Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Ο σαρκασμός του Ταβανιστή

 της Πανδώρας

Συμβαίνει καμιά φορά, όταν δεν ξέρεις τι να γράψεις, ν’ αναζητάς την έμπνευση ατενίζοντας το ταβάνι, περιμένοντας να σου έρθει η ιδέα ουρανοκατέβατη, ή μάλλον ταβανοκατέβατη. Και τότε – όπως πάντα – μπορούν να συμβούν περίεργα κι απρόβλεπτα πράγματα.
Στην αρχή, καθώς χάζευα ξεχασμένα έβλεπα μόνο το λείο σοβά, ελαφρώς κιτρινισμένο απ’ τη νικοτίνη και με μερικές αχνές κηλίδες υγρασίας κατά τόπους. Περιέφερα ρεμβαστικά το βλέμμα απ’ το καλώδιο του φωτιστικού που αναδιπλώνεται συγκρατημένο από ένα κρίκο, για να αιωρηθεί σχεδόν απειλητικά πάνω απ’ το γραφείο μου, ως τις γωνίες που σχηματίζουν τα δοκάρια με την οροφή. Στην αρχή βαριεστημένα, μετά πιο εντατικά, μέχρι που κατάφερα να τον διακρίνω.
Φορούσε στολή παραλλαγής, αλλιώς δεν εξηγείται πώς δεν τον είδα αμέσως.
Ανάμεσα στη βάση που καλύπτει την απόληξη των καλωδίων και στο ταβάνι, βεντουζωμένο με τα τέσσερα άκρα στο σοβά, σα να κρατιόταν από ένα είδος ανάποδης βαρύτητας, ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι κινιόταν αργά περπατώντας ανάποδα σαν κατσαρίδα και προσφέροντάς μου μόνον τη θέα της πλάτης του.
«Ε…», του φώναξα έκπληκτη. «Τι κάνεις εκεί πάνω;»
Στράφηκε ξαφνιασμένο να με δει. Μετά κρεμάστηκε ανάποδα, με τα πόδια κολλημένα στην οροφή και το κεφάλι προς τα κάτω, για να με βλέπει καλύτερα.
«Εγώ εδώ μένω τον περισσότερο καιρό…Θέλω να πω στα ταβάνια των σπιτιών, γιατί είμαι ένας…Ταβανιστής! Εσύ γιατί κοιτάς προς τα πάνω;»
«Σπίτι μου είναι, όπου θέλω κοιτάζω. Κι ύστερα…ψάχνω έμπνευση για το θέμα του Απρίλη».
«Ποιο είναι το θέμα;»
«Η τεχνητή νοημοσύνη».
«Και τι ακριβώς σε δυσκολεύει;»
«Κοίτα να δεις. Έχω σε μεγάλη εκτίμηση τις ευκολίες που μου προσφέρει ο σύγχρονος πολιτισμός και τις υπηρεσίες των ηλεκτρικών μου συσκευών. Τα πλυντήρια των ρούχων ή των πιάτων για παράδειγμα. Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς αυτά. Καμιά φορά μάλιστα τους μιλάω κιόλας άμα δε δουλεύουν όπως πρέπει. Τα μαλώνω ή τα καλοπιάνω… αναλόγως. Και βέβαια έχω σε μεγάλη υπόληψη τις παροχές των Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Ξέρεις…διαδίκτυο, πληροφόρηση και τα σχετικά. Αλλά μέχρις εκεί. Μακράν απέχω απ’ τους σύγχρονους τοξικομανείς της τεχνολογίας. Δεν παθιάζομαι με το διαδίκτυο, δεν κολλάω στις οθόνες των υπολογιστών, δεν είμαι εξαρτημένη απ’ το κινητό μου. Βλέπεις, δεν πιστεύω στην τεχνητή, αλλά στη φυσική
νοημοσύνη. Δηλαδή την ανθρώπινη. Η τεχνολογία δεν είναι παρά επακόλουθό της».
«Ας καγχάσω!»,σάρκασε το ανθρωπάκι. Και μετά σα να το σκέφτηκε λίγο, συμπλήρωσε: «Καγχ…καγχ! Και ποιος σου είπε ότι οι άνθρωποι έχουν φυσική νοημοσύνη; Αυτοί κι αν έχουν τεχνητή!»
Τον κοίταξα με απορία. Με όση δηλαδή μπορούσα να προσθέσω στην ήδη υπάρχουσα, απ’ τη στιγμή που πρόσεξα την παρουσία του στο ταβάνι μου.
«Είναι φανερό ότι δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Για παρατήρησε όμως λίγο τους ανθρώπους γύρω σου. Βρίσκεις ότι η συμπεριφορά τους είναι… φυσική; Τι σχέση έχουν με τη Φύση; Η Φύση παράγει αγαθά για να καλύψουν όλοι επαρκώς τις φυσικές τους ανάγκες. Ο πολιτισμός σας και τα οικονομικά συστήματα λειτουργούν με τέτοιο τρόπο, ώστε άλλοι τις υπερκαλύπτουν κι άλλοι δεν τις καλύπτουν καθόλου. Θα νόμιζε κανείς ότι αυτοί που τις υπερκαλύπτουν είναι ευτυχισμένοι. Αμ δε! Φτιάχνουν στρατούς, σκοτώνονται μεταξύ τους για ν’ αποκτήσουν κι άλλα ή δουλεύουν όλο και πιο πολύ για να μπορούν ν’ αγοράζουν περισσότερα, που όμως δεν έχουν ούτε διάθεση, ούτε χρόνο ν’ απολαύσουν, επειδή συνεχίζουν να τρέχουν για να προλάβουν ν’ αποκτήσουν… ακόμη περισσότερα. Σου φαίνονται φυσικά όλ’ αυτά;»
«Όχι, δε βλέπω όμως τι σχέση έχει αυτό με τη νοημοσύνη τους».
Ο μικροκαμωμένος ακροβάτης με κοίταξε όπως κοιτάμε ένα άτομο με σοβαρή καθυστέρηση.
«Δεν καταλαβαίνεις γιατί και σένα η νοημοσύνη σου είναι τεχνητή»,ξέσπασε. «Σκέφτεσαι μέσα σε προκαθορισμένα όρια. Είστε όλοι εγκλωβισμένοι σ’ ένα τρόπο σκέψης, ανίσχυροι να διανοηθείτε κάτι έξω απ’ αυτόν και να κατανοήσετε τον παραλογισμό της διαβίωσής σας. Ανίσχυροι ν’ αντισταθείτε, γιατί όλα σας φαίνονται «φυσιολογικά». Οι ανάγκες σας είναι τεχνητές, η σκέψη σας ετεροκατευθυνόμενη, ο κόσμος σας συμβατικός και η πραγματικότητά σας…εικονική. Συμπέρασμα; Η περίφημη νοημοσύνη σας είναι τεχνητή!...Α, και μη με κοιτάς μ’ ανοιχτό το στόμα. Έτσι και χάσω την ισορροπία μου και πέσω, κινδυνεύω να με καταπιείς».
«Και ποιος είσαι συ παρακαλώ που τα λέει όλ’ αυτά;»
«Σου είπα, είμαι ένας Ταβανιστής. Ένας απαρατήρητος παρατηρητής που κατοικεί στα ταβάνια των ανθρώπων κι έχει όλο το χρόνο να τους χαζεύει σκυμμένους πάνω απ’ τις … σοβαρές δουλειές τους. Να τρέχουν και να μη φτάνουν για να τις προλάβουν».
«Υπάρχουν κι άλλοι σαν και σένα;»
«Πώς,…είμαστε κάμποσοι».
«Και γιατί δε σας έχει δει κανείς μέχρι τώρα;»
«Συνήθως περνάμε απαρατήρητοι. Κατέχουμε την τέχνη της παραλλαγής. Κι ύστερα… οι περισσότεροι άνθρωποι σπάνια σηκώνουν
το βλέμμα προς τα πάνω. Είναι σκυφτοί κάτω απ’ το βάρος των ευθυνών. Κι όταν το κάνουν, βλέπουν αυτό που είναι προετοιμασμένοι να δουν, όπως κάνουν μ’ όλα τα θέματα άλλωστε…Εκτός ίσως… από κάτι ψώνια, κάτι αποτυχημένους συγγραφείς και τα τοιαύτα που άλλη δουλειά δεν έχουν, χαζεύουν κάθε λίγο το ταβάνι, λες κι είναι ο έναστρος ουρανός!».
«Ευχαριστώ πολύ. Ελπίζω εγώ ν’ ανήκω στα…τοιαύτα. Φτάνουν για σήμερα οι εξυπνάδες. Κι αν θες να ξέρεις καθόλου δε με πείθεις μ’ αυτά τα δήθεν περί τεχνητής νοημοσύνης των ανθρώπων. Τεχνητή νοημοσύνη έχουν οι μηχανές κι όχι οι άνθρωποι. Πάει και τελείωσε!»
«Α, ναι; Και τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τις μηχανές;»
«Τις μηχανές τις ελέγχεις. Πατάς τα κουμπιά τους και λειτουργούν. Δε σκέφτονται από μόνες τους, τις κατευθύνεις».
«Μα τα δοκάρια όλων των φρεσκοσοβατισμένων οροφών! Θα ’πρεπε να λέγομαι Καγχαστής κι όχι Ταβανιστής. Και σεις τι νομίζεις ότι κάνετε; Σκέφτεστε από μόνοι σας; Δεν είναι η σκέψη σας κατευθυνόμενη; Κάποιοι άλλοι δε σας κατευθύνουν πατώντας τα κουμπιά σας;»
«Τι λες πάλι; Ποια κουμπιά μας;»
«Τα κουμπιά σας, τις ανάγκες σας. Πρώτα τις δημιουργούν παράγοντας ψευδαισθήσεις ευτυχίας, δηλαδή εικονική πραγματικότητα που λέγαμε. Μετά σας βάζουν να παράγετε δουλεύοντας για να τις καλύψετε και τσεπώνουν τα κέρδη. Κι όταν μπουκώσει η μηχανή του συστήματος, σας τα παίρνουν πίσω όλα, σας πετάνε σα στυμμένες σφουγγαρίστρες και σας αφήνουν να κλαίτε τη μοίρα σας, ανίκανοι ν’ αντιδράσετε, αφού όλα υποτίθεται γίνονται για το καλό σας».
«Αεροβατείς! Εμείς έχουμε ελεύθερη βούληση. Ποιος μπορεί να μας κατευθύνει;»
«Χμμ…, για να δούμε. Πράγματι αεροβατώ, αλλά μόνο κυριολεκτικά. Ελεύθερη βούληση υποτίθεται ότι έχετε, αλλά την έχετε ξεχάσει στην πίσω τσέπη προ πολλού, αλλιώς δεν εξηγείται η υπακοή σας σ’ αυτούς που κινούν τους μοχλούς. Σκέφτεστε και λειτουργείτε μόνο μ’ ένα τρόπο, σα να είστε προγραμματισμένοι. Όπως οι μηχανές δηλαδή. Όσο για το ποιοι σας κατευθύνουν, είναι φανερό. Οι Υπολογιστές!»
«Θα ’πρεπε να το περιμένω. Έτσι όπως κρέμεσαι ανάποδα στο ταβάνι, τα βλέπεις κι όλα ανάποδα. Οι Υπολογιστές είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Εμείς κατευθύνουμε αυτούς κι όχι αυτοί εμάς».
«Ω…μα δεν εννοώ τους ηλεκτρονικούς, αλλά τους άλλους…τους ανθρώπινους. Αυτούς που υπολογίζουν τα κέρδη τους μόνο και καθόλου εσάς».
«Καλά, καλά, μ’ έσκασες εσύ κι η αναποδιά σου. Άσε με να τα σκεφτώ όλα αυτά αργότερα, με την ησυχία μου. Τώρα πρέπει να βρω κάτι για το θέμα μου και συ δε με βοήθησες και πολύ. Τι να γράψω;»
«Γράψε αυτά που σου είπα», φώναξε το ανθρωπάκι και βιάστηκε να εξαφανιστεί πηδώντας και τρέχοντας στο ταβάνι, απ’ τη χαραμάδα της
πόρτας, για να περάσει στο διπλανό διαμέρισμα, όπου, απ’ όσο ξέρω, η Ιταλίδα βυζαντινολόγος που μένει εκεί, ετοιμάζει αυτή την εποχή μια διατριβή με θέμα: «Το φορολογικό σύστημα της Μεσοβυζαντινής περιόδου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου