Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

χάρτης για το 0 (φινάλε Ιανουαρίου)

του Dalikeri



πως πάω για το μηδέν;

μη σκεφτείς το εύκολο.
η ευκολία μένει Αδράνειας και Δειλίας,
δεύτερης παράλληλης του Θράσους.
η Θάρρους, ανάμεσά τους
σπάνια κατοικείται΄
θέλει Ψυχραιμία και Γνώση.
στην ομώνυμη διασταύρωση
βρίσκει σπίτι να νοικιάσει
μόνο η εξάσκηση.

και το δύσκολο βρίσκει.
βρίσκει μια σοφίτα με παράθυρο
που βλέπει Θεού και Ηλίου.
όποια απ’ τις δύο κι αν βαδίσεις,
αν και δε φαίνεται να κατευθύνεσαι προς το μηδέν,
-μην ανησυχείς-
κατηφορίζεις παρέα με τη σκιά σου.

αν νιώσεις κουρασμένος από το βάρος της
στρίψε Ανάγκης και Φόβου:
στη γειτονιά του μικροαστισμού
το κινητήριο μίσος κρύβεται
Ζωοδόχου Πηγής και Θανάτου.

για να συναντήσεις το μηδέν,
πριν βρεθείς Σάρκας και Δυσωδίας,
πρέπει να σταθείς Ψυχής και Σώματος
ολόκληρος για μια στιγμή.

έφτασες΄
βρίσκεις το μικρό σου ανύπαρκτο φίλο
φοιτητή αιώνιο
Παρελθόντος και Μέλλοντος γωνία.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

zero

της Σωσώ Ζερό



Είναι φορές που νομίζω πως θα ανοίξω την πόρτα να μπω στην κρεβατοκάμαρα και θα βρω ένα λιοντάρι καθισμένο στο κρεβάτι με βλέμμα που δείχνει πως είναι ώρα εκεί και με περίμενε να εγκαινιάσουμε παρέα την έναρξη της κυνηγετικής περιόδου μου.
Ή ένα φίδι κουλουριασμένο πάνω στο μαξιλάρι μου με το δηλητήριο του έτοιμο κι εύκολο…
Ή μια αρκούδα.


Στον πλανήτη Ζερό, το πέρασμα από τη ζωή στο θάνατο γίνεται απλά και εύκολα, σαν χοροπηδητό παιδιού σε παιδική χαρά.   Αν κριθεί σκόπιμο, μπορεί να συμβεί και το αντίθετο και μάλιστα με την ίδια ευκολία!    Όπως και να ‘ναι η ζωή των κατοίκων του, κανείς δε στεναχωριέται με την απώλεια αγαπημένων προσώπων και κανείς δε μετρά τα αγαθά και το χρήμα των άλλων.   Το μεθύσι της ζωής γίνεται συχνά ένα με το κανονικό μεθύσι και οι κάτοικοι του δύσκολα ξέρουν να πουν με σαφήνεια για το τί είναι πιο εθιστικό από τα δύο ή τί τους κάνει να μη χορταίνουν το καθένα ξεχωριστά.
  

Άλλες φορές σκέφτομαι να χαλάει ο καιρός και μετά από λίγη ώρα ο κόσμος.   Ο ουρανός να μη σταματά στο γκρι: να παίρνει όλο και πιο σκούρες αποχρώσεις μέχρι που να γίνεται εντελώς μαύρος, πίσσα και να ξερνάει κόκκινες φωτιές και ηλεκτρική βροχή.
 Θέλω η γη που ξέρω να χωριστεί στα δύο και να αρχίσει ένας σεισμός που να τη διαλύσει από μέσα, κόβοντας την ακριβώς στον ισημερινό σαν αλλόκοτο ξαπλωμένο αυγό και να πέσουμε στον κοσμικό γκρεμό οι μισοί απ’ τη μια μεριά και οι άλλοι μισοί από την άλλη.


Στον πλανήτη Ζερό -που είναι συνέχεια γερός και αιωνίως καινούριος- οι αρετές είναι ισάριθμες με τα ελαττώματα και οι εκκεντρικότητες το ίδιο με την προσήλωση στους κανόνες. Όσοι περιέγραψαν το Ζερό και βούτηξαν ιδία βούληση στη λακκούβα της σύγκρισης, δεν διεπίστωσαν ποτέ το ίδιο ελάττωμα 2 φορές. Το εκκεντρικό γίνεται γρήγορα συνηθισμένο και τα πιο φυσικά πράγματα γίνονται εύκολα παραξενιές.  Ο Ζερό δε γερνά, οι ιδέες του ναι. Οι λέξεις που τον περιγράφουν δεν είναι παρά κάτι σκόρπιες εντυπώσεις που εξηγούν μια θολή φωτογραφία σε κάποιον εκ γενετής τυφλό.


Πόσες καρδιές σπάνε κάθε μέρα; Κλείνω τα μάτια και θολώνω το βλέμμα   μέχρι ν’ακούσω το ρίγος στα αυτιά μου.   Βλέπω χιλιάδες κομμάτια κόκκινα από καρδιές που σπάσανε, κομμάτια πεταμένα αιμόφυρτα κι άδικες σάρκες να πληρώσουν τον έρωτα τους με το ωραίο αίμα τους,,
 θυσιασμένοι και πεντακάθαροι.   Θέλω να σπάσουν κομμάτια οι καρδιές όλων των ερωτευμένων της γης ταυτόχρονα, να εκραγούν μια Κυριακή απόγευμα και να πεταχτεί η αγάπη στα δωμάτια, με την ταχύτητα του αίματος..


Στον πλανήτη Ζερό τίποτα δεν έχει το όνομα του, όλα είναι διάσπαρτα και τακτοποιημένα ταυτόχρονα, όσα και να πεις γι’ αυτόν δε θα πεις ποτέ όλη την αλήθεια ή μπορεί να πεις και ψέμα άθελα σου.   Όταν είσαι εκεί, οι αξίες  έχουν μικρότερη σημασία, ενώ πιο σημαντικά είναι τα σκόρπια συμπεράσματα.   
Αν περπατήσεις στο δρόμο με τα δόντια σφιγμένα και με τα χέρια μπουνιές μες το παλτό, ο τόπος γεμίζει βρωμερούς υπόνομους και άσχημα μπουλούκια που σε καταδιώκουν… αν διασχίσεις τον ίδιο δρόμο φορώντας ένα κόκκινο εξώπλατο φόρεμα, ελαφροπατώντας με τα χέρια ανοιχτά, δε θα δεις ούτε έναν.
   Περισσότερο από  τον Ζερό, είναι η ανάγκη του.


Θέλω να πάρουν φωτιά τα αίματα. Κανονική.  
  Να τρέξουν μέσα μας καυτά και ολόφωτα να βγουν στους δρόμους και να κάψουν ό, τι βρεθεί στο διάβα τους.
 Το νερό δεν ξεπλένει. Το νερό κρυώνει. Θέλω φωτιά
Φωτιά μόνο…


 Στον πλανήτη Ζερό πήγε και πέθανε το όνειρο.
  Ο πλανήτης επινοήθηκε για να κρύψει το δυσώδες πτώμα.   Ακολούθησαν οι ευχές και μετά οι αναμνήσεις.. οι ελπίδες ούτε που ήρθανε. 
 Στο μπερδεμένο κουβάρι της αιωνιότητας το μηδέν που προκύπτει απ΄τη διαίρεση σου με τον εαυτό σου, είναι το μόνο που μπορεί να σε ενώσει με το άπειρο.
 Και μόνο μέσω του πόνου.


Ζω;

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Moral Nihilism (Lyrics)


life negatively
as falling into nihilism..
The monotonie believes that moral claims
are false.....
self violence..
..self destructive..
..I Believe In Godless Negative Art
..Burn your flesh and scream....

..the failure of human's portait...
I can't stand in this place....anymore....
...let me free
..Let me in Silence once again.....
..Words As images
plastic symbols
new mirerable steps...
whispers and whispers...
whispers and whispers..
..Too Close.....
..too Beutiful....
..too Ambient..
Drink My poison From My veins.....
kill yourself..
My inner self.
Blessed the nihilism
The only Beauty.....
the Serenity....
The Withering
Self Mutilation Madness
Self Decay Schizophrenia
To Elect...
Death is a part of Life.....sarcasm in your fucking mania...
Drink My Poison From My veins.
.the only beauty
days like funeral
into the eternal.....
the eternal..
of my disgusting life....

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Γράμμα από τα ξένα

του Καρόλου του μαύρου Σκώληκα



Χτες Δευτέρα ημέρα του μήνος δεκατέσσερες, πήρα το λεφορείο για τη δουλειά.
Δε γίνετε συχνά αλλα είν´ ωραία αμα τυχαίνει. Έξω έκανε κρύο,  βροχή δεν έριχνε, ήτανε ξάστερα είχε βαθμούς μηδέν.
Οι πόρτες ανοίξανε. Είπα οδό και αριθμό καί ´πειτα πλήρωσα με κάρτα.
Δεν είπα και πολλά με την οδηγό, μια ξερή καλημέρα. Νομίζω αυτή δεν απάντησε.
Έκατσα μπροστά δεξιά.Και μετά απορροφήθηκα.
Εξω νύχτα βαθμοί μηδέν.
Θυμήθηκα για το χωριό μου, κει που μεγάλωσα. Την κάσα της εξώπορτας πού ‘τανε σιδερένια και λεπτή μπλε. Στο πάνω μέρος της είχε ένα κακόγουστο σχέδιο και πίσω του σκαλιστό γυαλί.
 Στην αυλή είχε ένα πεύκο, μια λεμονιά, ένα μικρό μποστάνι και μιά κληματαριά που το καλοκαίρι φουντώνανε σταφύλια. Απο κει φώναζε η Ελένη να πά να μαζέψω λίγα να φάμε. Και πήγαινα.
Μετά ειχε και αμπάρι με στάρι, τυρί και κρασί. Ξύλα και ένα παλιό βενζινοπρίονο που όλο χάλαγε.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου να το βλαστημάει και μετά να με κοιτάει ευτράπελος, και τον φίλο μου το Βαγγελη και τί μου χε πεί  -Ενα μαγικό πατίνι, έτσι να σχίζει τα ουράνια, να βλέπω λίγο το Ναύπλιο και να γυρίζω παλι πίσω, μου έλεγε, και γώ τονέ  κοιτούσα σα χάνος.
Τώρα είμαι στο δρόμο.Το λεφoρείο άναψε το αριστερό του το φλάς καί φυγε προς το κέντρο.
Η μέρα εχει αρχήσει να φαίνεται, ενα χρώμα πορτοκαλί έχει πάρει ο ορίζοντας και γώ ο μαύρος χαμογέλασα απο χαρά. Σήκωσα το κεφάλι   μου στον ουρανό κι είδα τα στέρια του γαλάκτου να σέρνουνε,  έπειτα κοίταξα κάτω το δρόμο κι είδα ενα πεταμένο τσιγάρο. Ήτανε στεγνό, τό ‘βαλα στο στόμα χωρίς να το φυσήξω, έτσι βρώμικο, και τ άναψα με κάτι σπίρτα που τα είχα αγοράσει τάχα  να υπάρχουν.
Δούλεψα μισή μέρα και γιαυτό γύρισα νωρίς σπίτι. Πήρα το γιό μου, το Σταύρο, και πήγαμε στις κούνιες. Εκείνος μου γελούσε στην τραμπάλα του και γώ έπλεα. Θυμήθηκα την κούνια μπέλα που μου τραγούδαγη μάνα μου όσο ήμουν παιδί. Την είπα οσο θυμόμουνα.
Αυτά.


                                     Χελσινγκμποργκ,Σουηδία.
                                   13.12.4986

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Μηδέν εις το τετράγωνο

της Dark Chocolate



Αυτό το παγερό χειμωνιάτικο πρωινό ο Κ. βρίσκεται στο μικρό καφέ πάνω από τη θάλασσα. Ο ουρανός συννεφιασμένος, τα κύματα σκάνε με δύναμη στη βραχώδη ακτή. Κάθεται στη συνηθισμένη θέση. Άκρη άκρη στον τοίχο, μπροστά στην τζαμαρία.

Η Δ. κοιτάζει μέσα από το τζάμι. Η συνοικία (ή μάλλον η γειτονιά, τι κι αν περνάει ο ηλεκτρικός) μοιάζει τόσο όμορφη και άσχημη μαζί. Τσιμέντο, δέντρα, άνθρωποι που περπατούν, βροχή.
     Έστρεψε το βλέμμα μπροστά, μες στο βαγόνι. Άλλη μια συνηθισμένη μέρα είχε μόλις ξεκινήσει. Συνειδητοποίησε πως είχε ήδη αργήσει. Καθόλου πρωτότυπο για εκείνη, όλοι όσοι την ήξεραν, λίγο ή περισσότερο, το είχαν διαπιστώσει σχετικά γρήγορα. Στην πραγματικότητα δεν ήταν κάτω από τον έλεγχό της, δεν μπορούσε να το ελέγξει. Άρχισε λοιπόν να σκαρφίζεται δικαιολογίες. Αρχικά για τη δουλειά. Μετά πέρασε σε άλλες. Για τους γονείς της, γιατί δεν πήγε για φαγητό προχτές, για τους φίλους της, για εκείνον τον καχύποπτο γνωστό που αμφισβητούσε τα άρθρα της στην εφημερίδα, για τη μαμά της που της έλεγε συνέχεια πως πάχυνε, για τον μπαμπά της που κορόιδευε το νέο της φίλο... η λίστα δεν είχε τελειωμό. "Τι νόημα έχουν όλ’ αυτα;" αναρωτήθηκε. Κι έφερε στο νου όλα όσα έκανε χτες, αυτά που θα κάνει σήμερα, αυτά που θα κάνει αύριο...  Και κατέληξε πως ίσως δεν έχουν νόημα, αλλά ούτε και αποτέλεσμα. Ή μάλλον έχουν, πώς δεν έχουν, πώς θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως δεν έχουν;! Το αποτέλεσμα είναι μηδέν. Εις το τετράγωνο. Ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα.

Ο Κ. έπινε τον καφέ του στη γνωστή θέση, σχεδόν όλοι τον ήξεραν εκεί, όχι προσωπικά, απλώς τον είχαν δει να κάθεται πάντα εκεί και κάτι δήθεν να σημειώνει, καθώς περιεργαζόταν την πυκνή γενειάδα του. Δήθεν φαινόταν, αλλά ίσως και να σημείωνε στ΄αλήθεια.
     Το ήξερε πως κάποιοι τον κοιτούσαν με απορία. Δεν τον ενδιέφερε όμως. Μάλιστα μετά από κάποιες μέρες ούτε που το πρόσεχε. Ήταν πολύ απορροφημένος στις σκέψεις του. Κατά περίεργο τρόπο, όλες του οι σκέψεις κατέληγαν σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, χωρίς όμως ποτέ να περιέχουν οποιουδήποτε είδους υπολογισμούς. Μηδέν. Εις το τετράγωνο. Ξανά και ξανά. Συνέχεια. Εμμονικά.

Οι εμμονές αλλάζουν μορφή, αλλάζουν ουσία, όμως ποτέ, μα ποτέ, δεν αλλάζουν ένταση. Εντονότατες λοιπόν και μεγάλες σε διάρκεια, κατατρώνε το νου μέχρι τέλους, μέχρι να εξουδετερωθεί κι ο τελευταίος μηχανισμός αυτοάμυνας.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ζωή μηδέν

the_Stranger




Χθες άνοιξα έναν λογαριασμό στο Facebook. Μηδέν φίλοι. Μηδέν αιτήσεις φιλίας. Μηδέν μηνύματα. Κανείς.

Το e-mail μου άδειο. Μηδέν εισερχόμενα, μηδέν απεσταλμένα.

Κοιτάζω το κινητό μου. Μηδέν αναπάντητες, μηδέν μηνύματα, "έχετε μηδέν ευρώ στο λογαριασμό σας". Τίποτα.

Το θερμόμετρο στον τοίχο δείχνει μηδέν βαθμούς. Χειμώνας, η αγαπημένη μου εποχή.

Ανοίγω την τηλεόραση στο αγαπημένο μου κανάλι. Το μηδέν. Είναι το κανάλι του βίντεο. Δεν έχω βίντεο. Δείχνει μόνο μια μαύρη οθόνη. Τίποτα.

Ο λογαριασμός μου στην τράπεζα έχει μέσα μηδέν ευρώ. Περισσότερα απ'όσα χρειάζομαι.

Η ομάδα μου έπαιζε νωρίτερα. Ποδόσφαιρο. Ήρθε μηδέν-μηδέν. Το αγαπημένο μου αποτέλεσμα, η τέλεια αρμονία.

Το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος. Βενζίνη μηδέν. Ο χιλιομετρητής στο μηδέν. Το κοντέρ κολλημένο κι αυτό στο μηδέν. Ήθελα το αυτοκίνητο να έχει πινακίδα ΟΟΟ 0000. Μου είπαν πως δε γίνεται. Απογοητεύτηκα.

Μου αρέσει να παίζω με το χρονόμετρο. Να το βάζω να τρέχει, και μετά αμέσως να το σταματάω και να το μηδενίζω. Και ξανά, και πάλι ξανά.

Τι υπέροχος αριθμός που είναι το μηδέν. Το ήξερες ότι το μηδέν είναι ο μόνος αριθμός που απέχει εξίσου από το συν άπειρο και το πλην άπειρο; Ναι, ο μοναδικός. Μόνο το μηδέν.

Οι εξετάσεις αίματος βγήκαν πολύ καλές. Ζάχαρο μηδέν. Χοληστερίνη μηδέν. Τριγλυκερίδια μηδέν. Και η πίεσή μου φοβερή: Μηδέν η μικρή, μηδέν η μεγάλη.

Η ώρα είναι δώδεκα τα μεσάνυχτα. Μηδέν-μηδέν και μηδέν-μηδέν. Τέσσερα μηδενικά. Μου αρέσει αυτή η ώρα.

Είναι ωραίο το μηδέν. Παρεξηγημένος αριθμός. Έχει ένα μεγαλείο που λίγοι μπορούν να εκτιμήσουν. Οι εκλεκτοί. Εμείς οι εκλεκτοί το εκτιμάμε. Ζούμε με το μηδέν, ζούμε για το μηδέν, ζούμε στο μηδέν. Ζωή μηδέν

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Από το μηδέν αρχίζω...

το ξεχασμένο σημείωμα


Μηδένισα. Και τώρα πώς αρχίζω πάλι; Δεν έχω το κουράγιο. Η ζωή όμως προχωράει και γω θα μείνω πίσω εκεί, στο μηδέν, ενώ όλα και όλοι γύρω μου θα πολλαπλασιάζονται. Πώς να κάνω την αρχή; Που να πιαστώ; Τα σχέδιά μου ματαιώθηκαν, τα όνειρά μου σβήνουν. Ό,τι είχα χάθηκε και κουράστηκα να κυνηγώ ό,τι απέμεινε. Ένα βήμα είναι, όλα ξεκινούν από ένα βήμα. Και βήμα-βήμα κατακτάς το Έβερεστ σου. Αλλά δεν μπορώ, τα πόδια μου καρφώθηκαν στους πρόποδες. Δεν ξέρω αν η ψυχή δεν ακολουθεί το σώμα ή το σώμα την ψυχή. Είναι σα να σβήνει το παρελθόν, όλα όσα ήξερες, όλα όσα είχες, όσα ένιωθες. Και να πρέπει να αρχίσεις από νέα βάση, με νέα δεδομένα. Δε γίνεται όμως να σβήσει το παρελθόν και τα καινούργια γεγονότα που θα με ξεκουνήσουν από τη θέση μου δεν ήρθαν ακόμα. Εκεί στο μηδέν κολλημένη, να περιμένω, να εύχομαι, να ελπίζω. Κάθε βήμα και ένα δάκρυ, μια παγίδα στημένη έτοιμη για μένα. Δε θα πέσω αυτή τη φορά. Το βήμα μου θα είναι σταθερό και θα πατάει γερά. Σκέψη και βήμα, έτσι θα συνεχίσω. Αρχίζω...και δεν ξαναμηδενίζω πια.  

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Μήτε ένα = Μηδέν

του el hombre solo



...3,...2,...1...,

"Τα τέρατα δικάστηκαν με μάρτυρα την πείνα,
αποκλεισμένα μια ζωή σε ακούσια καραντίνα.
Η απελπισιά περίστροφο και σφαίρες της, οι ανάγκες
Αντε... και καλή τύχη μάγκες….” (*1)

- Μωρό μου μην μαγειρέψεις για μένα. Θα κοιμηθώ στου Παντελή με τα παιδιά απόψε. Θα πάμε να πάρουμε τον Παύλο από τον Κορυδαλλό… Πόσα μας περισσεύουν αυτόν τον μήνα;… Θα θέλει ρούχα, παπούτσια, τσιγάρα…, κάπου να μείνει. Σου είπα να μην μαγειρέψεις;
Δύο χρόνια. Είναι πολύς καιρός.

Την επόμενη μέρα, σταματήσαμε με το αυτοκίνητο, «κινηματογραφικά», έξω από το σωφρονιστικό κατάστημα. Ο Παντελής βγήκε από την πύλη σαν να ήταν μια διαδρομή που ακολουθούσε κάθε μέρα. Με σκυφτούς τους ώμους και μικρή καμπούρα. Τα χέρια χωμένα στις τσέπες του τζίν μπουφάν και με βήμα γοργό, έφτασε στο αυτοκίνητο. Αγκαλιαζόμασταν στην μέση του δρόμου.

- Εσύ αδερφέ μου, δεν θα με φιλήσεις;

- Μου έλειψες, που να πάρει η ευχή να πάρει.

Δύο χρόνια για ένα τίποτα. Δύο χρόνια για το τίποτα.

Οι διαφορές είναι τόσο μικρές. Οι αποστάσεις μηδαμινές. Η ευτυχία ζει στο ίδιο κελί με την δυστυχία. Η επιτυχία μάχεται για να αποδράσει από την αποτυχία. Η αγάπη ανακρίνει το μίσος. Το κέρδος συλλαμβάνετε από την χασούρα. Η λύπη τακιμιάζει με την χαρά. Ακόμα κι η πολύτιμη ηρεμία, συνορεύει με το άγχος. Ποίος μπορεί να διακρίνει αν το δάκρυ σου είναι γλυκό ή πικρό; Μηδέν. Μηδέν, γιατί η ηδονή έγινε πόνος, κι ο πόνος ηδονή.

Και το μηδέν είναι ένα. Το ξεχωρίζεις «κομπιουτερικά». Είναι πιο λεπτό από το χοντρό Όμικρον. Και δεν θα παχύνει ποτέ.

Πάνω στον κύκλο κάθε σημείο είναι τέλος και αρχή ή δεν υπάρχει τέλος και αρχή, ή,
τέλος και αρχή είναι το σημείο που εσύ επιλέγεις.

Κι αν το μηδέν ήταν στιγμή θα ήθελα να ήταν ο Major Tom, στο διάστημα , που κοιτώντας τον κόσμο από ψηλά, ζητούσε από το Χιούστον να μεταβιβάσει στην γυναίκα του, την αγάπη του γι΄αυτήν. (*2)


(*1) Παύλος Σιδηρόπουλος
(*2) David Bowie “Space Oddity” 
(Though Im past one hundred thousand miles
Im feeling very still
And I think my spaceship knows which way to go
Tell me wife I love her very much she knows)

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Ο Δυαδισμός Της Απιστίας


Γη. Ήλιος. Αέρας. Θάλασσα. Φως. Όλα όμορφα στοιχεία της φύσης. Όλα καλώς καμωμένα από έναν Θεό. Από το μηδέν. Από το απόλυτο μηδέν. Πολλές φορές χωρίς να το θέλω νιώθω την ανάγκη να πιστέψω. Ψάχνω απεγνωσμένα να βρω ένα στήριγμα. Δεν είναι η εποχή τόσο δύσκολη που με ωθεί σε κάτι τέτοιο. Σύμφωνα με τον δάσκαλο μου στο θέατρο, πάντα υπάρχει ένα πίσω κείμενο σε κάθε λόγο μας. Υπάρχει ένα θέλω ή μια ανάγκη που κάθε φορά εξυπηρετούμε όλοι μας. Ο λόγος πολλές φορές κρύβει και μερικές φορές δε συμφωνεί με αυτό το θέλω. Και εγώ διαλαλώ με περηφάνια και αλαζονεία την αθεΐα μου, την μη πίστη μου. Δεν εξηγώ όμως με πονηριά που πιστεύω. Όχι στον κόσμο με τον  οποίο συνομιλώ. Σ' αυτούς ξέρω τι θα πω! Ο εαυτούλης μου όμως γιατί να βασανίζεται τόσο πολύ; Γιατί δεν του δίνω καμιά απάντηση; γιατί τον λησμονώ τόσο φανερά; Δεν του δίνω καμιά εξήγηση, τον αφήνω στα κρύα του λουτρού και όταν με ρωτάει αν τελικά πιστεύω στο μηδέν, απλά τον κοιτάω σα χάνος. Ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι τρέμω. Τρέμω να παραδεχτώ ότι δεν είναι δυνατό να μην πιστεύω σε κάτι ανώτερο ή διαφορετικό από μένα. Τρέμω να σκεφτώ ότι κάποια μέρα απλά θα πεθάνω σαν όλους τους άλλους. Μα εγώ είμαι διαφορετικός. Δεν είμαι σαν όλους. Έτσι μου μάθανε. Έτσι με μεγάλωσε η μάνα μου. Και δεν την κατηγορώ. Είναι ωραίο να σου λένε ψέματα για την μοναδικότητά σου. Και τώρα που προσπαθώ να προχωρήσω, να αλλάξω κατεύθυνση, όχι απλά δυσκολεύομαι, αλλά βασανίζομαι. Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι δε θα ξαναζήσω ή ότι δε θα ζω για πάντα, έχοντας σώμα και πνεύμα! Έχοντας ωραία φωνή! Πού είναι κι αυτός ο μαλάκας!!! Γιατί δε σηκώνει το τηλέφωνο; Πάλι θα ξενογαμάει... κι είχα όρεξη για ένα ουίσκι με δύο παγάκια! Καλά, άστο. Θα την πέσω... αύριο πρέπει να πάρω το Θ1, να πάω για μάθημα και τι άλλο; Τίποτε. Μηδέν!

Αυτά σκεφτόταν λίγο πριν πέσει ο κύριος! Για να καταλάβετε και σεις που διαβάζεται το παρόν λογοτεχνικό κείμενο και δεν είστε από τη Θεσσαλονίκη, το Θ1 είναι το σήμα ελεύθερου πάρκινγκ στο κέντρο. Σπουδαίες δουλειές είχε πάλι το πρωί! Για κακή του τύχη είχε χαλάσει το ράδιο, η λάμπα κάηκε, οπότε... σκατά ύπνο θά ‘κανε. Είμαι σίγουρος!

Αποσπάσματα από το λογοτεχνικό δημιούργημα του Θ.Π. «Οι Φαντασιώσεις»

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

Σε χρόνο μηδέν

της Πανδώρας


Ήταν όταν έσβησαν τα φώτα. Και... δώδεκα, έντεκα, δέκα... τρία, δύο, ένα... μηδέν!
Όταν σβήνουν τα φώτα καμιά φορά ασυναίσθητα κρατάς τα μάτια κλειστά και τότε... όλα μπορούν να συμβούν.  Ειδκά όταν αλλάζει ο χρόνος. Ανάμεσα στο χρόνο που φεύγει μεσολαβεί ένα κενό, μια μικρή ρωγμή όπου ο χρόνος μηδενίζεται.
Κλείνοντας τα μάτια ένιωσα να χάνω την ισορροπία μου, σα να υποχώρησε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου. Ασυναίθητα κράτησα και την αναπνοή μου και τότε γλίστρισα κι έπεσα στο τίποτα του χρόνου, στην τρύπα ενός στρογγυλού μηδενός.
Όταν συνήλθα απ’ τη σύντομη κατρακύλα, άνοιξα τα μάτια και και προσπάθησα να διακρίνω στο μισοσκόταδο. Όλα ακίνητα. Θαμπές φιγούρες σα φαντάσματα, οι σκέψεις, οι πράξεις, τα λάθη της χρονιάς που πέρασε, παραμόνευαν στο μουσείο της μνήμης, πριν στοιβαχτούν οριστικά στης λήθης τα υπόγεια.
Εντελώς απρόσμενα και άνευ λόγου μια ευφορία άρχισε να με κατακλύζει. Ένιωθα την ευεξία της απόλυτης παραίτησης. Επιτέλους, ο χρόνος ακίνητος, δίχως να τρέχω να τον προλάβω, δίχως το αγχωτικό του μέτρημα, δίψως να μου προσθέτει καινούργιες ρυτίδες στο σαρωτικό του πέρασμα... εξωτερικές κι εσωτερικές. Μακάρι να κρατήσει αρκετά αυτό, ευχήθηκα βουβά.
«Είναι κανείς εδώ;», ρώτησα την απόλυτη σιωπή.
Κι ηχώ αποκρίθηκε:
«...δω...δω...δω;»
Μα τι να δω τέλος πάντων; Αυτά που ήταν εκεί μέσα τα είχα ήδη δει, μου ήταν τόσο γνώριμα όσο ο καθρέφτης του μπάνιου μου που με κοιτάζει σκληρά κάθε πρωί.
Προχώρησα διστακτικά εξετάζοντας τις ακίνητες μνήμες. Στιγμές ευχάριστες και δυσάρεστες, εμπειρίες αρνητικές και θετικές, πράξεις έξυπνες και παντελώς ανόητες, σκέψεις όμορφες και άσχημες, κινήσεις καλές και κακές, ιδέες χρήσιμες και άχρηστες...
Μούμιες βαλσαμωμένες στις προθήκες του μηδενικού χρόνου, απολογισμός στη χαραμάδα των ετών που αλληλοδιαδέχονται το μέτρημα.
Δεν τα πάω καλά με το μέτρημα, ούτε με τους αριθμούς άλλωστε, γι’ αυτό μ’ αρέσει το μηδέν. Δεν είναι ακριβώς αριθμός, αλλά κι αριθμοί δε στέκονται χωρίς αυτό.
Πάρε για παράδειγμα το 2012. Τι θα ήταν χωρίς το μηδέν; Φτωχότερο κατά χίλια οκτακόσια χρόνια! Δεν είναι και λίγα... Κι ύστερα, μ’ αρέσει γιατί είναι επαγγελματίας αμφισβητίας, φτιαγμένο από «μη» και «δεν». Όχι, όχι «μηδέ εν», όπως ισχυρίζεται η γραμματική, πράγμα που δηλώνει ανυπαρξία, γιατί απλούστατα δεν είναι ανύπαρκτο. Είναι υπαρκτό και παρόν και μάλιστα διαρκώς.
«Που είσαι λοιπόν;» το φώναξα.
Κι η ηχώ επανέλαβε:
«...ον...ον...ον.»
Ήρθε και με βρήκε, στρογγυλό και εύθυμο, αναπηδώντας σα λαστιχένιο μπαλάκι σε παρκέ.
«Τι είσαι επιτέλους, ον ή μη ον;» του έθεσα το βαθυστόχαστο φιλοσοφικό ερώτημα.
«Μήπως και το μη ον, δεν είναι ον;» αποκρίθηκε υπεκφέγοντας, αλλά διατηρώντας ανεπαίσθητα την ίδια φιλοσοφική διάθεση της συμφοράς.
Παρατήρησα το στρογγυλό του σουλούπι μισοκλείνοντας τα μάτια.
«Από πότε η άρνηση είναι θέση;»
«Δεν υπάρχει θέση χωρίς άρνηση. Όλα καθορίζονται απ’ το αντίθετό τους. Η ύπαρξη δεν έχει νόημα χωρίς την ανυπαρξία».
«Και τώρα που βρίσκομαι στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία;»
«Μη μου πεις ότι δεν ξέρεις! Κάπου ανάμεσα, στο μεταίχμιο. Όπως ανάμεσα στους θετικόυς και τους αρνητικούς αριθμούς στέκω εγώ».
«Το σίγουρο είναι ότι βρίσκομαι σε μια άλλη διάσταση», συμπέρανα σκεφτική. «Σε ποια όμως;»
«Δεν είναι προφανές; Στη δική σου βέβαια». Και μετά σα να το σκέφτηκε λίγο συμπλήρωσε:
«Όπως πάντα, δε νομίζεις;»
Το τελευταίο μου ακούστηκε κάπως σα να ‘λεγε:
«Στην κοσμάρα σου... όπως πάντα», αλλά προτίμησα να το αφήσω ασχολίαστο.
Στο κάτω κάτω η «κοσμάρα» μου ήταν εκεί, τουλάχιστον της χρονιάς που πέρασε, ίσως και των περασμένων χρόνων, αν είχα το κουράγιο να προχωρήσω παραμέσα.
Οι ακινητοποιηνένες αναμνήσεις στοίχειωναν το μηδέν του χωροχρόνου και μ’ εμπόδιζαν να προχωρήσω. Πλησίασα αποφασιστικά. Όσο καλά και να τις γνώριζα, αλλιώς φάνταζαν εκεί μέσα. Μπορούσα να τις ψηλαφίσω, να τις περιεργαστώ και να τις επανεξετάσω με την ησυχία μου. Πρόσεξα ότι η θερμοκρασία άλλαζε κατά περίσταση. Εκείνες που περιείχαν αγάπη μ’ έκαναν να νιώθω ζεστασιά, ρίγη κι ανατριχίλες όσες ήταν στηριγμένες σε οργή και μίσος.
«Σε τι χρησιμεύει αυτό λοιπόν, αν δεν μπορώ ν’ αλλάξω τίποτα; « ρώτησα το μηδέν που με συντρόφευε.
«Μη δοκιμάζεις ν’ αλλάζεις αυτό που έγινε. Προσπάθησε να κάνεις καλύτερο αυτό που έρχεται».
Κούνησα το κεφάλι απογοητευμένη. Η εμπειρία της ηλικίας μου καθώς και όλου του ανθρώπινου γένους – πολύ μεγαλύτερη από 2012 έτη – μου υπενθύμιζαν σταθερά το αναπόφευκτο του λάθους που επαναλαμβάνεται και διαιωνίζεται.
«Μπορώ τουλάχιστον να παραμείνω έτσι, κρατώντας το χρόνο ακίνητο; Είναι τόσο γαλήνια εδώ μέσα!»
«Δεν μπορείς. Κανείς δε μένει σφηνωμένος αιώνια ανάμεσα σε δυο χρονικές στιγμές.  Σε λίγο θα πρέπει να αναδυθείς στην επιφάνεια».
Αμάν αυτές οι αρνήσεις του!
«Όμως η διάρκεια της επίσκεψής μου δε θυμίζει στιγμή. Θα ‘λεγα μάλιστα ότι έχουν περάσει ώρες».
«Μη γελιέσαι, δεν υπάρχει χρόνος. Το μέτρημά του είναι ανθρώπινη εφεύρεση. Επιστρέφοντας θα βρεθείς εκεί ακριβώς απ’ όπου έφυγες».
Α ναι; Και τότε τι είναι η φθορά του χρόνου, η αρχή και το τέλος, το άπειρο και το μηδέν;» ρώτησα οργισμένη.
Το μηδέν είχε γίνει άφαντο. Αντί γι’ αυτό καταδέχτηκε να μου απαντήσει η ηχώ:
«...εν...εν...εν».
Ταυτόχρονα όρμησε ένας στρόβιλος που παρέσυρε τις παγωμένες μνήμες, τις σάρωσε,τις περιδίνησε με δύναμη και μένα με πέταξε απότομα στην επιφάνεια. Στο πέρασμα του χρόνου.
Άνοιξα τα μάτια την ίδια στιγμή που άναβαν τα φώτα για να υποδεχτούν τον καινούργιο χρόνο. Ώστε ήταν αλήθεια, όλα έγιναν σε χρόνο μηδέν.
Γύρω μου όλοι χαμογελούσαν και τσούγκριζαν εύθυμα τα ποτήρια. Φιλιά, φωνές και ευχές.
«Καλή χρονιά, ευτυυχισμένος ο καινούργιος Χρόνος!»

                                  Πρωτοχρονιά του 2012

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Συνέντευξη με τον Θεό

the_Stranger

το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο blog thestranger.blogspot.com

- Κυρίες και κύριοι, καλωσήρθατε σε ένα ακόμη «Ου Γαρ Οίδασι» – ή μάλλον όχι απλά ένα ακόμη «Ου Γαρ Οίδασι», αλλά στην πιο σπουδαία τηλεοπτική εκπομπή από καταβολής κόσμου. Όπως σας είχαμε ανακοινώσει, έχουμε εδώ, στο στούντιο, ζωντανά, τον Θεό, ο οποίος θα μας δώσει την πρώτη του συνέντευξη!

- Ε, όχι και την πρώτη! Είχα δώσει συνέντευξη και στον Μωυσή, και στον Αβραάμ, και σε ένα σωρό άλλους.

- Έστω, την πρώτη του τηλεοπτική συνέντευξη. Κύριε Θεέ, καλησπέρα σας.

- Καλησπέρα και σε σας και στους θεατές σας, ανεξαρτήτως θρησκείας.

- Θα θέλατε μήπως να σας προσφωνώ με κάποιο άλλο από τα ονόματά σας;

- Όχι, μπορείτε να με φωνάζετε με το καλλιτεχνικό μου, έτσι με έμαθε ο κόσμος.

- Πολύ ωραία. Αν θέλετε, κάντε μας μια παρουσίαση του εαυτού σας για τους τηλεθεατές μας που τυχόν δεν σας γνωρίζουν.

- Εεεε…Λοιπόν, είμαι ο Θεός, είμαι άχρονος, και σαν μεγαλύτερο επίτευγμά μου θεωρώ την κατασκευή του σύμπαντος και όλων όσων υπάρχουν σε αυτό.

- Μάλιστα. Πείτε μου κάτι: Όλοι ξέρουμε ότι η Αγία Τριάδα είναι ομοούσιος, ενιαία και αδιαίρετη, όμως εγώ βλέπω εδώ μόνο τον Πατέρα. Που είναι ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα;

- Α, αυτή είναι μία κλασική παρεξήγηση. Όταν λέμε ότι είμαστε αδιαίρετοι, εννοούμε στην πραγματικότητα ότι είμαστε αχώριστοι, σχεδόν αυτοκόλλητοι. Δε σημαίνει ότι είμαστε το ίδιο πράγμα. Να, ο Ιησούς είναι πίσω, στα παρασκήνια, και έχει τσακίσει τα καναπεδάκια. Ντρέπεται ο κακομοίρης να βγει στο γυαλί, φοβάται μην πάθει τα ίδια πάλι. Το Άγιο Πνευμα, πάλι, κάπου εδώ γύρω θα βόσκει, δεν μπορεί να πήγε μακριά.

- Μια και μιλάμε για παρεξηγήσεις, θα μπορούσατε να μας αποκαλύψετε τι ισχύει για το filioque, δίνοντας τέλος σε μια διαμάχη αιώνων μεταξύ των Καθολικών και των Ορθόδοξων πιστών σας; Από πού εκπορεύεται τελικά το Άγιο Πνεύμα;

- Συγνώμη, δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω αυτό.

- Για ποιον λόγο;

- Αποτελεί απόρρητο προσωπικό δεδομένο του Αγίου Πνεύματος και δε θα ήθελα να το δημοσιοποιήσω.

- Τι μήνυμα θα θέλατε όμως να στείλετε στους πιστούς σας που διαφωνούν πάνω σε αυτό το θέμα;

- Παιδιά, get a life. Ασχοληθείτε με τίποτα πιο σοβαρό από τα προσωπικά του Αγίου Πνεύματος, που στο κάτω-κάτω δε σας αφορούν κιόλας.

- Αλήθεια, τι έχετε να πείτε για τους αμέτρητους πολέμους που έχουν γίνει στο όνομά σας;

- Μη μου το λέτε σαν να φταίω εγώ, διαβάσατε πουθενά στις 10 εντολές να αναφέρω «Σκότωσε όποιον δε γουστάρεις»; Οι άνθρωποι συστηματικά παρερμηνεύουν τη Βίβλο και συνδέουν τα χειρότερα εγκλήματα με τη θρησκεία, αλλά δε φταίω εγώ γι’αυτό, εσείς φταίτε.

- Σας έχουν κατηγορήσει συχνά ότι δεν επεμβαίνετε στον κόσμο, αφήνοντας την αδικία ατιμώρητη και τη φτώχεια να κυριαρχεί. Τι θα απαντούσατε στους επικριτές σας;

- Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Έστω ότι προσλαμβάνετε έναν αρχιτέκτονα για να σας κατασκευάσει ένα σπίτι. Αν το σπίτι πέσει και σας πλακώσει, φταίει ο αρχιτέκτονας. Αλλά αν εσείς χτυπήσετε με δύναμη το κεφάλι σας στον τοίχο και σκοτωθείτε, δε φταίει ο αρχιτέκτονας, αλλά εσείς ο ίδιος. Έτσι κι εγώ, κατασκεύασα έναν ωραίο πλανήτη για να ζήσετε, κι εσείς τον κάνατε σαν τα μούτρα σας.

- Δηλαδή δε σκοπεύετε ποτέ να επέμβετε για να γίνει καλύτερος ο κόσμος;

- Όχι, ποτέ. Δεν είμαι υποχρεωμένος, εξάλλου. Η εγγύηση του πλανήτη, που βρίσκεται στο πίσω μέρος του, κάπου στη Μογγολία, αναφέρει ρητά ότι ισχύει για κατασκευαστικά λάθη, και ουδεμίαν ευθύνη φέρει ο κατασκευαστής για βλάβες που προκλήθηκαν στον πλανήτη με υπαιτιότητα των κατοίκων του.

- Δεν ενισχύει όμως αυτό που λέτε το επιχείρημα κάποιων ότι είτε δεν μπορείτε να εξαλείψετε το κακό από τον κόσμο, άρα δεν είστε παντοδύναμος, είτε δεν θέλετε να το εξαλείψετε, άρα δεν είστε πανάγαθος;

- Φυσικά και όχι. Ίσως με έχετε μπερδέψει με τον Σούπερμαν, αλλά εμένα δουλειά μου δεν είναι να επεμβαίνω στα ανθρώπινα και να βάζω τους κακούς στη φυλακή. Δουλειά μου είναι να κρίνω τους ανθρώπους μετά θάνατον για όσα έκαναν κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Και θα πρέπει να ξέρετε ότι η διαδικασία της κρίσης είναι αμείλικτη, γνωρίζουμε τα πάντα για σας, οπότε θα λάμψει η αλήθεια και θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο.
- Αλήθεια, με βάση ποια κριτήρια κατηγοριοποιείτε τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς» μετά θάνατον; Για παράδειγμα, ένας ενάρετος αλλά άθεος άνθρωπος πώς θα κριθεί;

- Η αλήθεια είναι ότι η στάση μας απέναντι στην αθεΐα έχει μαλακώσει κάπως τα τελευταία χρόνια, γιατί αναγνωρίζουμε ότι είναι δύσκολο κανείς να διατηρήσει την πίστη του ακέραια με τόσους πειρασμούς γύρω. Έτσι, αν ένας άθεος είναι ενάρετος, τον περνάμε πρώτα από ένα ταχύρρυθμο φροντιστήριο για να μάθει τα βασικά, και μετά περνάει στον Παράδεισο.

- Έχουμε μία σχετική ερώτηση από έναν τηλεθεατή, που ρωτάει πώς είναι ο Παράδεισος και αν μπορείτε να του πείτε αν θα πάει εκεί ή στην Κόλαση…

- Λυπάμαι, δεν μπορώ να περιγράψω τον Παράδεισο, δε θα χώραγε η εικόνα του στο θνητό μυαλό σας – χωρίς παρεξήγηση. Όσο για το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, τις λίστες με τα ονόματα τις διαχειρίζεται ο Άγιος Πέτρος, εγώ δεν ασχολούμαι με αυτά.

- Στατιστικά, θα λέγατε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι πηγαίνουν στον Παράδεισο ή στην Κόλαση;

- Οπωσδήποτε στην Κόλαση, και μάλλον φταίμε κι εμείς γι’ αυτό. Οι απαιτήσεις για να μπει κάποιος στον Παράδεισο είναι πολύ υψηλές, είναι σχεδόν τόσο δύσκολο όσο το να μπεις στην Ιατρική ή την Αρχιτεκτονική.

- Έχετε μετανιώσει για κάποια λάθη που έχετε κάνει;

- Όχι, γιατί είμαι αλάθητος. Για οτιδήποτε άσχημο συμβαίνει στον κόσμο ευθύνεται ο Διάβολος και οι άνθρωποι που του επιτρέπουν να παρεισφρήσει στις ζωές τους.

- Αν είστε αλάθητος, τότε γιατί στασίασαν εναντίον σας τόσοι άγγελοι, δημιουργώντας το Κακό;

- Γιατί έκαναν ΑΥΤΟΙ λάθος, νομίζοντας ότι μπορούσαν να μου πάνε κόντρα. Όμως είναι γνωστό ότι στο τέλος το καλό θα θριαμβεύσει, όπως στις θεάρεστες χολιγουντιανές ταινίες.

- Έχουμε ένα ακόμα μήνυμα από κάποιον δύσπιστο τηλεθεατή, που λέει: «Αν είσαι όντως ο Θεός, κάνε ένα θαύμα και βάλε μου 500 εκατομμύρια στον τραπεζικό μου λογαριασμό. Χο χο χο».

- Χο χο χο, πείτε στον κύριο εξυπνάκια ότι ξέρουμε ποιος είναι, και μόλις κέρδισε ένα εισιτήριο πρώτης θέσης για την Κόλαση. Συγχαρητήρια! Χο χο χο.
- Με ειδοποιούν από το κοντρόλ ότι θέλει κάποιος να παρέμβει τηλεφωνικά στη συζήτηση…Είναι ο κύριος Διάβολος, όπως με πληροφορούν!

- Πώς; Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;

- Κύριε Διάβολε, με ακούτε;

- ΣΑΣ ΑΚΟΥΩ ΜΙΑ ΧΑΡΑ.

- Πείτε μας, για ποιον λόγο θέλατε να παρέμβετε;

- ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΚΟ ΝΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΜΟΝΟ Η ΜΙΑ ΠΛΕΥΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΝΤΙΛΟΓΟ. ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΠΡΟΣΩΠΩ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ.

- Διαφωνείτε σε κάτι απ’όσα μας έχει πει ο κύριος Θεός μέχρι τώρα;

- ΔΙΑΦΩΝΩ ΜΕ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΠΕ, ΕΙΝΑΙ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ, ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ ΨΕΥΤΗΣ.

- Καταλαβαίνετε ότι αυτή είναι μία πολύ βαριά καταγγελία που κάνετε…

- ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. Ο ΘΕΟΣ ΑΝ ΗΘΕΛΕ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΠΑΡΕΜΒΕΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΕΞΑΛΕΙΨΕΙ ΤΟ ΚΑΚΟ, ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΕΠΕΙΔΗ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ, ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΕΙ ΜΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΘΛΙΟ ΤΡΟΠ-

- Τι είναι αυτά που λέτε, κύριε; Ξεστομίζετε απίστευτα και απαράδεκτα ψεύδη!

- ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΣΑΣ ΔΙΕΚΟΨΑ.

- Έχει δίκιο, σας παρακαλώ μην τον διακόπτετε, ας ακούσουμε τι έχει να μας πει και μετά θα έχετε κι εσείς χρόνο να τοποθετηθείτε. Συνεχίστε παρακαλώ, κύριε Σατανά.

- ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΑ, ΛΟΙΠΟΝ, Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ. ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΘΕΩΡΕΙ ΟΝΤΑ ΚΑΤΩΤΕΡΑ ΠΟΥ ΑΞΙΖΟΥΝ ΝΑ ΑΦΕΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΟΥΣ.

- Με συγχωρείτε, αλλά η εικόνα που έχουμε οι περισσότεροι από μας είναι ότι ο Θεός είναι πανάγαθος, και σκοπός του είναι να προστατεύσει τους ανθρώπους από το Κακό, το οποίο αντιπροσωπεύετε εσείς.

- ΦΥΣΙΚΑ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΕΧΕΤΕ, ΕΠΕΙΔΗ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΣΑΣ ΕΔΩΣΑΝ. ΟΠΩΣ ΕΙΠΑ ΚΑΙ ΠΡΙΝ, Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΣ. ΔΕΝ ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΟΛΜΑΕΙ ΝΑ ΤΟΥ ΦΕΡΕΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ, ΤΟΝ ΕΚΜΗΔΕΝΙΖΕΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΑΒΑΛΛΕΙ. ΕΓΩ ΚΑΙ ΟΙ ΟΜΟΙΟΙ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΚΦΡΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟ.

- Θέλετε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;

- ΠΟΛΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩΣ. ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ ΟΛΟΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΔΑΜ, ΤΗΝ ΕΥΑ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΛΟ.

- Ναι, η γνωστή ιστορία με το φίδι που ωθεί την Εύα στον πειρασμό.

- ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΤΣΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΑΓΑΠΗΤΕ. Ο ΟΦΙΣ ΗΘΕΛΕ ΑΠΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ, ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕ ΣΤΟΥΣ ΘΝΗΤΟΥΣ ΝΑ ΦΤΑΣΟΥΝ ΣΕ ΑΥΤΗΝ. Ο ΘΕΟΣ ΕΔΙΩΞΕ ΤΟΥΣ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΟΥΣ ΕΠΕΙΔΗ ΠΑΡΕΒΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΝΤΟΛΗ ΤΟΥ, ΜΙΑ ΕΝΤΟΛΗ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ. ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΗΘΕΛΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ, ΝΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΑΔΙΣΤΙΚΑ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥΣ ΕΔΩΣΕ, ΣΤΕΡΩΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ. ΚΑΙ Ο ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΟΦΙΣ ΕΙΧΕ ΣΚΟΠΟ ΝΑ ΕΞΑΛΕΙΨΕΙ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΑΔΙΚΙΑ.

- Τι έχετε να πείτε πάνω σε αυτό, κύριε Θεέ;

- Μα είναι προφανές ότι ο κύριος λέει ψέματα. Ποιον θα πιστέψετε, εμένα που είμαι πανάγαθος ή τον Σατανά που εδώ και εκατομμύρια χρόνια το μόνο που κάνει είναι να σκορπίζει παντού το κακό;

- ΨΕΜΑΤΑ ΛΕΩ; ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΤΙ ΟΛΟΥΣ ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΛΜΗΣΕΙ ΝΑ ΣΟΥ ΕΝΑΝΤΙΩΘΟΥΜΕ ΣΕ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΜΑΣ ΕΧΕΙΣ ΕΞΟΡΙΣΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΜΕ ΣΤΑ ΚΟΙΝΑ; ΟΤΙ ΜΑΣ ΕΧΕΙΣ ΔΙΑΒΑΛΕΙ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΙΒΛΟ ΓΙΑ ΝΑ ΦΑΙΝΕΣΑΙ ΕΣΥ ΣΑΝ ΣΩΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΝΩ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΣΑΙ ΕΝΑΣ ΣΤΥΓΝΟΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ; ΟΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΕΙΣ ΝΑ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΚΑΙ ΝΑ ΓΕΛΑΣ;

- Σας παρακαλώ, ας χαμηλώσουμε λίγο τους τόνους, ας μην ξεφεύγει η συζήτηση από το πλαίσιο της ευπρέπειας.

- Μα τι περιμένετε αγαπητέ μου όταν δίνετε βήμα σε τέτοια κατακάθια; Περιμένετε από τον μέγιστο συκοφάντη Σατανά ευπρέπεια;

- ΤΟΛΜΑΣ ΚΑΙ ΛΕΣ ΕΜΕΝΑ ΣΥΚΟΦΑΝΤΗ; ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΪΝ ΣΕ ΜΕΝΑ ΠΗΓΕΣ ΝΑ ΤΗ ΦΟΡΤΩΣΕΙΣ;

- Συγνώμη, αλλά εγώ αρνούμαι να συνεχίσω αυτή τη συζήτηση και θα φύγω από το στούντιο.

- Όχι, σας παρακαλώ, μη φεύγετε, έχουμε πολλές ερωτήσεις από τους τηλεθεατές μας…

- Δε με νοιάζει, να μείνουν να αναρωτιούνται, όπως κάνουν εδώ και αιώνες. Αλλά δε φταίει κανένας άλλος, εγώ φταίω που είπα να κατέβω να σας διαφωτίσω.

- ΝΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ, ΘΕΣ ΝΑ ΠΕΙΣ, ΕΠΕΙΔΗ ΠΕΣΑΝΕ ΟΙ ΜΕΤΟΧΕΣ ΣΟΥ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ…

- Ακόμα στη γραμμή είσαι εσύ ρε; Κλείστε τη γραμμή στον κύριο, μη ρίξω σεισμό και τα γκρεμίσω όλα εδώ μέσα!

- ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΔΙΑΛΟΓ-*ΚΛΙΚ*τουτ-τουτ-τουτ-τουτ

- Σας παρακαλώ, μη φεύγετε, έχουμε πολλές ερωτήσεις…Ο κόσμος θέλει να μάθει…Μην…Εχμ…Κυρίες και κύριοι, σας ζητάμε συγνώμη γι’αυτό το απρόοπτο, συμβαίνουν αυτά στις ζωντανές εκπομπές. Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα, όπου θα έχουμε μία ακόμα μεγάλη συνέντευξη, αυτή τη φορά με τον Άγιο Βασίλη. Μέχρι τότε, καλό βράδυ. Κι ο Θεός μαζί σας.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

μηδέν εις το πηλίκο

του Αλέξανδρου Κάππα

«Πόσο εις το πηλίκο;» λέει ο δάσκαλος. Όμως εγώ σκέφτομαι τη φουστίτσα της Μαρίας. Μαρία, Μαράκι, δώσ’ μου το χεράκι σου, μη φοβάσαι, χαμογέλα, γλείψε την ανάσα μου, είμαστε μόνοι, στις τουαλέτες, χειροπόδαρα, ανάμεσα από γηπεδικά συνθήματα, πάνω στα βρώμικα πλακάκια. «Μηδέν εις το πηλίκο» λέει ο δάσκαλος. Μαρία και Μαρίες αυτής της τάξης, δεν σας αξίζω. Θέλω μόνο το κυκλάκι σας ανάμεσα στις απέραντες περγαμηνές από μπούτια. Σας αξίζω όμως γιατί υποκλίνομαι σ’ αυτόν τον σχολικό ναό, επί ονείρου κρεμάμενος και στο ξυπνητό μου, κάθε πρωί, την ώρα της προσευχής, την ώρα της ονειροπόλησης, που είναι κάθε ώρα, και ειδικά η ώρα που ο δάσκαλος αναφωνεί: «μηδέν εις το πηλίκο». Θα ήθελα λοιπόν, και το λέω ευθαρσώς, όρθιος εδώ και άξιος, στον μαυροπίνακα της παιδικής τυραννίας, πως επιθυμώ την καταβύθιση σ’ έναν διαρκή μηδενισμό – άκου δάσκαλε κι εσύ, «πώς βγαίνει μηδέν, Αλέξανδρε;», λέει ο δάσκαλος, «κάποιο λάθος έχεις κάνει», λέει τώρα βλοσυρός, «ως συνήθως», λέει και σηκώνεται από την έδρα με τη βαριά σκιά του να τρεμοπαίζει στον μαυροπίνακα καθώς έρχεται αυτή η φωτεινή αχτίδα απ’ το παντζούρι, όπου βρίσκεται και το θρανίο της Μαρίας, κάθε Μαρίας που επιθυμώ να εκμηδενίσω και εντός της να μηδενιστώ. «Είναι σωστό, δάσκαλε, το πηλίκο». Και βλέπω τα φρύδια του να σηκώνονται και τη Μαρία, αχνή στο βάθος, ηλιόλουστη, να μου χαμογελά ανοίγοντας τον επάνω κύκλο της διαίρεσης: από το μηδέν, θα έλεγε κανείς, εις το μηδέν, από πάνω μέχρι κάτω, ποτέ ενδιάμεσα ή πλαγίως, γραμμή ασυνεχής, από σημείο σε σημείο, μηδέν ισούται με μηδέν: όροι εξίσωσης ορμονικής, που μας ταλαιπωρεί, σαν κρυφή γέννηση, χωρίς ποτέ να έρχεται, νυχθημερόν τεντωμένη στο παντελόνι, μέχρις αυτόβουλου ανακουφισμού, άλλη λύση δεν υπάρχει, ασφυκτιούμε σε κοινωνικούς περιορισμούς που δεν συνάδουν με το σώμα, το οποίο, εξαιτίας αυτού του παραλογισμού, μονίμως νοσεί, εμφανίζεται φιλάσθενο. «Δεν αισθάνεσαι καλά αγόρι μου;» λέει τώρα ο δάσκαλος, ανήσυχος, εκκωφαντικά παράταιρος σ’ αυτή τη στρογγυλάδα που εκπέμπει η Μαρία σουφρώνοντας ολοένα το στόμα της σ’ ένα μεγάλο «Ο». Από κάτω της, το γνωρίζω αυτό, με συμφέρει να το ξέρω, η Μαρία ψιχαλίζει κυκλικώς. Αρνούμαι λοιπόν να δεχτώ άλλο πηλίκο, ενώ ο δάσκαλος με ταρακουνά από τις πλάτες, «σύνελθε Αλέξανδρε», αρνούμαι εγώ, «μηδέν εις το πηλίκο!», αρνούμαι και φωνάζω, «τόσο βγαίνει!», πλέοντας σ’ έναν αστερισμό από αβυθομέτρητες Μαρίες, σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας, όλος μια ορμονική κουκκίδα που βουτά στα πηλίκα της τάξης και τα γεμίζει αναπνέοντας μέσα σ’ αυτή τη στρογγυλή εξίσωση που κανείς μαθηματικός, ποτέ των ποτών, δεν κατάφερε να λύσει, στον μαυροπίνακα.