Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

ανάμνηση μιας πρωτόγονης μηχανής

  του Καρόλου του Μαύρου Σκώληκα


Και ξαφνικά, εκεί που πήγαινε, τονε χτυπάει ένα τζατ!
κάτι σαν κεραυνός και νά σου τον χάμω.
Μετά τονε ρούφηξε η γή και έσταξε μέσω των ρωγμών στον υδροφόρο ορίζοντα.
Έπλεε ώρα πριν τονε ξεράσει το ρέμα.
Χτύπησε άτσαλα πάνω σ' ένα λόφο απο χώμα κι οι παλάμες του μάτωσαν λίγο.
Δεν έτριξε όμως δόντι ο άτιμος.
Ήταν σταφίδα.
Ήτανε πού 'χε ρουκουνιάσει μια καρούτα ούζο κι η ώρα ήτανε μία.
Βρίσκει μια ζάντα από 'να χαντάκι
Και την έφερε βόλτα όλο το χωριό, τί θράσος ρε Φώτη!
Του φωνάξανε, μα καμία απόκριση. Μόνο που γέλαε οικτρά.
Κύλησε ώρα πολύ μέχρι που Έπεσε
Κανένας θεός. δεν υπάρχει θεός.
Γύρισε ανάσκελα και μούτζωνε
Μούτζωνε με χέρια και πόδια τον ουρανό, γαμοσταύριζε τον ύψιστο και τις δουλειές του.
Του φωνάζανε:-Φώτη, τί κάνεις ρε Φώτη;
Μα κείνος βλαστήμαε ανάσκελα και γέλαε οικτρά.
Έκατσε στον κώλο του, πάνω σ' ένα λιθάρι, που΄κούμπησε αδύναμα πάνω σ'ένα άλλο
Έβγαλε το πένθος από το δεξί του το μπράτσο
άναψε τσιγάρο και σκούπισε τις μίξες και τα κλάιματα από το πρόσωπο του.
Απο ΄κεί αγνάντευε τα δύστροπα και τα καλά. Όλες τις μέρες.
Και φύσαε ένας αγέρας ελαφρύς, κι ήτανε δείλι.
Και κεί, μ' ένα τζάτ! τονε ρούφηξε το μαγγάνι της στόφας.
Αυτής της στόφας, που την φύσαε να φύγει η βρώμα από πάνω της και έπειτα καψάλιζε ψωμί.
Και του λέγανε: Φώτη, τί κάνεις ρε Φώτη;
Μόνο που αυτός όλο τους κοίταε και γέλαγε οικτρά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου