Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

ερωτικά καρούμπαλα ( φινάλε μαρτίου )

 the Stranger

Ε λοιπόν δεν το καταλαβαίνω καθόλου
Καθόλου όμως
Αυτό που βλέπεις κάποια για πρώτη φορά και την ερωτεύεσαι
Με την πρώτη ματιά
Την πρώτη στιγμή που θα απλώσεις το βλέμμα σου πάνω της
Κι ας μη σε κοιτάξει κι αυτή
Εκείνη τη στιγμή δε θα την καταλάβω ποτέ
Ξαφνικά ξεχνάς τα πάντα
Ξεχνάς τη δουλειά και το αφεντικό σου
Ξεχνάς τη μάνα σου που περιμένει ακόμα εγγόνια
Ξεχνάς τις ειδήσεις και την τηλεόραση
Ξεχνάς τελικά κι ότι υπάρχει κι άλλος κόσμος γύρω
Από εκείνη τη στιγμή μεταμορφώνεσαι εντελώς
Ανοίγεις τα μάτια σου το πρωί και τη σκέφτεσαι
Τρως πρωινό και τη σκέφτεσαι
Πηγαίνεις στη δουλειά και τη σκέφτεσαι
Γυρίζεις από τη δουλειά και τη σκέφτεσαι
Βλέπεις τηλεόραση και τη σκέφτεσαι
Κοιμάσαι το βράδυ και την ονειρεύεσαι
Και ξυπνάς το άλλο πρωί και τη σκέφτεσαι
Και φτου κι απ’την αρχή
Και αναρωτιέμαι ο αφελής
Αφού ο έρωτας όπως λένε χτυπάει κατακέφαλα
Γιατί δεν είμαστε όλοι γεμάτοι καρούμπαλα;

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

«ΚΑΡΟΥΜΠΑΛΟ»

 της Σωσώς Ζερό


Στις 7 το πρωί ο Παύλος ήταν ακόμη εκεί. Ξαπλωμένος στο λόφο, πάνω στην πάχνη.
Με τα χέρια μουδιασμένα, το στομάχι παγωμένο, το στόμα πικρό.
Κουλουριασμένος σα σκυλί. 

Το κεφάλι του δεν μπορούσε να του χρησιμεύσει σε πολλά.
Ήταν σφιγμένο σε μια οδυνηρή μέγγενη από δέσμες βεγγαλικών που έσκαγαν παντού, από τις κόγχες των ματιών ως τη βάση του κρανίου του. 

-«Θαυμάσια κρανιοστένωση», τραύλισε σε μια από τις παραληρηματικές γνωματεύσεις του, που ήταν ενδεικτικές ότι περνούσε σε κατάσταση νηφαλιότητας. 

«. . . Το κροταφικό οστό επεκτείνεται ως το βρεγματικό οστό. Αυτό δημιουργεί σβόλους στο θάλαμο, προκαλώντας έτσι μια διαταραχή των αισθήσεων και μια πρόσκαιρη αποσταθεροποίηση των πρωταρχικών λειτουργιών του συμπαθητικού και του παρασυμπαθητικού συστήματος. 
Αυτό το ονομάζουμε ’’σύνδρομο του ανεστραμμένου σκαντζόχοιρου’’ ακριβώς εξαιτίας των αγκαθιών που μπαίνουν μέσα και προκαλούν εξαιρετικό πόνο...» 

Πόσος ΠΟΝΟΣ για ένα μόνο κεφάλι; 

Συγκλονισμένος από μια τιτάνια ναυτία, κατάφερε (καταβάλλοντας υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανασηκωθεί) να καθίσει.
Ενώ ξεσκόνιζε μάταια τα μανίκια του με απαλές και αβέβαιες κινήσεις ανθρώπου κουρασμένου που πάσχει από Πάρκινσον, αισθάνθηκε μέσα του τα πρώτα σημάδια της απελπισίας των σωθικών του.
Να κατουρήσει, να χέσει, να ξεράσει, να πεθάνει. 

Να σβήσει χωρίς να δει τι θα γίνει σε λίγο. Για ποιο λόγο άλλωστε; 

Στήριξε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του και προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του...
Τι γύρευε εκεί πρωινιάτικα καθισμένος κατάχαμα δίπλα στο αμάξι του; Φυσικά ήταν ανοιχτό, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;
Οι σκέψεις του προσπαθούν να μπούνε σε μια τάξη τόση ώρα χωρίς κανένα ιδιαίτερο αποτέλεσμα. 

Για μια ακόμα φορά στο παραλήρημα του είχε δει πλάσματα φαντασμαγορικά, ολέθρια,, που τον τραβούσαν από τα πόδια και τα μαλλιά ώσπου να τον σαβουρδίσουν σε καυτά ηλεκτροφόρα σύρματα απανωτές φορές..
απ’ έξω έδειχνε απλώς πως ροχαλίζει δυνατά. 

Καθώς γέμιζε το στομάχι του με χυδαία ποτά, τα όνειρα του ήταν στερημένα από οποιαδήποτε καλοσύνη και το ένα χειρότερο απ’ το άλλο.
Ούτε λιβάδια έβλεπε, ούτε γαλάζιες θάλασσες, ούτε ποτάμια και λουλούδια ούτε πουλιά.
Έβλεπε μόνο σκατά και αυτούς τους άθλιους εφιάλτες με τα σύρματα, με αποτέλεσμα να νιώθει όλο και περισσότερες τύψεις για το χάλι του. 

Κάθισε στο τιμόνι αλλά το αμάξι δεν κατάφερε να πάρει μπρος όσο και να προσπάθησε. Δεν ήθελε να πιστέψει σε τίποτα, ήθελε μόνο να βάλει μπρος το αμάξι, έλεος. 

Ούρλιαξε, αναστέναξε, έβρισε, χτύπησε δυνατά την πόρτα, κλότσησε, ξανακλώτσησε, κουτούλησε το τιμόνι, ορκίστηκε να κόψει ως τα γόνατα τα πόδια του μάστορα που του πήρε ένα σωρό λεφτά πριν ένα μήνα για το σέρβις,, τίποτα. 

Η ιδέα ότι πρέπει να ήταν «το σωληνάκι» τον βασάνιζε κατά τρόπο ηλίθιο όλο και περισσότερο. Το ‘χε ακούσει κι αυτό ανακατεμένο με τόσες άγνωστες λέξεις και δεν μπορούσε να φανταστεί ποιο ακριβώς μυστηριώδες όργανο βρίσκονταν πίσω από αυτή την κωδική για τους μυημένους, ονομασία.
«Γαμώ τα συνεργεία μου» ψέλλισε με σβησμένη φωνή άλλη μια στο θεό που γελούσε από πάνω του.. «Και τα σωληνάκια όλα μαζί». 

Είχε πια ξημερώσει για τα καλά, ο ήλιος έλεγε να βγει μόνο για να χειροτερέψει κι άλλο την κακή του όραση, όμως τον έπιασε μια θεότρελη επιθυμία να βρεθεί το γρηγορότερο σπίτι του. Σκέφτηκε το περπάτημα αναγκαστικό και ξεκίνησε στωικός, τα πόδια του έτρεμαν, τι άλλο θα μπορούσαν να κάνουν; 

Πήρε ένα στενό δρομάκι με δέντρα που δεν ήξερε, όλο φύλλα που ανατρίχιαζαν στο χλιαρό αεράκι ενώ η καθαρότητα του πρωινού έκανε ακόμη πιο απωθητική την εσωτερική του κατάπτωση και τάχυνε το βήμα του μπας και μπορέσει ο καθαρός αέρας να ξελαμπικάρει τις θλιβερές του σκέψεις. 

Αποφάσισε να κόψει από την πάνω πόλη για να φτάσει πιο γρήγορα. Τα αυτιά του έκαιγαν και από τα διεγερμένα του τύμπανα έπιανε τον εσωτερικό του ήχο να συντονίζεται με τον πόνο των ματιών. 

Μια στιγμή, μια μακριά διαπεραστική βοή συρρίκνωσε τα οστά του κρανίου και τον πέθανε στο τράνταγμα του βήματος,, τα λυμένα κορδόνια πατήθηκαν με πέτρες που υποχώρησαν και τα χέρια ούτε που καταδέχτηκαν να προστατέψουν το ταλαίπωρο κορμί. Έσκασε με το μέτωπο, 

Έπεσε φαρδύς-κομμάτια-πλατύς και πρόθυμος όσο ποτέ να δοκιμάσει με το ίδιο του το στόμα το ξερό χορτάρι που φύτρωνε στο λόφο και το χώμα που εύχονταν με ΟΛΗ του τη δύναμη να τον δεχτεί μια ώρα αρχίτερα,
το συντομότερο,
τώρα. 

Δεν είχε ούτε μισή βρισιά πρόχειρη, σάστισε μια στιγμή. 

Και ξαφνικά, ένας ποταμός από τραυλές συλλαβές αρχέγονης ΒΛΑΣΤΗΜΙΑΣ πλημμύρισε το πολύπαθο κεφάλι του,
μια κραυγή δωρική απ’ τα βάθη της πονεμένης του πλάτης, ένας ουρανομήκης θρήνος βγήκε μακρόσυρτος και συντάραξε το ήρεμο πρωί της γαμώπολης με τους φιλήσυχους μαλάκες,
ένας χείμαρρος καντήλια αναμμένα «κατέβηκαν» στο θεό που τον έπαιζε χρόνια τώρα,, 

Επιτέλους, έκλαιγε...........

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Άτιτλο


κείμενο & εικόνα: Διάκενος Καλλιπολίτης 


Να κρατηθούμε αγκαλιασμένοι ως τ’ αχνότατο αύριο, δύο έντομα στην εποχή που μόνο γίγαντες αγκαλιάζονται. Τόσο ελάχιστος νιώθω κοντά της, κωμικός, ίδιος Γούντυ στο Μανχάταν. Είμαι σίγουρος για αυτό. Βολτάρω και κατά το χάραμα καταλήγω στο καρούμπαλο της πόλης, ένα λοφάκι με σκουπίδια, κάπου ανάμεσα σε γερανούς και αγάλματα. Μαζί της κρύβομαι από μωβ ήλιους κι αέρηδες του χρόνου, ένα κρυφτό που μεθάει, σε καταπίνει τώρα και σε φτύνει στο χθες, αφουγκράζεσαι μια μεγαλοπρέπεια κυρίως και βασικά ερωτική. Κάθεσαι και κοιτάς τη μωβ στάλα του ήλιου. Το ηλιοβασίλεμα κόβει σύρριζα, ξεχαρβαλωμένο βέβαια, του 80, σκονισμένο με γυαλιστερές ντίσκο σκιές. Σε λίγο το φεγγάρι θα ξεπροβάλλει γυμνό και σαν ένα λευκό γατάκι θα κουρνιάσει μέσα στις παλάμες σου. Μια ιστορία για παιδιά που θέλουν να μείνουν παιδιά μ’ ένα πείσμα που θυμίζει ανοιχτή πληγή ή φιλμ.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Άγχος Και Καρούμπαλο Μαζί


Απόψε αποφάσισα για πρώτη φορά στη ζωή μου να γράψω ημερολόγιο. Όχι μάλλον η δεύτερη. Η πρώτη ήταν όταν ήμουν σε μικρή ηλικία. Στα δεκαέξι μου. Πω χτες ήταν δύσκολο βράδυ. Ήθελα τόσο πολύ να καπνίσω! Απίστευτη εξάρτηση! Πάλι δεν κάπνισα όμως κρατήθηκα. Είπα δυο χρόνια υπομονή και μετά ξανά. Εκτός αν βρω γκόμενα που δεν καπνίζει και είμαι μαζί της για πάνω απο δύο οπότε μάλλον θα κρατηθώ παραπάνω! Αν βρω πάλι γκόμενα που καπνίζει ε... στα δυο χρόνια θα το ξαναρχίσω!!! Να απολαύσω και γω το τσιγάρο μετά το σεξ. Μέχρι τότε όμως έχω άλλα προβλήματα να λύσω. Πρώτον, δε βρίσκω τετράδιο για να γράψω ημερολόγιο. Είμαι παραδοσιακός τύπος εγώ. Δε μου αρέσει να γράφω λογοτεχνία στον υπολογιστή! Το βρίσκω τελείως κρύο μην πω παγωμένο. Τι να κάνω! Τι να κάνω! Α ρε μάνα πάλι σκατά τάκανες εδω μέσα στο διάολο γαμώτι μου! Το στανιό μου μέσα!”
Τι θέλεις πάλι ρε γιαγια; (ακούγεται ένα γκτουπ!)
ομπο το κεφάλι μου. Ποιος την έβαλε αυτή τη μαλακία εδώ μέσα; ποιος άλλος; η μαμά. Τι το συζητάω! Αγχώνομαι δεν αντέχω άλλο. Σκάσε και συ!”
  • Ρε γιαγιά έρχομαι!
Τι θέλει πάλι ...”

ούτε να κοιμηθεί δε μπορούσε ο μικρός μας ήρωας. Η ώρα εκείνη ήταν 01:00 το πρωί (όχι το μεσημέρι). Και έκανε και ένα καρούμπαλο από το χτύπημα. Άλλο να στο λέω και άλλο να το βλέπεις. Οι τριαντάρηδες περνούν δύσκολες ώρες. Η αϋπνία τους χτύπησε την πόρτα... Καληνύχτα σας!
Αποσπάσματα από το δημιούργημα του Θ. Π. “ Οι φαντασιώσεις”

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Το μακελειό της Αγίας Ελένης.


 του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα


Η μεγαλύτερη σφαγή πού 'μουνα μάρτυρας ήταν αυτή...
Της Αγίας Ελένης Τροιζηνίας, χρονιά 2000.
Δεκαπέντε θα πουλάγαμε κι άμα βοθούσα στο σφάξιμο, μερίδιο μου δίναν καλό.
Πέντε χιλιάρικα μού 'πανε. Στο τέλος μου δώσανε δέκα.
Ανεβήκαμε τη ράχη. Είχε ομίχλη κι ´συχία και το χώμα ήταν υγρό μαύρο.
Λίγο μετα ήρθε ο σφαγέας με ένα αμάξι σαράβαλο πολλά λεφτά είχε μού 'πανε.
Ούτε που απόρησα ούτε που μέ 'νοιαξε.
Και σταθήκαμε μετα ένα παιδί και δυο άντρες για λίγο στο στάχι.
Έδενε ο πρώτος με σύρμα τα πόδια απ´ τ' αρνιά και τα πέταγε παρακάτου σ' εμένα.
Και ´γω στο αμάξι.
Απο κεί τα έπαιρνε ο φονιάς και το λαρύγγι τους έκοβε στεγνά, με ακρίβεια.
Μύριζε ο αέρας αίμα και σάρκα μωρού και άντερο, κι ράχη αιώνες εκεί, ρούφαγε αίμα.
Βελάζαν οι μάνες τους, φωνάζανε τα παιδιά τους.
Μ´αυτά δέ γυρισαν.
Μού 'δωσαν μετά τα τομάρια τους και γώ τα πούλησα 150 το ένα.
Τράβηξε ο μπακάλης μια γραμμή πάνω σε να χαρτόνι απο κούτα τσιγάρων.
Ένα, Δύο,Τρία. Πέντε και πέντε δέκα και 150 το ένα δεν είπαμε;
Δώδεκα χρόνια περάσανε απο τη σφαγή στην Αγία Ελένη Τροιζηνιας.
Και ο ένας άντρας κείτεται σ' ένα κρεβάτι με μια μάσκα οξυγόνου.
(Πρώτη με πέντε Μάρτη όσο ήμουν εκεί και τον είδα).
Χωρίς όρεξη για φαί και νερό.
Αρνείται (!) να πεί λέξη.
Καί να καρούμπαλο μαύρο ανεξήγητο εχει βγάλει δεξιά στην κούτρα του απάνω.
Φεύγω του είπα και έσπασε κείνος σε λιγμούς, με πήρε και μένα η λύπη.
Πάντα έτσι, πότέ δε μιλήσαμε με φωνή γω κι αυτός .
Πάντα μια λέξη και μετά ένας λιγμός στα μάτια του.
Να με τραβά σα μαγνήτης.
Του φονιά αγνοήτε η τύχη του, μόνο οι φήμες είπανε οτι τα λεφτά του τ' αυγατίσε.
Και ό,τι πήρε νέο αμάξι.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

Μια μπουκιά


  της Dark Chocolate


Και είναι εκεί που κάθομαι και τρώω μια μπουκιά. Πάνω που πάω να τιθασεύσω την πείνα μου, αυτό το ταμπούρλο μες στο στομάχι, όχι δε θα φάω πάλι εκείνο το χάλι, εκείνο το έκτρωμα του εργαστηρίου, εκείνη την ντροπή των ουσιών Ε, αυτά τα άθλια πατατάκια με τη σάλτσα, τώρα θα φάω κάτι άλλο, πάνω που πάω να φάω το σπιτικό μου φαγητό, το παστίτσιο μου, που το έφτιαξε η γιαγιάκα μου, εξαιρετικό παστίτσιο, σκέτη τρέλα και γλυκός πειρασμός, μαζί με λίγη μαρουλοσαλάτα, έχει και κρουτόν μέσα, και ξύδι μπαλσάμικο και λίγο λάδι, τυρί δεν έριξε η μικρή, πάνω λοιπόν που πάω να φάω μια μπουκιά η γυναίκα, τότε να σου! μπουκάρει ο πελάτης. Και φυσικά εγώ πρέπει ν’ αφήσω το ωραίο μου φαγητό, αυτό το θαύμα της γαστρονομίας για να ασχοληθώ μαζί του. Και δώσ’ του να έχει απορίες, πολλές! Και δώσ’ του να κάνει ερωτήσεις και να μην ξέρει τι να πάρει. Και με το που μπαίνει, προσπαθώ να καταπιώ, αλλά μου κάθεται στο λαιμό, και τα λάδια τρέχουν στο σαγόνι μου, μα πού είναι η χαρτοπετσέτα;! Να εδώ την είχα, δίπλα στο ταπεράκι. Αχ, πού είναι;!
Και μετά λέω θα πάω στο περίπτερο, να πάρω μια σοκολατίτσα, ένα επιδόρπιο βρε αδερφέ, το χρειάζομαι. Ίσως βέβαια περισσότερο να χρειάζομαι να με χτυπήσει ο καθαρός αέρας στα μούτρα. Ναι, αυτό το χρειάζομαι οπωσδήποτε. Το λοιπόν, βάζω το μπουφάν μου και βγαίνω. Πάω όλο χαρά στο περίπτερο. Μα τι ζώον που είμαι, ξέχασα το πορτοφόλι! Άντε πάλι πίσω. Και δε λέω, ο καθαρός αέρας με χτύπησε στο πρόσωπο, με χτύπησε κατακούτελα, όμως το κρύο; Μα το κρύο είναι δολοφονικό! Επιστρέφω με βήμα ταχύ στο μαγαζί.
Στη διαδρομή, έχω θυμηθεί, άγνωστο πώς, συνειρμικά μάλλον, τη φίλη μου, εκείνη από το λύκειο, βλεπόμαστε κάπου κάπου, που όποτε μιλούσε για κάτι, έλεγε πάντα «ρε μαλάκα» και δεν κρατιόμουν, κάθε φορά που το ξεστόμιζε της έλεγα «πού τον είδες;» και σκάγαμε όλοι στα γέλια.
Όμως εκείνη την στιγμή, μα ναι, εκείνη την στιγμή πέφτει στο κεφάλι μου ένα κουκουνάρι. Μα τι κουκουνάρι! Μόλις λοιπόν συνέρχομαι από την πρόσκρουση, ακουμπάω την άκρη του μετώπου μου και βρίσκω ένα τόσο δα μικρό φουσκωματάκι. Που φυσικά δεν είναι τίποτ’ άλλο από ένα καρούμπαλο. Ένα καρούμπαλο που θα μπορούσε να μου έχει στοιχίσει μια ζωή...

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

To καρούμπαλο του Νεύτωνα


 του Dr. Wormhole


Το θέμα του μήνα το διάλεξε η διαολεμένη κωμικογράφος ρομαντικός Dark Chocolate. Είναι το καρούμπαλο. Ομολογουμένως είχα πολλές ιστορίες να εξιστορήσω πάνω στο καρούμπαλο. Αλλά δεν θα πώ καμία. Θα τις κρατήσω όλες για τον εαυτό μου. Το ξέρω, το ξέρω...θα πέσετε όλοι πάνω μου να με φάτε. Θα με πιέσετε, θα με πιέσετε μέχρι να υποκύψω και να σας τις πώ. Αλλά εγώ όχι. Βράχος. Θα κλείσω ερμητικά το open office μου και θα το ξανανοίξω για να πω μονάχα αυτά που θέλω, και μόνο αυτά.
Έτσι ούτε την ιστορία με το γελοίο καρούμπαλο του Νεύτωνα μετά τη πτώση του μήλου δεν θα ακούσετε, ούτε κάποια πικάντικη ιστορία του μέλλοντος, τότε που τα καρούμπαλα σας πληροφορώ, θα ανήκουν στη κατηγορία των πιο θανατηφόρων ασθενειών.
Αντ' αυτών λοιπόν, θα πειραματιστώ πάνω στη λογοτεχνία, μιας και την έχω άχτι, μετατρέποντας τον εαυτό μου σε δημιουργό και κριτικό, σχεδόν ταυτόχρονα ( με μερικές σειρές διαφορά) με επίκεντρο τί άλλο, το καρούμπαλο. Έτσι για να γουστάρω.

Πάμε λοιπόν...απόπειρα πρώτη

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΌΣ

Καρούμπαλο, Καρούμπαλο
μας έπρηξες το ούμπαλο



Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ

Πρόκειται για ποίημα λιτό και δίστιχο. Όχι όμως δύστυχο. Η διττή επανάληψη του πρώτου στίχου δραματοποιεί το θέμα του έργου ενώ η χρήση κεφαλαίου Κάππα και τις δυό φορές δηλώνει τη σύγχυση του πάθους. Ο δεύτερος στίχος ξεκινά με το εθνικό “εμείς” του Σεφέρη. Ο παρελθοντικός χρόνος αόριστος, είναι επιτηδευμένα άκαιρος καθώς δηλώνει της τέχνης το ψευδές ως λάθος εννοούμενος χρόνος. Η ομοιοκατάληκτη κατάληξη ούμπαλο δίνει έναν χιουμοριστικό, πέρα απο τις αντιξοότητες, ύφος και συνάμα σεξιστικό.

Απόπειρα δεύτερη και τελειωτική....

Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ

καρούμπαλο εγίνηκα
στο κούτελό σου απάνου
μα σύ κακιά με τύλιξες
με χαζαπλάστ στο πιάνου”

Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ


Ένα τετράστιχο ποίημα επηρεασμένο απο τη λαική παράδοση, με γλώσσα απλή και λαική. Ομοιάζει με κρητική μαντινάδα αλλά ο δραματικός τόνος το τοποθετεί στα σύνορα της Βλαχομπογδανίας, εκεί που η παράδοση αντηχεί μέχρι τις μέρες μας. Ο χρόνος είναι παρελθοντικός. Το πρόσωπο-θύμα μεταμορφώνεται σε καρούμπαλο για να τοποθετηθεί ερωτικώς στο κούτελο της αγαπημένης. Αυτή όμως δυστυχώς, και εδώ είναι όλο το δράμα, αρνείται την άπλετη αγάπη και θυσία του πρώην νέου και νυν καρουμπάλου επιδόξου εραστή και τοποθετεί το ιατριφαρμακευτικό σκεύος χαζαπλάστ για να τον κρύψει. Κοινώς να τον χυλοπιτιάσει. Το διφορούμενο λεκτικό σύνολο “στο πιάνου” μπορεί να σημαίνει το γνωστό σε όλους μας πιάνο, αλλά μπορεί και να σημαίνει την λαική έκφραση χουφτώματος που υποννοείται σε όλο το έργο.
Η ομοιοκαταληξία πάντως είναι δουλεμένη αριστοτεχνικά!!!

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Kαρούμπαλο


 της Λογοτεχνικής Πιπίτσας

Τα πρωινά στρίβει τσιγάρα με καπνό που ξεχειλίζει από τα στόμια και γεμίζει τις γωνίες της κουζίνας. Δοκιμάζει ποντικοφάρμακα και ψάχνει να βρει τα αντίδοτά τους. Ανακατεύει ζάχαρες, αλάτια και αλεύρια όπως έκανε μικρός για να δει αν θα μεταμορφωθούν σε φίλτρα. Κάθε δεύτερη ή τρίτη μέρα κοπανάει διαφορετικές περιοχές του κεφαλιού του σε τοίχους και το βράδυ κοιμάται πάνω στα καρούμπαλα που σχηματίζονται για να δει ποιο πονάει περισσότερο. Κόβει ποιηματάκια από παλιά ημερολόγια και ανακατεύει τους στίχους για να διαβάζει ολόφρεσκες ρίμες. Διαλύει τους μηχανισμούς από παλιά ξυπνητήρια για να τους ενώσει και να φτιάξει ένα σούπερ ξυπνητήρι ρομπότ. Έξω ο πόλεμος μαίνεται. Δεν έχει πρόσωπο, ούτε φωνή, είναι ψιθυριστός και αργός, και εκείνος προτιμάει να μένει στο σπίτι μέχρι να σωπάσει τελείως. Ψεκάζει τα τζάμια με βότκα και τα δόντια του με ουίσκι και περιμένει να καταγράψει το ποσοστό θόλωσής τους. Τυλίγει τα χαλιά και κυλάει πάνω τους μέχρι να μείνουν στην πλάτη του τα αποτυπώματά τους ή να ζαρώσει. Κουλουριάζεται μέσα στο τζάκι μυρίζοντας στάχτες που έχουν ξεμείνει από παλιά και αλείφοντας τις στις παλάμες του μέχρι να γκριζίσουν. Ξεφλουδίζει άκρες τοίχων και στα κενά τους ζωγραφίζει ανθρωπάκια που ίσως μεγαλώσουν και βγουν από τον τοίχο με το που θα τελειώσει ο πόλεμος. Ποτίζει τα ταβάνια και κάθεται στη μέση του δωματίου να βραχεί μήπως βγάλει ρίζες ή αρχίσουν να φυτρώνουν φυλλαράκια σέλινου από το κεφάλι του. Την πόρτα δεν την πλησιάζει ποτέ, γύρω της έχουν φυτρώσει παντού κάκτοι και δεν θέλει να τρυπήσει τα δάχτυλά του. Όταν όμως το ελικόπτερο, με το τέλος του πολέμου, έρθει να τον βγάλει, θα ξαπλώσει πάνω στην πόρτα μπρούμυτα και θα μπήξει τα είκοσί του δάκτυλα στα αγκάθια των κάκτων για να μεταφερθεί εντοιχισμένος.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

Σιωπή


 της Sakura

Κάθε πρωί φοράει το καπέλο του. Κλείνει την πόρτα, κλειδώνει και προχωράει με βήματα σταθερά στο διάδρομο μέχρι το ασανσέρ. Δεν παίρνει ποτέ τις σκάλες. Μέχρι να κατέβει, έχει στρίψει ένα τσιγάρο, μέχρι να βγει έξω, το έχει ανάψει. Στο αυτοκίνητο ακούει τον Βαγγέλη να σχολιάζει και γελάει. Θα μπορούσε να ήταν κολλητός του. Μέχρι να φτάσει στο σχολείο, έχει ξυπνήσει για τα καλά. Μέσα στην τάξη πηγαίνει πέρα δώθε, στο διάλειμμα κάνει τσιγάρο και κοιτάζει έξω από το παράθυρο του διαδρόμου. Σκέφτεται τον στίχο που έγραψε χθες βράδυ, κουνάει το χέρι του στις παύσεις, κάτι δεν ακούγεται σωστά. Στο επόμενο διάλειμμα, η δεύτερη λέξη του στίχου πρέπει να αλλάξει. Στο κενό, η βάση δεδομένων με τα στοιχεία των μαθητών που θα δώσουν εξετάσεις πρέπει να σταλεί αμέσως στο Υπουργείο. Λίγο πριν χτυπήσει το τελευταίο κουδούνι, εξηγεί στη μαθήτρια τις απορίες της και φεύγει. Μέχρι να φτάσει σπίτι, έχει πεινάσει. Το φαγητό ετοιμάζεται γρήγορα. Παράλληλα, οι ειδήσεις της ημέρας κι έπειτα η σειρά του σε επανάληψη. Είναι ώρα για τον μεσημεριανό ύπνο. Βάζει ξυπνητήρι. Θα ξυπνήσει με πονοκέφαλο. Παίρνει ένα ντεπόν. Πίνει αργά αργά τον καφέ του και παίζει ναρκαλιευτή στον υπολογιστή. Χτυπάει το τηλέφωνο, η Μαρία. Κι ο Κώστας αμέσως μετά. Κλείνει το τηλέφωνο, πηγαίνει στην κουζίνα, βάζει ένα ποτήρι κόκα κόλα. Γυρίζει στο γραφείο του και ξεκινάει να ψάχνει λέξεις για τους στίχους του. Ήρθε η ώρα να βγάλει το καπέλο του.

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

χωρίς τίτλο

 το ξεχασμένο σημείωμα του μάρτη

Κι έτσι οι μέρες κυλούν χωρίς νόημα, ουσία καμία...
Τα νέα έρχονται, φεύγουν και γίνονται και αυτά παλιά. Το μεγάλο ταξίδι φαντάζει πιο κοντινό στο μυαλό. Η ιδέα της απώλειας δεν τρομάζει. Η απουσία έγινε προσμονή και η αγάπη βάσανο. Ας ελευθερωθώ απ’τις σκέψεις. Ό,τι είναι δικό μου θα μείνει μαζί μου, ό,τι ήταν ξένο ας φύγει για πάντα. Τα δικά μου θα κουβαλάω μέσα μου, αυτά θα με ελαφραίνουν. Και θα με βαραίνουν ενίοτε. Αυτά θα νοσταλγώ και μόνο. Αγωνία; Ναι, ποιός δε φοβάται το άγνωστο...Ελπίζω μόνο σε λιγότερο πόνο. Μα...Αουτς! –Ξύπνησα... και με πονάει!

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Καρύμβαλον το ανωφελές

της Πανδώρας



(Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί δημοσίευση της ομιλίας του ειδικού επιστήμονα καρυμβαλολόγου, Ιππομένη Φουμαράκη, έγκριτου πανεπιστημιακού, λαμπρού ερευνητή και ομότιμου διδάκτορα στην έδρα καρυμβαλολογίας της Μασαρουσφέτης. Έχουμε την τιμή να παραθέσουμε αυτούσια την εισήγησή του, όπως αυτή κατατέθηκε στα πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου των ειδικών καρυμβαλολόγων που έλαβε χώρα στην πατρίδα μας στα τέλη του περασμένου μήνα).

    Αξιότιμοι κύριοι σύνεδροι

 Ευρισκόμενος απόψε μεταξύ συναδέλφων, δράττομαι της δοθείσης ευκαιρίας, προκειμένου να προβώ εις ανακοινώσεις επιστημονικού χαρακτήρος, αποτέλεσμα, ούτως ειπείν, επιμόχθων ερευνών και επιπόνων μελετών, επί σειρά ετών, δυναμένας, δίχως να θέλω να περιαυτολογήσω, να ανατρέψωσι τα μέχρι τούδε επιστημονικά δεδομένα εις τον χώρον του επιστημονικού μας πεδίου!
  Εν είδει εισαγωγής εις το φλέγον θέμα, επί του οποίου εκλήθημεν να καταθέσωμεν τας απόψεις μας, συναθροιζόμενοι εις χώρον και χρόνον…εεε…χμμμ…γκουχ, γκουχ…διόλου τυχαίον, θα επιχειρήσω εν πρώτοις μιαν  πρωτογενή κατηγοριοποίησιν του αντικειμένου.
  Είναι ευρέως αποδεκτόν εις σύσσωμον την πανεπιστημιακήν κοινότητα, ότι τα καρύμβαλα – κοινώς καρούμπαλα εις την δημώδη – διακρίνονται εις δυο είδη, ήτοι: α) καρύμβαλον το κοινόν και β) καρύμβαλον το ανωφελές.
  Όσον αφορά το πρώτον είδος, το αποκαλούμενον και εξωγενές, αποτελεί ευκρινές εξόγκωμα της κρανιοεγκεφαλικής χώρας, προερχόμενον από κάκωσιν οφειλομένην εις τυχαίαν σύγκρουσιν μετά τινος, σκληρού τη συστάσει, υλικού αντικειμένου. Είναι δε απολύτως διακριτόν και ψηλαφήσιμον, εξ ου και η ετυμολογική αυτού προέλευσις από το αρχαιοελληνικόν «κόρυμβος», σημαίνον κορυφήν, όπως απαντά και παρά τω Μπαμπινιώτη.
 Αι επιπτώσεις αφορούν μόνον τον φέροντα και ουδόλως τούτο δύναται να κριθεί επίφοβον  διά το κοινωνικόν σύνολον, με εξαίρεσιν ίσως την ώραν της συγκρούσεως του ατυχούς, οπότε ενδέχεται να ακουσθούν επιφωνήματα και κραυγαί λίαν αντικοινωνικού περιεχομένου, άκρως ακατάλληλαι δι’ ανήλικον κοινόν – εξ ου και… «τα πήρε στο κρανίο» – τα οποία όμως αντιπαρέρχομαι, καθ’ όσον δεν είναι σκόπιμον να αναφερθούν επί της παρούσης, λόγω της ηθικής σοβαρότητος και του κύρους μετά του οποίου περιβάλλεται το συνέδριόν μας. Δέον να διευκρινισθεί ότι τα τοιαύτα παροδικόν χαρακτήρα μόνον έχουσι.
   Ωσαύτως, ουδείς λόγος ανησυχίας συντρέχει. Οι ειδικοί καρυμβαλολόγοι συνιστούν ψυχραιμίαν και απλά επιθέματα πάγου. Μετά παρέλευσιν ολίγων ωρών, το δυσάρεστον εξόγκωμα θα υποχωρήσει, με μοναδικήν επίπτωσιν δια τον πάσχοντα, ασθενεστέραν ή ισχυροτέραν κεφαλαλγίαν, ήτοι πονοκέφαλον, ευθέως αναλόγου της σφοδρότητος της συγκρούσεως και της σκληρότητος του αντικειμένου, μετά του οποίου επήλθεν η σύγκρουσις.   
  Καταγράφονται δε και περιπτώσεις, όπου η σύγκρουσις δύναται να αποβή και ευεργετική. Καθ’ όσον ο πάσχων, μετά από έν ισχυρόν ταράκουλον, αν και εφ’ όσον τα εγκεφαλικά του κύτταρα έχουν περιέλθει εις αχρηστίαν εκ της αχρησίας, δύναται να επανακάμψη και να εμφανίση σημεία προϊούσης σκέψεως και φυσιολογικής νοημοσύνης, ήγουν να αρχίση να…στροφάρει!
  Απ’ εναντίας, το ενδογενές καρύμβαλον, το επονομαζόμενον και ανωφελές, φέρει διάφορα χαρακτηριστικά. Δεν είναι αμέσως διακριτόν και περίβλεπτον, δεν θεραπεύεται με απλά επιθέματα πάγου, αι επιπτώσεις του δεν αφορούν τον πάσχοντα, τα αίτια προελεύσεώς του δεν είναι γνωστά και δεν θεωρείται απολύτως ιάσιμον. Τουτέστιν αποτελεί χρονίαν πάθησιν και αι προτεινόμεναι μέχρι τούδε θεραπείαι δεν δύνανται να θεωρηθούν αρκούντως αποτελεσματικαί.
  Επιπροσθέτως, δεν προκαλεί πονοκέφαλον εις τον πάσχοντα, αλλ’ εις το εγγύς αυτού περιβάλλον.
  Τηρουμένων ωσαύτως των αναλογιών, αι παρενέργειαι δύνανται ν’ αποβούν καταστροφικαί, ακόμη και μοιραίαι, αναλόγως του ποσοστού των ατόμων που επηρεάζει ο φέρων, εξ αιτίας της κοινωνικής του θέσεως, των αρμοδιοτήτων, των αποφάσεών του, καθώς και του είδους της εργασίας και εξουσίας που ασκεί εν τέλει εις τον κοινωνικόν του περίγυρον.
  Εις το σημείον τούτο, ας μοι επιτραπεί η διευκρίνισις, ότι αντικείμενον μελέτης συνιστούν μόνον – μόνον λέγω – ευμεγέθη και ευτραφή, ήτοι χονδρουλά, ενδογενή καρύμβαλα, καθ’ ό,τι τα περιορισμένου μεγέθους  καρουμπαλάκια κατά το δη λεγόμενον, – και δέον να αποφευχθεί η σύγχυσις με τα… του «κάρου μπαλάκια» -  δεν συνιστούν προφανή κίνδυνον διά το κοινωνικόν σύνολον, καθ’ όσον πολλοί δύνανται να φέρουν τοιαύτα.
 Διό και ο τρέφων μέγα ενδογενές καρύμβαλον, συχνά αποκαλείται φερωνύμως από τον κοινωνικόν περίγυρον, ο «Καρούμπαλος».  

    Αγαπητοί συνάδελφοι

  Έχοντας πλήρη επίγνωσιν των διαστάσεων τας οποίας έχει λάβει το φαινόμενον επί των ημερών μας, συνιστώτος ολίγον κατ’ ολίγον, είδος πανδημίας, εκλήθην να καταθέσω τας απόψεις μου και να εισηγηθώ λύσεις διά την αντιμετώπισιν τούτου. Διεξοδικώς όμως και αδρομερώς θα περιγράψω οσονούπω την κρατούσαν κατάστασιν.
  Εν πρώτοις, οι μελετηταί έχουν καταλήξει εις το ασφαλές συμπέρασμα, ότι το παρόν είδος ευδοκιμεί κατά κλάδους και διαφοροποιείται αναλόγως της ειδικότητος του φέροντος. Ενδεικτικώς αναφέρονται τα καρύμβαλα των νομικών, των ιατρών, των πανεπιστημιακών και εκπαιδευτικών εν γένει, των καλλιτεχνών, των δημοσιογράφων, των στρατιωτικών, των δυνάμεων καταστολής, των φιλησύχων πολιτών, των μετανενοημένων ψηφοφόρων, των πολιτικών κ.ο.κ. Εξόχως δε επικίνδυνον θεωρείται αυτό των τελευταίων και δη των κυβερνώντων και κρατούντων.
  Είναι επιστημονικώς διαπιστωμένον, ότι άτομον διακατεχόμενον από ενδογενήν καρυμβαλίασιν, χάνει τας συντεταγμένας του, χάνει τον προσανατολισμόν του, ήτοι …χάνει το μπούσουλα, χάνει τη μπάλα, χάνει τ’ αυγά και τα πασχάλια…
  Δια να γίνω περαιτέρω κατανοητός  θ’ αναφερθώ εις συγκεκριμένας  περιπτώσεις.
  Επί παραδείγματι εις την χώραν μας, το καρύμβαλον των ευπίστων ψηφοφόρων έφερεν εις το πολιτικόν προσκήνιον άτομα με καρούμπαλα καραμπινάτα, που με τη συμπαιγνία των άλλων Καρούμπαλων, των δημοσιογράφων, οι οποίοι απευθύνουν στην εξουσία κολακείες και λένε στον κόσμο βλακείες και κάθε είδους …λακίες, επιχειρούν να κάνουν το μαύρο, άσπρο και μας έχουν φλομώσει στα ψέματα, στις μπούρδες και στα φούμαρα. Πάνε με δυο λόγια να μας ξεπουπουλιάσουν, να μας ξεπουλήσουν όπως, όπως και σε τιμή κάτω του κόστους.
  Και νομίζουν οι εξέχοντες Καρούμπαλοι ότι απευθύνονται σε ανεγκέφαλους, σε ηλίθιους , σε βλάκες, σε …λάκες, βαφτίζοντας τη δικτατορία, δημοκρατία και τα μνημόνιά τους τα…αξιομνημόνευτα, που υπογράφουν κάθε τόσο, «μέσα ανάκαμψης της οικονομίας»!
  Που καταδικάζουν οι ουτιδανοί έναν ολόκληρο λαό…που να χαθούν να χάνονται και να πάνε από κει που ’ρθαν…και να βάλουν τα μνημόνιά τους εκεί που ξέρουν…που …μώ την κρίση τους και το καρούμπαλό τους και το κέρατό τους το τράγιο!... Και …μώ το μπελά μου…που μας έχουν γράψει όλους στα καρου…μπαλάκια τους , που να μη σώσουν και να μη φτάσουν και που να τους πάρει και να τους σηκώσει όλους σούμπιτους!…Τα σούργελα της οικουμένης…οι καραγκιόζηδες της συμφοράς…οι μασκαράδες…οι κερατάδες…που έχουν πάθει αγκύλωση και ακαμψία απ’ τις πολλές υποκλίσεις στους άλλους… τους μεγάλους Καρούμπαλους της Ευρώπης…
  Γι’ αυτό, μία είναι η λύση που προτείνω…στην πυρά…στην πυρά…στα έξι μέτρα…στην κρεμάλα…με συνοπτικές διαδικασίες…για να ξεβρομίσει ο τόπος!...Που ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που τους θυμήθηκα και τους έφερα για παράδειγμα…και μ’ έκαναν να χάσω την ψυχραιμία μου εντελώς και να παρεκτραπώ…και να κάνω την ομιλία μου σούπα και τις επιστημονικές μου ανακοινώσεις…σαλάτα!

  (Στο σημείο αυτό ο πρακτικογράφος σημειώνει ότι ο καθηγητής δεν κατέστη δυνατόν να ολοκληρώσει την εισήγησή του, διότι κυριολεκτικώς αφηνίασε. Αφού σκούπισε τον ιδρώτα του μ’ ένα μεγάλο μαντίλι, έβγαλε το σακάκι του, πέταξε τη γραβάτα του και ποδοπάτησε το καπέλο του, εν συνεχεία έσκισε το κείμενο της ομιλίας του σε μικρά, μικρά κομματάκια κι άρχισε να τα μασάει και να τα φτύνει προς όλες τις κατευθύνσεις).