Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

H πόλη του Που μέρος 2ο

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

αφιερωμένο στο γράφοντα απο τη διεύθυνση
Απόγεμα: Η Οδός Ιλισσίων

Ο ήλιος λίγο πιο πάνω από τη θάλασσα (τόσο που μπορεί κανείς να τεντώσει το χέρι του εμπρός απ τα μάτια του και να χωρέσει τα τρία του δάκτυλα ανάμεσα στον ορίζοντα και τι διάμετρο του ήλιου παράλληλα) έχει πάρει ένα χρώμα κόκκινο και χει γίνει μεγάλος, διπλός απ τα πριν. Η ζέστη διαπερνάει παχιά όλους τους πολίτες της πόλης στεργιά και θάλασσα. Ο Αντώνης Φράγκος έχει πγει τον καφέ του τον φίνο και τρία ποτήρια νερό και στο άσπρο φλιτζάνι του έχουν ξεραθεί τα κατακάθια από ώρα. Τα ρέστα από την πληρωμή του είν' ακόμα παρατημένα στο τσίγκινο τραπεζάκι απάνω. Μια άσπρη χαρτοπετσέτα παρασέρνεται. Σεντόνια κρέμονται απ τα μπαλκόνια τον πολύχρωμων σπιτιών σχεδόν ακίνητα, και οι σταγόνες τους κάνουν τη γη να μυρίζει απότομα. Μάλιστα ένα μέρος από αυτά, τα νερά τα κυλούμενα, μένουνε στάσιμα σε μια κακοτεχνία του δρόμου. Τα τζιτζίκια δίνουν ρεσιτάλ, τραγουδάνε σα χορωδία σε εκκλησία Αφρικάνικη, σε όλα τα μήκη και πλάτη της πόλης του Που. Ζέστη αδιάκριτη. Αύγουστος. Το απόγεμα είναι αργό. Η πόλη μοιάζει άδεια και η κίνηση, ακόμα και τον φύλον τον δέντρον, αργή. Μόνο κάτι ψώνια καθυστερημένα κάνουν κάτι ξεχασιάρηδες και κάτι γάτες αλανιάρες ψευτοτεντώνονται δίπλα απ τους σκουπιδοτενεκέδες. Η πόλη του Που είναι αμφιθεατρικά χτισμένη επάνω σε ένα μεγάλο λόφο, μόνο στη θέση του δημαρχείου κάνει η γη μια εξαίρεση και η υποτείνουσα της παράλληλη γίνεται για να χτιστούν εκεί τα γύρο τα κτίρια και η κεντρική η πλατεία. Πίσω της η πόλη του Που καλύπτετε από βουνά. Μοιάζει σαν μια χούφτα ενός γίγαντα να προστατεύει την πλάτη της ή κάποιου αρχαίου στρατηγού έμπνευση να μην βάλλονται εύκολα η θέσης της. Κοιτάζει, όπως όλες οι μυστήριες πόλεις τη θάλασσα. Την απέραντη, που από πάνω της ο θεός, έχει σπείρει πουλιά και αστέρια. Και τον ήλιο όταν δύει για να γαληνεύει ο άνθρωπος τη νύχτα. Το δημαρχείο δεσπόζει στη μέση της. Ένα χτίριο που το κεντρικό του μπαλκόνι βλέπει εκατόν ογδόντα μοίρες δεξιά αριστερά. Το μόνο άσπρο κτίριο της πόλης χτισμένο από πέτρα και ξύλο. Ένας τέλειος κύβος που από επάνω σκέφτονται να φυτέψουν ένα κήπο με λουλούδια και δέντρα μικρά. Η πόλη απαρτίζετε από στενά και πεζόδρομους και ένας από τους πιο μεγάλους είναι η οδός Ιλισίων. Μια κάθετη που ξεκίνα δεξιά από το δημαρχείο και εμπρός από το καφενείο του ξένου και φτάνει μέχρι την θάλασσα. Μαζί θα πάμε την οδό Ιλισίων τα κάτω, και να με συγχωράτε που στα λόγια είμαι φτωχός να περιγράψω το όλο μα δεν είμαι από δω, με βρήκανε κάπου μακριά και με φέρανε δω για καλύτερα. Αφήστε με όμως πρώτα να σηκωθώ να τεντώσω τα μπρος και τα πίσω μου πόδια να πιώ λίγο νερό απ την κακοτεχνία του δρόμου πριν πάρω μαζί με το αφεντικό τον κατήφορο της οδού Ιλισίων. Αυτός εμπρός και εγώ παραπόδα. Φύγαμε. Το αφεντικό μου είναι ο καλύτερος άνθρωπος που χω δει ποτέ και τόνε αγαπάω πολύ. Συνήθως φοράει ρούχα καλά και σιδερωμένα, μυρίζει ουδέτερα προς όμορφα και καπνίζει πάντα με τον καφέ του τα πιο καλοστριμένα τσιγάρα. Δεν περπατάει αργά ούτε και γρήγορα μάλλον τέλεια περπατάει για δίποδος. Ω! το χασάπικο! κρέας κύριοι κρέας! αν κι είμαστε από την αντίθετη του δρόμου μάλλον θα πλαγιοκοπίσω γοργά μη τυχόν και μου πετάξει κάνα κομματάκι ο χοντρούλης ο κύριος με τα ερυθρόλευκα ρούχα. Για να δούμε τι θα δούμε. Μπήκα μέσα στο μαγαζί λίγο διστακτικά μυρίζοντας πρώτα στο κεφαλόσκαλο κάτι σταγόνες μικρές, σχεδόν αδιάκριτες κόκκινες. Πρώτα το αριστερό μετά το δεξί και μπήκα. Έκανα μια κίνηση με το κεφάλι μου και μύρισα τον αέρα τριγύρω. Γλύφτηκα λίγο και κοίταξα της γουρουνοκεφαλες που κρέμονταν από κάτι τσιγκέλια απέναντι, μετά τη βιτρίνα με της συκωταριές τα φιλέτα και τα κοτόπουλα. Ευθύμησα. Μέτα κοίταξα τον κύριο με τα ερυθρόλευκα ρούχα στα μάτια. Αυτός έστριψε τα μουστάκια του και αφού μάσησε κάνα δυο φορές με το στόμα ανοιχτό και ξεροβηξε μου πέταξε μια γωνία από ένα λουκάνικο καπνιστό παραγωγής του. Το κατάπια σχεδόν αμάσητο και βγήκα χαρούμενος με την ουρά μου κουνόμενη. Το αφεντικό είχε προχωρήσει στην οδό Ιλισίων. Τρέχω τώρα ξωπίσω του να τόνε φτάσω μη φύγει και πριν πει κανείς κύμινο να με ξανά παραπόδα. Περπατάμε μαζί λίγο ανάμεσα από μυρουδιές και από ήχους. Μυρίζουν πατάτες τηγανητές απ το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και μια μάνα ακούω να καλεί το παιδί της να φάει. Ένας πατέρας πιο κάτω με μια λεκάνη
πλαστική(καθισμένος στο πεζούλι του δρόμου) γεμισμένη με νερό ψάχνει να βρει στην σαμπρέλα την τρύπα, ένα ποδήλατο έχει κοντά του γυρισμένο ανάσκελα και επιχειρεί. Ο γιος τον κοιτά αγωνίος. Κάποιος άλλος έχει βρέξει την αυλή να δροσίσει και η μυρωδιά από νερό και από χώμα αγιάζει την οδό Ιλισίων αιώνες, γειας τα χέρια τ’ ανθρώπου ανάσανα. Μα νάτονε, νάτος ο ένοχος νάτος, είναι ο γέρος στη βεράντα, ο καθισμένος με το καφεδάκι του πλάι που χει τα μαλλιά του περασμένα με μια βρεμένη τσατσάρα επίσημα και χαιρετά τη ζωή. Γεια σου αγάπη μου, να λέει σε όποιον περνάει. Όσο πιο νέος, πιο αγνός ο περαστικός δίπλα απ τη βεράντα του γέρου, τόσο πιο ζωηρά ξεστομίζει το γεια σου αγάπη μου αυτός. Και η γυναίκα του δίπλα, αυτή που του σέρβιρε τον καφέ του γυρτή, φορώντας ποδιά, κουνά τα χέρια προς τον ουρανό και σταυροκοπιέται κατάνοιχτα, και εκείνος σαν περάσει από μπρος του ο ξένος και προχωρήσει το βάθος στην οδό Ιλισίων κολλά τα μάτια του σε να βασιλικό φουντωμένο, ζωηρό, που είναι δίπλα στου απέναντι σπιτιού την αυλόπορτα, εκεί δίπλα στο λούκι. Αναρωτήθηκα ποιο είναι αυτό τόργανο το βαρύ με το δοξάρι που χει για μικρο αδελφό το βιολί; Δεν ξέρω. Όπως και νάχει είναι τόσο βαρύηχο που τακώ με το στήθος μου. Όπως ακούν οι άνθρωποι της ορχήστρες ντε, με το όλο τους. Μια φορά είχανε έρθει και στην πλατεία, τους είχανε φέρει από κάπου αλλόκοτα. Μια ορχήστρα συμφωνική είπανε, και σώπασα για ώρα ακούνητος και γώ και οι όλοι που ήταν εκεί και μετά ήξερα πως μαγαπούνε οι άνθρωποι. Κατηφορίσαμε εν τη συνεχεία την οδό Ιλισίων το αφεντικό μου εμπρός και γώ παραπόδα. Ακούσαμε 'να τενόρο να προπονεί της χορδές του και να πλουσιόπαιδο λίγο πιο κάτω να κάνει ασκήσεις για πιάνο. Μέτα καθώς προσπερνάγαμε ενα σπίτι ισόγειο, κοντοστάθηκα στα αρώματα μιας γυναίκας παράξενης. Είχε την πόρτα μισάνοιχτη και είχε ριχτή πάνω της μια ρόμπα καλοκαιρινή κόκκινη. Γυμνή από κάτω, τσίτσιδη ξυπόλυτη με λίγα νερά να τρέχουν πάνω απ το ακριβό της κορμί μουσκέβοντας το μωσαϊκό του σπιτιού. Η Σ. η κόλαση επί της γης άκουσα να λένε γιαυτή πριν στο καφενείο και κουνούσαν όλοι μαζί το κεφάλι. Έβαλε στο ράδιο να παίζει μουσική, άναψε τσιγάρο και έκατσε μπρος στον καθρέφτη. Κι εγώ όπως πάντα περίεργος ζύγωσα να τηνε βλέπω καλύτερα να την μυρίζω να ξέρω. Ρούφηξε δυο τζούρες ζωηρές και καπνό δε φύσηξε, έξυσε λίγο το κεφάλι της και άνοιξε ενα κουτί πολύχρωμο που φίλαγε μέσα τα ρουζ και τα βαφικά της. Πλησίασα κι άλλο και μύρισα λίγο την ξύλινη πόρτα και βάδισα μέσα σα να χω ξανάρθει εδώ πολλές φορές, κι άλλες τόσες θα έρθω ξανά. Εκείνη έκανε λίγο το κεφάλι να δει, κατάλαβε βλέπεις την κίνηση, μα γύρισε μόλις με είδε ξανά στον καθρέφτη. Κούνησε λίγο το κεφάλι της και τα κόκκινα μαλλιά της χόρεψαν σα νύφες το άγριο χάραμα. Επικίνδυνα πράματα σκέφτηκα και είπα να φύγω, μα δεν κούνισα. Κάτι σα μαγνήτης με κράτησε. Έβγαλε ένα μπαμπάκι μέσα απ το πολύχρωμο κουτί και το πάτησε μια φορά μες το ρουζ, τέντωσε τα μαγουλά της και το πρόσωπό της πήρε μια γκριμάτσα περίεργη. Δείχτηκε μετά να ενοχλήθηκε και αφού ψαχούλεψε το κουτί το αγαπημένο της, μένα στεκάκι μαύρο έπιασε τα μαλλιά της σαν κότσο και συνέχισε να πασπαλίζετε και πάλι εκ νέου. Πέταξε μετά το μπαμπάκι με μία ελαφριά κίνηση πάνω στο τραπέζι που ήτανε στηριγμένος ο καθρέφτης και πέρασε τα χείλια της με λίγο κραγιόν. Ξεφούσκωσε και αερίστικε λίγο με το χέρι της -τι ζέστη ρε πούστη-μουρμούρισε. Άρχισα να χάνω τη μυρωδιά του αφεντικού μου και πραγματικά ανησύχησα. Βγήκα από το σπίτι της Σ και τον είδα στο τέλος του δρόμου λίγο πριν βγει για τα καλά στο λιμάνι, εκεί σε μία από τς μικρές πλατείες της πόλης, εκεί που ναι η “Αφροδίτη” περίπου. Έτρεξα γρήγορα όσο μπορούσα και ο αέρας μου κολλούσε προς τα πίσω ταφτια, μου τραβιώταν έξω η γλώσσα και αυτός όλο χαμήλωνε και μου φώναζε τρέχα.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Βαρυχειμωνιά

της Dark Chocolate

Ήταν νύχτα, το κρύο μόλις που άρχιζε να ανασκουμπώνεται – ο χειμώνας ήταν πλέον γεγονός – και οι λιγοστοί περαστικοί περπατούσαν αργά στους δρόμους. Εκείνος περίμενε το λεωφορείο. Άφαντο. Κόντευε να περάσει ένα μισάωρο αναμονής, όταν σταμάτησε το πολλοστό ταξί που βρέθηκε μπροστά του, έχοντας τόσα νεύρα που άνετα πλάκωνε κάποιον στο ξύλο.  Τέσσερα λεπτά αργότερα ήταν στον προορισμό του. Έδωσε τα τελευταία του κέρματα στον οδηγό και πλησίασε βιαστικός την είσοδο. Δεν έπρεπε ν’ αργήσει πλέον ούτε λεπτό.
 
 

«Μην αναρωτιέστε τόσο κύριε, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ένα μάτσο από απελπισμένα κορόιδα που πιάνονται απ’ τα ίδια τους τα περιττώματα για να γλιτώσουν από έναν αόρατο εχθρό, που ακόμα κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει, που να σας πω, υπάρχει, δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον εαυτό».

Ο ηλικιωμένος την κοίταξε έκπληκτος. Πράγματι, παρόλο που δεν του άρεσε ιδιαίτερα αυτό που μόλις άκουσε, ήξερε πως επρόκειτο για τη φρικτή αλήθεια. Μόνο με παρωπίδες θα μπορούσε να το αγνοήσει κανείς.

«Πάλι απεργία» σκέφτηκε. «Πάλι ταξί. Τρεις μισθούς απλήρωτη. Και το ταξί, ταξί. Θα τα τινάξω όλα στον αέρα, θα παραιτηθώ, αύριο κιόλας».

«Με τα πόδια ήρθες πάλι; Μες στη νύχτα; Μόνη; Πάρε και κανά ταξί καημένη!» Η μικρή έγνεψε καταφατικά, φυσικά και βαριόταν ν’ ασχοληθεί περαιτέρω με το θέμα και χάθηκε στον σκοτεινό διάδρομο. Η άλλη κοίταξε τότε προς τα εκεί και είπε: «Άλλος τα ‘χει με τους μετρατζήδες κι άλλος με τους ταξιτζήδες…»

Μπήκε λαχανιασμένος μέσα, κρέμασε το μουσκεμένο του παλτό στον τοίχο, και με βήματα σαν της γάτας, πλησίασε το γραφείο. Από τη διπλανή πόρτα, ακούστηκε μια στριγκή φωνή: «Καλώς τονα κι ας άργησε…». Νευριασμένος κι αμήχανος, έκανε να μπει στο διπλανό γραφείο. «Άσε, δε χρειάζεται…» . Την κοίταξε απορημένος. «Τι εννοείς;» «Εννοώ δε χρειάζεται να μπεις. Από το πρωί είσαι ελεύθερος. Τελευταία σου βάρδια». Εκείνος πήγε στο σκοτεινό σαλονάκι κι έμεινε ένα λεπτό. Ώστε είχε έρθει η σειρά του… Αμήχανος και ηττημένος, προχώρησε προς το γραφείο.

Περνώντας το άλλο πρωί το κατώφλι, αποφασισμένη αυτή τη φορά για όλα, βρήκε κάτι το παράξενο. Θόρυβοι επίπλων την υποδέχτηκαν. Προχώρησε στο εσωτερικό του χώρου, μα δεν είδε κανέναν. Δεν άργησε να φανεί η μαγείρισσα μ’ ένα επιτελείο μεταφορέων. Την προσπέρασαν χωρίς να δώσουν σημασία και συνέχισαν το κουβάλημα. «Μα τι έγινε;» ρώτησε, μην αντέχοντας άλλο την αναμονή. Η μαγείρισσα τότε μόνο της είπε με την σπαστή προφορά της: «Κλείνουμε. Οριστικά αυτή τη φορά».

            Εκείνη έμεινε ακίνητη, σαν να της ήρθε κεραυνός εν αιθρία, να κοιτάζει έξω από το παράθυρο, την εδώ και λίγων μόλις ωρών, ανθισμένη αμυγδαλιά καθώς οι πρωινές ακτίνες ήλιου έμπαιναν κλεφτά από το ραγισμένο, σε πρόσφατη απόπειρα διάρρηξης, τζάμι…

 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

H πόλη του Που ( Μέρος 1ο)

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

δεν ταίριαζε τίποτα άλλο για φώτο...


Πρωί: Το ναυάγιο


Στης δημόσιες τουαλέτες της πόλης του Που, που βρίσκονται στην πλατεία απέναντι από το δημαρχείο κάνουνε πιάτσα πουτάνες. Έτσι λέει ο Μήτσος ο περιπτεράς που έχει το περίπτερο του στη γωνία της πλατείας, Κυπαρισσίας κι Αυλώνης. Η καλύτερη πιάτσα να πουλάς τσιγάρα και καπότες, λέει και κακαρίζει σα σπαστικός τόσο ώστε τα σημαιάκια που είναι στερεωμένα έξω στης γωνίες του περιπτέρου να πέφτουν. Γιαυτό, ο Μήτσος, κατηγορεί τον πατέρα του και εκείνη την κωλοεξέδρα που πήγε και έφτιαξε. Την έκανε όλη λάθος και τώρα κουνάει.
Η πόλη του Που είναι συνήθως ηλιόλουστη και φωτεινή και μάλιστα παίδες πολλοί παίζουν στους δρόμους τα απογεύματα μέχρι αργά τα βράδια. Το κρυφτοκυνηγητο στης οικοδομές και ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα και το ποδόσφαιρο σε κάτι χωματόδρομους της 1ης παρόδου της Αγίας μονής δίνει και παίρνει. Είναι συχνή η εικόνα κάποιου πιτσιρίκου που κλαίει και ουρλιάζει λόγο οτι έφαγε τα γόνατά του στο χώμα ή κάποιας μάνας, να περιμένει σαστισμένη στην εξώπορτα της αυλής τον αιμόφυρτο κούρο. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι από αυτούς της τρώνε από πάνω επειδή ήταν απρόσεκτοι.
Κάθε Τρίτη και Παρασκευή έχει λαϊκή αγορά και οι δρόμοι στο κέντρο και γύρω του γεμίζουν με κόσμο. Φωνές από τους πάγκους- Πάρε, πάρε κυρία μου! Ορίστε!- μυρωδιές από φρούτα, ρούχα και ψάρια, παιδιά που ζητάνε επίμονα μαλλί της γριάς και μανάδες να σπρώχνουνε καροτσάκια που χουνε δυο δυο της τσάντες κρεμασμένες στα πλάγια. Βεβαίως και οι πολλών της μετρητοίς με το ένα χέρι στην τσέπη καπνίζουν επιβλέποντας την τιμή της μαρίδας. Η αγορά -όπως είναι συμφωνημένο- στήνετε στην οδό Κυπαρισσίας κι Αυλώνης εκεί δηλαδή που στήνετε τα τελευταία 36 χρόνια. Άλλοι λένε οτι είναι πραχτικό άλλοι πως όχι. Άλλοι δέ νοιάζονται.
Στη μέση της πλατείας είναι να γλυπτό από ένα πλουτώνιο πέτρωμα κοκκοειδές! Ο προμηθευτής το είπε γρανίτη. Είναι μια μικρογραφία του ναυαγίου που ναι βυθισμένο στο λιμάνι της πόλης του Που, μια γαλέρα πειρατική που στην αριστερή της πλευρά έχει ένα άνοιγμα όπως έχει ενα καράβι που έχει βρει σ' έναν ύφαλο, το μεσαίο κατάρτι ακέραιο και τα παράπλευρα τσακισμένα. Το πρώτο πιο πολύ απ' το τρίτο. Τα πανιά, αν κι απο πέτρα, δείχνουν να σαλεύουν ακόμα μουσκεμένα και βρώμικα. Είχε μάλιστα ο καλλιτέχνης τόσο κέφι, που έφτιαξε και τα πρόσωπα τα θρηνούντα . Τους ναυαγούς. Αυτούς, τους μαύρους, που τα μάτια τους είδαν το πώς, αυτούς που τα μάτια τους αστράψαν γιατί και μετά στο άδικο χύθηκαν. Άλλοι ξεσκίστηκαν από λυσσασμένα θηρία της θάλασσας, καρχαρίες και γιγάντια σαλάχια ή πνιγήκανε στα κρύα νερά από γοργόνες αιμοσταγείς ή δολοφόνοι γίναν στα ύστερα πνίγοντας άλλους για να ζήσουν αυτοί. Μα τελικά, όλοι χαθήκανε μέσα στη μαύρη τη λυσομανούσα τη θύελλα.

Το όνομα του καλλιτέχνη, (γιατί τέτοιοι άνθρωποι αξίζει να αναφέρονται όπως λέει ο πρώτος άντρας της πόλης) Νικόλαος Κοραής το γένος Καλκούτα. Στην πόλη του Που, ο Νικόλας, όπως τόνε φωνάζουν οι ντόπιοι, είχε έρθει πριν από δεκατέσσερα χρόνια (Οι φήμες λένε ότι έρχεται από την πόλη της θάλασσας) και είχε φιλοτεχνήσει από τότε πέντε ακόμη έργα εκτός από το ναυάγιο(Τον αδέσποτο σκύλο, μία μικρογραφία τις πόλης του Που από χαλκό και από ξύλο,την προτομή, την Αφροδίτη και ένα ψηφιδωτό 4x8 μέτρα στο εσωτερικό του δημαρχείου που απεικονίζει ένα δελφίνι και την αφρισμένη θάλασσα. Ανώνυμο) . Ο Νίκος τώρα ζει δίπλα από το σχολείο της πόλης που είναι τρις δρόμους πάνω από το δημαρχείο και βγαίνει από το σπίτι του μόνο για βραδινούς περιπάτους.

Ξέχασα δε να σας πω για το μικρό καφενείο "του ξένου" ,έτσι το λένε, που είναι από την άλλη μεριά της πλατείας, δεξιά του δημαρχείου και απέναντι από το περίπτερο του κυρίου περιπτεριάρχη όπως τονε φωνάζει ο καφετζής. Είν' ένα καφενείο με 5-6 τσίγκινα τραπεζάκια και καρέκλες απ' έξω  με πελάτες φίλους η γνωστούς η ακόμα και αγνώστους, που απολαμβάνουν πριν το μεσημέρι το ουζάκι τους και το απαραίτητο δροσιστικό νεράκι. Ο ξένος ήταν ένα παλιό χαμόσπιτο που το ανακαίνισε μόνος του ο ιδιοκτήτης τότε που γύρισε πίσω στη γενέτηρά του. Την πόλη του Πού. Τα κουφώματα της πόρτας και τον παραθύρων, ένα τα δεξιά και ένα τα αριστερά, είναι πράσινα-κυπαρισσί και οι τοίχοι πουναι κόκκινοι ξεθωριασμένη έχουνε βιδωμένα επάνω τους κάτι μαύρα παλιά σιδερένια πιαστράκια για να μαγκώνουνε τα παντζούρια. Μέσα ο ξένος χωρά  περίπου 20 άτομα, έχει ένα μαρμάρινο ασπρόμαυρο πάτωμα και μαρμάρινα τραπεζάκια. Ο μπουφές του είναι ξύλινος και το επάνω μέρος του είναι μαρμάρινο και χει λεκέδες από ξεχασμένα τσιγάρα και γδαρσίματα από τα σιδερένια τασάκια. Στο ταβάνι πίσω πίσω στο βάθος κρέμεται μια παλιά σημαία μιας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο ιδιοκτήτης δε ένας βαρύς σκύλος. Έτσι τονε λέει ο Μήτσος γιατί είναι λιγομίλητος και σοβαρός.

Ο καφετζής είναι έξω από τον ξένο και καπνίζει, έχει ότι ανοίξει το μαγαζί και τα μάτια του και ρουφάει της πρώτες τζούρες καφέ και τσιγάρου όταν  από την άλλη μεριά της πλατείας έρχεται φουριόζος ο Μήτσος. Εκείνο το πουστόπεδο του Γιάννη, λέει, άκου να δεις τι μου έκανε. Μα ας μη σας τα μεταφέρω εγώ ακούτε πως τα λέει ο ίδιος:
-Έρχεται ρε παιδί μου κείντο  παιδί του Γιάννη. Το πουστόπεδο , κάτσε να ανάψω τσιγάρο να σου πω, του Γιάννη του Μπιζίση ρε, με την γυναίκα την όμορφη αυτή ρε ξέρεις με τα μεγάλα τα χείλιααα αυτή ρε που μας έλεγε ο λογιστής πως τηνε πιάσανε καβάλα με κάτι Μεγαλοπολίτες πριν από κάνα δύο χρόνια , ξέρεις 'κέινου που χει τον πάγκο με τα μαρούλια και ταυτά μωρέ. Από δώ είναι, τονε ξέρεις το Γιάννη. Του Γιάννη του κέρατά ντε. Τέλος πάντων. Έρχεται μη στα πολυλογώ και μου αρπάζει τΙς σοκολάτες, τονε πιάνω προχτές να χει στης τσέπες του δυο τρις απ αυτές τις καλές ξέρεις αυτές με τα μύγδαλο (λέει και κάνει πως τρίβει τα μύγδαλα ο ίδιος, και κλείνει το μάτι). Του λέω: ακούς δω παιδί μου- Κώστα; ξέρω 'γω πώς το λένε; μην ξανά απλώσεις χέρι γιατί στό 'κοψα από τη ρίζα, ούτε τους μπάτσους θα φέρω, ούτε στον πατέρα σου θα το πω ακούς; θα σου κόψω τα πόδια άπαξ και σε ξαναπιάσω, αλήτη. και κάνει φίλε να μπράφ και εξαφανίζεται απο την πλατεία. Αλλά τι; σιγά μη βάλλει μυαλό το τσογλάνι. Ο καφετζής δεν έδωσε και πολύ σημασία μόνο κούνησε το κεφάλι κατακριτέα και άβολα. Χασμουρίθηκε βαθιά και κοίταξε το ναυάγιο, θες καφέ; τονε ρώτησε.

Κατά την εν δεκάτη την πρωινή και ενώ η ζωή κυλάει καλά πια,  μια φασαρία μιας ζάντας στραβής και ενός ποδηλάτη αλλόκοτου που φωνάζει σχεδόν χαμηλότονα, ταράζει το γύρω κυλούν.Εφημερίδεεεεε. Τα μάτια όλα στρέφονται πάνω του. Και απ τον “ξένο” και από τους περαστικούς η ακόμα και από αυτούς τους βιαστικούς, που χουν έρθει για δουλειές στο δημαρχείο. Ο Μήτσος θα βγει απ το περίπτερο και θα κάτσει στην καρέκλα που χει στημένη τα καλοκαίρια κάτω από μια απ της πορτοκαλιές της πλατείας, την καβαλάει ανάποδα και χειροκροτάει καπνίζοντας. Κάνει έπειτα σήμα στον καφετζή να παρατήσει το δίσκο και να ρθει να δει τον Αντώνη το Φράγκο. Ο τρελός καβάλησε το πλακόστρωτο της πλατείας με το ποδήλατο το σαράβαλο και το βαμμένο με σπρέι άσπρο. Η πίσω ρόδα του έτριζε και έμοιαζε να ξεβιδώνει από στιγμή σε στιγμή μα ο Αντώνης ακλόνητος εφημερίδεεεε φώναζε χαμηλότονα. Κι όλο έκανε το τιμόνι αριστερά δεξιά να κρατά ισορροπία. Χαιρέτισε το Μήτσο στρατιωτικά και έκανε κοντά να έπεφτε, αλλά τό σωσε αφού έβαλε κάτω το πόδι. Συνέχισε χαμογελαστός και ακάθεκτος προς το ναυάγιο ιδρωμένος, κατάκοπος όπου σταμάτησε, πέταξε το ποδήλατο κάτω αδίσταχτα και σταυροκοπήθηκε τρεις φορές γρήγορα. Προσκύνησε μετά φιλώντας το σκαρί δίπλα στο ρήγμα-ζωή σε μας- αναφώνησε, καβάλησε και βούρ για τον “ξένο”. Έκανε πετάλι αργά πια και το τιμόνι δεξιά αριστερά να κρατά ισορροπία. Η ζάντα πίσω έτριζε. Το μοιραίο δεν άργησε. Σωριάστηκε ευθεία προς τα  μπρος και φαγε τα χείλια του τα παχιά στο πλακόστρωτο. Ο καφετζής έκανε να τον βοηθήσει μα ο Αντώνης αντέδρασε ορθοπατώντας στα γρήγορα, τράβηξε μια καρέκλα ατσούμπαλα κ’εκατσε. Σκούπισε το λίγο αίμα απ τα χείλια του αλλα μάλλον χειρότερα έγινε. Δεν πτοήθηκε όμως, χαμογέλασε έξυσε την ιδρωμένη του μασχάλη επίμονα μετά σήκωσε το χέρι του στο ύψος του κροτάφου και με τον δείκτη επισήμανε: Έναν καφέ Ελληνικό πολλά βαρύ και όχι, αφού κάρφωσε τον δείκτη στο τραπεζάκι είπε με στόμφο κοιτάζοντας τον καφετζή στα μάτια βαθιά και με νόημα: και 'να νεράκι σε παρακαλώ δροσιστικό, που μου είναι απαραίτητο!

 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Ναυάγιο και συνέχεια

του Διάκενου Καλλιπολίτη

Αέναο ηλιοβασίλεμα
αρχαία συννεφιά
βουνά βουνά
και θάλασσα.

Χέρια βροχής στα μαλλιά των αγοριών
στάλες αστρόσκονης στα χείλη των κοριτσιών
μ’ αέρα, ηχώ στο δρόμο, σκανταλιές
έτσι ξυπνούν οι πεθαμένοι.