Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ένας άνδρας μόνος


του El hombre solo 













Ο κύριος Κόκκινος ήθελε τον πόνο.
Επένδυε τις μέρες του, σε ανίατες αγάπες.
Η ημέρα πληρωμής ήταν η ήμερα του χωρισμού.
Μια μαριονέτα να ικετεύει την εκάστοτε αγάπη, για λίγες σπασμωδικές κινήσεις.
Ή να λύσει τις αρθρώσεις του.


Ο Κύριος Μωβ διψούσε για πόνο.
Γουλιά-γουλιά, λίτρα αλκοόλ .
Χαμογελούσε σε κάθε μία από τις πέντε πλύσεις στομάχου.
Ξέχασε την γεύση του νερού.
Φίδι, σέρνεται στο χώμα να γιάνει την πληγή από γαστροραγία.


Ο κύριος Άσπρος εθίστηκε στον πόνο.
Φούντωνε το χασίς μα προτιμούσε φρίμπες.
Τραύλιζε και μουτζούρωνε αιγυπτιακά ιδεογράμματα.
Αδύναμος σαν το «άγαλμα της πείνας».
Σκιάχτρο να περιμένει χρόνια ένα κοράκι να σταθεί στο μπράτσο του.


Ο κύριος Κυανός άργησε για πόνο.
Η μαμή του η Ανία, τον αποφυλάκισε στα τριάντα.
Το προξενιό έγινε με την Σπιρουλίνα.
Αποσύρετε τα σαββατόβραδα για να πενθεί τις Κυριακές.
Μηχανικό αλογάκι στο πάρκο με ένα παιδί στην πλάτη, χωρίς κέρμα.


Ο Κύριος Μαύρος κρατούσε τον πόνο.
Μαύρος πήγαινε σχολείο από τα χέρια του πατέρα του.
Πιο μαύρος επέστρεφε μετά από προκλήσεις.
Θαύμαζε τα σπασμένα δόντια περισσότερο από τα σκισμένα χείλη.
Πουλί που έκλεισε τα φτερά κι με φόρα τρύπησε το χώμα.


Ο Κύριος Κόκκινος είπε στον επικήδειο πως οι άνθρωποι,
χωρίζουν ή πεθαίνουν.
Την ώρα που ο Κύριος Μωβ μοίραζε ποτήρια Μεταξά
προσπερνώντας απαξιωτικά,
τον Κύριο Άσπρο.


Ο Κύριος Κυανός με την σύζυγο του, δέχονταν συλλυπητήρια
στεγνοί από δάκρυα.  


Του Κυρίου Μαύρου τα σημάδια δεν θα ξαναδώ, γιατί ορκίστηκε ο Κύριος Κόκκινος να μονιάσει. Ο κύριος Μωβ ξέρασε το τελευταίο του μεθύσι κι ο Κύριος Άσπρος πάχυνε.
Ο μαρμαράς πληρώθηκε όταν χάραξε και το τέταρτο «ε»
στο «Γεια σου Κυανέ μου αδερφέ».





Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Ελευθερία σε χειμωνιάτικο μινόρε



του Διάκενου Καλλιπολίτη 


1.

Κυλά η νύχτα σε κύκλο που δε κλείνει
τότε θυμούνται τα παλιά, πουλιά χάνονται
στο αστεροσκοπείο και χαζεύουν το κολύμπημα
του δελφινιού στην άδεια κοσμική πισίνα,
το φευγιό των αστροδημητικών.

Δίπλα, ένα μπαρ ξενυχτά κι ο μόνος πελάτης
ξεδιψά πλάι σε μια χιονένια θηλυκή αλεπού
που του θυμίζει τα παλιά, παζλ από γκρίζο
όταν γύρναγε στις γειτονιές
κι όλες του ‘στελναν  φιλιά, μαύρα μαλλιά
σε πάνοπλα στήθη, ψυχές λυτές
μα το δελφίνι του πετά γι’ άλλες θάλασσες
μαζί με τα πουλιά που κολυμπούν στ’ αστέρια.

Στο μπαρ το ξημερώνουν
περιμένοντας ακόμα το τέλος
 του κόσμου.

2.

Ο κόσμος διαλύεται σε φυσαλίδες
ενώ θάνατοι συμβαίνουν κάθε ξημέρωμα
ανάμεσα απ’ τη μισόκλειστη πόρτα και τα μάτια
της γάτας της που θυμίζουν τα δικά της μάτια.
Πολλά ξέμειναν στο παρελθόν, σαν την ακρογιαλιά
την ώρα του ηλιοβασιλέματος
(μουσική José Padilla 1992)
χαμένη σκόνη.

Τώρα το τραίνο περνά
ξημερώνει
ζωή πιο διάφανη, σταγόνα
στο κενό κλαδί του χαμόγελού της
πριν γυρίσει στο σπίτι της,
τον ουρανό όλων
των κόσμων.






Σημ. Πίνακας 
Έργο "Norham Castle, Sunrise" του Joseph Mallord William Turner