Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

μια σπηλιά από κινέζικη πορσελάνη

 του νίκου πάκου


   Μετά από χρόνια, του ήρθε να ξαναγράψει. Η γιαγιά του, που ήταν συγγραφέας και τη θαύμαζε πολύ, είχε γράψει όλα της τα κείμενα –μυθιστορήματα και διηγήματα- χειρόγραφα, σε παλιά τετράδια με χοντρά εξώφυλλα. Τώρα πια ήταν κιτρινισμένα, μύριζαν νοσταλγία. Αλλά το ίδιο λοιπόν θα κάνει κι αυτός. Θα πιάσει στυλό κι ένα τετράδιο, όχι τόσο πολυκαιρισμένο όσο τα δικά της, ένα που βρήκε στο πίσω μέρος της βιβλιοθήκης με σημειώσεις απ’ το πανεπιστήμιο, τουλάχιστο αξιοπρεπώς παλιό. Εκεί θα χαράξει τα δικά του γράμματα. Κι ο στυλός θα γίνει προέκταση του χεριού και των δαχτύλων του κι η μελάνι, θέλοντας και μη, το αίμα του. Να πως πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται η γραφή: βιωματικά. Σαν μια ατέλειωτη καυτή προσμονή, σαν να αγωνιάς πριν μια έκρηξη ενθουσιασμού ή έρωτα. Σαν το ζέσταμα στο σεξ. Μόνο που είχε να κάνει σεξ κάνα χρόνο και βάλε…Μάλλον γι’ αυτό αντιμετώπιζε τη γραφή τόσο βιωματικά, μα αν το καλοσκεφτείς και τόσο ιδεαλιστικά. Του έλειπε απίστευτα ένα σώμα ν’ αγγίξει, ένα πρόσωπο να ταξιδέψει μαζί του.
   Κοιτάζει την άδεια σελίδα με τις γραμμές. Τί στο διάολο να γράψει; Άσε το μυαλό σου ελεύθερο… «σαν ένας λευκός μονόκερως». Αυτή ακριβώς τη φράση την είχε γράψει όταν ήταν καμιά δεκαπενταριά χρονών στην πρώτη λευκή σελίδα ενός από τα αγαπημένα του μυθιστορήματα, Η κόρη του βασιλιά της χώρας των ξωτικών του Λόρδου Ντάνσανι: «η φαντασία ας καλπάσει σαν ένας λευκός μονόκερως». Έγραφε τέτοια στα εφηβικά του τα αναγνώσματα, με ένα τρόπο τα έκανε πιο δικά του. Και τ’ άσπρο αλογάκι ταξίδευε μέσα σε παραμύθια και όνειρα. Ημίφως πάντα να κυριαρχεί, η θολούρα του ηλιοβασιλέματος, κι ένας υπέροχος υπαινιχτικός ερωτισμός. Πάρε για παράδειγμα το πώς φανταζόταν την ξωτική πριγκίπισσα. Με μακριά καστανόξανθα μαλλιά, μισόκλειστα βλέφαρα κι ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα. Εφηβική φαντασίωση λέγεται αυτό κι όμως, είχε μια βεβαιότητα, κάτι τελικά το χειροπιαστό που δεν είχε καμιά άλλη πραγματική θηλυκή παρουσία στην ενήλικη ερωτική του ζωή.
   Μόνος εδώ και ένα χρόνο, ν’ αναπολεί το χθες: απ’ την παιδική του ηλικία, που η γιαγιά μ’ ένα αιώνιο χαμόγελο του χάριζε βιβλία, μικρά παράλληλα σύμπαντα γι’ αυτόν, ως τις στιγμές με τη Μάρθα. Τις ατέλειωτες μοναχικές του ώρες, του ερχόταν τα φωτεινά της μάτια, λες και χαμογελούσαν. Μα το ίδιο συχνά φαντασιωνόταν και… τα στήθη της. Αλήθεια. Ήταν μέτριου μεγέθους, λευκά κι ολοστρόγγυλα. Μα γιατί να σκέφτεται πως έτσι ήταν, πως αυτά τα στήθη, αυτά τα μάτια κάποτε υπήρχαν; Ακόμα υπάρχουν, ζουν και βασιλεύουν…
   Με τη Μάρθα κατάφεραν κι έβγαλαν με τα χίλια ζόρια ένα χρόνο. Συνέχεια τον κατηγορούσε ότι σκεφτόταν την πάρτη του, ότι σκεφτόταν εγωιστικά, φερόταν εγωιστικά κι όλο αυτό τον έκανε έξω φρενών. Τελικά χωρίσανε. Αρχικά στεναχωρήθηκε, κάποια στιγμή του πέρασε. Έπαψε να σκέφτεται τη Μάρθα, που και που έβγαινε με κάνα δυο φίλους κι ακόμα σπανιότερα γνώριζε από καμιά τύπισσα. Κουβέντιαζαν ήρεμα κι ωραία, κάτι μπορεί να υπήρχε στην ατμόσφαιρα, αλλά η υπόθεση ποτέ δεν προχωρούσε πέρα από, λεκτικό μονάχα, φλερτ. Σταδιακά βαρέθηκε τις βόλτες και τις γνωριμίες, δηλαδή όχι ακριβώς βαρέθηκε˙ απλά, έπαψαν να τραβάνε το ενδιαφέρον του, να τον «γεμίζουν». Έτσι άρχισε να περνάει όλο και περισσότερες ώρες μόνος, στη σιωπή του σπιτιού του. Άρχισε ν’ απολαμβάνει μια μοναξιά η οποία παρόλο που κάποιες φορές τον κούραζε, ίσως τον φόβιζε κιόλας, αυτή η ίδια μοναξιά τον τύλιγε με μια ακαριαία ζεστασιά. Σαν να χωνόταν σε μια σπηλιά σκοτεινή, μα ζεστή μ’ ένα άνοιγμα ορθάνοιχτο να τον καλεί σαν στόμα σε μια μόνιμη κραυγή.
   Κλεινόταν στο σπίτι του, στο δωμάτιό του, στην σπηλιά του κι η μοναξιά ερχόταν, τον άρπαζε απ’ το χέρι και τον πήγαινε βόλτα. Προορισμός η λησμονημένη φαντασία του, η οποία γρήγορα συνειδητοποίησε πως είχε φτωχύνει τραγικά. Μπορεί ως έφηβος να ήταν απίστευτα κυκλοθυμικός, πολύ εσωστρεφής και πηγμένος στην αντιφατικότητα, αλλά τουλάχιστο όταν έπιανε το νήμα της φαντασίας του, χανόταν σε ένα λαβύρινθο από σπάνια κινέζικη πορσελάνη. Τώρα εκείνος ο λαβύρινθος είναι γεμάτος αμυχές και ραγίσματα. Ώρα για επισκευές.
   Κάπως έτσι του έσκασε ξανά η σκέψη ν’ ασχοληθεί με τη συγγραφή. Έκλεισε τον υπολογιστή, απομακρύνθηκε από εκείνη την καρέκλα που πια είχε μετατραπεί σε καλούπι για τον κώλο του κι έπιασε το παλιό τετράδιο με τις σημειώσεις απ’ το πανεπιστήμιο. Αξιοπρεπώς παλιακό όπως είπαμε, για τα δεδομένα του μικρού του παρελθόντος ήταν αντίκα. Βυθισμένος λοιπόν στην ευεργετική μοναξιά, χωμένος στη σπηλιά του εαυτού του, σταδιακά έγινε ο δέκτης μιας ατέρμονης νοσταλγίας. Ξανάφερε στο νου τη γιαγιά του, τη συγγραφέα. Τί συγγραφέας δηλαδή; Η μάνα του, του είχε δείξει κάτι παλιά τετράδια πνιγμένα στα μικρά πλαγιαστά γράμματα της. Όχι μόνο τα κάμποσο πολυσέλιδα μυθιστορήματα, αλλά και τα λιγότερο από δύο σελίδων διηγήματά της, όλα σχεδόν παρέμειναν ανέκδοτα. Ήταν όμως απολαυστικά, του άρεσαν πολύ, κρίμα που κατάφερε η γιαγιά του να δημοσιεύσει μονάχα κάτι πολύ λίγα σε κάποια λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής και μάλιστα με ψευδώνυμο. Τα κείμενά της  είχαν μια σουρεαλιστική, συνειρμική τρέλα, αλλά και μια ειρωνεία γεμάτη πίκρα. Για παράδειγμα, σ’ ένα αλλόκοτο ημί-αυτοβιογραφικό της μάλλον κείμενο γράφει:

   Πολλοί θένε να λέγονται συγγραφείς. Να λένε οι κοπέλες: “ω ωραίε συγγραφεύ…” Φευ! Δεν έχουν τίποτα όλοι τούτοι να προσφέρουν. Κλεισμένοι σε σπηλιά,  κραυγάζουνε στη μοναξιά,  πιτσιλάνε με γλώσσες φωτιάς το χαρτί. Τί τα θες; νοσταλγία σάπια που μονάχα κρύβει “αγαπάτε εαυτόν”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου