Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Ο αύρας

της Dark Chocolate



Συνωστισμός στο εστιατόριο. Όρθιοι εν αναμονή. Τ’αξίζει όμως. Πέντε πιάτα για τον καθένα. Δωρεάν. Άντε, εντάξει, γι’ άλλους σχεδόν. 

Περίμενε στητή υπομονετικά στην ουρά. Στον ένα ώμο γέρνει η τσάντα, στον άλλο η κομψή σακούλα βιβλιοπωλείου γεμάτη ντοσιέ και σημειωματάρια. Μόλις παίρνει το δίσκο, μετά βίας ισορροπεί πριν κάνει πατινάζ πάνω στο κίτρινο τραπεζομάντηλο. 

Έχει ήδη ξεκινήσει το φαγητό, ενώ μια γνωστή φυσιογνωμία την παρατηρεί, δυο τραπέζια πιο κάτω. Ρίχνοντας φευγαλέες ματιές, καταφέρνει να θυμηθεί. Α όχι! Ποτέ δεν ξεχνάει πρόσωπα αυτή! Όταν πλέον έχει εξολοθρεύσει και το τελευταίο ίχνος φαγώσιμου πάνω στο δίσκο, τον τοποθετεί στη ραφιέρα και πλησιάζει τον γνωστό. Εκείνος την κοιτά όλο και πιο απορημένα, μα συγχρόνως αδημονεί – φαίνεται – καθώς η απόσταση ανάμεσά τους μειώνεται. «Ο Κ.;» ρωτάει αυτή. «Ναι» απαντά αυτός με τη βραχνή, ζεστή φωνή του. Έχει ξαφνιαστεί, είναι πλέον γεγονός. 

«Κάπου σε ξέρω...» λέει ενοχικά. «Μέναμε στην ίδια γειτονιά» τον βοηθάει. «Α ναι!» φωνάζει αυτός θριαμβευτικά. «Πρέπει να είσαι η Ε. Κάθησε, μην στέκεσαι!». Δίπλα, ένας φίλος του, που καθόλη τη διάρκεια της συζήτησης την κοίταζε εκστασιασμένος. Συζήτησαν λίγο και ανανέωσαν το ραντεβού. 

Λίγες μέρες αργότερα, κανόνισαν μία συνάντηση την οποία όμως ακύρωσε η Ε. τελικά για κάποιο λόγο που μάλλον χάθηκε στην σκόνη του χρόνου. 

Όμως το ραντεβού κανονίστηκε για άλλη φορά. Αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να τον συναντήσει, τίποτα δε θα ακύρωνε αυτό το ραντεβού. Ήταν κι ωραίος άλλωστε. 

Ένα ζεστό μαγιάτικο απόγευμα, τα χειμωνιάτικα ρούχα ήταν πλέον παρελθόν. Αυτή, φορώντας ένα λευκό φόρεμα, διέσχισε έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης, με τα καφέ, τον κόσμο, τα ανθισμένα δέντρα και τη νεανική μουσική. Αυτή η αίσθηση της άνοιξης στην πόλη ήταν το κάτι άλλο. Πριν το ραντεβού, η Ε. ήθελε να περάσει από το μαγαζί στη γωνία του τετραγώνου της στρογγυλής καφετέριας, για να πάρει κάτι σημαντικό. Επίσης άγνωστο το τι. Καθώς πλησίαζε, συνέβη το αναπάντεχο. 

Μέσα σ’ αυτόν τον κεντρικότατο και πολυσύχναστο δρόμο, ένα πουλί την κουτσούλισε! Ναι, ένα πουλί! Και μάλιστα πού;; Στα μαλλιά! Ναι, στα μαλλιά! 

«Μπροστά στο Πράσινο Δέντρο;» είχα ρωτήσει όταν μου διηγούταν το συμβάν. Αφού απάντησε θετικά, ένα φτύσιμο ακολούθησε και είπα: «Ώστε δεν έδειξε κανένα έλεος το πουλί;». «Όχι» απάντησε απογοητευμένα. «Και μετά; Τι έκανες;» 

Μπήκε τρέχοντας σ’ ένα μικρό σνακ μπαρ, ζήτησε να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα κι έβρεξε τα μαλλιά της, αφού τα σκούπισε πρώτα με υγρά μαντηλάκια για μωρά. Βγαίνοντας - ήταν ταραγμένη – πήρε τηλέφωνο τον Κ. και ζήτησε πάλι ν’ αναβάλλουν το ραντεβού. Εκείνος είπε: «Κάτι συνέβη; Τι συνέβη πάλι;;» 

«Κάτι σοβαρό».
«Τι σοβαρό μωρέ; Πάλι; Δεν είμαστε καλά.»
Και μετά από μια σύντομη συζήτηση ανάλογου ύφους, αυτή είπε:
«Καλά! Έρχομαι!». Κι έστριψε το τετράγωνο για να πάει στο Πράσινο Δέντρο όπου ήταν το ραντεβού. 

Μόλις ο Κ. την είδε, αυτά τα λόγια ξεστόμισε: «Καλά, δεν πειράζει, κάτι μου έτυχε, ας τα πούμε άλλη φορά». Η Ε. το δέχτηκε, γιατί ουσιαστικά τη συνέφερε, αλλά κύματα θυμού έρρευσαν στα αγγεία του κεφαλιού της. Πριν προλάβει να πει κουβέντα, εμφανίστηκε πίσω από το δέντρο – μα καλά, τι; Κρυβόταν; – ο φίλος του Κ., αυτός που ήταν και στο εστιατόριο. Την καλησπέρισε, έκαναν χειραψία και είπε – φανερά εκστασιασμένος πάλι – «Χάρηκα! Έχεις πολύ ωραία αύρα...» και τελείωσε τη φράση καθώς απομακρυνόταν, ήταν όμως γυρισμένος προς το μέρος της, ευτυχώς που δεν κουτούλισε σε κανένα δέντρο ή καμιά κολώνα. Ο Κ. είχε ήδη απομακρυνθεί. 

Αυτή έφυγε σκεπτόμενη εμμονικά σε όλο το δρόμο ένα λούσιμο. 

Μια φράση μου είπε για το πώς βλέπει τον Κ. «Ανυπομονώ να μου πει να βγούμε, για να του πω όχι!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου