Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2012

Κυνηγημένος

 της Σωσώς Ζερό


Έτρεχα γρήγορα, γεμάτος ανάσες βαριές που πλάκωναν σε κάθε λαχάνιασμα όλες μαζί το στέρνο μου. Έστριβα σε αδιέξοδα και έπαιρνα φόρα πηδώντας από πάνω τους. Φρέναρα απότομα και με προσποίηση άλλαζα γρήγορα κατεύθυνση και τους έστελνα αντίθετα. Πηδούσα από μπαλκόνια, έβγαινα σε ξέφωτα, σκαρφάλωνα σε σκάλες υπηρεσίας και βυθιζόμουν σε υπονόμους. Το μέσα μου και το έξω μου κουβάρια.
 --Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες παιδικά δωμάτια με κομματιασμένες -από συμβουλές ταπετσαρίες. Έτρεχα όλος κι έφευγα και πέρναγε ο δρόμος βιαστικός κάτω απ’ τα πόδια μου..
Τους ξέφυγα.. για λίγο ήμουν σίγουρος…

Περπάτησα στα πιο κάτω στενά, η ανάσα μου καυτή, στέγνωσε από ώρα στο στόμα μου. Προσπαθώ να βρω κι άλλη φωτιά. Το τσιγάρο είναι ωραίο ακόμα και με στεγνό στόμα, έπειτα από τόσο τρέξιμο. Συνέχισα να περπατάω, η νύχτα γύρω μου άχρονη και τα αστέρια στο κόλπο.. μπήκα σε μια πάροδο από αυτές που πάντα προσπερνάω γρήγορα στο βήμα μου αφού δω πρώτα το όνομα τους. Οι φωνές είναι φρόνιμες, είναι ήμερες και δεν έπαψαν ποτέ μέσα μου.
--Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες σχολικές αίθουσες με παιδικά όνειρα και μυστικά καρφωμένα στον πίνακα. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε θυμωμένος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Με έχασαν.. για λίγο χαλάρωσα το βήμα…



Έστριψα σε ένα δρόμο κεντρικό και οι σιλουέτες δύο αντρών απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο, με έκαναν να ανατριχιάσω. Με αντιλήφθηκαν αμέσως πως τους είδα και τάχυναν το βήμα με κάθε επιφύλαξη μιας και μέρα μεσημέρι θα κινούσαν το λιγότερο υποψίες. Όταν ο κόσμος ψωνίζει, μισεί τις αναποδιές. Έπρεπε να τρέξω διακριτικά, να ελιχθώ όσο πιο κομψά μπορούσα μέσα στις αλέες του κεντρικού πάρκου και να προσπαθήσω να απομακρυνθώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα απ’ την καταραμένη κίνηση της λεωφόρου. Κινούμουν γοργά, με ελαφρές αγκωνιές και διακριτικές σπρωξιές στους περαστικούς με τις σακούλες των μαγαζιών.
--Κυνηγημένος έτρεξα από εκατοντάδες χώρους εργασίας που χτύπησα κάρτα, με τα νιάτα μου αγουροξυπνημένα και χωμένα όπως-όπως στην κωλότσεπη. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε ύπουλος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Σίγουρα ξέφυγα.. για λίγο πρέπει να προσέχω τα νώτα μου…

Με ένα γοργό και ασταμάτητο ρυθμό, μπορείς να καταφέρεις να κρύβεσαι ακόμη και για λίγο –μέχρι να σε βρουν ξανά δηλαδή.. έφυγα από τη λεωφόρο και μπήκα πάλι στα στενά που τα καταφέρνω καλύτερα. Έτρεξα ξανά, όσο πιο γρήγορα μπορούσα αυτή τη φορά. Ακολούθησα δαιδαλώδη πορεία, τόσο που μπερδεύτηκα σχεδόν κι εγώ, που έχω τρέξει χιλιόμετρα στη γαμημένη πόλη. Δεν κοίταζα πίσω μου, δεν έχει σημασία πόσο κοντά ή πόσο μακριά ήταν, αλλά ότι εγώ στο δρόμο, είχα και πάλι το πάνω χέρι. Η ανάσα μου δεν ήταν βαριά σαν πριν, η αδρεναλίνη ηρέμησε τους πόνους και η ταχύτητα μου έπιασε κόκκινο.
--Κυνηγημένος έτρεξα από δεκάδες συμβουλάτορες και μέντορες με φωνές μειλίχιες. Με βλέμμα σπινθηροβόλο, γεμάτο αναμονή και πίστη καλή μόνο για την άρρωστη πάρτη τους. Έτρεχα όλος κι έφευγα και ο δρόμος πέρναγε λυπημένος κάτω απ’ τα πόδια μου..
Είμαι πιο γρήγορος.. αλλά είναι πολλοί και με κουράζουν…




Τίμιοι δικαστές
Καλοί αστυνομικοί
Συμβουλάτορες πατέρες
Ευαίσθητοι καλλιτέχνες
Αστραφτερά χαμόγελα των διαφημίσεων
Καμμένα υποκείμενα των απαγορεύσεων
Ασυγχώρητοι δάσκαλοι

Κυνηγημένος έτρεξα και χάθηκα
και βρέθηκα και έπεσα και πέταξα και ξανάπεσα.
Κι έφτυσα κατάμουτρα τον αυταρχισμό σας

Μα, η φωνή μου σίγουρα δεν φτάνει
για την απέχθεια μου
σκεπάζει όμως την πόλη ολόκληρη…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου