Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Στον αστερισμό του Ποδηλάτη (Στο Γιώργο Χ. 22/7/2012, ώρα 15:30 μ.Κ.)

 της Πανδώρας

Έχω ένα κόκκινο φουστάνι καλοκαιρινό. Εδώ και χρόνια το ρίχνω βιαστικά στη βαλίτσα καθώς ξεκινάω για διακοπές. Σπανίως το φοράω. Κάθε φορά λέω δε μπορεί, θα πάρω λίγο χρώμα απ’ τον ήλιο της θάλασσας και φέτος θα το βάλλω. Κι ύστερα, στη μέση του καλοκαιριού, όλο και κάποιος μου τ’ απαγορεύει. Κάποιος συγγενής, κάποιος φίλος, κάποιος γνωστός. Ή ακόμα και κάποιος μαθητής μου. Τωρινός ή περασμένος, δεν έχει σημασία. Άμα κάποιος είναι μαθητής σου μια φορά, κρατάει την ιδιότητα για πάντα.

    Κι όμως, η απαγόρευση αυτή είναι σκληρή και άδικη. Γιατί εμένα οι απαγορεύσεις δε μου πολυαρέσουν, γι’ αυτό και σπανίως τις επιβάλλω στους μαθητές μου. Θέλω να ‘ναι ελεύθεροι κι υπεύθυνοι σ’ ό,τι κάνουν κι όχι να υπακούνε από φόβο. Αν όμως ήταν στο χέρι μου, αν είχα την εξουσία, θα επέβαλα με κάθε αυστηρότητα τη μία και μοναδική απαγόρευση που χρόνια τώρα θέλω να επιβάλλω. Όχι στην Απουσία. Όχι, όχι την απουσία απ’ την ώρα του μαθήματος, αλλά την άλλη, τη μία και μοναδική Απουσία. Γιατί αυτή δεν είναι απουσία από την τάξη, είναι Απουσία απ’ τη φυσική τάξη των πραγμάτων.

    Κι εσένα, τώρα πάλι πώς σου ‘ρθε ν’ Απουσιάσεις Ιούλιο μήνα, εικοσιδυό χρονών, στα μέσα του καλοκαιριού; Ο Ιούλιος είναι μήνας διακοπών, δεν περνάω εγώ απουσίες καλοκαιριάτικα, ούτε κρατάω απουσιολόγια. Πάνε μερικά χρόνια από τότε που μετρούσα τις απουσίες σου, δεν ήταν και πολλές. Φέτος νομίζω θα ‘παιρνες το πτυχίο σου. Και ξαφνικά, στη μέση του καλοκαιριού, στη μέση των διακοπών, βρέθηκες Αδικαιολογήτως Απών. Ήρθε το μαύρο φτερουγίζοντας μες απ’ τα σκοτάδια της κινητής τηλεφωνίας, μέσα στο μεσημέρι, λίγες ώρες μετά την καταστροφή΄ Και το κόκκινο το πήρες μαζί σου και μου τ’ απαγόρευσες. Γιατί; Εγώ σε σένα ποτέ δε χρειάστηκε να επιβάλλω απαγορεύσεις. Ούτε παρατήρηση δε σου έκανα ποτέ. Τι σου ‘ρθε να φύγεις έτσι αναπάντεχα; Κι εγώ να ‘μαι υποχρεωμένη να κρατήσω αυτό το άχαρο απουσιολόγιο Ιούλιο μήνα. Ο Ιούλιος είναι μήνας θερμός και άγουρος, δεν είναι για τέτοια. Δεν είναι καιν μήνας θερισμού.

    Κι ύστερα, πράγμα περίεργο, ενώ εσύ έφυγες, εγώ γέμισα απ’ την παρουσία σου. Πότε περνάς από μπρος μου μ’ εκείνο το χαμόγελο, κουνώντας το χέρι από μακριά και τρέχοντας να με συναντήσεις στα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια κι άλλοτε πάλι στη μέση της μέρας, στη μέση του χρόνου, μια κίνηση φευγαλέα. Το αναπάντεχο άγγιγμα απ’ το φτερό του ποδηλάτου σου, καθώς έρχεσαι και φεύγεις. Περνάς και φεύγεις. Κι εγώ απομένω εύθραυστη και διάφανη σαν το κρύσταλλο που ραγίζει από μια δυνατή μπαλιά που ξέφυγε απ’ την πορεία της. Κι έπειτα μ’ ένα άγγιγμα, μ’ ένα φύσημα πέφτει και σκορπάει σε χιλιάδες μικρά γυάλινα κομμάτια.

    Μετά εσύ συνεχίζεις αγνοώντας με εκείνη τη διαδρομή που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς βγήκες απ’ την πορεία σου, στο χάραγμα της μέρας, στο χάραγμα του χρόνου, μαγνητισμένος απ’ την έλξη της γης. Καβάλα σ’ ένα ποδήλατο αγωνιστικό, ξεφεύγεις απ’ το βλέμμα μου. Αδιαφορώντας για τους νόμους της βαρύτητας, ανηφορίζεις οδεύοντας προς τ’ άστρα. Πατώντας τα πετάλια όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα, φτάνεις και τερματίζεις. Πρώτος. Μπαίνεις σε άγνωστη τροχία μένοντας για πάντα στον Αστερισμό του Ποδηλάτη.
    Έχω ένα κόκκινο φουστάνι καλοκαιρινό. Κι όμως οι αποσκευές μου είναι γεμάτες πάντα μαύρα ρούχα.

(Αστέρι μου καλοκαιρινό να ‘σαι καλοτάξιδο στις ουράνιες διαδρομές σου. Καλή σου Νύχτα.)