάσες βαριές που πλάκωναν σε κάθε λαχάνιασμα όλες μαζί το στέρνο μου. Έστριβα σε αδιέξοδα και έπαιρνα φόρα πηδώντας από πάνω τους. Φρέναρα απότομα και με προσποίηση άλλαζα γρήγορα κατεύθυνση και τους έστελνα αντίθετα. Πηδούσα από μπαλκόνια, έβγαινα σε ξέφωτα, σκαρφάλωνα σε σκάλες υπηρεσίας και βυθιζόμουν σε υπονόμους. Το μέσα μου και το έξω μου κουβάρια.
 --Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες παιδικά δωμάτια με κομματιασμένες -από συμβουλές ταπετσαρίες. Έτρεχα όλος κι έφευγα και πέρναγε ο δρόμος βιαστικός κάτω απ’ τα πόδια μου..
Τους ξέφυγα.. για λίγο ήμουν σίγουρος…

Περπάτησα στα πιο κάτω στενά, η ανάσα μου καυτή, στέγνωσε από ώρα στο στόμα μου. Προσπαθώ να βρω κι άλλη φωτιά. Το τσιγάρο είναι ωραίο ακόμα και με στεγνό στόμα, έπειτα από τόσο τρέξιμο. Συνέχισα να περπατάω, η νύχτα γύρω μου άχρονη και τα αστέρια στο κόλπο.. μπήκα σε μια πάροδο από αυτές που πάντα προσπερνάω γρήγορα στο βήμα μου αφού δω πρώτα το όνομα τους. Οι φωνές είναι φρόνιμες, είναι ήμερες και δεν έπαψαν ποτέ μέσα μου.
--Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες σχολικές αίθουσες με παιδικά όνειρα και μυστικά καρφωμένα στον πίνακα. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε θυμωμένος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Με έχασαν.. για λίγο χαλάρωσα το βήμα…



Έστριψα σε ένα δρόμο κεντρικό και οι σιλουέτες δύο αντρών απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, με έκαναν να ανατριχιάσω. Με αντιλήφθηκαν αμέσως πως τους είδα και τάχυναν το βήμα με κάθε επιφύλαξη μιας και μέρα μεσημέρι θα κινούσαν το λιγότερο υποψίες. Όταν ο κόσμος ψωνίζει, μισεί τις αναποδιές. Έπρεπε να τρέξω διακριτικά, να ελιχθώ όσο πιο κομψά μπορούσα μέσα στις αλέες του κεντρικού πάρκου και να προσπαθήσω να απομακρυνθώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα απ’ την καταραμένη κίνηση της λεωφόρου. Κινούμουν γοργά, με ελαφρές αγκωνιές και διακριτικές σπρωξιές στους περαστικούς με τις σακούλες των μαγαζιών.
--Κυνηγημένος έτρεξα από εκατοντάδες χώρους εργασίας που χτύπησα κάρτα, με τα νιάτα μου αγουροξυπνημένα και χωμένα όπως-όπως στην κωλότσεπη. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε ύπουλος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Σίγουρα ξέφυγα.. για λίγο πρέπει να προσέχω τα νώτα μου…

Με ένα γοργό και ασταμάτητο ρυθμό, μπορείς να καταφέρεις να κρύβεσαι ακόμη και για λίγο –μέχρι να σε βρουν ξανά δηλαδή.. έφυγα από τη λεωφόρο και μπήκα πάλι στα στενά που τα καταφέρνω καλύτερα. Έτρεξα ξανά, όσο πιο γρήγορα μπορούσα αυτή τη φορά. Ακολούθησα δαιδαλώδη πορεία, τόσο που μπερδεύτηκα σχεδόν κι εγώ, που έχω τρέξει χιλιόμετρα στη γαμημένη πόλη. Δεν κοίταζα πίσω μου, δεν έχει σημασία πόσο κοντά ή πόσο μακριά ήταν, αλλά ότι εγώ στο δρόμο, είχα και πάλι το πάνω χέρι. Η ανάσα μου δεν ήταν βαριά σαν πριν, η αδρεναλίνη ηρέμησε τους πόνους και η ταχύτητα μου έπιασε κόκκινο.
--Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες συμβουλάτορες και μέντορες με φωνές μειλίχιες. Με βλέμμα σπινθηροβόλο, γεμάτο αναμονή και πίστη καλή μόνο για την άρρωστη πάρτη τους. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε λυπημένος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Είμαι πιο γρήγορος.. αλλά είναι πολλοί και με κουράζουν…




Τίμιοι δικαστές
Καλοί αστυνομικοί
Συμβουλάτορες πατέρες
Ευαίσθητοι καλλιτέχνες
Αστραφτερά χαμόγελα των διαφημίσεων
Καμμένα υποκείμενα των απαγορεύσεων
Ασυγχώρητοι δάσκαλοι

Κυνηγημένος έτρεξα και χάθηκα
και βρέθηκα και έπεσα και πέταξα και ξανάπεσα.
Κι έφτυσα κατάμουτρα τον αυταρχισμό σας

Μα, η φωνή μου σίγουρα δεν φτάνει
για την απέχθεια μου
σκεπάζει όμως την πόλη ολόκληρη…