Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

μικρή γοργόνα

 της Sakura
 

μικρή γοργόνα
μες στα νερά σου νάρκες
διελκυστίνδες

που τη φωνή σου
βάφουν μοβ ιώδιο
και θάβουν χιόνια

νεκρή γοργόνα
των εβδομήντα δύο
και κάτι ωρών

-που να σε κοιμηθώ με
άλλες πλάγιασα-

άνοιξε.

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

(Ship)wreck

 της Λογοτεχνικής Πιπίτσας 


Σου το είπα; Δεν σου το είπα. Αποφάσισα ότι από αύριο τα ξυπνητήρια δεν θα ξαναχτυπήσουν. Τέρμα τα κενά αέρος και τα αντίστοιχα της μνήμης. Δεν θα κολυμπάω πια στις λάσπες και θα καταργήσω τα μακροβούτια στα σκατά.

Μου είπαν ότι με την  εγχείρηση μπορώ να τα πετύχω όλα αυτά.

Από δω και πέρα θα υπάρχω σε έναν κήπο. Με πολλές ορτανσίες και τραπεζάκια και καρέκλες από μέταλλο λευκό με περικοκλάδες. Θα πίνω τσάι και θα διαβάζω Forster φωναχτά καθώς θα περνάω από τα τραπεζάκια και θα μυρίζω που και που κανένα άνθος. Θα φυσάει πάντα απαλά και προσεχτικά ίσα ίσα για να δροσίζομαι κάτω από τα κρινολίνα που θα φορώ.

Η εγχείρηση θα τα πετύχει όλα αυτά, όχι εγώ.

Τα καμπανάκια στο κεφάλι μου θα πάψουν να ηχούν, μπορεί να σταματήσουν και να υπάρχουν. Ο Nick Cave δεν θα τραγουδάει πια στο αυτί μου, μπορεί και να μην ξανατραγουδήσει. Θα τραβάω τη σάρκα μου και δεν θα πονάει. Το παρελθόν θα είναι ένα μικρό τίποτα, το μέλλον ένα μεγαλύτερο.

Θα σωπάσουν και την κραυγή, θυμάσαι;

Μέσα στον κήπο, πάνω στα τραπεζάκια, θα μοσχοβολάνε μαρμελάδες και θα γουργουρίζουν καφέδες. Θα πίνω έναν από το καθένα. Θα ΄χει και ουράνιο τόξο. Και θα ακούγονται οι Stranglers, αλλά σαν να είχαν γράψει ένα μόνο τραγούδι. ‘Always the sun’.

Είναι η κραυγή από εκείνον τον πίνακα.

Οι ασφάλειες θα έχουν όλες καεί. Οι στρατιώτες δεν θα κατεβαίνουν στους δρόμους να μαζεύουν τα πτώματα από τα κράσπεδα και τα μπαλκόνια. Το φως των διαδρόμων του νοσοκομείου θα κοπάσει και θα βγουν τα πυροτεχνήματα.

Δεν σου έχω πει για το φάντασμα του πίνακα;

Θα χορεύω και σόλο τανγκό και τα άσπρα μου παπούτσια θα μπλέκονται στη χλόη. Η ζωή θα μου προσφέρει αποκλειστικά γρανίτες πορτοκάλι αλλά εγώ θα γεύομαι φράουλα. Εννοείται πως θα έχει και πεταλούδες. Θα κάθονται πάνω στις μαρμελάδες αλλά δεν θα κολλάνε.

Η κραυγή του είναι ένα με το μυαλό μου.

Είναι το μυαλό μου.

Η εγχείρηση θα το σωπάσει.





Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

κραυγή

του Dalikeri 
 

η φάλαγγα του ρολογιού
με λογχοφόρους δείκτες
ακατάπαυστα καταπατά
τα σύνορα του τώρα
καθώς ενεστώτας φειδίας σκαλίζει το χρόνο.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

τη χρονιά του 1883

 του Τραχανά
 

Εκείνη τη χρονιά του 1883 εξερράγη το Κρακατόα της Ινδονησίας δημιουργώντας ένα νέφος που επηρέασε όλο τον πλανήτη για χρόνια μετά την έκρηξη βάφοντας τους ουρανούς κόκκινους. Το αποτύπωμα της φανερώνεται σε πίνακες της εποχής όπως η «Κραυγή» του Μουνχ, θυμίζοντας ότι επρόκειτο για τον ισχυρότερο ήχο της ιστορίας που κούφανε οποιονδήποτε σε ακτίνα 16 χιλιομέτρων, ενώ ο απόηχός του έφτασε ως 4.500 χιλιόμετρα από την πηγή του. Κοιτάζοντας όμως τα άηχα χείλη του πίνακα του Μουνχ νιώθεις αυτή την ένταση να σε κατακλύζει χωρίς όμως να ταλαιπωρεί τα δύσμοιρα αυτιά σου.
Έτσι κάπως αισθάνεσαι πολλές φορές, όπως όταν είσαι μόνος σου στη μέση του πουθενά που κάποιος, πολύ μέσα στα πράγματα, θα το παρομοίαζε με το “The Wall” του “Game of Thrones”, ένας άτυχος άλλης εποχής με τα γκουλάγκ της Σοβιετικής Ένωσης κι ένας άρρεν Έλλην με μια υποχρεωτικά χαμένη περίοδο της ζωής του. Εκεί πέρα στη μέση του πουθενά, που έχουν βρεθεί αρκετοί άνθρωποι και την έχουν φανταστεί πολλοί περισσότεροι, έρχεται η «Κραυγή» για να περιγράψει αυτά που δεν περιγράφονται. Μόνος, ενδεδυμένος με ό,τι έχει απομείνει από το πανωφόρι της ευπρέπειας φαντασιώνεσαι με το ουρλιαχτό που θα΄θελες να βγάλεις αλλά το κρατάς μέσα σου. Το πρόσωπο μπορεί να σκληρύνει, οι τρόποι συμπεριφοράς να εκτραχυνθούν όμως αποτελούν ένα μικρό κλάσμα της υποβόσκουσας έκρηξης του Κρακατόα που κρύβεται από κάτω. Μια άηχη κραυγή σε διαπερνά προσπαθώντας να σπάσει τα δεσμά της καταπίεσης και προπάντων της βαρεμάρας. Ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη κι ένα τσιγάρο σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Ο ουρανός δεν είναι κόκκινος, αλλά τον διαπερνούν σύννεφα. Παντού γύρω σύννεφα και χωράφια, ένα μέρος που το ξέχασε ο Θεός, αλλά δυστυχώς όχι οι άνθρωποι.
Δεν είναι τόσο τραγικά τα πράματα, αλλά όταν βρίσκεσαι από τον καναπέ του σπιτιού σου έξω στη φύση αντιμετωπίζοντας πλαστά προβλήματα, που τέθηκαν από άλλους, νομίζεις ότι έχεις βρεθεί στην κόλαση. Δεν έχεις καμία επιλογή παρά μόνο πότε θα στρίψεις το επόμενο τσιγάρο και πότε θα νυχτώσει για να περάσει άλλη μια μέρα στο πουθενά. Όμως η πραγματική κραυγή έρχεται όταν φεύγεις από εκεί και βρίσκεσαι στο σημείο που πρέπει να κάνεις επιλογές. Επιλογές που θεωρείς ότι δεν έχεις, αλλά τις έχεις στα αλήθεια. Τότε είναι που έρχεται η πραγματική κόλαση γιατί απλά είσαι μπερδεμένος. Δεν είναι ότι κάνεις κακιές επιλογές είναι ότι δεν κάνεις επιλογές παραμένοντας στάσιμος, ενώ ουρανός είναι ακόμα κόκκινος αναμένοντας τη νύχτα που θα σηματοδοτούσε το πέρασμα στη νέα μέρα.

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Κραα…αυγή

 της Πανδώρας

Πολλοί νομίζουν ότι μια κραυγή είναι κάτι απλό. Μερικά φωνήεντα εμπλουτισμένα ίσως με μια υπόνοια συμφώνων, όπου ανάλογα με την τονικότητα εκείνου που τα εκφέρει, αντικαθιστούν μια δυο μπλοκαρισμένες λέξεις και υποβιβάζουν τον κραυγάζοντα στην κατάσταση του αγριμιού ή έστω του πρωτόγονου προγόνου του.
Λάθος! Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου έτσι. Μια κραυγή, μια ολοκληρωμένη και αξιοπρεπής Κραυγή που σέβεται τον εαυτό της, είναι εξαιρετικά σύνθετη και περίπλοκη κατάσταση. Είναι ένα χαρμάνι υλικών σε σοφές αναλογίες και δόσεις, μια συνομωσία διόλου τυχαίων περιστατικών και περιστάσεων που συνεργάζονται βουβά και για χρόνια προκειμένου να οδηγήσουν στο ζητούμενο και να εξασφαλίσουν τη χροιά, την ένταση και τη ρευστότητα που απαιτείται για τη σύστασή της. Τη συνετή δόνηση που θα σκορπίσει και θα εξανεμίσει την πίεση του κραυγάζοντα, χωρίς να συντρίψει τον ίδιο.
Μια Κραυγή έχει πολλά συστατικά και οπωσδήποτε περιέχει πολλές λέξεις. Λέξεις αιχμάλωτες, κλειδωμένες στο σεντούκι της λήθης. Άχρηστα «θα» κι απενεργοποιημένα «όταν», αναπάντητα «γιατί» και δύστροπα «πρέπει».Το αχ που δαγκώθηκε σαν το μήλο της Χιονάτης και τα όχι που μεταλλάχτηκαν σε οχιές. Ευχές ανείπωτες και ψίθυρους ερωτικούς που δεν έφτασαν ποτέ στον παραλήπτη τους. Οι ελιγμοί της μνήμης συντηρούν και προσφέρουν μισοσβησμένα συμβατικά χαμόγελα, όνειρα που δραπέτευσαν, προδομένες προσδοκίες, επιθυμίες που τις σκέπασαν τα κύματα της λογικής και δεν κατάφεραν ποτέ να βγουν στη στεριά, παρορμήσεις που σκοντάφτουν πάνω στον τοίχο του απροχώρητου, νυχτερινούς στοχασμούς πνιγμένους σε γερές δόσεις νικοτίνης, και μικρά μπουκετάκια θλίψης δεμένα με κορδέλες από στεναγμούς χρωματιστούς, όπως αρμόζει σε κάθε περίσταση.
Στη συνέχεια δίνουν τον τόνο οι πινελιές των χρωμάτων. Το απέραντο γκρι της μοναξιάς που κορυφώνεται στο μαύρο της απελπισίας. Το μοβ των τσαλακωμένων αποδείξεων της διάψευσης. Το βαθύ μπλε των ρεμβασμών που ισορροπούν στην αιχμηρή ακινησία μιας ματαιωμένης απόδρασης. Το πορτοκαλί μιας εφηβείας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Το κόκκινο του πάθους και των παθών. Το κίτρινο της ρουτίνας που δεν κατάλαβε πότε έγινε συνήθεια. Και το πράσινο από μικρές δόσεις δηλητήριο που λιμνάζουν αργά στη στέρνα της σιωπής.
Τη σύνθεση ολοκληρώνουν νότες και συγχορδίες, αρμονικές και φάλτσες, που τις αρπάζει ο άνεμος και τις στροβιλίζει στη δίνη της οδύνης. Νότες περιπλανώμενες που απέδρασαν απ’ τις παρτιτούρες και περιφέρονται αδέσποτες μες στα σοκάκια των αναμνήσεων. Το παράπονο στο κλάμα νυχτερινής κιθάρας, ο λυγμός απ’ τη στριγκή δοξαριά ενός βιολιού, το βαθύ κλάμα του όμποε, ένας βαρύς νταλκάς από μπουζούκι
τρίχορδο, η ανησυχία των κρουστών που φτάνει στην κορύφωση της αγωνίας και ο ήχος των δακρύων που σταλάζουν απ’ τα πλήκτρα ενός πιάνου.
Κι ύστερα έρχεται η ώρα της Κραυγής. Ένας σαρωτικός ανεμοστρόβιλος, ένα ρεύμα ποταμού ορμητικό που τα δονεί όλα, τα παρασύρει και τ’ απελευθερώνει σ’ ένα κρεσέντο του ανείπωτου…
Όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Ότο Ρανκ μιλούσε για την «πρωταρχική κραυγή», ισχυριζόταν ότι είχε τη δύναμη να θεραπεύει τους ασθενείς του από τραυματικές εμπειρίες και ψυχώσεις. Συνοπτικά η διαδικασία που ακολουθούσε ήταν ο εγκλεισμός τους σ’ έναν απρόσωπο, μισοσκότεινο χώρο, δίχως οπτικοακουστικά ερεθίσματα κι επαφή με τον έξω κόσμο. Στόχος του ήταν με τη βοήθεια της ψυχανάλυσης να επιστρέψουν στην ώρα της γέννησής τους και να την ξαναζήσουν. Ο ίδιος υποστήριζε, ότι όχι μόνο κατάφερναν με τις μεθόδους του αρκετοί να επαναφέρουν στη μνήμη τους μια τόσο παρωχημένη ανάμνηση, αλλά και ότι ξαναζώντας την θεραπεύονταν εντελώς. Σύμφωνα πάντα με τη θεωρία του, η στιγμή της γέννας είναι η πιο οδυνηρή εμπειρία στην αυγή της ζωής μας. Κι όταν αυτή συνοδεύεται από επιπλοκές, οδυνηρές δυσκολίες για το νεογέννητο ή απόρριψη, ευθύνεται για τις περισσότερες ψυχικές διαταραχές.
Η λυτρωτική κραυγή που συνόδευε την ανάμνηση αυτή και που ο ερευνητής ονόμασε «πρωταρχική», ισοδυναμούσε με το πρώτο κλάμα ενός μωρού.(Σοκ απ’ τη σκληρή διαπίστωση του κόσμου που ήρθαμε να ζήσουμε;). Ωστόσο, σύμφωνα πάντα με τις περιγραφές του, δεν θύμιζε τόσο κλάμα, αλλά ένα βραχνό κρώξιμο βγαλμένο απ’ τα έγκατα της ψυχής.
Όπως και να ’χει, μια κραυγή που συμπαρασύρει τραυματικές εμπειρίες, ακόμη και μεταγενέστερες, παραμένει λυτρωτική. Είναι ένα είδος κάθαρσης και αποθεραπείας. Το «κρώξιμο» που περιγράφει ο Ότο Ρανκ σηματοδοτεί έτσι ένα νέο ξεκίνημα, μια νέα αυγή, αποφορτίζοντας ευεργετικά αυτόν που κραυγάζει.( Ή μήπως αυτόν που κράζει;)
Γι’ αυτό όχι, δεν είναι ο πίνακας του Μουνκ αυτός που φέρνει στο νου μου την Κραυγή.
Παρά την ανησυχία, την αγωνία και την απομόνωση που εκπέμπει, με τον αιματοβαμμένο ουρανό, την κουπαστή της γέφυρας που τέμνει διαγώνια τον πίνακα δημιουργώντας μια σκληρή οξεία γωνία καθώς η γραμμή φυγής χάνεται στον ορίζοντα με τη δύση του ήλιου, παρά τους ισχυρισμούς του R. Rosenbum, ότι μια περουβιανή μούμια χρησίμευσε στο ζωγράφο σα μοντέλο για ν’ αποδώσει την αγωνία της ανθρώπινης έκφρασης, παρά τις ανήσυχες φαρδιές πινελιές, τη ρευστότητα και τις καμπύλες των γραμμών που αναπαριστούν ηχητικά κύματα και μια φύση
που δονείται απ’ την ένταση των ρευμάτων του ήχου, όχι δεν είναι αυτός ο πίνακας.
Όχι, όχι η «Κραυγή» του Έντβαρντ Μουνκ, αλλά «Τα κοράκια στα σταροχώραφα» του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, αναπαριστούν για μένα το «κρώξιμο» που υπαινίσσεται μια Κραα…αυγή.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

πρόλογος για τη κραυγή και το δημιουργό της



Ο Έντβαρντ Μουνκ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εξπρεσιονιστές ζωγράφους παγκοσμίως και έναν από τους διασημότερους στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Νορβηγία.
Ο Μουνκ γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1863 στο Løten της Νορβηγίας και ήταν γιος του Christian Munch ενός στρατιωτικού γιατρού, ο οποίος είχε παντρευτεί την μητέρα του Laura Cathrine Bjølstad το 1861. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην πόλη Kristiania που σήμερα αποτελεί το γνωστό Όσλο, την πρωτεύουσα της χώρας. Η οικογένεια του αν και ήταν δεμένη είχε χτυπηθεί πολλές φορές από ανθρώπινες απώλειες. Όντας ακόμα μικρός ο Μουνκ έχασε αρχικά τη μητέρα του από φυματίωση το 1868 και λίγα χρόνια αργότερα και την αγαπημένη του αδερφή χτυπημένη από την ίδια ασθένεια.

Ο πατέρας του μετά το θάνατο της μητέρας του προσπάθησε να αναθρέψει μόνος του εκείνον και τα υπόλοιπα αδέρφια του και η διαπαιδαγώγησή τους ήταν βαθιά θρησκευτική. Οι αμαρτίες δεν είχαν θέση στο σπίτι του Μουνκ και ο πατέρας είχε περάσει υποσυνείδητα το φόβο της τιμωρίας της ψυχής στα παιδιά του προσπαθώντας να διατηρήσει ακέραιους τους χαρακτήρες τους. Παράλληλα, μία από τις αδερφές του Μουνκ είχε διαγνωσθεί με διανοητική στέρηση ενώ και ο ίδιος ο Μουνκ ήταν φιλάσθενος από μικρός.
Το 1879, ο Μουνκ ξεκινάει να παρακολουθεί μαθήματα μηχανολογίας σε τεχνικό κολλέγιο αλλά η κακή του υγεία δεν του επιτρέπει να τα παρακολουθήσει όπως θα ήθελε και σύντομα θα τα παρατήσει για να ξεκινήσει η καλλιτεχνική του πορεία.
Το 1881 εγγράφεται στο βασιλικό σχολείο τέχνης έχοντας καθηγητές τον γλύπτη Julius Middelthun και τον ζωγράφο Christian Krohg, ενώ το 1885 λαμβάνει μια υποτροφία για σπουδές 3 εβδομάδων στο Παρίσι. Ένα χρόνο αργότερα αρχίζει να εργάζεται επάνω στο πρώτο του ουσιαστικά έργο το ‘The Sick Child’ εξερευνώντας τα σκοτάδια των νεανικών του χρόνων επηρεασμένος από τον θάνατο της αδερφής του. Στο έργο του ο Μουνκ απέφυγε τη νατουραλιστική προσέγγιση του Hrogh και άρχισε να ενσωματώνει εξπρεσιονιστικές τάσεις. Θέματά του πάντα στάθηκαν ο θάνατος, η ασθένεια, η ψυχική οδύνη και πως θα μπορούσε διαφορετικά αφού ήταν αυτά που είχαν κυριαρχήσει στη ζωή του από τα παιδικά του χρόνια.

Αν και το ‘The Sick Child’ δεν είχε αρχικά εκτιμηθεί δεόντως από  τους κριτικούς εντούτοις παραμένει ένα από τα σημαντικότερα έργα του μαζί με το ‘The Day After’ και το ‘Puberty’ εκείνης της περιόδου καθώς γίνεται αντιληπτό ότι ο καλλιτέχνης θέλησε να αποτυπώσει επάνω στον καμβά του εκείνο που έβλεπε η ψυχή του και όχι τα μάτια του.
Το 1889 σε ηλικία 26 ετών ο Μουνκ θα κάνει την πρώτη του αναδρομική έκθεση παρουσιάζοντας τα έργα του στο Norwegian Students’ Association στο Όσλο. Η έκθεση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία καθώς επέλεξε να παρουσιάσει τους πιο φωτεινούς από τους πίνακές του λαμβάνοντας ως ανταμοιβή ένα ταξίδι στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου και θα παραμείνει για τα επόμενα τρία χρόνια.
Μετά το θάνατο του πατέρα του ο Μουνκ θα επιστρέψει στο Παρίσι όπου θα έρθει σε επαφή με το κίνημα των μετα-ιμπρεσιονιστών και θα εκθέσει έργα του αυτή τη φορά στο Artists’ Association στο Βερολίνο. Η έκθεση αποδείχτηκε μια ‘καταστροφική επιτυχία’ καθώς είχε κερδίσει το κοινό όμως οι κριτικοί κατήγγειλαν το έργο του ως αναρχικό και διέκοψαν την έκθεση μετά την πρώτη εβδομάδα. Παρ΄όλα αυτά όμως ο Μουνκ είχε γίνει οικείος καλλιτέχνης στη Γερμανία και τα επόμενα χρόνια δούλεψε συνεχώς τόσο στη Γερμανία όσο και στο Παρίσι εκθέτοντας τα έργα του.

Το 1891, ο Μουνκ θα αρχίσει να φιλοτεχνεί το πιο γνωστό του έργο, την ‘Κραυγή’ κάνοντας διάφορες παραλλαγές της και χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές, ενώ το 1896 ξεκίνησε να πειραματίζεται με λιθογραφίες, φωτογραφίες και ξυλογραφίες συνεργαζόμενος με τον Auguste Clot.

Από το 1902 ο Μουνκ αντιμετωπίζει έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις και η συναισθηματική του υγεία διαταράσσεται φέρνοντας στην επιφάνεια τα παιδικά του τραύματα αλλά και τη μάχη που έδινε με τον αλκοολισμό. Μάλιστα, ο καλλιτέχνης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει ανεπιτυχώς ευτυχώς εκείνο το διάστημα και θέλοντας να ξορκίσει τους προσωπικούς του δαίμονες στρέφεται ακόμα πιο εντατικά στη ζωγραφική επιλέγοντας θέματα λιγότερο εσωστρεφή.

Ωστόσο, το 1908 βασανιζόμενος από μανία καταδίωξης και αρκετές παραισθήσεις, ο Μουνκ θα μπει στην κλινική του Dr. Daniel Jacobson όπου θα παραμείνει για 8 μήνες μέχρι να επανέλθει. Μετά την έξοδό του από την κλινική επιστρέφει στη Νορβηγία όπου θα συνεχίσει να ζωγραφίζει αυτή τη φορά δίνοντας έμφαση σε θέματα φύσης με πιο ζωηρά χρώματα και λιγότερο απαισιόδοξα. Τα έργα του δεν σταματούν να εκθέτονται σε όλο τον κόσμο προκαλώντας πάντα αντίθετα συναισθήματα και κριτικές, ενώ το 1916, ο Μουνχ αγοράζει το κτήμα Ekely έξω από το Όσλο στο οποίο παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής του.
Παραμένοντας στη Νορβηγία συνεχίζει να φιλοτεχνεί έργα για Νορβηγικά ινστιτούτα και εργοστάσια ενώ πλέον ζει μια ήρεμη ζωή παρά το γεγονός ότι το έργο του δε σταματάει να παράγει διαμάχες όπου παρουσιάζεται. Μάλιστα το 1937, οι Ναζί κατήγγειλαν το έργο του ως ‘εκφυλισμένη τέχνη’ και απέσυραν τους πίνακές του από τις γερμανικές γκαλερί.

Τρία χρόνια αργότερα ο Μουνκ θα αποφασίσει να τελειώσει την προσωπική του συλλογή για την πόλη του Όσλο πιθανότατα διαισθανόμενος το τέλος που πλησίαζε.
Στις 23 Ιανουαρίου του 1944, ο μεγάλος Νορβηγός ζωγράφος θα περάσει στην αιωνιότητα σε ηλικία 81 ετών αφήνοντας πίσω του μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές συλλογές.
Ο Μουνκ υπήρξε ένας οραματιστής καλλιτέχνης και το έργο του δίνει την αίσθηση της σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως και γι΄ αυτό οι πίνακές του να δημιουργούσαν τόσες αντίθετες απόψεις από τους κριτικούς. Η πραγματικότητα πάντως παραμένει ότι τα έργα του θα μείνουν πάντα ιδιαίτερα και θα δίνουν την μοναδική αίσθηση που χαρακτηρίζει και αποπνέει το Όσλο.

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Στου έρωτα τη φωλιά


Μαρία! Όμορφο μαρούλι όπως θα ήθελες, πιστεύω να αυτοαποκαλείσαι. Δύσκολοι καιροί για να σε βγάλω από το μυαλό μου όπως θα ήθελε η τεχνητή νοημοσύνη που μου φορτώσαν στο μυαλό. Τι θα γίνει με αυτήν την ιστορία. Πάνε να μου βγάλουν τη μνήμη. Τον έρωτα! Πώς γίνεται αυτό; Αδύνατο λέω εγώ. Δεν μπορώ να σε βγάλω από τη σκέψη μου! Δεν μπορώ να αποκαλύψω την σκέψη μου! Αυτό μια χαρά το κατάφερε η κυρία τεχνητή νοημοσύνη! Δε θα στο πω ποτέ! Ούτε το επίθετο δεν τολμώ να πω κι ας είναι τόσο γοητευτικό! Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος. Από εδώ και πέρα με ότι ασχολούμαι θα έχει ως πηγή έμπνευσής τον έρωτα και για αυτό εσύ είσαι η αιτία και η αφορμή! Κι ας μη με θελήσεις ποτέ στη ζωή σου και δυστυχώς έτσι είναι η κατάσταση! Όμπο τι σκέψεις σκοτεινές είναι αυτές! Σήμερα είναι που βγήκαμε για μπύρες και τι να πω! Δεν είχα τίποτε! καλύτερα να μην έβγαινα, να μη σε έβλεπα, να μην υπήρχες καν εκεί. Πως θα γινόταν κάτι τέτοιο! Δε γίνεται, δε γίνεται με τίποτε. Όλα μαυρίζουν! Όλα μαύρισαν γύρω μου! Ξέρεις για ένα πράγμα είμαι σίγουρος όμως! Τα πάντα στον έρωτα εκφράζονται με τον πιο απλό τρόπο. Δε θα μπορούσα ποτέ να σκεφτώ ένα ποίημα γραμμένο σε δύσκολη γραφή, άσχετη με την προσωπικότητά μου! Σε μια γλώσσα που να θυμίζει τον Ελύτη ή τον Σεφέρη ή δεν ξέρω γω ποιον. Θέλω να είμαι εγώ και μόνο εγώ! Φοβάμαι ότι αυτό δεν ισχύει γενικά και σ' αυτό ευθύνεται η γνωστή σε όλους μας τεχνητή νοημοσύνη!Δεν ξέρω αν θέλω να σε βλέπω. Για ένα είμαι σίγουρος: σε ευχαριστώ που σε γνώρισα! Μπορεί να μη θέλω να σε ξαναδώ. Μου κάνεις κακό, με καταστρέφεις το μυαλό. Γεια σου Μαρία! Την επόμενη φορά που θα φύγουμε μακριά από το κέντρο θα πάρουμε ταξί για να γυρίσουμε! Εγώ τα παπούτσια τα δαπίτικα θα τα αγοράσω. Το ελπίζω! Εύχομαι και συ να με φιλήσεις και ας μην το θέλεις στην πραγματικότητα...

Μετά από μια απογοητευτική βραδιά αποχωρεί ο νεαρός φίλος μας. Την πέφτει για ύπνο! Δύσκολη νύχτα ακόμη και για μένα! Με διέλυσε ψυχολογικά! Τι ερωτικές σκέψεις είναι αυτές! Ομπό πολύ μιζέρια! Καληνύχτα σας!

Αποσπάσματα από το δημιούργημα του Θ. Π. “Οι Φαντασιώσεις

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Ο αύρας

της Dark Chocolate



Συνωστισμός στο εστιατόριο. Όρθιοι εν αναμονή. Τ’αξίζει όμως. Πέντε πιάτα για τον καθένα. Δωρεάν. Άντε, εντάξει, γι’ άλλους σχεδόν. 

Περίμενε στητή υπομονετικά στην ουρά. Στον ένα ώμο γέρνει η τσάντα, στον άλλο η κομψή σακούλα βιβλιοπωλείου γεμάτη ντοσιέ και σημειωματάρια. Μόλις παίρνει το δίσκο, μετά βίας ισορροπεί πριν κάνει πατινάζ πάνω στο κίτρινο τραπεζομάντηλο. 

Έχει ήδη ξεκινήσει το φαγητό, ενώ μια γνωστή φυσιογνωμία την παρατηρεί, δυο τραπέζια πιο κάτω. Ρίχνοντας φευγαλέες ματιές, καταφέρνει να θυμηθεί. Α όχι! Ποτέ δεν ξεχνάει πρόσωπα αυτή! Όταν πλέον έχει εξολοθρεύσει και το τελευταίο ίχνος φαγώσιμου πάνω στο δίσκο, τον τοποθετεί στη ραφιέρα και πλησιάζει τον γνωστό. Εκείνος την κοιτά όλο και πιο απορημένα, μα συγχρόνως αδημονεί – φαίνεται – καθώς η απόσταση ανάμεσά τους μειώνεται. «Ο Κ.;» ρωτάει αυτή. «Ναι» απαντά αυτός με τη βραχνή, ζεστή φωνή του. Έχει ξαφνιαστεί, είναι πλέον γεγονός. 

«Κάπου σε ξέρω...» λέει ενοχικά. «Μέναμε στην ίδια γειτονιά» τον βοηθάει. «Α ναι!» φωνάζει αυτός θριαμβευτικά. «Πρέπει να είσαι η Ε. Κάθησε, μην στέκεσαι!». Δίπλα, ένας φίλος του, που καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης την κοίταζε εκστασιασμένος. Συζήτησαν λίγο και ανανέωσαν το ραντεβού. 

Λίγες μέρες αργότερα, κανόνισαν μία συνάντηση την οποία όμως ακύρωσε η Ε. τελικά για κάποιο λόγο που μάλλον χάθηκε στην σκόνη του χρόνου. 

Όμως το ραντεβού κανονίστηκε για άλλη φορά. Αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να τον συναντήσει, τίποτα δε θα ακύρωνε αυτό το ραντεβού. Ήταν κι ωραίος άλλωστε. 

Ένα ζεστό μαγιάτικο απόγευμα, τα χειμωνιάτικα ρούχα ήταν πλέον παρελθόν. Αυτή, φορώντας ένα λευκό φόρεμα, διέσχισε έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης, με τα καφέ, τον κόσμο, τα ανθισμένα δέντρα και τη νεανική μουσική. Αυτή η αίσθηση της άνοιξης στην πόλη ήταν το κάτι άλλο. Πριν το ραντεβού, η Ε. ήθελε να περάσει από το μαγαζί στη γωνία του τετραγώνου της στρογγυλής καφετέριας, για να πάρει κάτι σημαντικό. Επίσης άγνωστο το τι. Καθώς πλησίαζε, συνέβη το αναπάντεχο. 

Μέσα σ’ αυτόν τον κεντρικότατο και πολυσύχναστο δρόμο, ένα πουλί την κουτσούλισε! Ναι, ένα πουλί! Και μάλιστα πού;; Στα μαλλιά! Ναι, στα μαλλιά! 

«Μπροστά στο Πράσινο Δέντρο;» είχα ρωτήσει όταν μου διηγούταν το συμβάν. Αφού απάντησε θετικά, ένα φτύσιμο ακολούθησε και είπα: «Ώστε δεν έδειξε κανένα έλεος το πουλί;». «Όχι» απάντησε απογοητευμένα. «Και μετά; Τι έκανες;» 

Μπήκε τρέχοντας σ’ ένα μικρό σνακ μπαρ, ζήτησε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα κι έβρεξε τα μαλλιά της, αφού τα σκούπισε πρώτα με υγρά μαντηλάκια για μωρά. Βγαίνοντας - ήταν ταραγμένη – πήρε τηλέφωνο τον Κ. και ζήτησε πάλι ν’ αναβάλλουν το ραντεβού. Εκείνος είπε: «Κάτι συνέβη; Τι συνέβη πάλι;;» 

«Κάτι σοβαρό».
«Τι σοβαρό μωρέ; Πάλι; Δεν είμαστε καλά.»
Και μετά από μια σύντομη συζήτηση ανάλογου ύφους, αυτή είπε:
«Καλά! Έρχομαι!». Κι έστριψε το τετράγωνο για να πάει στο Πράσινο Δέντρο όπου ήταν το ραντεβού. 

Μόλις ο Κ. την είδε, αυτά τα λόγια ξεστόμισε: «Καλά, δεν πειράζει, κάτι μου έτυχε, ας τα πούμε άλλη φορά». Η Ε. το δέχτηκε, γιατί ουσιαστικά τη συνέφερε, αλλά κύματα θυμού έρρευσαν στα αγγεία του κεφαλιού της. Πριν προλάβει να πει κουβέντα, εμφανίστηκε πίσω από το δέντρο – μα καλά, τι; Κρυβόταν; – ο φίλος του Κ., αυτός που ήταν και στο εστιατόριο. Την καλησπέρισε, έκαναν χειραψία και είπε – φανερά εκστασιασμένος πάλι – «Χάρηκα! Έχεις πολύ ωραία αύρα...» και τελείωσε τη φράση καθώς απομακρυνόταν, ήταν όμως γυρισμένος προς το μέρος της, ευτυχώς που δεν κουτούλισε σε κανένα δέντρο ή καμιά κολώνα. Ο Κ. είχε ήδη απομακρυνθεί. 

Αυτή έφυγε σκεπτόμενη εμμονικά σε όλο το δρόμο ένα λούσιμο. 

Μια φράση μου είπε για το πώς βλέπει τον Κ. «Ανυπομονώ να μου πει να βγούμε, για να του πω όχι!»