Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Η νύφη

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα


Κήπος με τριαντάφυλλα και ρόδια, τα χώματα μυρίζανε Σεπτέμβρη
Ο δρόμος για την Ελλάδα,το γλέντι, για τη θεία αγρυπνία και της μικρής Αντιγόνης τα άσπρα δάκτυλα που έπαιζε σαν μια μικρή νύμφη ανάμεσα στα στασίδια, σπαρμένος με λούλουδα και άνθη, μέσα σε λεμονόδεντρα και σύννεφα μπλεγμένος.

Ήρθε η ώρα κύριοι. Χειροκροτείτε.
Όσοι ήταν γύρω της, κοντά της, μόνο χαρά αισθάνονταν.
Ήταν κουφή στο κακό κείνη ʽμέρα. Σταματήσαν πολέμοι και έχτρες.
Ο κόσμος διάλυσε και τον ξανά έχτισε εκείνη.
Κάθε φορά που ανοιγόκλεινε τα βλέφαρά της μια νέα ζωή γινόταν.
Κόσμοι παράλληλοι τέμνονταν και μεις στη στρόφιγγα του κέντρου τους σταματάμε να βλέπουμε, να κούμε, να λέμε.
Μόνο που νοιώθαμε με στα στήθη μας όλοι παλμούς που εκείνη μας έδινε.
Φτωχοί και ταπεινοί σαν όνοι γκαρίζαμε και βγάζαμε από μέσα μας χαρά παρθένα.

Φερόταν λευκή, αγνή σαν την πρώτη φορά που αγγίχτηκε
Ακτινοβολούσε λάμψης αλλιώτικες, αστέρια και ασκούς του Αιόλου πίσω της έσερνε
Και όπου περπατούσε το διάβα της, διαμάντια γίνονταν το χώμα πολύχρωμα
Λόχοι από άντρες δυνατούς με χέρια από σίδερο και βλέμματα σαν τοξότες αρχαίοι
Και γυναίκες με καμπύλες βγαλμένες από πίνακες ερωτικούς που η μυρουδιά της ήβης τους χαλούσε στρατούς και αρμάδες
Υποκλιθήκαμε όλοι στο πρώτο του φουστανιού της το κούνημα.
΄Ηρθε κοντά μας η νύφη. Μας μάζεψε όλους τους χαρούμενους γύρω από μια πορτοκαλιά και άντρες και γυναίκες και μʼ ένα φύσημα της μικρύναμε όσου γίναμε μια σπιθαμή

Στήσαμε χορό γύρω της για ώρες πολλές. γελούσαμε και αγαπούσαμε
Και αφού εκείνη κουράστηκε έκατσε χάμω φροντίζοντας το νυφικό της το άσπρο
Βγάζοντας τα γοβάκια της, τα φτιαγμένα 'πο γυαλί και απ τον ήλιο.
Με ευχαρίστηση τρίψαμε τα πρησμένα της πόδια και της είπαμε αστεία πολλά και γλυκόλογα, ώσπου το βλέμμα της γλάρωσε.
Ξεφούσκωσε μετά από λίγο και γέλασε παιδικά. Μετά, αφού άνοιξε τα χέρια της πέρα για πέρα μας φώναξε:
Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Το δέντρο που ζούμε από κάτω και το κρασί που πίνουμε και ο χορός και η φύση Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Η  νύχτα και η αγρυπνία της και τα τραπέζια με τα φαγιά και οι οινοχόοι οι χαρούμενοι! Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! οι συγγενείς και τα ʽδέλφια και οι φίλοι και τα σκυλιά στο σπίτι Είναι γιορτή! Είναι γιορτή! Ο έρωτας και το φως και το σκοτάδι!
Ούτε φάτνη ούτε παλάτι ήταν το μέρος που είμαστε μόνο κόσμοι παράλληλοι που αποφασίσαν να τέμνονται.

Άνοιξα τα μάτια μου και τέντωσα τον πιασμένο μου αυχένα. Το αεροπλάνο τραντάχτηκε λίγο και έπειτα μπήκε σε πορεία προσγείωσης. Έτριψα μετά τα μάτια μου και σκούπισα γρήγορα το πρόσωπο μου. Το σήμα προσδεθείτε άναψε. Τι είχε γίνει αυτές της τρεις μέρες; σκέφτηκα. Καταστροφή. Κοίταξα το διπλανό μου που κοιμόταν, το κεφάλι του έμοιαζε παράλυτο και παραδομένο σε κάθε κλήση του αεροσκάφους. Μια ξυπνούσε μια κοιμόταν αλλά δεν έμοιαζε να έχει συνείδηση. Λες να έδειχνα και γώ τόσο γελοίος όσο κοιμόμουν; Δέκα λεπτά ακόμα. Μετά βαλίτσα και δρόμο, θα κάνω και να τσιγαράκι πριν έρθει το τρένο και μετά σπίτι. Χειμώνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου