Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Το απομακρυσμένο

της Dark Chocolate


Η νυχτερίδα έβγαλε τον ανατριχιαστικό της ήχο, σκίζοντας την ησυχία της νύχτας. Πανσέληνος απόψε. Τόσες μέρες φερμένη σ’ αυτό το απομακρυσμένο χωριό και δεν είχε ξανακούσει τέτοιο πράγμα. Άλλαξε πλευρό και προσπάθησε να κοιμηθεί.
            Το χωριό σκαρφαλωμένο στο βουνό. Είχε θέα σε όλη την πεδιάδα και στα γύρω βουνά. Για να φτάσει κανείς, ανέβαινε γκρεμούς και χωματόδρομους που προορίζονταν μάλλον για τρακτέρ. Όμως, σαν από θαύμα, ανέβηκαν μέχρι και λεωφορεία. Σε λίγο.
            Η σιγαλιά της νύχτας ήταν απολαυστική και ηρεμούσε κάθε κουρασμένη ψυχή. Όμως όχι και τη δική της. Ένας τραχύς ήχος διαπερνούσε το ξύλινο χώρισμα των δύο σπιτιών. Δίπλα κοιμόντουσαν οι προπονητές. Ένας από αυτούς (αχ και να ‘ξερε ποιος!) ροχάλιζε ασταμάτητα. Κάθε βράδυ τα ίδια. Συζητήσεις και γέλια μέχρι τις δώδεκα και μετά το γνωστό βιολί. Ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα στο νευρικό σύστημα όποιου άτυχου ανθρώπου ήταν ακόμα ξύπνιος. Πανσέληνος απόψε.
            Όταν επιτέλους κατάφερε να βυθιστεί σε έναν ήσυχο ύπνο, ο οποίος διήρκεσε απροσδιόριστο χρόνο, ένα γρατζούνισμα στην πόρτα την επανέφερε στην πραγματικότητα.
«Έλα γρήγορα!» ψιθύρισε ο γιατρός επιτακτικά.
            Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τον καταπράσινο λόφο. Οι λιγοστές λάμπες είχαν σβήσει. Μόνο ο έναστρος ουρανός και το φεγγάρι φώτιζαν το μονοπάτι. Έφτασαν στην άκρη του χωριού και κοίταξαν το σπιτάκι με τις γεννήτριες. Όλοι οι διακόπτες στη θέση τους.
«Μόνο στου αρχηγού έχει φως» είπε ο γιατρός σκεφτικός.
«Μυστήριο...» σχολίασε εκείνη.
~
Η κοινοτάρχισσα, αφού διέσχισε όλα τα μονοπάτια, ελέγχοντας κάθε κοινότητα, δίστασε ν’ ανέβει το δρομάκι δίπλα από τη λίμνη. Όμως αποφάσισε να συνεχίσει. Μόλις έφτασε στην πόρτα του φράχτη της λίμνης, ένα ρίγος τη διαπέρασε. Και τότε όλα τα φώτα έσβησαν μεμιάς. Όλα εκτός από ένα. Εκείνο στου αρχηγού. Πράγμα όχι και τόσο ανώδυνο, σε ένα μέρος που είχε βεβαρυμένο παρελθόν μεταφυσικών φαινομένων.
~
Μπήκε μέσα και έκλεισε απότομα την πόρτα. Κλείδωσε. Φορούσε ακόμα το ψάθινο καπέλο. Του είχε μείνει από το μεσημέρι στη θάλασσα. Ο πρόεδρος ήταν, δε θα έχανε μια τέτοια βόλτα για να μείνει εγκλωβισμένος στο χωριό, όπως όλοι οι υπόλοιποι. «Αυτούς άσ’ τους. Είναι κορόιδα» σκέφτηκε περιχαρής. Όμως επικράτησε η νευρικότητά του. «Λοιπόν, τι κάνουμε;» ρώτησε τον αδύνατο ξανθό απέναντί του. Εκείνος ασάλευτος, κοίταζε το πάτωμα. «Τα έκανες σκατά!» τού ούρλιαξε. Ο ξανθός κοίταζε τώρα το γραφείο με χαμηλωμένο το βλέμμα. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια, είπε: «Ας τους τρομάξουμε. Θα φοβηθούν και θα φύγουν. Και θα μας μείνουν τα λεφτά. Τι λες;»
«Τι να πω μωρέ... Κάν’ το».
«Θα χρειαστώ και τον μπούρδα. Είναι λεπτοδουλειά» πρόσθεσε ο ξανθός.
«Τον έχεις. Έφυγες!» είπε ο πρόεδρος και ξεκλειδώνοντας, τον ξαπόστειλε.
~
«Έτοιμο!» είπε ο μπούρδας στον ξανθό με την αστεία φωνή του. «Οι διακόπτες εντάξει και το μικρό καλώδιο αποσυνδεδεμένο. Για να το κανονίσουμε αύριο βράδυ, μην το χαλάσουμε και τελείως».
«Άψογα», απάντησε ο ξανθός.
Ο γιατρός κι η εκπαιδεύτρια δεν μπόρεσαν να βρουν τη λεπτή παρέμβαση του μπούρδα κι έτσι επέστρεψαν απογοητευμένοι στο κρεβάτι τους. Όμως το επόμενο βράδυ...
~
Η εκπαιδεύτρια, ως συνήθως, ήταν το τελευταίο άτομο στα μπάνια. Ο μπούρδας πρόσεχε, ώστε όλοι να κάνουν γρήγορα. Τους φώναζε κιόλας. Όχι όμως σε αυτή. Η αλήθεια είναι πως εκείνο το βράδυ, δεν πρόσεξε πως εκείνη δεν είχε φύγει ακόμα. Έσπευσε να τακτοποιήσει την παρέμβαση της χτεσινής βραδιάς στο ηλεκτρικό ρεύμα. Έχοντας μπει μες στο σπιτάκι με τις γεννήτριες και φωτίζοντας με το φακό, άρχισε να ψαχουλεύει τα καλωδιάκια.
Η εκπαιδεύτρια έκανε το βραδινό της μπάνιο και κατηφόρισε προς τα σπίτια. Στην κορυφή του υψώματος, είδε την πόρτα στο σπιτάκι ηλεκτροδότησης ανοιχτή. Απ’ έξω τον ξανθό, να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του νευρικά. Πριν προλάβει να πλησιάσει, ακούστηκε ένα ΤΤΤΖΖΖΖΤΤΤΖΖΖΖΖΖΖΖΖΖ και είδε τον μπούρδα να εκτοξεύεται σε απόσταση μερικών μέτρων. Μαύροι καπνοί έβγαιναν από το εσωτερικό του σπιτιού. «Πάω να καλέσω το ασθενοφόρο!» ούρλιαξε η εκπαιδεύτρια και, περνώντας μπροστά από τον ξανθό, τού πάτησε τον κάλο. Τότε αυτός τής έριξε μία καλαμιά κι εκείνη βρέθηκε φαρδιά πλατιά στο έδαφος. «Γελοίο ζώον!» τού φώναξε. «Τρέχα να καλέσεις ασθενοφόρο!»
~
Το φως του φεγγαριού έπεφτε στον κήπο του νοσοκομείου. Αυτός κοίταζε αφηρημένα έξω από το παράθυρο.  Το τηλέφωνο χτύπησε και πλησίασε βαριεστημένα για ν’ απαντήσει.
Μία ώρα αργότερα, οι δύο ασθενείς βρίσκονταν στο θάλαμο. Ο ένας με ηλεκτροπληξία κι η όμορφη νεαρή γυναίκα με κάταγμα στην κνήμη. «Κρίμα να πάθει τέτοιο πράγμα το κορίτσι...» σκέφτηκε, καθώς έξυνε τα γένια του, φανερά προβληματισμένος. Κάλεσε άλλον ένα γιατρό, μαζί το γιατρό του χωριού και τους νοσοκόμους για να περιποιηθούν όλοι μαζί τους ανήμπορους αυτούς ασθενείς.
~
«Μα πώς;» ρώτησε την εκπαιδεύτρια, όταν κάποιες ώρες αργότερα, αφού είχε τελειώσει τη βάρδιά του, έπιναν καφέ σ’ ένα καφενεδάκι της επαρχιακής πόλης.
«Ο ξανθός με χτύπησε. Αυτός που είδες να περιμένει δήθεν αγωνιωδώς στο διάδρομο. Θα τους κάνω μήνυση. Και να δεις που δε θα τη βγάλουν καθαρή».
Αφού έφαγαν ένα προφιτερόλ, μπήκαν στο αμάξι του γιατρού κι έβαλαν μπρος. Είχε πάρει από ώρα να ξημερώνει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου