Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Πίνακας σε λευκό και κόκκινο ( μέρος πρώτο )

Το σπονδυλωτό  έργο του Νίκου Πάκου «Πίνακας σε λευκό και κόκκινο» θα παρουσιαστεί σε 4 μέρη. Αποτελεί το πρώτο λογοτεχνικό σήριαλ του blog και πραγματώνει σε μικρογραφία  τη μελλοντική  φαντασίωση και επιδίωξή μας να μετατραπεί ολόκληρο το Skooliki σε ένα μηνιαίο λογοτεχνικό  έργο με ενιαία υπόθεση. Ας είμαστε πρώτα καλά και βλέπουμε πότε θα τα καταφέρουμε. Ίσως του χρόνου.

Κοίταξε στωικά το μικροσκοπικό ρολόι πάνω δεξιά στην οθόνη του κινητού του. Είχε πάει μία και μισή. Έπειτα σήκωσε μ’ ακόμα μεγαλύτερη στωικότητα το βλέμμα του προς το δωμάτιο κι όλο τον κόσμο που τον περιτριγύριζε. Από τη γωνιά που στεκόταν έβλεπε καλύτερα, παρατηρούσε ακριβέστερα αυτόν τον συφερτό. Χωμένοι στον καπνό από τσιγάρα και μπάφους, κρυμμένοι σε χαμηλό φωτισμό νέοι και νέες που σε σύντομο χρονικό διάστημα θα έδιναν, αν δεν προσέφεραν ήδη απλόχερα, πνοή στην πνευματική ζωή αυτής της πόλης, ή ακόμα κα της χώρας, διασκέδαζαν. Κάποιους τους ήξερε, είτε φατσικά, είτε είχε ένα γεια. Μα πως κατάφερε να βρεθεί σε ένα πάρτυ τόσο ανούσιο, τόσο δήθεν, στο οποίο είχαν μαζευτεί όλοι οι κουλτουριάρηδες και όλοι οι εναλλακτικοί της πόλης; Σίγουρα, αν ζωγράφιζε έναν πίνακα γι’ αυτό το μεταμεσονύκτιο και κάμποσο μεταμοντέρνο γλέντι θα διάλεγε ένα στιλ κοντά σε αυτό του Τουλούζ-Λωτρέκ. Μέσα σε αυτή τη δύσκολη εποχή ζούμε μια νέα μπελ επόκ; Βρήκε σαρκαστική ως και γελοία αυτή την αναλογία… Ξανακοίταξε γύρω του. Οι περισσότεροι με ποτάκι στο χέρι, τσιγάρο στριφτό κατά κύριο λόγο, χαλαρή έκφραση, αλλά και υφέρπουσα σοφιστικέ σοβαρότητα. Αν είσαι αρσενικό, γυαλάκι κοκάλινο μαύρο ή και σε πιο ξέφρενα χρώματα, μαλλί επιμελημένα ακούρευτο ή και σε κοτσίδα στην κορυφή του κεφαλιού ή και ξυρισμένο, οπωσδήποτε μούσι σε κάθε μήκος και πλάτος. Αν είσαι θηλυκό, μισό λάγνο, μισό αθώο χαμόγελο, κουπ συνήθως ασύμμετρη, και επιλεκτικά ξέκωλο ντύσιμο…
ΟΚ, αυτό δεν ισχύει και 100% , σκέφτηκε ο Χ. Λ. ρουφώντας μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο του. Δεν είναι και όλες ξέκωλες, ούτε καν επιλεκτικά. Αλλά, αυτό το ασύμμετρο κούρεμα πολύ σούπα ρε φίλε! Σε κάποιες ομολογώ, μονολόγησε μέσα του, πάει. Όπως μια φορά και ένα καιρό, στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια πήγαινε η ευρέως τότε διαδεδομένη σε κορίτσια πάνω κάτω της ηλικίας του μόδα του σκουλαρικιού στη μύτη.
Μα τι άσχετες αναμνήσεις παλιών εποχών είναι αυτές; Το τσαλακωμένο πακέτο Prince στην τσέπη του παντελονιού του λες και τον επιβεβαίωνε, είχε να καπνίσει αυτή τη μάρκα πλάκα πλάκα δέκα χρόνια. Επ’ ευκαιρία του πάρτυ, είπε να πάρει ένα πακέτο.
Στην Κατερίνα πάντως το σκουλαρίκι στην μύτη σίγουρα θα πήγαινε. Δεν φορούσε, αλλά θα της πήγαινε. Αλλά και ένα κλιπάκι γύρω από τα χείλια, ένα ασημένιο κλιπάκι, έτσι πως κάνουν τα εικοσάχρονα, άιντε εικοσιπεντάχρονα κορίτσια. Ήταν μεγαλύτερη, συνομήλικη του περίπου αλλά έμοιαζε μικρότερη, τόσο φρέσκια... Λίγο ακόμα ήθελε και θα έκλεινε τα μάτια του, θα κατέβαζε ρολά, ξεφεύγοντας σε μια ερωτική ονειροπόληση με την Κατερίνα. Άθελά του έσφιξε τα δόντια και συνειδητοποίησε πως εδώ και κανένα εικοσάλεπτο την είχε χάσει από τα μάτια του.
 Από την μια είχε σε δυο πνιγερά δωμάτια μαζεμένη  όλη την εναλλακτική κουλτούρα της πόλης, από την άλλη, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, ο βασικός σκοπός για τον οποίο είχε έρθει λες κι όλη τη βραδιά έτρεχε ολοένα και μακρύτερα. Όταν πρωτομπήκε μέσα στο σπίτι η Κατερίνα τον υποδέχτηκε με ένα λαμπρό χαμόγελο και ένα ποτό χαλαρά στο χέρι. Μάλλον είχε φτιάξει ένα κεφάλι, επειδή ήταν πολύ περισσότερο καλοδιάθετη και χαλαρή απ’ ότι συνήθως. Αυτό ο Χ. Λ. το πήρε ως καλό οιωνό. Της χαμογέλασε και κείνος, πλησίασαν, τη φίλησε. Ε… μα ήταν πανέμορφη, όχι με τα μάλλινα φορέματα, τους σκούφους ή τα φθαρμένα τζιν παντελόνια που φορούσε όταν ερχόταν στο μάθημα φωτογραφίας. Τώρα ήταν ντυμένη πολύ πιο θηλυκά κι ερωτικά. Ένα απλό μαύρο αμάνικο φόρεμα λίγο πάνω απ΄ το γόνατο, μαλλιά πιασμένα σε κότσο με λίγες αινιγματικές (έτσι του φάνηκαν) κυματιστές τούφες αφημένες να ακολουθούν ανεπαίσθητα και το παραμικρότερο κούνημα του κεφαλιού της. Ένα ζευγάρι ασημένια κρεμαστά σκουλαρίκια στόλιζαν το γλυκό και μεθυσμένο της πρόσωπο. Εντάξει, την Κατερίνα δεν την έλεγες με τίποτα ξέκωλο, τόσο χαριτωμένη, τόσο αληθινά ερωτική…
Έκατσε για λίγο μαζί του, είπαν κάποια τυπικά νέα και σχόλια, του γνώρισε κάτι μαντραχαλάδες από την παρέα της. Προφανώς οι μαντραχαλαίοι δεν τον ένοιαζαν καθόλου, άσε που του φανήκαν εντελώς δήθεν καλλιτέχνες, φιλόμουσοι, σινεφίλ και τα τοιαύτα. Στα λίγα λόγια που αντάλλαξαν, ο Χ. Λ. προσπαθούσε να βρει την βασική αιτία που τόση ψεύτικη κουλτούρα έχει κατακλύσει την Ελλάδα. Από τα 80s μεγαλώσαμε με αυτή, μας έθρεψε, θέλοντας και μη, μας επηρέασε… Μετά όμως από λίγο, έριξε τα μάτια του στην Κατερίνα, η οποία χαμογέλασε γοητευτικότατα, έτσι ο ήρωας μας αποφάσισε ότι γούσταρε πολύ, όποτε και ζήλευε αρκετά ώστε, τη συγκεκριμένη στιγμή να κρίνεται ως ο πλέον ακατάλληλος για μια εμβριθής κοινωνική ανάλυση.
Δυστυχώς όμως, μετά από λίγο, η Κατερίνα  έφυγε από κοντά του. Βέβαια, ευτυχώς που πήρε κι όλους τους μαντραχαλάδες μαζί. Ο Χ. Λ. λιγάκι ξενέρωσε, αλλά άναψε ένα prince και ήπιε μια γουλιά από το τζιν τόνικ. Δεν πειράζει, από υπομονή ξέρει, ας περιμένει και η κοπέλα, αν στη τελική ενδιαφέρεται, θα έρθει πλάι του. Το πολύ πολύ, αν δεν έρθει εκείνη, ας ξεκουνηθεί να πάει εκείνος να  τη βρει.
Και πράγματι, αφού τέλειωσε το τσιγάρο του, άναψε ακόμα ένα και έφτασε ξανά στη γόπα, την πέταξε στο λερωμένο πάτωμα κι αποφάσισε να την ψάξει. Ρούφηξε και το πότο του, τσαλάκωσε στη χούφτα του το πλαστικό ποτήρι, το πέταξε επίσης κάτω, στολίζοντας το πάτωμα με ακόμα ένα σκουπίδι. Οπλίστηκε με υπομονή και θάρρος. Άιντε να περάσεις τόσα σώματα, μέσα στο ημίφως, την κάπνα και τα σχετικά. Εντάξει σκέφτηκε, αν περάσει κολλητά από καμιά γυναίκα, δεν θα είναι κι άσχημα. Ήταν χαζογκόμενες, ήταν ψεύτο-κουλτουριάρες με ασύμμετρα κουρέματα και υπερβολικά βαμμένα κόκκινα χείλη, αλλά κάποιες αναμφίβολα  ήταν ωραίες˙ δεν τον ενδιέφεραν πραγματικά, εκείνος είχε ξετρελαθεί με την Κατερίνα, αλλά σε ένα τυχαίο ακούμπημα, σε ένα χαμογελαστό συγνώμη δεν θα έλεγε όχι. Από την άλλη θα ήταν την ίδια στιγμή αναγκασμένος να περάσει και από ιδρωμένες μασχάλες που θα ευωδίαζαν ψόφιο αντρικό αποσμητικό. Μια προοπτική καταπληκτική… Βασικά ποτέ δεν του άρεσαν τα πάρτυ, από μαθητής, ειδικά εκείνα στα οποία αισθανόταν με κάθε δυνατό τρόπο παρείσακτος.  Παρόλα αυτά, ξεκίνησε τον άθλο του.
Μετά από λίγο είχε γυρίσει και τα δυο δωμάτια του σπιτιού στο οποίο γινόταν το πάρτυ και τίποτα! Όλες οι προφητικές του σκέψεις είχαν εκπληρωθεί˙ με λιγότερα πάντως και τυπικότατα χαμόγελα από φουλ βαμμένα κόκκινα χείλη και περισσότερες ευωδιαστές αντρικές μασχάλες (βασικός κανόνας ενός πάρτυ: πάντα πλειοψηφούν οι άντρες). Όλα κατά τας γραφάς, αλλά η Κατερίνα πουθενά! Μα που να είχε πάει; Με τους μαντραχαλαίους δεν την είδε, ήταν μαζεμένοι στο μικρό κουζινάκι μαζί με κάτι τύπισσες και τις κερνούσανε σφηνάκια. Όταν αντίκρισε το νεοσύστατο κουζινικό παρεάκι, “Ο καθένας την πάρτη του εδώ μέσα”, αναλογίστηκε. Όπως και να ‘χει, η Κατερίνα δεν βρισκόταν πουθενά. Έτσι επέστρεψε στη κλασική του γωνιά και η σκέψη του άρχισε να μαρσάρει επικίνδυνα.
Ξέρετε είναι οι στιγμές που ο εξωτερικός, αντικειμενικός χρόνος τσαλακώνεται όπως ένα πλαστικό ποτήρι και ο νους δέχεται μια πλημμυρίδα εικόνων, φαντασιώσεων, σκέψεων, δυνατοτήτων. Στον ήρωα αυτής εδώ της ιστορίας αυτό δεν συνέβαινε και σπανίως. Έτσι ο Χ. Λ. έβγαλε από το τσαλακωμένο του πακέτο ένα τσιγάρο, μπουρλότο αναμνήσεων και όχι μόνο, και για ακόμα μια φορά έκλεισε τα ρολά, ούτε ο κόσμος, ούτε οι φωνές, ούτε η δυνατή μουσική μπορούσαν να χωθούν εκεί μέσα, ένας αφηρημένος πίνακας μουντών χρωμάτων. Που να ήταν η Κατερίνα; μήπως στην τουαλέτα; Φυσικά! Είχε πάει στην τουαλέτα και αργά ή γρήγορα θα έβγαινε χαμογελαστή κι ολίγον τι μεθυσμένη, άρα κι έτοιμη για αγκαλιές. Πολύ το προχωράς φίλε….το σπίτι που διεξαγόταν το πάρτυ είχε και ένα ακόμα όροφο, μια μεταλλική στριφογυριστή σκάλα οδηγούσε εκεί. Λογικά πάνω θα ήταν οι κρεβατοκάμαρες. Αν ήταν πάνω με κάποιον άλλο; ξαπλωμένη στο κρεβάτι με κάνα γυαλαμπούκα, μουσάτο με ανάσα που βρώμαγε ; Σκατά! Έτσι του ‘ρχοταν να γυρίσει σ’ όποιον να ‘ναι, να πιάσει π.χ. από τον γιακά τον πανηλίθιο που ήταν δίπλα του και λικνιζόμενος στη μουσική, η οποία πλέον είχε γίνει κατά το τι χορευτικότερη, ψιθύριζε στο αυτί μιας κοπέλας με σορτς και πολύχρωμο καλτσόν και ωραία μπούτια,  να τον έπιανε από το γιακά και να του έλεγε: “Έχω κουραστεί μέσα σε τόσα σκατά”! 
Κάπως έτσι ο Χ. Λ. επέστρεψε στην πραγματικότητα, μέσα από την παγερή ματιά σε ένα άγνωστο ζευγάρι δίπλα του. Οι άνθρωποι έφυγαν ενοχλημένοι. Έφερε το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του, μετάνιωσε για την κακεντρέχειά του, σε στιγμές δύσκολες, για κάποια επίσης άγνωστη αιτία έμοιαζε η μόνη αληθινή του φίλη, αλλά κακός άνθρωπος δεν ήταν, δεν μπορεί να είναι. Έβγαλε ένα σκεβρωμένο τσιγάρο και το άφησε σβηστό στην άκρη των χειλιών του. Αισθάνθηκε τον λαιμό χάλια από τα απανωτά βαριά τσιγάρα που είχε πια ξεσυνηθίσει

1 σχόλιο:

  1. Ήμουν κι εγώ εκεί! Μία από αυτές με το ασύμμετρο. Υπόλοιπη περιγραφή δεν θα δώσω, να αφήσω ένα μισομυστήριο... Βαρέθηκα κάποτε κι εγώ, μάλλον βαρεμένη είχα πάει. Άρχισα τότε να κοιτάζω γύρω μου. Μισολάγνα είπε ένας φίλος, αλλά είχαν απλώς δακρύσει τα μάτια μου από την κάπνα. Δεν θυμάμαι να σε είδα... Ίσως σε θυμηθώ, όταν γράψεις περισσότερα...

    Χαιρετίζω την προσπάθεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή