Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Στη μέση του παγερού αέρα (φινάλε φεβρουαρίου)

της Dark Chocolate




Ντυμένη με το χοντρό λευκό παλτό (με πολική αρκούδα πρέπει να ’μοιαζα), ζωσμένη με την τσάντα χιαστή και κουβαλώντας το βαρύ χαρτοφύλακα (ή περίπου χαρτοφύλακα) διέσχιζα υπομονετικά, αν και λίγο αγχωμένα, το συσσωρευμένο πλήθος στην αποβάθρα.
Κάποιοι χαρούμενοι, άλλοι βλοσυροί, έμοιαζαν στην πλειονότητά τους, σαν χαμένοι. Σαν ναυαγοί που εξαφανίστηκε το πλοίο τους κι αναζητούν για πάντα την Ιθάκη. Μοιάζουν να την αναζητούν εδώ και χρόνια, ίσως ανέκαθεν, ποιος ξέρει; Ούτε κι οι ίδιοι πιθανόν.
Εδώ και καιρό, πολλοί άρχισαν να μου λένε τα δικά τους. Συνωμοσίες και μυστικά σχέδια που δόλιους στόχους έχουν. «Παραμύύύθιααααα» φώναζε ο άλλος. Και μάταια κοντραρίζονταν. «Τελικά δεν έπεισε κανείς κανέναν» έλεγα αν τύχαινε κάποιος να ρωτήσει. Κι ήταν αυτή η αλήθεια, τόσο αλλόκοτη συνάμα. Τι κι αν έτρεχαν όλοι σαν τρελοί, σκόρπιοι, παραδομένοι σε μια τρέλα δίχως αρχή και τέλος, μα με μια τεράστια διάρκεια. Ναι, απλώς υπήρχε...
«Παραμύύύθιααααα» φώναξε πάλι ο άλλος, κρεμασμένος σ’ ένα φαρδύ μπαλκόνι στη μέση του παγερού αέρα και τα σύννεφα βαριά κάπου στον ορίζοντα. Είχε πάρει από ώρα να νυχτώνει...
Κάποιος άλλος μιλούσε λέγοντας τα ίδια, τα κακά μαντάτα. Λέξεις και ονόματα επανέρχονταν στο λογύδριό του με μια συχνότητα που μόνο εκνευρισμό μπορούσε να προκαλέσει. Σαν ένα μαύρο πέπλο να ’πεσε πάνω απ’ όλους τους, σαν η σκόνη να σκέπασε κάθε θυμηδία.
«Πάψε, μη μιλάς! Σταμάτα!» τού φώναξε κάποιος, εκφράζοντας ίσως, τα μύχια αισθήματα όλων.
Κι όσο μας αφηγούταν αυτή την παλιά ιστορία, σκέφτηκα πως τελικά – όχι, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση- θα έπρεπε να έχω πέσει σε κάποιο κενό του χωροχρόνου, μόνο έτσι εξηγείται... Γιατί ήμουν κι εγώ εκεί, το θυμάμαι καθαρά. 
«Παραμύύύθιααααα» ξανάπε ο άλλος, κρεμασμένος σ’ ένα φαρδύ μπαλκόνι, στη μέση του παγερού αέρα...

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Τέλος Στο Παραμύθι


στίχοι του Θ.Π.

Βρες και πες μου ένα ωραίο παραμύθι
σε βιβλίο με μαγείες θα το βρεις
θα 'ρθουν κάποτε οι μέρες της αιώνιας ζωής
των θεών και των ανθρώπων
που θα μοιάζουν τόσο όμοια όσο κανείς

μια φορά και δυο καιρούς
θα χορεύουμε σκοπούς
θα χορεύουμε όλοι μόνοι
μα δε θα 'μαστε καθόλου χωριστά

κερατιάτικα πληρώνω των γονέων
τις βαλίτσες μου σηκώνω και πονούν τα δυο μου χέρια
θα ρθουν κάποτε οι μέρες της αιώνιας αγάπης
των δυάδων ή τριάδων  ότι θέλει ο καθείς
παραμύθι μου πια τέλος, ήρθε η ώρα να χαθείς

μία παρά και δυο λεπτά
σε περιμένω στις επτά
να χορεύουμε στον κόσμο
και δε θα 'μαστε καθόλου χωριστά 
  

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ρεαλισμός


του Dalikeri


μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παραμύθι.
στάθηκε τριγύρω απ’ τη φωτιά
μαζί με άλλα παραμύθια
που ζήταγαν στόματα να δανειστούν
για να ειπωθούν, για να υπάρξουν.

από τα χείλη κάποιου να πιαστεί φοβόταν
από την μεταγλώττιση ένιωθε πως θα εξαρτιόταν
πως θ’ άλλαζε το νόημά του πίστευε
και θα ‘χανε την αίσθηση ο μύθος.

έτσι, σιγά σιγά
έφυγαν όλα τα στόματα τριγύρω απ’ τη φωτιά
και το παραμύθι μας δεν μετενσαρκώθηκε ποτέ

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Αλήθεια!

της Σωσώ Ζερό



Κάθε βράδυ κοιμίζω προσεκτικά τους φανταστικούς μου φίλους σε σπιρτόκουτα και σε ξύλινα συρταράκια που τα πιο ψηλά τα φτάνω με σκαμπό.    Δε φοβούνται καθόλου, η χήνα η δασκάλα με τα γυαλιά που κουνάει συνεχώς το κεφάλι της, τα προσέχει όλη νύχτα με τα μάτια ανοιχτά.




Εϊ, το ξέρεις ότι άμα βάλω τον ξυλοκόπο με το πριόνι, τον μπαμπά του Κοντορεβιθούλη με τα ψύχουλα και την Κοκκινοσκουφίτσα με τα τάπερ στο δωμάτιο
και κλείσει η μαμά το φως,
 αυτοί παίζουν μυστικά μες το σκοτάδι;


  Άμα πας μέσα και είναι μέρα, το δωμάτιο είναι γαλάζιο με λουλούδια και πεταλούδες και παγίδες ανάμεσα.
  Στις παγίδες πιάνω αλεπούδες από την ουρά και ποντικούς με φαρδιά παντελόνια και τιράντες.

Τα πιο όμορφα κουκλάκια μου τα έφτιαξε η κόρη της φίλης της μαμάς μου,
είναι φτιαγμένα από αστέρι κανονικό που κάηκε
και έπεσε στην βεράντα στον ψηλό τον όροφο
εκεί που έρχονται οι  Αγιοβασίληδες.
   Με αγαπάει σαν νεράιδα και την έχω παντρευτεί. 
  Έχει τα πιο μακριά μαλλιά με λουλούδια
και άμα θέλει πετάει. Την έχω δει.

 Τα φτερά της βγαίνουν από μέσα από την πλάτη και γι’ αυτό κάνει κούνια χωρίς να πέφτει.
 Περπατάει και ανάποδα.
 Έχει φίλο φίδι αληθινό και βάτραχο και με έβαλε στο αμάξι της μια φορά και το οδήγησα.

Το μεγάλο δράκο τον πράσινο τον έχω φίλο και είναι καλός. Μια φορά δάγκωσε καρχαρία δυνατό με δηλητήριο.
 Τρώει τα μήλα με τη φλούδα και μασάει και το κοτσάνι γιατί γίνεται.  
 Η φωτιά που βγάζει δεν πονάει αλλά καίει τα μαλλιά.

  
Μετά όμως μέσα στο δωμάτιο είναι και οι δεινόσαυροι που τους βάζω κάτω απ΄ το κρεβάτι μαζί με τα μεγάλα φορτηγά που μού’ φερε ο Νονός και η άλλη φίλη της μαμάς που έχει πολλούς.
 Άμα θέλει πετάει κι αυτός.

Αγαπώ πιο πολύ τα σκυλιά και τους λύκους που κάνουν πιο θόρυβο.
Το λιοντάρι είναι τα πιο δυνατό απ’όλα και ο βασιλιάς της Ζούγκλας κι όταν φωνάζει το τρέμουν όλοι
 και οι ρινόκεροι.   

 Απ’ όλους πιο πολύ τους λύκους, ο άσπρος είναι ο αγαπημένος μου που είναι και είναι πιο σοφός και λέει στους άλλους τι να κάνουν κι από πού να περάσουν για να μην σκοτωθούν κι αυτοί περνάνε.  

Στη βιβλιοθήκη με τα κουτιά, ο Τζακ με τα μαγικά φασόλια είναι σίγουρα φίλος με τον Πινόκιο -μετά που έγινε αγόρι και τον Νιλς. 
Απ’ όλα τα  αγόρια έχω τον Νιλς πιο φίλο γιατί έγινε μικρός και έφυγε ταξίδι από ψηλά στα βουνά με το χιόνι και όλες αυτές τις χήνες που μιλούσαν.

Στο πιο ψηλό συρτάρι φυλάγω τη μοτοσυκλέτα την κόκκινη με τον άνθρωπο που του κόπηκε το κεφάλι στη θάλασσα
και δεν ξανακολλούσε με τίποτα.
  Την άλλη που δε στέκονταν όρθια μου την πέταξαν κάτι μεγαλύτερα παιδιά στα σκουπίδια και δεν πήρα άλλη.
 
Ο Μπάτμαν και ο Άιρον μαν
έχουν κι αυτοί μηχανές να οδηγάνε και του Σπάιντερ μαν βγάζει και ιστό και πιάνει κακούς λύκους και την Κυρά Μάρω
την αλεπού την κλέφτρα.

Ο ουρανός τα βράδια γεμίζει αερόστατα
και φεγγάρια μισά που όλα μαζί ταξιδεύουν και πάνε στη χώρα του γκρίζου Κουτουρού.  
Τα άγρια σκυλιά κάνουν ησυχία για να κοιμηθούν οι γατούλες,
Η χήνα η δασκάλα με τα γυαλιά, τα προσέχει όλη νύχτα,
Αλήθεια!



-Τι; Δε με πιστεύεις;




στο γιό μου

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ποιός το περίμενε.

του Καρόλου, του μαύρου Sκώληκα


Το σκότωσα το θερίο, το συνέθλιψα. Μου βριχότανε ώρα πολύ πρίν το τελειώσω.
Με χτυπούσε με τη ουρά του λυσσάμενο αλλα ´γώ στεκόμουν ανίκητος
Για´ τούτη τη φορά, ήτανε δικό μου. Το ήξερα.
Χλεύαζε το χτικιό με τη γλώσσα του τη βλωσηρή μα γώ ο ατρόμητος ουτε που νοιάχτηκα.
Είχα ´να δόρι μακρύ σουγλερό και το δούλευα καλά στο δεξί μου.
Όλη την ώρα ημουν ορθός, με το κεφάλι σκυμένο μετρούσα τον άνεμο.
Ώσπου γίνανε οι ψιχάλες πιο σιγανές και τα φύλλα κουνάγαν αργά.
Μια ´πιθυμία με γαργάλησε στα ´χαμνά. Ένας παλμός πανάρχαιος
Τού ριξα.
Το βρήκα στο μάτι.
Η λεπίδα μου του στριψε τα μυαλά, πέρασε το κρανίο το σύντριψε και καρφώθηκε μέσα στο χώμα δυο πιθαμές.
Ήμουν ο νικητής. Κείνο σπάραε για ώρα. Όλο του το κορμί, εξου του κεφαλιού του, κούναε σα κορδέλα στον άνεμο.
Τί πανηγύρι!
Τί μέρα λαμπρή!
Γύρω μετά ήρθε κόσμος. Μου γελούσε και μ’ έλεγε ήρωα.
Τους καθησύχασα οτι θά φευγα μέσως.
Πλησίασα το σώμα του που χε πάψει, ο άλλοτε τρομερός  πολεμιστής τώρα δε κείττεται.
Άνιαχτος για το κακό που τού ‘κανα.
Βούτηξα τα χέρια μου στη σάρκα του και τα γέμισα αίμα.
Μετά πέρασα ένα προς ένα το πλήθος και δυο γραμμές στον καθένα τους τράβηξα.
Αγγαλιαστήκαμε, φιλιθήκαμε.
 Έφυγα.
Και ζήσαν αυτοί καλά και μείς καλύτερα.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Back to the future


el hombre solo



Αργά ή γρήγορα θα την πάθαινα. Την λένε ουρολοίμωξη.

Κατουρούσα αίμα κι η τουαλέτα βρωμούσε.





Ο γιατρός, σημείωσε στο χαρτί παραγγελίας…, «Υπέρηχος».

Στον υπέροχο μου είπαν…, «όταν βρεις χρόνο, να πας να κοιτάξεις το συκώτι σου».

Βρήκα χρόνο κι επισκέφτηκα με πολύ θάρρος ένα ιδιωτικό νοσοκομείο.

Ο χώρος της υποδοχής του οποίου, ήταν πιο ζεστός κι από ρεσεψιόν ξενοδοχείου.

Με έστειλαν με ένα χαμόγελο να ακολουθήσω την μπλε γραμμή στον διάδρομο.

Στο τέλος του διαδρόμου κάθισα στα νικελομένα παγκάκια και περίμενα μόνος το τίποτα.

Κοιμάσαι;

Έσκυψα στα γόνατα μου και κοίταξα στο βάθος. Ο φωτισμός ήταν από ταινία του Κούμπρικ. Η φωτογραφία σαν να έχει βγει από ακριβή μηχανή της Νίκον. Κι ήμουν μόνος.

Η πόρτα δίπλα μου άνοιξε και με κάλεσαν στο μηχάνημα.

Ξάπλωσα κι η γιατρός δίπλα, μου άπλωσε το τζελ στην κοιλιά με το χέρι της.

Στην μεγάλη οθόνη που βρισκόταν μπροστά της εμφανίστηκε το πρόσωπο ενός κυρίου με γραβάτα. Η γιατρός έστρεψε το σώμα μου με πλάτη σε αυτή κι υπάκουε του «τηλε-ιατρό» στις εντολές του. «Εκεί εκεί…, κράτα το εκεί κυρία Ανθή. Μπράβο, ακόμα πιο δεξία».

Η εξέταση τελείωσε και μου ζήτησαν να περιμένω στο χωλ.

- Εσείς γιατί είστε εδώ;

- Πολύποδας. Ήρθα να μου τον αφαιρέσουν με λέιζερ. Είχα ένα κενό από την δουλειά και πετάχτηκα πριν το γυμναστήριο, την σχολή χορού, το κλείσιμο των αγορών και το μαγείρεμα κι είπα να έρθω. Σε πέντε λεπτά είχα τελειώσει.

- Εσείς; Αν δεν σας προσβάλω που ρωτάω.

- Τα ψεύτικα δόντια μου. Θέλω να τους αλλάξω χρώμα. Φέτος θα φορεθούν χρώματα της γης και ήρθα να προλάβω να τα σκουρίνω. Βλέπετε; Φορώ ακόμα το ζαχαρί που «έπαιζε» το καλοκαίρι. Θυμάστε: Πιο ευλογημένα χρώματα. Να κάνετε κι εσείς τα δικά σας. Να τα ανοίξετε λίγο γιατί είναι πολύ κίτρινα.

Κοιμάσαι;

Η κεντρική οθόνη έγραψε… «Επισκέπτης νούμερο 11, στο δωμάτιο 23».

Το δωμάτιο 23 ήταν περίπου 50 τετραγωνικά μέτρα. Με ένα οβάλ τραπέζι και μια μεγάλη οθόνη. Εκεί με περίμενε μια ακόμα γιατρός. Που στεκόταν πάνω στις ψηλές της γόβες, φορούσε μετρίου μήκους μαύρη φούστα με κόκκινη μάλλινη μπλούζα και η άσπρη ρόμπα της ήταν άδετη.

- Αγαπητέ επισκέπτη. Μόλις αποχωρήσω από το δωμάτιο, θα εμφανιστεί την οθόνη ο γιατρός. Να θυμάσαι πως μπορείς να του μιλήσεις αλλά δεν μπορεί να σε δει.

- Μείνε μαζί μου. Φοβάμαι.

- Λυπάμαι. Με δεσμεύει το ιατρικό απόρρητο.

Η οθόνη άνοιξε, ο γιατρός ξεροέβυξε.

«Το συκώτι σου έχει μαζέψει πολύ λίπος. Αυτό συνέβη από την αλόγιστη κατανάλωση οινοπνεύματος. Το συκώτι δαπανά κάποιο χρόνο για να καθαρίσει κάποιες ουσίες που βρίσκονται στο αίμα σου. Όταν εσύ προσθέτεις κι αυξάνεις την ποσότητα, τότε συμβαίνουν τα εξής. Το συκώτι κουράζετε. Το αλκοόλ που μένει ας πούμε ακαθάριστο, καίει τα κύτταρα του συκωτιού. Κι αυτό στη συνέχεια γίνετε λίπος. Το συκώτι σου μοιάζει σαν συκώτι σαραντάχρονου. Κι εσύ, μμμ… ,είσαι δεν είσαι 25 ετών».

- Και τι πρέπει να κάνω γιατρέ;

« Να κόψεις το αλκοόλ στη σταγόνα, και να φτιάξεις την διατροφή σου. Δεν φτάνει να μην πίνεις καθόλου. Πρέπει και να τρως τροφές που θα αναδομήσουν το συκώτι σου».

Κοιμήσου τώρα…

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Το παραμύθι μου

το ξεχασμένο σημείωμα 





Είχα μια αγάπη μια φορά που μοιαζε παραμύθι
μα η πληγή που μ’άφησε είναι βαθιά στα στήθη.

Πολύτιμό του μ’έλεγε και φώτιζε η ματιά του
Ώρες πολλές χανόμουνα μέσα στην αγκαλιά του.

Ταξίδια, λόγια κι όνειρα και ο καιρός περνούσε
Κι όλο και πιο πολύ νόμιζα μ’αγαπούσε.

Μα τόση ευτυχία δεν άντεξε και δείλιασε ωστόσο
Έφυγε, με άφησε και μ’έκανε να ματώσω.
Γι’αυτό...
Λόγια πολλά μη λές και τίποτα μην τάξεις
Αν κάνεις πίσω τη στιγμή που ‘ναι να γίνουν πράξεις.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

το παραμύθι με τους καθρέφτες


του Dr.Wormhole


Μια φορά κι ένα καιρό, στη μακρινή πολιτεία της Πρώτης Θάλασσας,  μέσα στη κοιλιά μιας όμορφης γυναίκας κατοικούσαν δυο  καθρέφτες. Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά και κάθε πρωί που ξύπναγαν και άνοιγαν τα μάτια τους στο κόσμο, ο ένας κοίταγε τον άλλον και μέσω αυτού τον εαυτό του. Οι καθρέφτες για όσους δεν γνωρίζουν, όταν γίνονται ζευγάρι, δεν έχουν την ιδιότητα να καθρεφτίζουν μόνο υλικά πράγματα αλλά και όλων των ειδών τις υλικές και ψυχικές αισθήσεις, ακόμη και τις σκέψεις. Συζήταγαν λοιπόν παρέα, μόνοι τους, σαν τους τρελούς. Μοιραζόντουσαν απόψεις, εμπειρίες και ανάγκες για ώρες χωρίς ποτέ να ακούει ο ένας τον άλλον. Τότε η Πραγματικότητα, θεά του αληθινού Χώρου εκείνης της εποχής, τους εγκατέλειψε για πάντα. Στη θέση της είχε ξεμείνει σαν σκιά  η ανακατεμένη ηχώ των ίδιων τους των εικόνων. Που όλο μεγάλωνε και μεγάλωνε, σα μικρό σύμπαν που τρώει ολοένα και περισσότερο τη σάρκα του Τίποτα. Μέχρι που ο ένας, δεν ξέρουμε ποιος, μεταμορφώθηκε σε υγρό φάντασμα και χάθηκε για πάντα μέσα στον άλλον. Κρύφτηκε πίσω ακριβώς από τα μάτια του για να μην μπορέσει να τον δει ποτέ. Ο άλλος που δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό, μόνο τα μάτια του που είχαν πάρει το σχήμα κάποιας έλλειψης, συνέχιζε να κουβεντιάζει με το εικονικό του είδωλο, τον άλλον, τον ίδιο του τον εαυτό.
Τα χρόνια περνούσαν ανέμελα και ο μικρός καθρέφτη μας είχε φύγει εδώ και καιρό απ’ τη κοιλιά της όμορφης γυναίκας. Ταξίδευε πλέον πρίμα και μακάρια μέσα στο παραμορφωτικό του κόσμο. Εκεί, μέσα στο «χρυσό» κλουβί του, τα λόγια του συμφωνούσαν πάντοτε μαζί του και τα μικρά και τα μεγάλα αισθήματά του γινόντουσαν πυξίδες ολόκληρης της οικουμένης του. Άτρωτος και φοβερός που προχωρούσε, τέλειος και διαφορετικός, συνάντησε μια μέρα μπροστά του, ως συνήθως, έναν άλλον καθρέφτη. Έκανε να του μιλήσει, να του εκθέσει τις απόψεις του για άλλη μια φορά, να συμφωνήσει, να επιβεβαιωθεί και να φύγει αλλά μάταια. Ο άλλος, δεν αντηχούσε και δεν αντανακλούσε τίποτα από τα λεγόμενά του. Κάθε λέξη, κάθε φωνή έπεφτε στο κενό. Έπεφτε στη Σιωπή. Σοκαρίστηκε. Τρόμαξε. Του κοπήκαν τα πόδια. Πήγε να φύγει τρέχοντας αλλά ο άλλος δεν τον άφησε. Τον άρπαξε από τ’ αυτιά και του ψιθύρισε το τραγούδι του…

έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη
που μ’ εμποδίζει ό, τι είναι πίσω του να δω
δεν έχω δεί ποτέ μου πιο μεγάλο ψεύτη
και το χειρότερο είναι όμοιος εγώ…


Τα λόγια του τραγουδιού του τάραξαν τα σωθικά. Η ηχώ που περιτριγύριζε τον κόσμο του, αυτή η πλανεύτρα μάγισσα που τον άφηνε να ζεί χρόνια και χρόνια μέσα στην άγνοια, για μια στιγμή έπαψε. Βουβάθηκε κι αυτή. Ο καθρέφτης μας αμήχανα, πλησίασε τον εχθρό και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Γύρω σιωπή, μέσα σιωπή. Γαλήνη. Κενό. Με ένα μαγικό και ανεξήγητο τρόπο βγήκε από τον εαυτό του, περπάτησε σε υγρή μορφή, όπως συνηθίζει το γυαλί να κάνει,  και έκατσε στη μέση της σκηνής. Μπροστά και πίσω του απλώνονταν διαδοχικά και σε διάφορα σχήματα οι αντανακλάσεις όλου του δοσμένου χρόνου του. Εκεί, μέσα σε ένα μικρό τετραγωνάκι, στο ύψος των ματιών, διέκρινε αραχνιασμένο και βρώμικο ένα καθρέφτη άλλον. Αλλιώτικο από αυτόν.  Το μέγεθος του ήταν ελάχιστο και συμπέρανε πως μια τέτοια εικόνα θα  άνηκε στα πρώιμα χρόνια της ζωής του. Πλησιάζοντας ακόμη πιο κοντά παρατήρησε πως αυτό το σκιάχτρο, ο καθρέφτης φάντασμα του μίλαγε. Του κούναγε χέρια και πόδια και έδειχνε να ουρλιάζει. Συγκεντρώθηκε και άκουσε τον μακρινό ήχο της φωνής του…


Ψέμματα! Ψέμματα! Όλα είναι ψέμματα και παραμύθια!Ακούς; Παραμύθια!!!Μην πιστεύεις τίποτα.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Το κουτί της Πανδώρας

   
 Με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν και με αίσθημα βαθύτατης ευθύνης, αποφάσισα μετά από ώριμη σκέψη και εμβριθείς στοχασμούς, να σπάσω την εδώ και αιώνες σιωπή μου και να σας αποκαλύψω τι εφτασφράγιστο μυστικό που με βαραίνει, ώστε να αποκατασταθεί το δίκαιο και το όνομά μου που διασύρεται στην κοινωνία εδώ και τρεις χιλιετίες κοντά.
    Είναι αλήθεια ότι οι κοινωνίες των ανθρώπων επί γης δε δημιουργούν και τις ιδανικές συνθήκες για την επιβίωσή τους. Και μιλώ για όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες στο πέρασμα των αιώνων. Θα μου πείτε βέβαια, και πώς ορίζουμε το ιδανικό; Εφ όσον ποτέ δεν το γνωρίσαμε, πώς μπορούμε να μιλάμε γι’ αυτό; Και όμως! Όλοι έχουμε στο μυαλό μας μια εικόνα ιδανική κι όχι μόνο για την κοινωνία, αλλά για όλα τα θέματα που μας απασχολούν.
    Η φαντασία μας όχι μόνο συλλαμβάνει, αλλά και δημιουργεί το τέλειο προσπαθώντας αενάως να το προσεγγίσει, έστω και χωρίς αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές.
    Για να εξηγούμαι. Όχι δεν είμαι εγώ αυτή που άνοιξε το κουτί απ’ όπου ξεπήδησαν οι συμφορές του κόσμου. Οι συμφορές ήταν εκεί, παρούσες, από τότε που ο Κρόνος άρχισε να γεννάει παιδιά και να τα τρώει μετά για πρωινό. Ή για βραδινό. Ανάλογα με την ώρα που τον έπιανε η λιγούρα. Κι όμως, υπήρχε πάντα κάτι που του ξέφευγε. Το κουτί! Το κουτί που μου εμπιστεύτηκαν οι θεοί και που ακόμη κρατώ στα χέρια μου, μια που έχω οριστεί αιώνιος θεματοφύλακας και προστάτης του.
    Στην πραγματικότητα το κουτί αυτό ποτέ δεν περιείχε κάτι άλλο, εκτός απ’ την ελπίδα. Ορίστε το είπα! Και όχι μην ανησυχείτε, αυτή δεν πρόκειται να κάνει φτερά με το άνοιγμα του κουτιού, για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν πάντα ανοιχτό! Ανοιχτό στους ανθρώπους, ώστε να βλέπουν το περιεχόμενό του και να παρηγοριούνται για τα δεινά τους. Άλλωστε στη γλώσσα μου, δηλαδή στην αρχαιότατη ελληνική με την οποία μεγάλωσα, η παρηγοριά ονομάζεται «παραμυθία».
    Και στο σημείο αυτό είναι νομίζω η κατάλληλη στιγμή, για να σας αποκαλύψω πλήρως το μυστικό μου. Το ίδιο το «κουτί» είναι η «παραμυθία», το παραμύθι μ’ άλλα λόγια που συντηρεί την ανθρώπινη ελπίδα. Γιατί το παραμύθι – όσο κι αν έχει συκοφαντηθεί σα λέξη απ’ τους αδαείς – παραπέμπει στην ελπίδα:
    «Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!»
    Για αυτό, όπως ήδη θα έχει αντιληφθεί ο νοήμων αναγνώστης, το θέμα δεν είναι αν θα παραμείνει ανοιχτό ή κλειστό, το θέμα είναι να μη χαθεί. Γιατί έτσι και χαθεί η ελπίδα, χάνεται οριστικά και το γένος των ανθρώπων.
    Μην ανησυχείτε όμως, δεν πρόκειται να χαθεί, όπως δε χάθηκε ποτέ μέχρι τώρα από τότε που νόμιμα περιήλθε στη δικαιοδοσία μου. Επίζηλα τη συντηρώ και την προστατεύω, καλά φυλαγμένη από τα δόντια του πατέρα μου του Χρόνου, όπως ονομάζετε εσείς οι νεότεροι το σύζυγο της Ρέας και πατέρα όλων των θεών και των ανθρώπων.
    Τελικά το «κουτί» παρά την τρυφερή του σύσταση, αποδείχτηκε πολύ σκληρό για τα δόντια του. Έτσι το παραμύθι ζει και βασιλεύει στους αιώνες των αιώνων κι είναι αυτό που τρέφει την ανθρώπινη φαντασία και συντηρεί την ελπίδα, παρά τις κακουχίες και τα βάσανα του κόσμου τούτου, για τα οποία τα ιστορικά βιβλία μας παρέχουν πρόθυμα ακριβείς πληροφορίες κι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες.
    Αυτός  είναι ο λόγος που παρά το χάλι των κοινωνιών μας, όλοι έχουμε μια ιδανική εικόνα που προσπαθούμε να προσεγγίσουμε.
    Αυτός είναι ο λόγος που υπονομεύει τα θεμέλια της εξουσίας των ισχυρών κάθε εποχής.
    Αυτός είναι ο λόγος που το παραμύθι είναι στοιχείο ανατρεπτικό.
    Η Φαντασία, ο Λόγος, η Μαγεία είναι τα υλικά του, τα υλικά κάθε ανθρώπινης δημιουργίας. Η τέχνη, οι μεγάλες ανακαλύψεις, τα τεχνολογικά επιτεύγματα δε θα υπήρχαν χωρίς τη φανταστική τους σύλληψη, πριν ακόμη υλοποιηθούν.
    Και τώρα που σας εξομολογήθηκα το μυστικό μου – άκρως εμπιστευτικά εννοείται και υπολογίζοντας στην απόλυτη εχεμύθειά σας – δίκαια θ’ αναρωτηθείτε, γιατί ο μύθος μεταφέρθηκε τόσο διαστρεβλωμένος, αμαυρώνοντας μια για πάντα τ’ όνομά μου στην κοινωνία.
    Η απάντηση είναι: «έτσι το θέλαν οι θεοί». Αυτός ήταν ο Λόγος που έπρεπε να ειπωθεί στους ανθρώπους. Και μην ξεχνάτε ότι στη μητρική μου γλώσσα μύθος σημαίνει λόγος. Κι οι θεοί έπρεπε να δώσουν ένα λόγο στους ανθρώπους για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Εγώ ήμουν της γνώμης ότι έπρεπε να πούμε την αλήθεια εξαρχής. Ότι το «κουτί» ποτέ δεν υπήρξε. Τουλάχιστον όχι όπως το φαντάζονται οι πολλοί άνθρωποι.
    Οι παλιοί θεοί όμως είχαν τις αντιρρήσεις τους. Θεωρούσαν ανώριμο το ανθρώπινο γένος να κατανοήσει την ουσία του πράγματος, έτσι του έδωσαν ένα μύθο και μ’ έβαλαν να ορκιστώ ότι θα κρατήσω το μυστικό και θα φυλάξω το παραμύθι με αντίτιμο την ίδια την υπόληψή μου.
    Δεν τους κρατάω κακία. Είχαν τις απόψεις τους. Αν και μεταξύ μας, ήταν κομμάτι αυταρχικοί και ξεροκέφαλοι. Τι να λέμε τώρα; Αυτός ήταν κι ο λόγος που καταδίκασαν  τον αδερφό μου στον Καύκασο για κάμποσα χρονάκια! Ποτέ δε θεωρούσαν το γένος των ανθρώπων άξιο και ικανό για τίποτα.
    Εγώ όμως και τ’ αδέρφια μου πιστέψαμε βαθιά στον Άνθρωπο και προσπαθήσαμε να τον βοηθήσουμε με κάθε τρόπο. Θα μου πεις, λουστήκαμε και τις συνέπειες. Κι εκείνοι όμως τι κατάλαβαν; Τελικά δε γλίτωσαν απ’ τα δόντια του Κρόνου – Χρόνου.
    Εμένα ο Κρόνος με σεβάστηκε. Πιστή στον όρκο μου, κράτησα το κουτί και την ελπίδα των ανθρώπων καλά φυλαγμένα. Και θα συνεχίσω να το κάνω, γιατί αν χαθεί εκείνο θα χαθώ κι εγώ. Όσο ο Κρόνος δεν μπορεί να φάει το κουτί, δεν μπορεί να κολατσίσει κι εμένα.
    Κι όσο για τους παλιούς θεούς που λέγαμε, για να μην τους αδικήσω εντελώς, είχαν κι ένα κάποιο δίκιο όταν έλεγαν ότι χρειάζεται ένας μύθος για να δώσεις την αλήθεια κάποιες φορές. Ένα παραμύθι μ’ άλλα λόγια. Γιατί καθώς λέει κι ο Ποιητής:
         

          «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
            είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
            δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
            γιατί είναι αμίλητη και προχωράει.
            Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο
            μνησιπήμων πόνος».


   Αυτός ο «μνησιπήμων πόνος» είναι που με οδήγησε να πάρω επιτέλους την απόφαση και να προβώ σε συνταρακτικές για την ανθρωπότητα αποκαλύψεις!
    Όσο κι αν φαντάζει εγωιστικό, θέλω επιτέλους ν’ αποκαταστήσω τ’ όνομά μου και τη φήμη μου στην κοινωνία αναφέροντας τα πραγματικά γεγονότα, όπως ακριβώς συνέβησαν.
    Γνωρίζοντας τις ευθύνες που με βαραίνουν καθώς και τις πιθανές συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύψουν από μια τέτοια αποκάλυψη, θέλω να ελπίζω ότι η ωριμότητα του αναγνωστικού μου κοινού και του ανθρώπου εν γένει, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που του απέδιδαν οι θεοί.
    Κι ούτε φοβάμαι πια την οργή τους και την τιμωρία τους, γιατί αυτά είναι πράγματα που συνέβαιναν… μια φορά κι έναν καιρό.

                                                                                          Μετά τιμής
                                                                                                 Πανδώρα.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

H Σαρπ Κούκι

της Sakura



Η Σαρπ Κούκι είναι μια γυναίκα με πάθος. Το ίδιο και η Μελάνκολι. Φοράνε αθλητικά παπούτσια και παίζουνε ρακέτες. Λίγο πριν νυχτώσει, σταματάνε και τρώνε σαλάτα με χρώμα και ποικιλία. Έτσι λέει η Μελάνκολι, η ζωή πρέπει να έχει χρώμα και ποικιλία. Η αγαπημένη της σειρά είναι η δυναστεία του Ερρίκου του Δ’. Η Σαρπ Κούκι δεν έχει αγαπημένη σειρά, γιατί δεν ξέρει αγγλικά. Η Σαρπ Κούκι αγαπάει τη Σόφι. Είναι η κοπέλα με τα μακριά πόδια που θυμίζει πελαργό. Όταν μεγαλώσει, θα γίνει κι αυτή χορεύτρια στο καράτε. Μέχρι τότε η Μελάνκολι θα έχει βρει το φάρμακο της ουδετεροποίησης της γλυκόζης. Είναι το φάρμακο που γιατρεύει τη μονογαμία. Με αυτό το φάρμακο μπορεί κανείς να ταξιδέψει ταυτόχρονα στη Γερμανία και την Αμερική. Έτσι, δεν χρειάζεται διπλό εισιτήριο, κράτηση και αγωνία για πιθανή καθυστέρηση ή αναβολή της μιας πτήσης. Ωστόσο, είναι ακόμα πολύ νωρίς γι’ αυτά. Γι’ αυτό, η Σαρπ Κούκι δεν προγραμματίζει κανένα ταξίδι. Κάθε βράδυ γράφει ιστορίες μιας χρήσης. Προτού τελειώσει η μία, πρέπει να σκεφτεί την άλλη. Αυτό βοηθάει στο να μην ξεχνάει. Η Μελάνκολι λέει ότι έχει απωθημένα που βγαίνουν στο χαρτί. Η λέξη «απωθημένα» όμως είναι πολύ συνηθισμένη και η Σαρπ Κούκι λατρεύει τη συνήθεια. Αυτός είναι ο λόγος που η Μελάνκολι δεν την κάνει παρέα τα πρωινά. Κάθε μέρα είναι διαφορετική, λέει. Προγραμματίζει συναυλίες, παραστάσεις και θεάματα. Εξάλλου, έχει και άλλες φίλες και φίλους, καθένας για διαφορετική χρήση. Κι αυτή η συνήθεια όμως έχει το δικό της κάθε φορά τέλος. Δεν είναι πάντα ρακέτες. Άλλες φορές είναι ζωηρό περπάτημα κι άλλες φορές θλιμμένες γόβες.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Παρα-λήθη

της Λογοτεχνικής Πιπίτσας


Σ’ αυτό το παραμύθι η Κοκκινομουνίτσα περιδιαβαίνει τους δρόμους μιας πόλης με δάση φλεγόμενα για να γαμήσει όσους περισσότερους λύκους μπορεί και να τους κλέψει αναπτήρες και τσιγάρα. Βάζει φωτιές σε κάδους που εξαπλώνονται στα οπωροφόρα και σβήνει τα τσιγάρα πάνω στο τρίχωμα των λύκων. Όταν βρίσκει χαρτονομίσματα στα πεζοδρόμια ή από κάποιον βολεμένο λύκο αγοράζει φαγητά για να ταΐσει γιαγιάδες που ξεμωράθηκαν.
Σ’ αυτό το παραμύθι η Σταχτοπουτάνα κοιμάται σε κιβώτια από χαρτόνι δίπλα σε εργοστάσιο με ψηλά φουγάρα. Τα βράδια κολλάει τακούνια που έχουν σπάσει από σόλες και μαντάρει υφάσματα για να φτιάξει κουβέρτες. Οι πρίγκηπες φροντίζουν όταν νυχτώσει να περάσουν καπότες πριν την πάρουν μέσα σε άμαξες που μυρίζουν κολοκύθα γλυκειά.
Σ’ αυτό το παραμύθι ο Πουτσορεβυθούλης βάζει βόμβες στους γίγαντες που κοιμούνται στα κοινοβούλια με μπουκάλι και στουπί. Την έχει μικρή γι’ αυτό και οι φωτιές που βάζει είναι μεγάλες. Κι όταν χάνεται στους δρόμους της πόλης αντί για φακές σκορπίζει βελόνες για να θυμηθεί να μην ξαναπεράσει από εκεί.
Σ’ αυτό το παραμύθι πρωταγωνιστές είναι οι εφτά χάνοι. Σκάνε τσιγάρα αρωματικά κι όταν τους τελειώνουν τα λεφτά σπάνε φαρμακεία για να βρουν καινούρια. Θα ήθελαν να βρούνε όλοι την ίδια Χιονάτη να τους σώσει αλλά είναι δυσεύρετες αυτή την εποχή, όπως τα μανιτάρια.
Σ’ αυτό το παραμύθι η Ωραία Καυλωμένη παντρεύτηκε το Μικρό Πρίγκηπα για να μπορεί να του ξεριζώνει τις τριανταφυλλιές. Κοιμάται τις μέρες και βγαίνει τις νύχτες ψάχνοντας τον Μεγάλο Πρίγκηπα που θα της χαρίσει την μέγιστη ηδονή ξεπαστρεύοντας τον Μικρό.
Σ’ αυτό το παραμύθι ο Πορνόκιο είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς που μοιράζει δωρεάν τσόντες στον λαό του για να τον βοηθήσει να πέσει σε χειμερία νάρκη. Όταν ο λαός αυνανίζεται ασυστόλως, η μύτη του βασιλιά μεγαλώνει μεγαλώνει μεγαλώνει χωρίς να σταματάει για να μπορεί με αυτήν να ραπίζει ή αναλόγως να ξεσκίζει τους υπηκόους του.

Σ’ αυτό το παραμύθι, σ’ αυτό τον κόσμο, σ’ αυτή τη χώρα, σ’ αυτό το μπουρδέλο ένας Άϊ-Βασίλης μοιράζει αδιακρίτως δώρα καθημερινά με την απειλή πιστολιού σε ενήλικα παιδάκια που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να τα δεχτούν.
  

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

Στη γη του αχανούς εαυτού

του Διάκενου Καλλιπολίτη



ΠΑΡΑλίγο να σβήσουμε απ’ το χάρτη, το τέλος πέρασε ξυστά. Η μνήμη έχει δόντια και ο νους φυλακές. Κι όμως, να που συνεχίζουμε το ταξίδι. Μέσα από τυφλές πορείες, σκουληκότρυπες, σκάφανδρα και ναούς πλημμύρα στο φως. Γαλάζιοι πιλότοι, αδέσποτα σκυλιά, στοχεύουμε τ’ αστέρια. Κοίτα τον ουρανό: η αυγή στην άκρη του ορίζοντα, ένα ελικοφόρο σηκώνεται για κει που μπουσουλάνε οι ΜΥΘΟΙ.