Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Ο άνθρωπος κτήνος



του Καρόλου, του Μαύρου Σκώληκα,







Μια γυναίκα κείτεται στην οδό Γερακοπούλου, στο ύψος 44, και ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Μες τα αίματα είναι το πρόσωπό της, το άλλοτε λευκό. Φέρει χτυπήματα βαριά από ένα ξυράφι φονικό. Από έναν άνθρωπο-κτήνος που από χρόνια έχει αφήσει τη φύση την ανθρώπινη να φύγει. Κουνά λίγο το χέρι να σταθεί μα είναι συντρίμμια το κορμί της απ τη βία. Τα σπίτια γύρο της κλειστά και άνθρωποι νεκροζώντανοι την προσπερνούν σαν άσπροι κρίνοι.
Ήτανε μονό λίγο πρωτύτερα που περπατούσε την οδό Γερακοπούλου στο ύψος 44 η γυναίκα. Τα παπούτσια της κρατούσε στο ένα χέρι και μια τσάντα, από εκείνες της φθηνές που είχε αγοράσει από ένα πλανόδιο παιδί, είχε στον oμό κρεμασμένη. Εκεί, συναντήθηκε με τον άνθρωπο-κτήνος που τη φύση την ανθρώπινη για χρόνια την άφησε να φύγει. Τηνε σταμάτησε και ζήτησε φωτιά και μετά, στο επόμενο δευτερόλεπτο τ' ακούς, της χήμιξε να την γκρεμίσει. Στην αρχή την έσπρωξε με θράσος και την έβρισε και αυτήν και τα ιερά της. Και έμοιαζε με την ελιά που την χτυπά ο αέρας η γυναίκα. Κ' ύστερα ζύγωσε κοντά ο άνθρωπος-κτήνος με τα λισιακά του να τρέχουνε απ το στόμα. Τη χτύπησε για ώρα στο κεφάλι με μανία κι όσο και αν παρακάλαγε και φώναζε η γυναίκα μόνο κρίνα άσπρα νεκρά απο γύρο της περνούσαν. Απ τα μαλία την μάγκωσε και τη βλαστήμησε και της είπε πόρνη πως ήτανε και η ώρα πως ήρθε να πληρώσει. Κι αυτή μες τα αίματα πού ήταν, με τα μάτια της πρησμένα και κατάμαυρα, έσκουξε σα το νεογέννητο αρνί που θυσία γίνετε στο βωμό της πείνας του ανθρώπου. Της έσκισε τότε ο λύκος το φόρεμά της, που πάνω του είχε λουλούδια και πουλιά και να λεπίδι έβγαλε απ την τσέπη. Σήμερα θα σε στείλω στα Τάρταρα λουλούδι, μα πρώτα θα σε σκοτώσω εγώ χίλιες φορές της είπε με τη φριχτή του τη φωνή, και ξεκίνησε το χορό του δαίμονα. Κράτησε αιώνες η στιγμή και η γυναίκα αιμορραγούσε ψυχή και σώμα. Και όταν ήρθε η ώρα ο άνθρωπος-κτήνος να χορτάσει, το πρόσωπό της χάραξε με το φριχτό του το ξυράφι. Μετά, τα υπόλοιπα, τα είδε μόνο το σκοτάδι.
Και έτσι, έτσι μια γυναίκα στέκει και κοιτά έξω απ το παράθυρο της κεραίες και της ταράτσες της πολιτείας. Έχει μόλις ξυπνήσει, ξέπλυνε ο στόμα της και ξεκίνησε το σιγοτραγουδί, νίφτηκε και έβαλε τα ρούχα της, το φόρεμα που χε πάνω τα λουλούδια και πουλιά και μετά το αγόρι της σκούντισε απαλά μήπως ξυπνήσει. Για σκέψου, εκεί το σούρουπο μπορεί να δει κανείς και τα δυό, απ τη μία ο ήλιος και απ την άλλη το φεγγάρι και στη μέση λέει είναι ουρανός το ακούς ο ουρανός!Εκεί ρε που πετάνε τα πουλιά, εκεί ρε φυσά ο αέρας και πέφτει η βροχή! Κοίτα μια στιγμή τον ουρανό! Πατάς και συ εκεί κοντά στο φρέσκο π ανασαίνεις. Έξω στο δρόμο! κάτω απ τον ουρανό δεν υπάρχουν τέρατα και τύραννοι μωρέ! Μόνο συ και τα πουλιά!
Αυτά σκεφτόταν στην άκρη του κρεβατιού, δίπλα απ το αγόρι της και πήρε θάρρος η γυναίκα και πήρε ανάσα βαθιά γλυκιά, και κάτω απ τον ουρανό μαζί με τα πουλιά και 'μάς ξεχύθηκε.





Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ένας άνδρας μόνος


του El hombre solo 













Ο κύριος Κόκκινος ήθελε τον πόνο.
Επένδυε τις μέρες του, σε ανίατες αγάπες.
Η ημέρα πληρωμής ήταν η ήμερα του χωρισμού.
Μια μαριονέτα να ικετεύει την εκάστοτε αγάπη, για λίγες σπασμωδικές κινήσεις.
Ή να λύσει τις αρθρώσεις του.


Ο Κύριος Μωβ διψούσε για πόνο.
Γουλιά-γουλιά, λίτρα αλκοόλ .
Χαμογελούσε σε κάθε μία από τις πέντε πλύσεις στομάχου.
Ξέχασε την γεύση του νερού.
Φίδι, σέρνεται στο χώμα να γιάνει την πληγή από γαστροραγία.


Ο κύριος Άσπρος εθίστηκε στον πόνο.
Φούντωνε το χασίς μα προτιμούσε φρίμπες.
Τραύλιζε και μουτζούρωνε αιγυπτιακά ιδεογράμματα.
Αδύναμος σαν το «άγαλμα της πείνας».
Σκιάχτρο να περιμένει χρόνια ένα κοράκι να σταθεί στο μπράτσο του.


Ο κύριος Κυανός άργησε για πόνο.
Η μαμή του η Ανία, τον αποφυλάκισε στα τριάντα.
Το προξενιό έγινε με την Σπιρουλίνα.
Αποσύρετε τα σαββατόβραδα για να πενθεί τις Κυριακές.
Μηχανικό αλογάκι στο πάρκο με ένα παιδί στην πλάτη, χωρίς κέρμα.


Ο Κύριος Μαύρος κρατούσε τον πόνο.
Μαύρος πήγαινε σχολείο από τα χέρια του πατέρα του.
Πιο μαύρος επέστρεφε μετά από προκλήσεις.
Θαύμαζε τα σπασμένα δόντια περισσότερο από τα σκισμένα χείλη.
Πουλί που έκλεισε τα φτερά κι με φόρα τρύπησε το χώμα.


Ο Κύριος Κόκκινος είπε στον επικήδειο πως οι άνθρωποι,
χωρίζουν ή πεθαίνουν.
Την ώρα που ο Κύριος Μωβ μοίραζε ποτήρια Μεταξά
προσπερνώντας απαξιωτικά,
τον Κύριο Άσπρο.


Ο Κύριος Κυανός με την σύζυγο του, δέχονταν συλλυπητήρια
στεγνοί από δάκρυα.  


Του Κυρίου Μαύρου τα σημάδια δεν θα ξαναδώ, γιατί ορκίστηκε ο Κύριος Κόκκινος να μονιάσει. Ο κύριος Μωβ ξέρασε το τελευταίο του μεθύσι κι ο Κύριος Άσπρος πάχυνε.
Ο μαρμαράς πληρώθηκε όταν χάραξε και το τέταρτο «ε»
στο «Γεια σου Κυανέ μου αδερφέ».





Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ελευθερία σε χειμωνιάτικο μινόρε



του Διάκενου Καλλιπολίτη 


1.

Κυλά η νύχτα σε κύκλο που δε κλείνει
τότε θυμούνται τα παλιά, πουλιά χάνονται
στο αστεροσκοπείο και χαζεύουν το κολύμπημα
του δελφινιού στην άδεια κοσμική πισίνα,
το φευγιό των αστροδημητικών.

Δίπλα, ένα μπαρ ξενυχτά κι ο μόνος πελάτης
ξεδιψά πλάι σε μια χιονένια θηλυκή αλεπού
που του θυμίζει τα παλιά, παζλ από γκρίζο
όταν γύρναγε στις γειτονιές
κι όλες του ‘στελναν  φιλιά, μαύρα μαλλιά
σε πάνοπλα στήθη, ψυχές λυτές
μα το δελφίνι του πετά γι’ άλλες θάλασσες
μαζί με τα πουλιά που κολυμπούν στ’ αστέρια.

Στο μπαρ το ξημερώνουν
περιμένοντας ακόμα το τέλος
 του κόσμου.

2.

Ο κόσμος διαλύεται σε φυσαλίδες
ενώ θάνατοι συμβαίνουν κάθε ξημέρωμα
ανάμεσα απ’ τη μισόκλειστη πόρτα και τα μάτια
της γάτας της που θυμίζουν τα δικά της μάτια.
Πολλά ξέμειναν στο παρελθόν, σαν την ακρογιαλιά
την ώρα του ηλιοβασιλέματος
(μουσική José Padilla 1992)
χαμένη σκόνη.

Τώρα το τραίνο περνά
ξημερώνει
ζωή πιο διάφανη, σταγόνα
στο κενό κλαδί του χαμόγελού της
πριν γυρίσει στο σπίτι της,
τον ουρανό όλων
των κόσμων.






Σημ. Πίνακας 
Έργο "Norham Castle, Sunrise" του Joseph Mallord William Turner