Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2011

Μωρό πριν την Αυτοκτονία


κεφάλαιο απο το μυθιστόρημα "η Ρουφήχτρα". Αλέξανδρος Κάππα, εκδόσεις Post Script



[…] Αποχωρώ αλλά δεν πάω μακριά. Κατηφορίζω το δρομάκι, βγάζω τα παπούτσια, βαδίζω κατά μήκος της ακτής, πλησιάζω ένα απόμερο σημείο που δεν το φτάνουν τα φώτα του μαγαζιού και ξαπλώνω στην άμμο. Βρίσκομαι τόσο κοντά σε όσα συμβαίνουν ώστε να μη μου διαφεύγει οποιαδήποτε αξιοπρόσεκτη κίνηση αλλά και τόσο μακριά τους ώστε να νιώθω για λίγο την αυτολύπηση του μαθητή που οι άλλοι δεν τον κάνουνε παρέα κι αυτός αποξενώνεται σε μοναχικές βόλτες για ν’ ανακαλύψει ωστόσο την ευχάριστη έκπληξη μιας ξαφνικής γαλήνης κάτω από τ’ αστέρια, μπροστά στο κύμα, μέσα στη διάφανη ομπρέλα της νύχτας. Ωραία είναι εδώ. Παρατηρώ το φεγγάρι. Ένα κομματάκι απομένει για να ολοκληρώσει την πλήρη ανάπτυξη. Προσέχω το αστέρι που έχει κατέβει σε αφύσικα χαμηλά ύψη. Σκέφτομαι πως όπου να ’ναι θα περάσει η δεσποινίς Ευαγγελία. Ακούω τα βράχια που επιστρέφουν σταγόνες μες απ’ το διάτρητο σώμα τους. Γύρω από κείνο το αστέρι, βρίσκεται η φωτεινή σκιά ενός νεφελώματος. Κι από πάνω τους η σελήνη σαν υποκίτρινη φέτα λεμονιού που τη δάγκωσε στην άκρη το σκοτάδι – ήρεμο σιωπηλό σκοτάδι που το διασπά μόνο η μακρινή ηχώ απ’ τα τραγούδια του μπαρ και η νευρωτική επικοινωνία που ανταλλάσουν δυο νυχτοπούλια. Περνάει ένα χλιαρό αεράκι απ’ τα μαλλιά μου και θυμάμαι για λίγο τα παιδικά μου χρόνια χωρίς να εστιάσω σε μια ορισμένη ηλικιακή περίοδο – σύντομα όμως καταλαβαίνω ότι αυτό με στεναχωρεί και προσπαθώ να το αποφύγω. Επιχειρώ πάντως να γράψω στην άμμο: φτιάχνω δυο αρχικά και τα κυκλώνω με μια καρδούλα. Με δελεάζει η στιγμιαία επιθυμία του αυνανισμού, κάνω να σηκωθώ για να βουτήξω στη θάλασσα, τα απορρίπτω και τα δύο, κλείνω τα μάτια, πλαταγίζω τη γλώσσα και τελικά μετακινώ λίγο το πόδι μου.

Τότε, απροσδόκητο αλλά πεντακάθαρο, φτάνει το κλάμα του μωρού: είναι η φωνητική προέκταση ενός ανθρώπου στον κόσμο, το διαυγές κλάμα ενός μωρού – πώς να το μπερδέψω με οτιδήποτε άλλο;

            Ακολουθώντας τον ήχο, φτάνω σε μια χορταριασμένη γούβα και το βρίσκω ξαπλωμένο, ολόγυμνο, κάτασπρο, μια μπαλίτσα που κουνούσε σπασμωδικά τα άκρα της, σαν τέσσερα μικρά πλοκάμια, κλαίγοντας την απόγνωση και την ανάγκη και τη διαμαρτυρία.

            Το παίρνω αγκαλιά. Ντρέπομαι να το πάω στα παιδιά του σεμιναρίου –παράλληλα φοβάμαι πως θα το τραυματίσουν ψυχικά: αν αυτές είν’ οι πρώτες του εικόνες στον κόσμο, καλό θα ήταν να το προφυλάξω–, του χαϊδεύω το κεφαλάκι, ένα αχνό χνούδι στα δάχτυλα, κι ύστερα το στοματάκι του που με βυζαίνει.

Δρασκελίζω προς την ανηφόρα, περνώ τα σοκάκια, ανοίγω την αυλόπορτα – καταλαβαίνω όμως ότι μπήκα σε λάθος πανδοχείο: μια μεσόκοπη γυναίκα μού μιλάει σε κάποια ξένη γλώσσα, δείχνει βαριεστημένη αλλά κάνει και πρόστυχες χειρονομίες. Παρ’ όλα αυτά τής εξηγώ: «Το μωρό πρέπει να φάει για να σταματήσει το κλάμα». Μου κάνει τότε άλλη μια χειρονομία, φεύγει, ξανάρχεται μ’ ένα πλαστικό μπουκάλι, το γεμίζει γάλα, του ανοίγει τρύπα φτιάχνοντας ένα αυτοσχέδιο μπιμπερό και μου το δίνει μαζί μ’ ένα κλειδί δείχνοντας προς την σκάλα.

            Τυλίγω το μωρό στην κουβέρτα όπως κάποτε τυλίγαμε τον στρατιωτικό φάκελο στους κοιτώνες μας, το ταίζω γουλιά γουλιά και μου φαίνεται ότι πρέπει να ένιωσα κάποια πατρική περηφάνια όταν σταμάτησε πια να κλαίει. Έσβησα το φως, το ενοχλούσε στα μάτια, κάθισα στην πολυθρόνα και κάπνισα το ένα τσιγάρο πίσω απ’ το άλλο ακούγοντας το γουργούρισμά του – όμως, μετά από λίγο, δεν κρατιέμαι τελικά κι αποφασίζω να του τα πω όσο είναι καιρός: «Αχ, μωράκι μου καλό, γιατί να γεννηθείς; το ξέρω, δεν φταις, άλλοι διέπραξαν το σφάλμα, ίσως όμως προλαβαίνεις και να το ξανασκεφτείς, δεν είναι αργά, πολύ νωρίς είναι, υπάρχει χρόνος να διορθώσουμε την απερισκεψία... Σκέψου κατ’ αρχήν πού ήρθες να ζήσεις, είναι εδώ ένας πλανήτης που τον έχουμε ρημάξει με τις σπατάλες μας κι ετοιμάζεται για τα καλά να μας καταποντίσει, ένα γιγάντιο ζώο που λαγοκοιμάται και περιστρέφεται, εμείς του τσιμπάμε το δέρμα κι αυτό ταρακουνιέται, προκαλεί δονήσεις, φυσάει θύελλες, βρυχάται τυφώνες, φτύνει ηφαιστειακή λάβα, ώσπου να του σπάσουμε τελείως τα νεύρα και να μας κατουρήσει όλους με τεράστια κύματα –τί τα θέλεις;–, όσες οικολογικές εκστρατείες κι αν γίνουν, τη δουλειά μας εμείς, γιατί απ’ αυτό είμαστε φτιαγμένοι, μας αρέσει να καταστρέφουμε, αλλά και να σκοτώνουμε μας αρέσει, μάθε το από τώρα, εντάσσεσαι σε μια ράτσα τυφλών δολοφόνων: άνοιξε οποιαδήποτε εφημερίδα, φύλλα γεμάτα βομβαρδισμούς, εμφυλίους, γενοκτονίες, αποβάσεις, πυρηνικά σχέδια, μαύρες επετείους, αλλά όχι, μην το πας τόσο μακριά, πόσοι άστεγοι αργοπεθαίνουν κάθε μέρα στους δρόμους, πόσα μυρμήγκια ποδοπατούμε με τις σόλες μας, και οι δημόσιοι καπνιστές, οι ασυνείδητοι οδηγοί, οι πυρομανείς, οι μεθυσμένοι οδηγοί, οι δικτάτορες, οι γυναίκες οδηγοί, κι όλες αυτές οι δολοφονικές πίτες των ηλικιωμένων... Πόσοι μικροοργανισμοί καταδικάζονται σε κάθε μας ανάσα; Το ’χουμε στο αίμα μας: το δικό μας σπερματοζωάριο σκότωσε όλα τα υπόλοιπα για να γεννηθεί, το ’χουμε απ’ την αρχή μέσα μας. Φτιάξαμε κι έναν τιμωρό θεό για να κάνουμε λατρεία τις ενοχές μας –έτσι έγινε, τέτοια πράγματα κάνουμε  εμείς εδώ–, αφανίσαμε στο όνομά του τη μισή ανθρωπότητα –και τέτοια κάνουμε καμιά φορά–, η κάθε μας πνοή βγαίνει σαν δηλητήριο, ένα κοσμικό όνειδος είμαστε, που διαρκώς εξαπλώνεται... Θα πρέπει πάντως να ξέρεις ότι οι άντρες οφείλονται πρωτίστως για τη δυσμενή μας θέση: ποτέ δεν θα δεις κοριτσάκια να κρατούν νεροπίστολα ή να σπάνε παιχνίδια όταν είναι περίπου στην ηλικία σου. Κι όλη αυτή η σφαγή, όλη η καταστροφή, τίποτ’ άλλο από μια προέκταση του πέους μας. Αλλά σ’ αυτό φέρουν ασφαλώς ευθύνη κι εκείνες: σαν προτεταμένο καρότο εμπορεύονται αυτό που έχουν ανάμεσα στα πόδια, ψυχρές εκμεταλλεύτριες της αδυναμίας μας, μ’ αυτό μάς εξουσιάζουν, μας το μισοδίνουν, μας το μισοκρύβουν, μας το μισοπαίρνουν, τούτο δεν αρκεί, έχουμε παραπάνω ορμόνες, προκαλούν την οργή μας, πρέπει κάπου να ξεσπάσουμε, ανακαλύπτουμε νέες τρύπες, ιδεολογικές, πολιτικές, ορθόδοξες και παραφύσιν... Ενώ εκείνες, ακάθεκτες εκείνες αναζητούν το πιο ισχυρό σπέρμα, τούτο μόνο τις νοιάζει, να γίνουν μητέρες, σε τί κόσμο θα φέρουν τα παιδιά τους δεν το σκέφτονται, σαν αδιάφοροι έμποροι τέχνης επιδεικνύουν την ομορφιά τους και περιμένουν – α, μάθε το κι αυτό επί τη ευκαιρία: ένα ποίημα πουλιέται σαν βρεφική τροφή στην εποχή μας, τέτοιο είναι το προσδοκώμενο κοινό του, νηπιακής ηλικίας, τροφές μασημένες, ξαναζεσταμένες και ταϊσμένες με το κουταλάκι. Μην το παίρνεις προσωπικά, δεν τα λέω για να σε θίξω –νομίζεις εγώ δεν στεναχωριέμαι;– αλλά έτσι έχει το πράμα, τα έργα σήμερα σε χαζεύουν, σ’ αποχαυνώνουν, σε μωρουδίζουν. Κάθε μέρα που περνά γίνονται όλο και πιο φτωχά, όλο πιο προσχεδιασμένα: σημειώνεται μια σταδιακή μείωση της φαντασίας και μια ανυπολόγιστη συρρίκνωση της γλώσσας... Σε λίγο όλοι θα βλέπουμε την ίδια ταινία, θ’ ακούμε το ίδιο τραγούδι, θα διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο και θα παρακολουθούμε την ίδια θεατρική παράσταση, όλα σε ανεπαίσθητες παραλλαγές και σταθερά μοτίβα... Καμιά δεκαριά λέξεις θα καταλήξουμε να χρησιμοποιούμε όταν εσύ θα μπεις σε οίκο ευγηρείας. Θα μοιάζουμε μεταξύ μας, άντρες και γυναίκες: μια γλώσσα, ένα φύλο, μια αντίληψη για τα πάντα. Η τεχνολογία θα μας κάνει πιο πλαδαρούς, ευνουχισμένους, αυτοφαγικούς, και οι φαρμακοβιομηχανίες θα ’χουν ήδη εξαπολύσει αφανιστικούς ιούς κι όλα τα πολιτειακά μας συστήματα θα ’χουν προ πολλού καταρρεύσει και οι φυσικοί μας πόροι θα πνέουν τα λοίσθια και ο πλανήτης θα ετοιμάζεται να φουσκώσει τα γιγάντια κύματα κι οι γυναίκες θα οδηγούν ιπτάμενα οχήματα και οι γιαγιάδες θα φτιάχνουν ακόμα πιο δολοφονικές πίτες κι εμείς θα μοιραζόμαστε μια ζωή χωρίς έκπληξη κι αισθήματα και πάθος μέσα σ’ έναν κόσμο-εφιάλτη... Γι’ αυτό λοιπόν, και για πολλούς άλλους λόγους, που ευχαρίστως θα τους απαριθμούσα αλλά έχω πια αρχίσει να νυστάζω, σε συμβουλεύω να το ξανασκεφτείς... Δεν είναι καθόλου αργά, πολύ νωρίς είναι. Κι αν το πάρεις τελικά απόφαση, να ξέρεις πως εγώ θα σε βοηθήσω, θα σε στηρίξω και θα σταθώ στο πλάι σου, είναι άλλωστε η πιο σοφή απόφαση που θα μπορούσες να πάρεις στη ζωή σου».

Και τότε, καθώς το κουνάω με βία στην αγκαλιά μου, το μωρό αρχίζει να με κατουρά ορμητικά – αλλά όχι, δεν είναι το μωρό, μονάχα ένα μικρό αχώνευτο σκυλάκι είναι, το οποίο αφήνει τη ζεστή ροή του πάνω στο πόδι μου, καθώς ο ήλιος έχει αρχίσει να αναδύεται στο βάθος του ορίζοντα και, πέρα μακριά, στην αντικρινή ακτή, ακριβώς στο σημείο όπου η υδάτινη γραμμή δημιουργεί αιχμή με την αμμουδιά, θαμποφέγγει και τρεμίζει η φιγούρα της δεσποινίδας Ευαγγελίας: συνεχίζει να περπατά, να περπατά και να πηγαίνει προς μια αδιανόητη αλήθεια, ίσως ανώτερη απ’ όλες τις αλήθειες του κόσμου, ή έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε εκείνη τη στιγμή, όταν ξύπνησα με τρομερό πονοκέφαλο και, τρέχοντας προς την χορταριασμένη γούβα, έψαξα το μωρό, που δεν ήταν πια εκεί. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου