Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

H πόλη του Που ( Μέρος 1ο)

του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα

δεν ταίριαζε τίποτα άλλο για φώτο...


Πρωί: Το ναυάγιο


Στης δημόσιες τουαλέτες της πόλης του Που, που βρίσκονται στην πλατεία απέναντι από το δημαρχείο κάνουνε πιάτσα πουτάνες. Έτσι λέει ο Μήτσος ο περιπτεράς που έχει το περίπτερο του στη γωνία της πλατείας, Κυπαρισσίας κι Αυλώνης. Η καλύτερη πιάτσα να πουλάς τσιγάρα και καπότες, λέει και κακαρίζει σα σπαστικός τόσο ώστε τα σημαιάκια που είναι στερεωμένα έξω στης γωνίες του περιπτέρου να πέφτουν. Γιαυτό, ο Μήτσος, κατηγορεί τον πατέρα του και εκείνη την κωλοεξέδρα που πήγε και έφτιαξε. Την έκανε όλη λάθος και τώρα κουνάει.
Η πόλη του Που είναι συνήθως ηλιόλουστη και φωτεινή και μάλιστα παίδες πολλοί παίζουν στους δρόμους τα απογεύματα μέχρι αργά τα βράδια. Το κρυφτοκυνηγητο στης οικοδομές και ανάμεσα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα και το ποδόσφαιρο σε κάτι χωματόδρομους της 1ης παρόδου της Αγίας μονής δίνει και παίρνει. Είναι συχνή η εικόνα κάποιου πιτσιρίκου που κλαίει και ουρλιάζει λόγο οτι έφαγε τα γόνατά του στο χώμα ή κάποιας μάνας, να περιμένει σαστισμένη στην εξώπορτα της αυλής τον αιμόφυρτο κούρο. Δεν είναι λίγες οι φορές που κάποιοι από αυτούς της τρώνε από πάνω επειδή ήταν απρόσεκτοι.
Κάθε Τρίτη και Παρασκευή έχει λαϊκή αγορά και οι δρόμοι στο κέντρο και γύρω του γεμίζουν με κόσμο. Φωνές από τους πάγκους- Πάρε, πάρε κυρία μου! Ορίστε!- μυρωδιές από φρούτα, ρούχα και ψάρια, παιδιά που ζητάνε επίμονα μαλλί της γριάς και μανάδες να σπρώχνουνε καροτσάκια που χουνε δυο δυο της τσάντες κρεμασμένες στα πλάγια. Βεβαίως και οι πολλών της μετρητοίς με το ένα χέρι στην τσέπη καπνίζουν επιβλέποντας την τιμή της μαρίδας. Η αγορά -όπως είναι συμφωνημένο- στήνετε στην οδό Κυπαρισσίας κι Αυλώνης εκεί δηλαδή που στήνετε τα τελευταία 36 χρόνια. Άλλοι λένε οτι είναι πραχτικό άλλοι πως όχι. Άλλοι δέ νοιάζονται.
Στη μέση της πλατείας είναι να γλυπτό από ένα πλουτώνιο πέτρωμα κοκκοειδές! Ο προμηθευτής το είπε γρανίτη. Είναι μια μικρογραφία του ναυαγίου που ναι βυθισμένο στο λιμάνι της πόλης του Που, μια γαλέρα πειρατική που στην αριστερή της πλευρά έχει ένα άνοιγμα όπως έχει ενα καράβι που έχει βρει σ' έναν ύφαλο, το μεσαίο κατάρτι ακέραιο και τα παράπλευρα τσακισμένα. Το πρώτο πιο πολύ απ' το τρίτο. Τα πανιά, αν κι απο πέτρα, δείχνουν να σαλεύουν ακόμα μουσκεμένα και βρώμικα. Είχε μάλιστα ο καλλιτέχνης τόσο κέφι, που έφτιαξε και τα πρόσωπα τα θρηνούντα . Τους ναυαγούς. Αυτούς, τους μαύρους, που τα μάτια τους είδαν το πώς, αυτούς που τα μάτια τους αστράψαν γιατί και μετά στο άδικο χύθηκαν. Άλλοι ξεσκίστηκαν από λυσσασμένα θηρία της θάλασσας, καρχαρίες και γιγάντια σαλάχια ή πνιγήκανε στα κρύα νερά από γοργόνες αιμοσταγείς ή δολοφόνοι γίναν στα ύστερα πνίγοντας άλλους για να ζήσουν αυτοί. Μα τελικά, όλοι χαθήκανε μέσα στη μαύρη τη λυσομανούσα τη θύελλα.

Το όνομα του καλλιτέχνη, (γιατί τέτοιοι άνθρωποι αξίζει να αναφέρονται όπως λέει ο πρώτος άντρας της πόλης) Νικόλαος Κοραής το γένος Καλκούτα. Στην πόλη του Που, ο Νικόλας, όπως τόνε φωνάζουν οι ντόπιοι, είχε έρθει πριν από δεκατέσσερα χρόνια (Οι φήμες λένε ότι έρχεται από την πόλη της θάλασσας) και είχε φιλοτεχνήσει από τότε πέντε ακόμη έργα εκτός από το ναυάγιο(Τον αδέσποτο σκύλο, μία μικρογραφία τις πόλης του Που από χαλκό και από ξύλο,την προτομή, την Αφροδίτη και ένα ψηφιδωτό 4x8 μέτρα στο εσωτερικό του δημαρχείου που απεικονίζει ένα δελφίνι και την αφρισμένη θάλασσα. Ανώνυμο) . Ο Νίκος τώρα ζει δίπλα από το σχολείο της πόλης που είναι τρις δρόμους πάνω από το δημαρχείο και βγαίνει από το σπίτι του μόνο για βραδινούς περιπάτους.

Ξέχασα δε να σας πω για το μικρό καφενείο "του ξένου" ,έτσι το λένε, που είναι από την άλλη μεριά της πλατείας, δεξιά του δημαρχείου και απέναντι από το περίπτερο του κυρίου περιπτεριάρχη όπως τονε φωνάζει ο καφετζής. Είν' ένα καφενείο με 5-6 τσίγκινα τραπεζάκια και καρέκλες απ' έξω  με πελάτες φίλους η γνωστούς η ακόμα και αγνώστους, που απολαμβάνουν πριν το μεσημέρι το ουζάκι τους και το απαραίτητο δροσιστικό νεράκι. Ο ξένος ήταν ένα παλιό χαμόσπιτο που το ανακαίνισε μόνος του ο ιδιοκτήτης τότε που γύρισε πίσω στη γενέτηρά του. Την πόλη του Πού. Τα κουφώματα της πόρτας και τον παραθύρων, ένα τα δεξιά και ένα τα αριστερά, είναι πράσινα-κυπαρισσί και οι τοίχοι πουναι κόκκινοι ξεθωριασμένη έχουνε βιδωμένα επάνω τους κάτι μαύρα παλιά σιδερένια πιαστράκια για να μαγκώνουνε τα παντζούρια. Μέσα ο ξένος χωρά  περίπου 20 άτομα, έχει ένα μαρμάρινο ασπρόμαυρο πάτωμα και μαρμάρινα τραπεζάκια. Ο μπουφές του είναι ξύλινος και το επάνω μέρος του είναι μαρμάρινο και χει λεκέδες από ξεχασμένα τσιγάρα και γδαρσίματα από τα σιδερένια τασάκια. Στο ταβάνι πίσω πίσω στο βάθος κρέμεται μια παλιά σημαία μιας μεγάλης ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο ιδιοκτήτης δε ένας βαρύς σκύλος. Έτσι τονε λέει ο Μήτσος γιατί είναι λιγομίλητος και σοβαρός.

Ο καφετζής είναι έξω από τον ξένο και καπνίζει, έχει ότι ανοίξει το μαγαζί και τα μάτια του και ρουφάει της πρώτες τζούρες καφέ και τσιγάρου όταν  από την άλλη μεριά της πλατείας έρχεται φουριόζος ο Μήτσος. Εκείνο το πουστόπεδο του Γιάννη, λέει, άκου να δεις τι μου έκανε. Μα ας μη σας τα μεταφέρω εγώ ακούτε πως τα λέει ο ίδιος:
-Έρχεται ρε παιδί μου κείντο  παιδί του Γιάννη. Το πουστόπεδο , κάτσε να ανάψω τσιγάρο να σου πω, του Γιάννη του Μπιζίση ρε, με την γυναίκα την όμορφη αυτή ρε ξέρεις με τα μεγάλα τα χείλιααα αυτή ρε που μας έλεγε ο λογιστής πως τηνε πιάσανε καβάλα με κάτι Μεγαλοπολίτες πριν από κάνα δύο χρόνια , ξέρεις 'κέινου που χει τον πάγκο με τα μαρούλια και ταυτά μωρέ. Από δώ είναι, τονε ξέρεις το Γιάννη. Του Γιάννη του κέρατά ντε. Τέλος πάντων. Έρχεται μη στα πολυλογώ και μου αρπάζει τΙς σοκολάτες, τονε πιάνω προχτές να χει στης τσέπες του δυο τρις απ αυτές τις καλές ξέρεις αυτές με τα μύγδαλο (λέει και κάνει πως τρίβει τα μύγδαλα ο ίδιος, και κλείνει το μάτι). Του λέω: ακούς δω παιδί μου- Κώστα; ξέρω 'γω πώς το λένε; μην ξανά απλώσεις χέρι γιατί στό 'κοψα από τη ρίζα, ούτε τους μπάτσους θα φέρω, ούτε στον πατέρα σου θα το πω ακούς; θα σου κόψω τα πόδια άπαξ και σε ξαναπιάσω, αλήτη. και κάνει φίλε να μπράφ και εξαφανίζεται απο την πλατεία. Αλλά τι; σιγά μη βάλλει μυαλό το τσογλάνι. Ο καφετζής δεν έδωσε και πολύ σημασία μόνο κούνησε το κεφάλι κατακριτέα και άβολα. Χασμουρίθηκε βαθιά και κοίταξε το ναυάγιο, θες καφέ; τονε ρώτησε.

Κατά την εν δεκάτη την πρωινή και ενώ η ζωή κυλάει καλά πια,  μια φασαρία μιας ζάντας στραβής και ενός ποδηλάτη αλλόκοτου που φωνάζει σχεδόν χαμηλότονα, ταράζει το γύρω κυλούν.Εφημερίδεεεεε. Τα μάτια όλα στρέφονται πάνω του. Και απ τον “ξένο” και από τους περαστικούς η ακόμα και από αυτούς τους βιαστικούς, που χουν έρθει για δουλειές στο δημαρχείο. Ο Μήτσος θα βγει απ το περίπτερο και θα κάτσει στην καρέκλα που χει στημένη τα καλοκαίρια κάτω από μια απ της πορτοκαλιές της πλατείας, την καβαλάει ανάποδα και χειροκροτάει καπνίζοντας. Κάνει έπειτα σήμα στον καφετζή να παρατήσει το δίσκο και να ρθει να δει τον Αντώνη το Φράγκο. Ο τρελός καβάλησε το πλακόστρωτο της πλατείας με το ποδήλατο το σαράβαλο και το βαμμένο με σπρέι άσπρο. Η πίσω ρόδα του έτριζε και έμοιαζε να ξεβιδώνει από στιγμή σε στιγμή μα ο Αντώνης ακλόνητος εφημερίδεεεε φώναζε χαμηλότονα. Κι όλο έκανε το τιμόνι αριστερά δεξιά να κρατά ισορροπία. Χαιρέτισε το Μήτσο στρατιωτικά και έκανε κοντά να έπεφτε, αλλά τό σωσε αφού έβαλε κάτω το πόδι. Συνέχισε χαμογελαστός και ακάθεκτος προς το ναυάγιο ιδρωμένος, κατάκοπος όπου σταμάτησε, πέταξε το ποδήλατο κάτω αδίσταχτα και σταυροκοπήθηκε τρεις φορές γρήγορα. Προσκύνησε μετά φιλώντας το σκαρί δίπλα στο ρήγμα-ζωή σε μας- αναφώνησε, καβάλησε και βούρ για τον “ξένο”. Έκανε πετάλι αργά πια και το τιμόνι δεξιά αριστερά να κρατά ισορροπία. Η ζάντα πίσω έτριζε. Το μοιραίο δεν άργησε. Σωριάστηκε ευθεία προς τα  μπρος και φαγε τα χείλια του τα παχιά στο πλακόστρωτο. Ο καφετζής έκανε να τον βοηθήσει μα ο Αντώνης αντέδρασε ορθοπατώντας στα γρήγορα, τράβηξε μια καρέκλα ατσούμπαλα κ’εκατσε. Σκούπισε το λίγο αίμα απ τα χείλια του αλλα μάλλον χειρότερα έγινε. Δεν πτοήθηκε όμως, χαμογέλασε έξυσε την ιδρωμένη του μασχάλη επίμονα μετά σήκωσε το χέρι του στο ύψος του κροτάφου και με τον δείκτη επισήμανε: Έναν καφέ Ελληνικό πολλά βαρύ και όχι, αφού κάρφωσε τον δείκτη στο τραπεζάκι είπε με στόμφο κοιτάζοντας τον καφετζή στα μάτια βαθιά και με νόημα: και 'να νεράκι σε παρακαλώ δροσιστικό, που μου είναι απαραίτητο!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου