Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η κραυγή για μια αιώνια ζωή

 του Θ.Π.


Είμαι γοητευμένος
από το φως της οικουμένης
στο φως αυτό θα ζήσω
πάντα σ’ αυτό θα  ελπίζω

ποιος αντέχει τη μιζέρια
και το κλάμα μιας κυρίας
στην κραυγή της αληθείας
και στα τρένα και στα πλοία

την κραυγή ενός παιδιού
ποιος αντέχει μια για πάντα
ποιος θέλει να χει μια ζωή
ένα γέλιο να τον τρέχει

την απλή ζωή της τρέλας
θα τη μάθω εγώ να ζήσω
θα μάθω εγώ για μια ζωή
να σταθώ στην οικουμένη

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Κυνηγημένος

 της Σωσώς Ζερό


Έτρεχα γρήγορα, γεμάτος ανάσες βαριές που πλάκωναν σε κάθε λαχάνιασμα όλες μαζί το στέρνο μου. Έστριβα σε αδιέξοδα και έπαιρνα φόρα πηδώντας από πάνω τους. Φρέναρα απότομα και με προσποίηση άλλαζα γρήγορα κατεύθυνση και τους έστελνα αντίθετα. Πηδούσα από μπαλκόνια, έβγαινα σε ξέφωτα, σκαρφάλωνα σε σκάλες υπηρεσίας και βυθιζόμουν σε υπονόμους. Το μέσα μου και το έξω μου κουβάρια.
 --Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες παιδικά δωμάτια με κομματιασμένες -από συμβουλές ταπετσαρίες. Έτρεχα όλος κι έφευγα και πέρναγε ο δρόμος βιαστικός κάτω απ’ τα πόδια μου..
Τους ξέφυγα.. για λίγο ήμουν σίγουρος…

Περπάτησα στα πιο κάτω στενά, η ανάσα μου καυτή, στέγνωσε από ώρα στο στόμα μου. Προσπαθώ να βρω κι άλλη φωτιά. Το τσιγάρο είναι ωραίο ακόμα και με στεγνό στόμα, έπειτα από τόσο τρέξιμο. Συνέχισα να περπατάω, η νύχτα γύρω μου άχρονη και τα αστέρια στο κόλπο.. μπήκα σε μια πάροδο από αυτές που πάντα προσπερνάω γρήγορα στο βήμα μου αφού δω πρώτα το όνομα τους. Οι φωνές είναι φρόνιμες, είναι ήμερες και δεν έπαψαν ποτέ μέσα μου.
--Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες σχολικές αίθουσες με παιδικά όνειρα και μυστικά καρφωμένα στον πίνακα. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε θυμωμένος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Με έχασαν.. για λίγο χαλάρωσα το βήμα…



Έστριψα σε ένα δρόμο κεντρικό και οι σιλουέτες δύο αντρών απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, με έκαναν να ανατριχιάσω. Με αντιλήφθηκαν αμέσως πως τους είδα και τάχυναν το βήμα με κάθε επιφύλαξη μιας και μέρα μεσημέρι θα κινούσαν το λιγότερο υποψίες. Όταν ο κόσμος ψωνίζει, μισεί τις αναποδιές. Έπρεπε να τρέξω διακριτικά, να ελιχθώ όσο πιο κομψά μπορούσα μέσα στις αλέες του κεντρικού πάρκου και να προσπαθήσω να απομακρυνθώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα απ’ την καταραμένη κίνηση της λεωφόρου. Κινούμουν γοργά, με ελαφρές αγκωνιές και διακριτικές σπρωξιές στους περαστικούς με τις σακούλες των μαγαζιών.
--Κυνηγημένος έτρεξα από εκατοντάδες χώρους εργασίας που χτύπησα κάρτα, με τα νιάτα μου αγουροξυπνημένα και χωμένα όπως-όπως στην κωλότσεπη. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε ύπουλος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Σίγουρα ξέφυγα.. για λίγο πρέπει να προσέχω τα νώτα μου…

Με ένα γοργό και ασταμάτητο ρυθμό, μπορείς να καταφέρεις να κρύβεσαι ακόμη και για λίγο –μέχρι να σε βρουν ξανά δηλαδή.. έφυγα από τη λεωφόρο και μπήκα πάλι στα στενά που τα καταφέρνω καλύτερα. Έτρεξα ξανά, όσο πιο γρήγορα μπορούσα αυτή τη φορά. Ακολούθησα δαιδαλώδη πορεία, τόσο που μπερδεύτηκα σχεδόν κι εγώ, που έχω τρέξει χιλιόμετρα στη γαμημένη πόλη. Δεν κοίταζα πίσω μου, δεν έχει σημασία πόσο κοντά ή πόσο μακριά ήταν, αλλά ότι εγώ στο δρόμο, είχα και πάλι το πάνω χέρι. Η ανάσα μου δεν ήταν βαριά σαν πριν, η αδρεναλίνη ηρέμησε τους πόνους και η ταχύτητα μου έπιασε κόκκινο.
--Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες συμβουλάτορες και μέντορες με φωνές μειλίχιες. Με βλέμμα σπινθηροβόλο, γεμάτο αναμονή και πίστη καλή μόνο για την άρρωστη πάρτη τους. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε λυπημένος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Είμαι πιο γρήγορος.. αλλά είναι πολλοί και με κουράζουν…




Τίμιοι δικαστές
Καλοί αστυνομικοί
Συμβουλάτορες πατέρες
Ευαίσθητοι καλλιτέχνες
Αστραφτερά χαμόγελα των διαφημίσεων
Καμμένα υποκείμενα των απαγορεύσεων
Ασυγχώρητοι δάσκαλοι

Κυνηγημένος έτρεξα και χάθηκα
και βρέθηκα και έπεσα και πέταξα και ξανάπεσα.
Κι έφτυσα κατάμουτρα τον αυταρχισμό σας

Μα, η φωνή μου σίγουρα δεν φτάνει
για την απέχθεια μου
σκεπάζει όμως την πόλη ολόκληρη…

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

μια σπηλιά από κινέζικη πορσελάνη

 του νίκου πάκου


   Μετά από χρόνια, του ήρθε να ξαναγράψει. Η γιαγιά του, που ήταν συγγραφέας και τη θαύμαζε πολύ, είχε γράψει όλα της τα κείμενα –μυθιστορήματα και διηγήματα- χειρόγραφα, σε παλιά τετράδια με χοντρά εξώφυλλα. Τώρα πια ήταν κιτρινισμένα, μύριζαν νοσταλγία. Αλλά το ίδιο λοιπόν θα κάνει κι αυτός. Θα πιάσει στυλό κι ένα τετράδιο, όχι τόσο πολυκαιρισμένο όσο τα δικά της, ένα που βρήκε στο πίσω μέρος της βιβλιοθήκης με σημειώσεις απ’ το πανεπιστήμιο, τουλάχιστο αξιοπρεπώς παλιό. Εκεί θα χαράξει τα δικά του γράμματα. Κι ο στυλός θα γίνει προέκταση του χεριού και των δαχτύλων του κι η μελάνι, θέλοντας και μη, το αίμα του. Να πως πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται η γραφή: βιωματικά. Σαν μια ατέλειωτη καυτή προσμονή, σαν να αγωνιάς πριν μια έκρηξη ενθουσιασμού ή έρωτα. Σαν το ζέσταμα στο σεξ. Μόνο που είχε να κάνει σεξ κάνα χρόνο και βάλε…Μάλλον γι’ αυτό αντιμετώπιζε τη γραφή τόσο βιωματικά, μα αν το καλοσκεφτείς και τόσο ιδεαλιστικά. Του έλειπε απίστευτα ένα σώμα ν’ αγγίξει, ένα πρόσωπο να ταξιδέψει μαζί του.
   Κοιτάζει την άδεια σελίδα με τις γραμμές. Τί στο διάολο να γράψει; Άσε το μυαλό σου ελεύθερο… «σαν ένας λευκός μονόκερως». Αυτή ακριβώς τη φράση την είχε γράψει όταν ήταν καμιά δεκαπενταριά χρονών στην πρώτη λευκή σελίδα ενός από τα αγαπημένα του μυθιστορήματα, Η κόρη του βασιλιά της χώρας των ξωτικών του Λόρδου Ντάνσανι: «η φαντασία ας καλπάσει σαν ένας λευκός μονόκερως». Έγραφε τέτοια στα εφηβικά του τα αναγνώσματα, με ένα τρόπο τα έκανε πιο δικά του. Και τ’ άσπρο αλογάκι ταξίδευε μέσα σε παραμύθια και όνειρα. Ημίφως πάντα να κυριαρχεί, η θολούρα του ηλιοβασιλέματος, κι ένας υπέροχος υπαινιχτικός ερωτισμός. Πάρε για παράδειγμα το πώς φανταζόταν την ξωτική πριγκίπισσα. Με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, μισόκλειστα βλέφαρα κι ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα. Εφηβική φαντασίωση λέγεται αυτό κι όμως, είχε μια βεβαιότητα, κάτι τελικά το χειροπιαστό που δεν είχε καμιά άλλη πραγματική θηλυκή παρουσία στην ενήλικη ερωτική του ζωή.
   Μόνος εδώ και ένα χρόνο, ν’ αναπολεί το χθες: απ’ την παιδική του ηλικία, που η γιαγιά μ’ ένα αιώνιο χαμόγελο του χάριζε βιβλία, μικρά παράλληλα σύμπαντα γι’ αυτόν, ως τις στιγμές με τη Μάρθα. Τις ατέλειωτες μοναχικές του ώρες, του ερχόταν τα φωτεινά της μάτια, λες και χαμογελούσαν. Μα το ίδιο συχνά φαντασιωνόταν και… τα στήθη της. Αλήθεια. Ήταν μέτριου μεγέθους, λευκά κι ολοστρόγγυλα. Μα γιατί να σκέφτεται πως έτσι ήταν, πως αυτά τα στήθη, αυτά τα μάτια κάποτε υπήρχαν; Ακόμα υπάρχουν, ζουν και βασιλεύουν…
   Με τη Μάρθα κατάφεραν κι έβγαλαν με τα χίλια ζόρια ένα χρόνο. Συνέχεια τον κατηγορούσε ότι σκεφτόταν την πάρτη του, ότι σκεφτόταν εγωιστικά, φερόταν εγωιστικά κι όλο αυτό τον έκανε έξω φρενών. Τελικά χωρίσανε. Αρχικά στεναχωρήθηκε, κάποια στιγμή του πέρασε. Έπαψε να σκέφτεται τη Μάρθα, που και που έβγαινε με κάνα δυο φίλους κι ακόμα σπανιότερα γνώριζε από καμιά τύπισσα. Κουβέντιαζαν ήρεμα κι ωραία, κάτι μπορεί να υπήρχε στην ατμόσφαιρα, αλλά η υπόθεση ποτέ δεν προχωρούσε πέρα από, λεκτικό μονάχα, φλερτ. Σταδιακά βαρέθηκε τις βόλτες και τις γνωριμίες, δηλαδή όχι ακριβώς βαρέθηκε˙ απλά, έπαψαν να τραβάνε το ενδιαφέρον του, να τον «γεμίζουν». Έτσι άρχισε να περνάει όλο και περισσότερες ώρες μόνος, στη σιωπή του σπιτιού του. Άρχισε ν’ απολαμβάνει μια μοναξιά η οποία παρόλο που κάποιες φορές τον κούραζε, ίσως τον φόβιζε κιόλας, αυτή η ίδια μοναξιά τον τύλιγε με μια ακαριαία ζεστασιά. Σαν να χωνόταν σε μια σπηλιά σκοτεινή, μα ζεστή μ’ ένα άνοιγμα ορθάνοιχτο να τον καλεί σαν στόμα σε μια μόνιμη κραυγή.
   Κλεινόταν στο σπίτι του, στο δωμάτιό του, στην σπηλιά του κι η μοναξιά ερχόταν, τον άρπαζε απ’ το χέρι και τον πήγαινε βόλτα. Προορισμός η λησμονημένη φαντασία του, η οποία γρήγορα συνειδητοποίησε πως είχε φτωχύνει τραγικά. Μπορεί ως έφηβος να ήταν απίστευτα κυκλοθυμικός, πολύ εσωστρεφής και πηγμένος στην αντιφατικότητα, αλλά τουλάχιστο όταν έπιανε το νήμα της φαντασίας του, χανόταν σε ένα λαβύρινθο από σπάνια κινέζικη πορσελάνη. Τώρα εκείνος ο λαβύρινθος είναι γεμάτος αμυχές και ραγίσματα. Ώρα για επισκευές.
   Κάπως έτσι του έσκασε ξανά η σκέψη ν’ ασχοληθεί με τη συγγραφή. Έκλεισε τον υπολογιστή, απομακρύνθηκε από εκείνη την καρέκλα που πια είχε μετατραπεί σε καλούπι για τον κώλο του κι έπιασε το παλιό τετράδιο με τις σημειώσεις απ’ το πανεπιστήμιο. Αξιοπρεπώς παλιακό όπως είπαμε, για τα δεδομένα του μικρού του παρελθόντος ήταν αντίκα. Βυθισμένος λοιπόν στην ευεργετική μοναξιά, χωμένος στη σπηλιά του εαυτού του, σταδιακά έγινε ο δέκτης μιας ατέρμονης νοσταλγίας. Ξανάφερε στο νου τη γιαγιά του, τη συγγραφέα. Τί συγγραφέας δηλαδή; Η μάνα του, του είχε δείξει κάτι παλιά τετράδια πνιγμένα στα μικρά πλαγιαστά γράμματα της. Όχι μόνο τα κάμποσο πολυσέλιδα μυθιστορήματα, αλλά και τα λιγότερο από δύο σελίδων διηγήματά της, όλα σχεδόν παρέμειναν ανέκδοτα. Ήταν όμως απολαυστικά, του άρεσαν πολύ, κρίμα που κατάφερε η γιαγιά του να δημοσιεύσει μονάχα κάτι πολύ λίγα σε κάποια λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής και μάλιστα με ψευδώνυμο. Τα κείμενά της  είχαν μια σουρεαλιστική, συνειρμική τρέλα, αλλά και μια ειρωνεία γεμάτη πίκρα. Για παράδειγμα, σ’ ένα αλλόκοτο ημί-αυτοβιογραφικό της μάλλον κείμενο γράφει:

   Πολλοί θένε να λέγονται συγγραφείς. Να λένε οι κοπέλες: “ω ωραίε συγγραφεύ…” Φευ! Δεν έχουν τίποτα όλοι τούτοι να προσφέρουν. Κλεισμένοι σε σπηλιά,  κραυγάζουνε στη μοναξιά,  πιτσιλάνε με γλώσσες φωτιάς το χαρτί. Τί τα θες; νοσταλγία σάπια που μονάχα κρύβει “αγαπάτε εαυτόν”

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Μεταλλικές επιγραφές

 της Dark Chocolate

 
Δε με νοιάζει που πάλι δεν ήρθες. Δε με νοιάζει πάλι που έφυγες. Πλέον το ξέρω κι αυτό είναι αρκετό, κι ας σκεπάζει τα πάντα, σαν χείμαρρος, σαν παλίρροια, τα διαλύει, τα πνίγει, τα θάβει βαθιά μες στη γη. Δε θέλω, δε γίνεται. Φύγε. Η σκιά σου, τ’ απομεινάρια σου, όλα όσα σε τυλίγουν σαν νήμα, όλα όσα μπλέκονται πάνω σου, όλα όσα σε καταπίνουν.

Περιμένω εδώ όπως όλοι. Σ’ αυτό το παλιό κτίριο, κόσμος πηγαινοέρχεται, εγώ απλά περιμένω. Ιατρεία και γραφεία, έξω ένας τεράστιος κήπος, πού πήγαν οι άλλοι; Φύγαμε μαζί απ’ το σπίτι. Τώρα μόνη. Οι καφέ τοίχοι ξεφλούδισαν και στάζουν το χρόνο στο πάτωμα. Παλιές μεταλλικές επιγραφές γράφουν ονόματα. Ψάχνω και το δικό σου... Μια παιδική ζωγραφιά δίπλα. Σηκώνομαι και την κοιτάζω διερευνητικά. Ψάχνω για κάποιο στοιχείο. Πουθενά... Παραδίπλα σε μια παράξενη αίθουσα, ξαφνικά συρρέει κόσμος. Πού βρέθηκαν αυτοί; Σκέφτομαι πως βγήκαν απ΄ το γραφείο σου, τους φαντάζομαι να το κάνουν και ζηλεύω. Τους παρατηρώ καθώς διασχίζουν την αίθουσα και χάνονται. Δε με προσέχει κανείς.

Τρέχω στους διαδρόμους και σε ψάχνω, τρυπώνω σε μικρά γραφεία, σε μεγάλα διαμερίσματα, ανεβαίνω σκάλες, σπρώχνω για να χωρέσω στο ασανσέρ, χτυπάω κούφιες πόρτες, φωνάζω τ’ όνομά σου, αντιλαλούν οι διάδρομοι, μα... τίποτα. Λαχανιασμένη κι απογοητευμένη πλησιάζω την έξοδο. Μια κραυγή μου σπάζει σε κομμάτια τη μεσημεριανή ησυχία κι ακούγεται δυνατή να έρχεται από κάθε κατεύθυνση. Συνειδητοποιώ ξαφνικά πως έφυγαν όλοι. Τρέχω έξω.

    Πού είσαι; Πού είστε; Εγώ φταίω, γιατί το έκανα; Τώρα μόνη θα περιφέρομαι  γύρω, θα θυμάμαι, μόνο να θυμάμαι θα μπορώ, αφού πλέον τελείωσαν όλα και σαν κατάδικος θα τριγυρίζω άσκοπα· ουρλιάζοντας. Άσκοπα, άσκοπα...