Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Η μικρή Χριστίνα



ιστορία του Μario Kolopleni, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα

Η Χριστίνα ήταν μόλις δεκάξι χρονών όταν αρρώστησε. Η είδηση του επικείμενου χαμού της έπεσε βαριά σ’ ολόκληρη την επαρχία της Ρομάνια, μα κυρίως στο λιμάνι της Νάπολι, όπου η Χριστίνα ήταν ιδιαίτερα γνωστή και συμπαθής.

Γλυκό κορίτσι και καλόκαρδο, αν και κλεισμένο πολύ στο εαυτό του και το σπίτι του, τα σάββατα κατέβαινε πάντα στο λιμάνι να βοηθήσει τον πατέρα. Εκεί γνώρισε όλο τον κόσμο κι ο κόσμος όλος την αγάπησε. Έμποροι, πραματευτές, κουβαλητές και καπετάνιοι, καφενετζήδες και ζητιάνοι, όλοι την ήξεραν και την κρυφοποθούσαν.

Έπειτα όμως, μετά την είδηση της άσχημης ασθένειας, δεν τόλμησαν να την επισκεφθούν. Την λυπόντουσαν. Βλέπεις οι γιατροί δεν της έδιναν καμιά ελπίδα. Τί ελπίδα  να έχει άλλωστε μια αρρώστια σαν κι αυτή στα μέσα του μεσαίωνα.

Εκείνη σαστισμένη τις πρώτες μέρες, αργότερα νευρική, συνήθως ξαπλωμένη, πάλευε να γνωρίσει σε λίγους μήνες την ζωή που δεν πρόκειται να κάνει. Φιλούσε σταυρωτά τη μελλοντική της κόρη, κανάκευε τον γιό, παρηγορούσε και ενθάρρυνε τον άνδρα της, θυμόταν τα ταξίδια μετά την αποφοίτηση και ένιωθε κάποιες στιγμές ηρεμία που οι γονείς της είχαν φύγει καιρό από τη ζωή και δεν θα ζούσαν από κοντά  το δράμα της.

Τρελάθηκε, έλεγε όλη η πόλη. Την σάλεψε ο φόβος του θανάτου. Η κακομοίρα η Χριστίνα…την παράτησε ο θεός και τα βρήκε με το διάβολο, έλεγαν. Δαιμονίστηκε, έλεγαν. Δεν είναι τελικά άρρωστη διέδιδαν. Τί ξέρουν κι οι γιατροί; Απατεώνες, τσαρλατάνοι. Η κοπέλα είναι διαολοπαρμένη, δεν μπορεί. Κι αν δεν κάνουμε κάτι γρήγορα θα μας πάρει και μας ο αναθεματισμένος. Θα μας διαολοστείλει.

Φωνάξαν κληρικούς, ξεματιαστές κι αφοριστές να την διαβάσουν. Εκείνη μόλις τους αντίκρυσε κατάλαβε ακριβώς τι είχε συμβεί κι εξαγριώθηκε. Σηκώθηκε με μιας από το κρεβάτι λες και ήταν υγιής και γερή και άρχισε να φωνάζει παράλογες λέξεις κι ακατανόητα νοήματα. Μέσα στο πόνο και την θλίψη την βαριά άρχισε να Τον φωνάζει. Το όνομα του ακούστηκε μέχρι τα πέρα σύνορα της επαρχίας κι Εκείνος δεν άργησε να φανεί.

Μόλις την είδε την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Του είπε πως ήθελε να μείνει για πάντα νέα και να μην φύγει ποτέ. Δεν της χάλασε το χατίρι. Την μεταμόρφωσε σε μια ασπρόμαυρη ομίχλη κι πήρε την μορφή της.

Λίγες βδομάδες αργότερα προσποιήθηκε τον θάνατο της και φόρεσε για πάντα το μεταξένιο σαρκίο της..

Εκείνη τον συναντά μέχρι τα σήμερα στο λιμάνι, ανάμεσα στα πρωινά, χειμωνιάτικα σύννεφα. Ο έρωτας τους κρατά, όσο το πρώτο φως της αυγής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου