Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Σόδομα

έτος 2345, Θεσσαλονίκη


 ιστορία του Τραχανά

Η Τσιμισκή ήταν ένας μεγάλος δρόμος με ακριβά καταστήματα και με πεζοδρόμια γεμάτα κόσμο, τουρίστες, ζητιάνους, ψώνια, πλανόδιους πωλητές – όχι αυτόματους – κουλουρτζήδες, μηχανάκια και πορτοφολάδες. Γενικά είχε από όλα η Τσιμισκή. Χώρο για να περπατήσεις δεν είχε, αλλά με λίγο σπρώξιμο, λίγο χούφτωμα και λίγο πάτημα πάνω σε μερικού ζητιάνους μπορούσες να τη διασχίσεις σ’ έναν αξιοπρεπή χρόνο. Το βράδυ όλο αυτό το πάρτυ μεταφέρονταν στην παραλιακή. Στην παραλιακή ήταν βολικά γιατί είχαν μεριμνήσει έτσι ώστε όλα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα να έχουν αεροτομές για να ακουμπάς το ποτό σου.
Μέσα σε αυτό το φαινομενικά άντρο της ακολασίας, που ήταν όντως α-κολασία γιατί κανείς δεν κολάζονταν πια, περπατούσε μία μορφή μονάχη. Ναι, μονάχη γιατί κανείς δεν ήθελε να την σπρώξει και πολύ λιγότερο να τη χουφτώσει. Ήταν μια μορφή σκοτεινή ψιλόλιγνη με μπλε τζιν, γαλάζιο πουκάμισο με λεπτές ρίγες και μαύρο σακάκι. Τα μαλλιά της ήταν άσπρα κομμένα κοντά κι είχε και σκουλαρίκι στο αριστερό της αφτί, ενώ φορούσε στρογγυλά γυαλιά μυωπίας. Ένα σκυλί αλύχτησε καθώς πέρασε από δίπλα του κι ύστερα βούτηξε στη Τσιμισκή στο βέβαιο θάνατο. Η παχουλή κυρία που κρατούσε την άλλη άκρη του λουριού του πρόλαβε και το άφησε την τελευταία στιγμή. Ομολογουμένως φαινόταν λίγο μεγαλύτερη τώρα σε σχέση με δέκα δευτερόλεπτα πριν. Η μορφή συνέχιζε στο δρόμο της χωρίς να συμβαίνει τίποτα συγκλονιστικό. Ήταν όμως απελπισμένη. Πραγματικά.
Ο κόσμος του είχε πάει κατά διαβόλου, αλλά μόνο θεωρητικά. Είχε φτιάξει το ιδανικό μέρος για να παρασύρει τον κόσμο στην αμαρτία, αλλά είχε αποτύχει πανηγυρικά. Είχε στήσει ένα τέλειο σκηνικό που περιελάμβανε όλα τα κομφόρ: οκνηρία, αλαζονεία, λαιμαργία, λαγνεία, απληστία, οργή και ζηλοφθονία. Όλα δούλευαν ως ένα βαθμό ρολόι γιατί όλοι κάθονταν όλη την ώρα για φραπέ κάπου, θεωρούσαν ότι ήταν γαμάτοι, χλαπάκιαζαν μπουγάτσες και πιτόγυρα ό,τι ώρα τους κατέβαινε, οι γκόμενες ήταν ξετσίπωτες – αλλά don’t touch, η δημοτική αστυνομία ήταν πραγματικός φραγκοφονιάς, οι ευγενείς φίλαθλοι ήταν θυμωμένοι μονίμως γιατί τους έκλεβαν οι διαιτητές στην μπάλα και θέλανε κι αυτοί μια ακρόπολη.
Παρόλο αυτά το σχέδιό του δεν λειτουργούσε. Δεν μπορούσε να πάει μπροστά. Με τίποτα. Υπήρχε κάποιος που αντιστέκονταν ακόμα. Ένας... αδιάφθορος. Από αυτούς που πίστευε ότι είχαν εκλείψει από την εποχή του Νώε. Κυριολεκτικά. Για την ακρίβεια λίγο αργότερα, αφού είχε πεθάνει ο Νώε και κατάφερε να σιγυρίσει λίγο τον κόσμο από όλα εκείνα τα νερά. Τέλος πάντων, εκείνος ο παπάς με τα μούσια και τα γυαλιά του κάθονταν στο λαιμό. Μεταφορικά όμως. Δεν έτρωγε ανθρώπους πια. Του κάθονταν στο στομάχι κάπως και μετά χρειάζονταν μερικές σουρωτές1 για να συνέλθει. Παρόλο αυτά, δεν τον γούσταρε. Κανείς δεν τον γούσταρε για την ακρίβεια και όλοι του το έλεγαν αλλά αυτός δε σκάμπαζε γρι και συνέχιζε να κάνει το θέλημα του Θεού μένοντας ακλόνητος στη θέση του και κρατώντας τον Οξαποδώ μακριά. Αυτός, λοιπόν, με τα τσιράκια του ήταν που δεν τον άφηναν να κυριαρχήσει απόλυτα και να κάνει τα νέα Γόμορα – τα Σόδομα ποτέ δεν του άρεσαν πραγματικά.
Πήρε ένα κουλούρι και το μάσησε αφηρημένος καθώς κατέβαινε να περπατήσει στην παραλιακή. Τη μύτη του τη χάιδεψε η γλυκιά μυρωδιά του Θερμαϊκού. Είχανε γίνει φίλοι με αυτή τη μυρωδιά, ήταν η μόνη που τον καταλάβαινε απόλυτα και τον συμπονούσε. Οι κακεντρεχείς την χαρακτήριζαν «μπόχα», αλλά εκείνος ήξερε ότι είχε τρυφερά αισθήματα και πληγώνονταν εύκολα με τέτοια λόγια. Είχε κι όνομα κιόλας. Την έλεγαν Μαρία. Προχωρούσε κατά μήκος της θάλασσας, που δεν είχε ξυπνήσει ακόμα κι ας ήταν μεσημέρι πια και η Μαρία τον ακολουθούσε παίζοντας ανάμεσα στα πόδια του. Κάποια στιγμή μπουρδουκλώθηκε στα πόδια του


και κόντεψε να τον ρίξει μέσα στη θάλασσα, γεγονός που θα την ξυπνούσε θυμωμένη, αλλά την τελευταία στιγμή κρατήθηκε από έναν ποδηλάτη, που είχε αυτός την τύχη να πέσει μέσα στο νερό το οποίο τον κατασπάραξε. Κοίταξε την καφετή μυρωδιά αγριεμένος κι αυτή πήγε και κούρνιασε με τα αφτιά κατεβασμένα σε μια γωνιά. Ύστερα όμως της χαμογέλασε, την χάιδεψε κάτω από το πηγούνι και συνέχισαν τη βόλτα τους.
Προχωρούσε στο δρόμο έως ότου μύρισε δακρυγόνο. Η Μαρία μάλωσε λίγο μαζί του και μετά έφυγε θιγμένη. Γύρισε και είδε κάτι τύπους να τρέχουν, κάτι άλλους να τους κυνηγούν και να τους δέρνουν, κάτι τρίτους να πετάνε μολότωφ και γενικώς ήταν ένας χαμός. Δεν την άντεχε πια αυτή την κατάσταση. Κάθε φορά που γίνονταν η διεθνής έκθεση προκαλούνταν ένα χάος με όλους αυτούς τους τύπους που έρχονταν στην πόλη. Αν ήταν δήμαρχος θα τους πετούσε όλους έξω. Κοντοστάθηκε εμβρόντητος. Στράφηκε προς τον ουρανό γελώντας σατανικά επιτέλους. Είχε βρει  λύση στο πρόβλημά του. θα έβαζε υποψηφιότητα!!




1 Μάρκα σόδας

1 σχόλιο: