Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

H πόλη του Που μέρος 3

Βράδι: Το τέλος
 
του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα
 
Θα στο πώ Αντρέα μου, γιατί από όλα τα παιδιά εσύ μου χεις κάνει την καλύτερη εντύπωση, έχεις ότι χρειάζεται για τη δουλειά, είσαι νέος, έχεις ποιότητα(εκείνη τη στιγμή ευχαρίστησε πίσω τους γονείς του Αντρέα), είσαι δυνατός, αλλά πρέπει να ψηθείς να το πούμε έτσι λαϊκά, έτσι όπως το καταλαβαίνεις καλύτερα. Θες ακόμα δουλεία, βάλε το κεφάλι κάτω λοιπόν και δούλεψε. Όχι από μένα. Και κάτι τελευταίο(είπε προτείνοντας το δείκτη του) μην παίρνεις την ψήφο μου αρνητικά. Δες το σαν μια ευκαιρία να γίνεις καλύτερος. Το πλήθος χειροκρότησε νωθρά, δέν ήτο λίγοι οι θαυμαστές του Αντρέα απεναντίας κάποια στιγμή μες τη βδομάδα είχε ξεπεράσει και το 63% του βασικού ανταγωνιστή του. Του Άκη. Οι σπόνσορες γυάλισαν και οι ρεκλάμες κυλούσαν αργά. Αντρέα. Τι ταξίδι ε; Θα συμφωνήσω με τον πρώτο και εγώ και θα σου πω με τη σειρά μου, μη το βάζεις κάτω, συνέχισε την καλή δουλειά, να είσαι αυτός που είσαι και στα σίγουρα έχουμε να δούμε πολλά πράγματα από εσένα στο μέλλον, όχι μονό εδώ εμείς άλλα όλοι μας. Όχι και από μένα, είπε και με τα ανορεξικά της τα μάγουλα ρούφηξε τα σαρκώδη της χείλη. Τότε ο νεαρός άντρας μάγκωσε λίγο τα χείλη του και έσκυψε μονο λίγο το κεφάλι. Η μανα του που κρατούσε με το ζόρι τους λυγμούς στο σαγόνι της τόνε κοίταξε πονετικά και του κανε νόημα κουράγιο. Και ο πατέρας του δίπλα να κράτα το να χέρι της μάνας να τον κοιτά στα μάτια να του δώσει δύναμη. Τον θυμήθηκε μικρό που χανότανε στα χωράφια όλη μέρα και τραγουδούσε χορεύοντας, πέταγε πέτρες και έτρεχε στις κατηφόρες. Κοίτα τον τώρα κοτζάμ άντρας και πάρα τρίχα θα κέρδιζε. Φωνές ξεβλάσταρες ακούστηκαν δώ και κει -μαζί σου Αντρέα- κάποιος άλλος σφύριξε και μια ομάδα από φίλους του χειροκρότησαν όρθιοι. Η παρουσιάστρια έκανε νόημα ησυχία Τότε ο τρίτος από τους σοφούς, ο πιο παλιός, ένας παχουλούτσικος ιδρωμένος εξηντάρης με φωνή κοριτσίστικη και μαύρες τρίχες στα δάκτυλα σηκώθηκε από το σκαμπό του νωχελικός μες το αστραφτερό του κοστούμι. Σοβαρός με τα μάγουλά του να κρέμονται τα κάτω και το μάτι το να μισόκλειστο σιγοκούνησε το κεφάλι και τίναξε τα λιγδομένα του μαλλιά. Χειροκρότησε όρθιος. Πίσω του, το κοινό, ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Κάποιες κοπέλες έκλαψαν άλλοι πιο συγκρατημένοι ξεφούσκωσαν τον αέρα απ τα μέσα τους. Οι γονείς όρθιοι να τον κοιτούν στα μάτια. Δεν έχω να πω κάτι παρα μόνο αυτό, είπε ο τρίτος και έκατσε στο σκαμπό του, είναι πολύ υψηλό το επίπεδο στο σόου παιδιά και αυτό φαίνεται
 Ήταν πραγματικά μια πολύ δύσκολη απόφαση. Αντρικο μου μια συμβουλή αγόρι μου, αυτό είναι ανταγωνισμός και εσύ μόλις πήρες μια πρώτη γεύση από το τι σε περιμένει εκεί έξω, τράβα μπροστά! Η καλλίγραμμη παρουσιάστρια είπε: Μάζεψε τα πράγματά σου τώρα Αντρέα και φύγε από το σπίτι. Τώρα και οι τρεις ήτο όρθιοι και χειροκροτούσαν τον Αντρέα που φεύγει. Ο Νίκος Κοραής έκλεισε την τηλεόραση και κοίταξε έξω από το μπαλκόνι του. Τι γλυκιά νύχτα σκέφτηκε. Κάτι τον τράβηξε έξω στο μπαλκόνι και τη δροσερή ησυχία του. Από κει φαινότανε η πόλη του Πού χυμένη προς τη θάλασσα, πολύχρωμη και σκοτεινή μαζί, ήσυχη με τους ανθρώπους της και την πρωινή αγορά να περιμένει να στηθεί για το αύριο. Το δημαρχείο στα αριστερά και τρεις δρόμους πιο κάτω, και η οδός Ιλισίων φωτεινή πάντα της νύχτες με όλο τον κόσμο να περνά από κει. Κοίταξε το ρολόι του και άναψε τσιγάρο. Δώδεκα παρα πέντε. Ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι και κτύπησε τα δάκτυλά του ελαφρά, σα να τραγουδά κανείς με αυτά. Απορροφήθηκε έπειτα στη ερημία της νύχτας, μία οι ήχοι από της τζούρες του τσιγάρου του που 'ταν καφτές, και μια τα τριζόνια, ήταν σα να χάνει το χώρο γύρο του και οι ήχοι του γίνονταν όλο πιο πολύ και αδιάφοροι. Βυθίστηκε όλο και πιο πολύ σε σκέψεις κ’εικόνες, το βλέμμα του είχε χαθεί ανάμεσα στη λίγες γλάστρες που χε στο μπαλκόνι του και το στενό που περνούσε από κάτω. Έκανε μια αναδρομή της πρωινής κατάδυσης στο ναυάγιο και τη μεγάλη βοήθεια που πήρε από το μπάρμπα Κώστα που ήξερε τα νερά. Μάλλον από της τελευταίες σκέφτηκε αφού το έργο έχει ξεκινήσει δύο εβδομάδες τώρα. Τονε τρώγανε όμως τα μέσα του, θα ναι καλό; θα αρέσει; σκέφτηκε. Κάτσε ακόμα δεν άρχισες παρηγόρησε τον εαυτό του. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα, έβγαλε από το ψυγείο ένα παγούρι παγωμένο νερό και ήπιε με το στόμα. Σκουπίστηκε του και το πήρε μαζί του στο εργαστήρι. Στη μέση του και περικυκλωμένο από εργαλεία, καλέμια και σφυριά διαφορετικού μεγέθους και ένα σκαμνί βαμμένο με κάθε λογής χρώμα, ξαπλώνει ένα πλουτώνιο πέτρωμα κοκκοειδές. Παραλληλόγραμμο στη βάση του και λίγο πιο πάνω έχει ξεκινήσει να παίρνει μορφή. Δείχνει σα να ναι να σκαρί πλοίου που απ τη μία μεριά είναι τραχύ, και γλυφό λείο απ την άλλη. Ο Νίκος το κοίταξε και ξανά ήπιε νερό απ το παγούρι. Χτύπησε λίγο τη βάση της γροθιάς του στο πέτρωμα και ψιθύρισε: πάω μια βόλτα. Κατάλαβε οτι ήτανε κάπως φορτισμένος, λίγο βαρύς. Έτσι όπως όταν ένιωθε όταν ήτανε μικρός που αποτύχενε να κλωτσίσει τη μπάλα ευθεία. Πήρε το δρόμο για τη θάλασσα. Κατηφόρισε την πόλη του Που μασώντας ένα κλωνάρι βασιλικού και παίζοντας νευρικά τα τσιγάρα στο χέρι. Απέφυγε την οδό Ιλισίων, τα φώτα τον πέθαιναν και ήθελε να αποφύγει τους τυπικούς διαλόγους με κάποιον γνωστό που τυχόν συναντούσε, άλλωστε έβρισκε επίσης πιο του γούστου του τα άλλα δρομάκια που βγάζαν στη θάλασσα.
 
 
Τα λουλούδια δεν έλειπαν από πουθενά στην πόλη του Που κι ο κάθε δρόμος ήτανε διπλά ωραίος απ τον πρώτο και αυτό εις το άπειρο. Λάτρευε την μυρωδιά της νύχτας. Να δείς που όλα αυτα θα λειτουργούν σα παυσίπονο, είπε να παρηγορήσει τον εαυτό του. Τρόμαξε κάτι γάτες στο βιαστικό του το διάβα, και δύο αδελφές έφηβες που καπνίζαν κρυφά στα σκοτάδια παρα λίγο τσακίστηκαν να μήν της δεί. Και έμοιαζε τόσο απόκοσμη η μορφή του στην κάθοδο όπου και οι λίγοι που απάντησε του κρύψαν το βλέμμα. Πήγε κοντά στη θάλασσα και κοίταξε το σκοτεινό ορίζοντα, ο ελαφρύς ήχος του νερού πάνω στα βράχια τόνε τράβηξε έξω απ το σώμα του, δεν ήξερε για λίγο ποιος ήταν και γιατί, αν ήταν και πόσο. Ή μήπως ήτανε χρόνια σκέφτηκε μήπως λείπω για χρόνια απορρίθηκε και βυθίστηκε πάλι, τόσο που το κλωνάρι του βασιλικού έπεσε απο το στόμα του μέσα στο ελαφρύ της θάλασσας κύμα. Και εκεί στην άκρη το γυαλού αφαιρέθηκε για ώρα χωρίς να σκέφτεται. Μόνο κοιτούσε τον σκοτεινό τον ορίζοντα, κάπνιζε και όλο ξεχνιότανε. Δεν το βγάζω σταματάω εδώ, σκέφτηκε ξάφνου και ένιωσε σίγουρος, σε ποιόν θα αρέσει τώρα αυτοί δεν ξέρουν θα με χλευάσουν. Ίσως να έφευγα, να γύριζα πίσω για μια καινούρια αρχή, εκεί τουλάχιστο έχω και δυο τρείς ανθρώπους που εχτιμάνε τη φύση μου. Έχουν δεί τι δουλειά μου με ξέρουν! Δειλία, κότα που κακαρίζει στα μποστάνια είσαι και τίποτε αλλο, αυτό είσαι Νίκο, νικολάκι, αγοράκι. Σε λίγο κάτι μου λέει θα βάλω τα κλάματα κιόλα, ανθρωπάκο. Και έτσι σαστισμένος συνέχισε να καπνίζει και να αφαιρείται δίπλα στη θάλασσα, και ξάφνου σκέψεις: Το ωραιότερο έργο θα γίνει και οποιανού δεν του αρέσει να κοιτάει απ την άλλη, αύριο πρωί πρωί σφυρί και καλέμι και δεν βγαίνω ούτε για 'νάσα άμα δεν το τελειώσω. Α, πρέπει να βουτήξω αλλη μία τουλάχιστο, θα μπορεί ο Κώστας; ρώτησε ακόμη μια φορά τον εαυτό του τη σύμερον. Φορές δεκαέξι. Ο κυρ Κώστας τι άθρωπος τι βοήθεια! Που να μοιάσω εγώ σα κι αυτόνε; άξιος άθρωπος, τέσσερα παιδιά και δουλειά σα να τανε άλογο και όλο κέφι και όλο όρεξη. Μυαλό καθαρότατο! Και χανότανε εκ νέου στο πλατς πλούτς της θάλασσας. Ξαφνικά βρέθηκε χωρίς να το ξέρει απο την πρώτη του θέση δεκατέσσερα μέτρα πιο πέρα. Σά να τρόμαξε, αλλα πιο πολύ σαν ψάρι που κολυμπάει λάθος έδειχνε να 'μοιαζε. Ανακάλυψε μετά, λιγο αργότερα οτι δεν πατάει καλά και είπε να φύγει. Τι ταραχή αναπάντεχη. Τι νύχτα και τούτη. Ανέβηκε βιαστικός την οδό Ιλισίων, ιδρωμένος και ταραγμένος ώσπου έφτασε δίπλα στο καφενείο του ξένου. Είδε το Μήτσο και τον καφετζή έξω να πίνουνε τα τελευταία πριν πάνε για σπίτι. Φέσι ίσως, ποτέ τους δεν δείχνονταν. Καλώς τον καλλιτέχνη! είπε ο Μήτσος και κλώτσησε μια καρέκλα να κάτσει ο Νίκος. Κύριε Κοραή απορίθηκε ο καφετζής και σκούπισε με μια πετσέτα την καρέκλα απ την υγρασία που είχε αρχίσει να πέφτει. Καλησπέρα είπε ο Νίκος και έκατσε κάτω. Και όλα τα είναι του έδειξαν να σβήνουνε στου καφετζή την ερώτηση: Ουζάκι καλιτέχνας; θα πγιούμε; Και ο Νίκος του απαντά κι αυτός εύθυμα, ουζάκι με πάγο γλυκιέ μου άθρωπε, και να ποτηράκι νερό που μου είναι απαραίτητο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου