Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

Αλλού!


διήγημα της Πανδώρας


Το ετοιμόρροπο τρίκυκλο πάρκαρε βογκώντας και τρίζοντας στην παραλία κινδυνεύοντας να διαλυθεί από στιγμή σε στιγμή σε απίθανα εξαρτήματα και βίδες, με κάθε τράνταγμα και σκαμπανέβασμα. Το βάρος που κουβαλούσε δεν το βοηθούσε καθόλου. Το καρότσι του ήταν φορτωμένο με μεγάλα διάφανα βάζα που περιείχαν χρωματιστές γρανίτες. Σε όλα τα χρώματα.
           Περισσότερο από περιέργεια, παρά γιατί στα αλήθεια χρειαζόμουν μια γρανίτα, ανασηκώθηκα απ’ την πετσέτα που καθόμουν, έκλεισα το βιβλίο που διάβαζα και πλησίασα τινάζοντας την άμμο από πάνω μου. Τα χρώματα στα βάζα με μαγνήτιζαν.
          Ο ήλιος ήταν στη δύση του κι η παραλία είχε αρχίσει να ερημώνει. Περίεργη ώρα διάλεξε, σκέφτηκα, για να πουλήσει αυτός την πραμάτεια του.
          «Μια γρανίτα λεμόνι» παράγγειλα κι έτεινα το αντίτιμο στο γρανιτά. Φορούσε σκούρα γυαλιά, είχε ένα παχύ μουστάκι που οι άκρες του έγερναν προς τα κάτω κι ένα χρώμα ξεροψημενί απ’ τον ήλιο. Πήρε αστραπιαία το αντίτιμο και μετά μου έσφιξε το ήδη τεντωμένο χέρι.
          «Θέμος!»  συστήθηκε.
          «Χαίρω πολύ Πανδ…» πήγα να πω, αλλά εκείνος δε στάθηκε να ακούσει. Άρπαξε με δύναμη το χέρι μου και μ’ έσυρε σούμπιτη στο κάθισμα του τρίκυκλου, πλάι στη θέση του οδηγού. Με κάθισε εκεί με το ζόρι. Μετά σκαρφάλωσε κι έπιασε το τιμόνι.
          Ένας ξαφνικός αέρας σηκώθηκε και στροβίλισε με δύναμη την άμμο της παραλίας.
          «Βοήη…θειααα» πρόλαβα να φωνάξω, αλλά ο άνεμος πήρε τη φωνή μου και τη σκόρπισε σε κομμάτια στους λιγοστούς λουόμενους. Άλλος πήρε ένα «η», άλλος ένα «α»… ο πιο τυχερός πήρε ένα «θ». Το «β» χάθηκε οριστικά μες στη βοή του ανέμου.
          Δεν ήταν ιδέα μου. Το τρίκυκλο δε βογκούσε πια, δεν έτριζε και δε σκαμπανέβαζε. Αντίθετα ανασηκώθηκε ανάλαφρα κι άρχισε ν’ απογειώνεται. Μαλακά στην αρχή και μετά όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που περιδινήθηκε σ’ ένα στρόβιλο χρωμάτων απ’ τις γρανίτες που χύνονταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ταυτόχρονα ακούστηκε μουσική. Κονσέρτο για βιολί του Vivaldi. Κρεσέντο. Η κατάσταση γινόταν όλο και πιο ανεξέλεγκτη.
          Αυτός είναι, σκέφτηκα έντρομη. Δεν μπορεί να είναι άλλος!
          «Είσαι… ο … ο… Θέμος, ο… Σκουληκότρυπας» ψιθύρισα στα όρια του πανικού «και με οδηγείς στη σκοτεινή σου τρύπα, στα έγκατα της γης;»
          Έστριψε το μουστάκι του αυτάρεσκα και με κοίταξε διασκεδασμένος, μέσα απ’ το σκούρο τζάμι των γυαλιών του.
          «Οι τρύπες στη γη είναι προς τα κάτω κι όχι προς τα πάνω. Κι εμείς ανεβαίνουμε πάνω τώρα, αν παρατήρησες».
          Έγειρε συνωμοτικά προς το μέρος μου προσέχοντας ταυτόχρονα να μη χάσει τον έλεγχο της οδήγησης και με ρώτησε:
«Ποιος διαδίδει τέτοιες σκοτεινές φήμες σε βάρος μου; Εκείνος ο άθλιος τύπος με τη νταλίκα;»
«Μπα όχι… καθόλου» προσπάθησα να δικαιολογηθώ «Εγώ… ούτε που τον ξέρω. Αλλά εσύ δεν εκτελείς… απαγωγές;»
«Κατά κάποιο τρόπο… στην πραγματικότητα εκτελώ μεταφορές».
Προσπάθησα να διακρίνω με τρόπο τα πλαϊνά του τρίκυκλου  που τώρα κινιόταν με πιο ήπια ταχύτητα.
Πράγματι έγραφε: «ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ».
Δεν περισσότερα. Το τρίκυκλο παταμπρούμμ! προσγειώθηκε με θόρυβο σε ένα έδαφος σκληρό που δεν θύμιζε καθόλου άμμο.
«Κατέβα» πρόσταξε.
Γύρισα και τον κοίταξα. Καθόταν ατάραχος στη θέση του οδηγού φορώντας πάντα τα μαύρα γυαλιά.
«Σε προειδοποιώ!» είπα όσο πιο απειλητικά μπορούσα «Αν γυρεύεις λύτρα ατύχησες. Με τις περικοπές στον μισθό μου δεν έχω δεκάρα τσακιστή».
«Ποιος μίλησε για λύτρα» είπε ο καροτσέρης χαϊδεύοντας το παχύ μουστάκι του.
«Τότε λοιπόν τι; Είσαι επαγγελματίας απαγωγέας;»
«Μόνο γι’ αυτό το μήνα… Κι ύστερα δική σου επιθυμία πραγματοποιώ. Εσύ δεν ήθελες να φύγεις να πας αλλού;»
«Έχεις δίκιο» παραδέχτηκα μετανιωμένη «Εγώ φταίω που είπα κάποια στιγμή στον daliκερι ότι μπάφιασα και θέλω να φύγω να πάω αλλού. Ήταν τότε στα σκαλάκια του σχολείου που…».
«Αχά! Είδες που γνωρίζεις τον τύπο με την νταλίκα;»
  «Όχι, λάθος κάνεις» προσπάθησα να τα μπαλώσω και μετά γύρισα την κουβέντα αλλού. «… Και συ γιατί φοράς πάντα αυτά τα μαύρα γυαλιά; Και το μουστάκι άραγε είναι αληθινό;»
«Μυστικά του επαγγέλματος… Κατέβα λοιπόν!»
Κατέβηκα διστακτικά από το τρίκυκλο. Ήταν σούρουπο και δε μπόρεσα να προσδιορίσω με την πρώτη πού ακριβώς βρισκόμουν. Εξέτασα το έδαφος που πατούσα. Ήταν λείο, σκληρό και… χρωματιστό. Δεν έμοιαζε με τίποτα.
«Μα τι στο…»
Έσκυψα και το άγγιξα με τα χέρια. Θα ορκιζόμουν ότι έμοιαζε με χοντρό, σκληρό χαρτί. Σκληρό και γυαλιστερό. Με τεράστιες ζωγραφιές πάνω του. Σαν τα εξώφυλλα που έχουν τα βιβλία. Σίγουρα αυτό ήταν. Το εξώφυλλο ενός τεράστιου βιβλίου.
«Μα πού μ’ έφερες;»
Ο τρικυκλάς ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα.
«Εσύ ξέρεις. Εγώ απλώς εκτελώ μεταφορές. Καθένας έχει το δικό του αλλού. Αυτό είναι το δικό σου».
«Τότες εσύ τι κάνεις εδώ;»
«Αποστολή μου είναι να σ’ οδηγήσω στο… αλλού που διάλεξες. Τα υπόλοιπα είναι δικιά σου δουλειά»
«Κάτι σαν το κουνέλι της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων;»
«Κάτι σαν το κουνέλι της Αλίκης» συμφώνησε πρόθυμα.
Προχώρησα κι άρχισα να εξετάζω με περιέργεια το χώρο. Είχα φτάσεις στη χώρα των βιβλίων χωρίς αμφιβολία. Στοίβες βιβλία, φορτηγά βιβλία, βουνά βιβλία. Μεγάλα και μικρά. Χαρτόδετα και δερματόδετα. Άλλα σκόρπια κι άλλα επιμελώς ταξινομημένα κατά είδος.
«Και δε μένει κανείς εδώ;»
«Πώς… πολύς κόσμος. Προχώρα και θα δεις».   
«Όμως δεν είμαι… ευπρεπώς ενδεδυμένη. Πώς θα εμφανιστώ;»
Φορούσα πάντα  το μαγιό της παραλίας κι η άμμος ήταν ακόμα κολλημένη πάνω μου.
«Εδώ δεν υπάρχουν κανόνες ευπρέπειας» κάγχασε ο οδηγός μου. «Μη σ’ απασχολεί αυτό.»
Άνοιξα στην τύχη το πρώτο βιβλίο που βρήκα μπροστά μου. Ήταν ένα με φανταστικές περιπέτειες. Την ίδια στιγμή ξεπήδησε απ’ τις σελίδες ένας θαλάσσιος ιππόκαμπος και με παρέσυρε στα βάθη του βιβλίου.
«Ωχ! Κι άλλη απαγωγή» σκέφτηκα, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι αυτή τη φορά δεν ένιωσα καθόλου δυσαρεστημένη. Αντίθετα ένα κύμα ευδαιμονίας άρχισε να με κατακλύζει. Ο ιππόκαμπος μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Το βιβλίο είχε απ’ όλα. Δράκοι και νεράιδες, γοργόνες και μάγισσες, ξωτικά και τζίνια, κουρσάροι και χαμένες πριγκίπισσες με ταξίδευαν από σελίδα σε σελίδα. Σε χαμένα νησιά, σε γυάλινα βουνά, σε μαγεμένες θάλασσες, σε μυστικούς κήπους, σε κρυφά περάσματα…
Όταν πέρασα απ’ όλες τις σελίδες του βιβλίου βγήκα πάλι έξω χορτάτη από δράση και περιπέτεια. Ο Θέμος ήταν πάντα εκεί, σαν όρθιο τούβλο δίπλα στο τρίκυκλο, ρουφώντας αργά μια πράσινη γρανίτα.
«Άργησα πολύ;»
«Κάμποσο. Ο χρόνος εδώ δεν έχει σημασία».
Έριξα μια λαίμαργη ματιά στη βιβλιοθάλασσα που ανοιγόταν μπροστά μου.
«Πειράζει να δω μερικά ακόμα;»
«Καθόλου. Με την ησυχία σου» απάντησε αδιάφορα γεμίζοντας με μια πορτοκαλί γρανίτα το ποτήρι του, γιατί η πράσινη είχε μόλις τελειώσει.    
Εξέτασα στα γρήγορα τα σωριασμένα βιβλία. Αυτή τη φορά θα διάλεγα κάτι άλλο.
Άνοιξα ένα με ποιήματα. Εδώ κανείς δε με άρπαξε, πέρασα μέσα με τη θέλησή μου. Λέξεις λαξεμένες πέτρες, λέξεις σφυρηλατημένες στη φωτιά κι άλλες από πάγο και χιόνι, από λεπτό κρύσταλλο και δίχτυ αέρινο. Φράσεις φρουτένιες με άρωμα και χρώματα, στίχοι σαν τον άνεμο που σφυρίζει ανάμεσα σε δυο καλάμια τον Αύγουστο κι άλλες με τον ήχο του χρυσού νομίσματος που γκελάρει πάνω στην πέτρα. Ποιήματα λίμνες, ποιήματα καταιγίδες, ποιήματα παγίδες… με παγίδεψαν μες στο βιβλίο.
Σειρά είχε ένα εγχειρίδιο φιλοσοφίας. Το τοπίο άλλαζε. Το σκηνικό στις σελίδες ήταν άλλοτε δροσερό, διαυγές και ολόφωτο κι άλλοτε σκοτεινό με δυσδιάκριτα (αλλά γοητευτικά) σύμβολα. Σε κάποιους τόπους έρεαν ρυάκια και πηγές και σε άλλους απλώνονταν εκτάσεις ερημικές και αμμώδεις…
Πετάχτηκα έξω πριν ολοκληρώσω το πέρασμά μου στις σελίδες του. Η ώρα περνούσε, δεν θα προλάβαινα να ρίξω μια ματιά σε όλα. Έστω, στα περισσότερα.
Έκανα ένα γρήγορο υπολογισμό και άρχισα να μπαινοβγαίνω λαχανιασμένη σε κάποια βιβλία επιλεκτικά.
Γνώρισα από κοντά τον έμπορο της Βενετίας και συστήθηκα με μια υπόκλιση στον Άμλετ. Έσφιξα το χέρι του Ταρτούφου και διέκοψα το Φάουστ την ώρα που διάβαζε ένα άλλο βιβλίο. Χόρεψα λίγο με τον Ζορμπά κι ήπια κανά δυο ρακές με τον Καπετάν Μιχάλη… Πήρα εμπιστευτικές πληροφορίες απ’ τον Ηρακλή Πουαρώ για το μυστήριο που εξιχνίαζε, κολύμπησα στη Σικελία με τον αστυνόμο Μοταλμπάνο  και δοκίμασα μερικά απ’ τα βότανα του πατέρα Κάντφελ.
Κάποτε ανάμεσα στα μπες βγες πήρε το μάτι μου το Θέμο. Πόση ώρα είχε περάσει; Ώρα; Ώρες; Να ‘ταν περασμένα μεσάνυχτα;
Ο Θέμος εκεί ακίνητος. Συνέχιζε να πίνει γρανίτες. Τώρα κρατούσε μια κόκκινη.
«Είναι εδώ όλα τα βιβλία του κόσμου;»
«Δεν θα τόλεγα. Μόνο αυτά που προτιμάς».
«Μα… είναι άπειρα».
Άνοιξε τα χέρια χωρίς να μιλήσει, σα να ‘λεγε: «Βγάλε συμπεράσματα».
«Έχουμε αργήσει πολύ. Έτσι δεν είναι; Κάποτε πρέπει να επιστρέψουμε» είπα απρόθυμα.
«Κάποτε πρέπει να επιστρέψουμε» συμφώνησε.
Στη χώρα του «αλλού» ήταν πάντα σούρουπο. Οι μετακινήσεις του χρόνου δεν καταγράφονταν πουθενά.
«Τι ώρα είναι;»
«Δεν ξέρω. Εδώ δεν υπάρχουν ρολόγια… Κι αν υπάρχουν δε δουλεύουν» συμπλήρωσε, γιατί έκανα μια κίνηση δείχνοντας το ρολόι που φορούσε.
Υπολόγισα ότι «εκεί κάτω» θα ‘χε πια νυχτώσει. Τα πράγματά μου ήταν παρατημένα στην παραλία. Σίγουρα οι δικοί μου θα ‘χαν αρχίσει να με ψάχνουν ανησυχώντας μήπως με κατάπιες καμιά σαρδέλα. Μπορεί να ‘χαν ειδοποιήσει και την αστυνομία.
«Πάμε να φύγουμε!» είπα αποφασιστικά.
Ανέβηκε αδιάφορα στο τρίκυκλο.
«Όπως νομίζεις».
Πριν καθίσω πλάι του, πρόλαβα να αρπάξω ένα μικρό βιβλίο. Το πρώτο που βρήκα μπροστά μου.
Το τρίκυκλο απογειώθηκε. Ξανά μουσική. Boccherini αυτή τη φορά. Μετά άρχισε να κατεβαίνει. Γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα…
Προσγειώθηκα απότομα σε κάτι ζεστό και μαλακό. Κι ελαφρώς υγρό. Ήταν η πετσέτα μου, στρωμένη ακόμα στην άμμο της παραλίας. Το βιβλίο που είχα κλείσει πριν πηγαίνοντας να πάρω τη γρανίτα, ήταν ανοιγμένο πάνω μου.
          Πετάχτηκα όρθια. Τι ώρα ήταν; Ο ήλιος είχε μόλις βουτήξει στη θάλασσα κι έκανε μια κατάδυση για να δροσιστεί απ’ την κάψα της μέρας. Άρα… δεν ήταν και τόσο αργά.
Ως φαίνεται με πήρε ο ύπνος πάνω στην πετσέτα, συμπέρανα. Αλλά το όνειρο δεν ήταν κι άσχημο.
Μερικοί ξεμείνηδες ήταν ακόμα σκόρπιο στην παραλία σ’ αρκετοί απόσταση ο ένας απ’ τον άλλο. Ένιωσα το στόμα μου στεγνό, στράφηκα πίσω και τότε τον είδα.
Ο γρανιτάς ήταν πάντα εκεί, με το σκουριασμένο τρίκυκλο, τις χρωματιστές γρανίτες και τα μαύρα γυαλιά. Κι ας είχε πέσει το δειλινό. Δεν είχε πελατεία. Στεκόταν ακίνητος και χάιδευε το μουστάκι του αφηρημένος.
Πρώτα είδα το γρανιτά και μετά με πήρε ο ύπνος, ολοκλήρωσα τα συμπεράσματά μου. Πήρα κάτι ψιλά και τον πλησίασα.
«Μια γρανίτα λεμόνι» ξανάπα για δεύτερη φορά.
Χωρίς να μιλήσει γέμισε αργά ένα πλαστικό ποτήρι με κίτρινη γρανίτα. Του έτεινα το αντίτιμο. Σήκωσε το χέρι του. Déjà vu.
Αχ όχι… όχι πάλι, σκέφτηκα. Τώρα θα με αρπάξει στα αλήθεια και ποιος ξέρει πού θα με  πάει αυτή τη φορά.
Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Αντί γι’ αυτό έσπρωξε πέρα το χέρι μου με τα ψιλά.
«Τόχω πληρωθεί» είπε μόνο και μου ‘δωσε τη γρανίτα.
«Μα πώς…;» άρχισα, αλλά δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω γιατί είχε ήδη ανεβεί στο τρίκυκλο και γκρούπου… γκρου… εγκατέλειπε αργά την παραλία σηκώνοντας πίσω του σύννεφα άμμου.
Επέστρεψα συλλογισμένη στην πετσέτα κι άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου ρουφώντας τη γρανίτα.
Μμμμ… ήταν πολύ καλή!
Μάζεψα το βιβλίο που διάβαζα και σήκωσα τη μισοδιπλωμένη πετσέτα για να την τινάξω. Κάτι βαρύ έπεσε κάτω που δεν έμοιαζε με άμμο. Έσκυψα και το μάζεψα. Ήταν ένα άλλο βιβλίο, όχι αυτό που είχα μαζί μου. Διάβασα το εξώφυλλο: «Ο λύκος και οι εφτά κοκκινοσκουφίτσες» με πληροφόρησε ο τίτλος.
Δε θυμόμουν να είχα μαζί μου ένα βιβλίο με τόσο απίθανο τίτλο. Εκτός αν…
Κοίταξα προς τα πάνω, το στερέωμα. Τ’ αστέρια μόλις είχαν αρχίσει να αχνοφέγγουν. Τους χαμογέλασα συνωμοτικά. Ο τρικυκλάς άφαντος.
Κάλεσα στα γρήγορα ένα ταξί.
«Κι η καταγωγή σας, αν επιτρέπεται, είναι από δω;» με ρωτούσε αργότερα ο ταξιτζής.
«Α όχι, όχι, είναι από αλλού… το ίδιο κι απαγωγή μου» συμπλήρωσα σιγά και ρούφηξα με θόρυβο τα τελευταία απομεινάρια της γρανίτας στο ποτήρι.    






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου